Αρχείο κατηγορίας οικονομική κρίση και τοπικη αυτοδιοίκηση

Το 5ετές στρατηγικό σχέδιο του υπερταμείου για τη δημόσια περιουσία

Το στρατηγικό σχέδιο για την αποτελεσματικότερη και περισσότερο διαφανή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, με βάση τους όρους και τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί με τους πιστωτές, παρουσιάστηκε από το υπουργείο Οικονομικών και την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ), το αποκαλούμενο υπερταμείο.

Πηγή: Το 5ετές στρατηγικό σχέδιο του υπερταμείου για τη δημόσια περιουσία, του Βαγγέλη Μανδραβέλη | Kathimerini

κοινοποίησε το:

Τροποποίηση ΓΠΣ στον Κορδία σε 49 στρέμματα

ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ Η ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΑΔ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως με αριθμό 298, τεύχος ΑΑΠ(Αναγκαστικές Απαλλοτριώσεις και Πολεοδομικά Θέματα) με ημέρα κυκλοφορίας 29 Δεκεμβρίου 2017, η σημειακή τροποποίηση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου Δημοτικής Ενότητας Καλαμάτας, ως προς τις χρήσεις γης στην περιοχή του Κορδία Καλαμάτας.

Αναφορικά με την έκταση των 49 στρεμμάτων, προβλέπονται χρήσεις αθλητισμού, εκπαίδευσης και αστικού πρασίνου, με σκοπό την αναψυχή, τη διοργάνωση εκδηλώσεων και τον εμπλουτισμό του αστικού πρασίνου.

“Ο Δήμος έπραξε ό,τι του ζητήθηκε από την ΕΤΑΔ( Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου). Απομένει η παραχώρηση του χώρου από την ΕΤΑΔ και την Κυβέρνηση, κατά το ανάλογο των Δήμων Καισαριανής, Περάματος και Κερατσινίου”,καταλήγει η ανακοίνωση του Δήμου Καλαμάτας.

Όπως επισημαίνεται στο ΦΕΚ, “στόχος είναι η αναζωογόνηση και αναβάθμιση της δυτικής παράκτιας ζώνης, που θα συμβάλλει καθοριστικά στην εκτόνωση των αναγκών αναψυχής της πόλης και των επισκεπτών, αλλά και ανάδειξης της ευρύτερης περιοχής σε ισχυρό τουριστικό πόλο σε ισόρροπη ανάπτυξη με τη ζώνη της Ανατολικής Παραλίας.
Επισημαίνεται ότι οι τυχόν επιπλέον ανάγκες για χώρους εκπαίδευσης, πολιτισμού κ.λπ. θα αναζητηθούν με την πολεοδόμηση της περιοχής βόρεια της δυτικής παραλιακής ζώνης του Κορδία, όπου από το Γ.Π.Σ. ήδη προβλέπεται ως περιοχή ειδικού επιχειρησιακού κέντρου δραστηριοτήτων του τριτογενή τομέα με αυξημένη χρήση της κατοικίας (ΕΠΧ1)”.

Η περιοχή σύμφωνα με το ισχύον Γ.Π.Σ.

Έτσι προβλέπεται να αξιοποιηθεί η περιοχή του Κορδία:

Δείτε εδώ αναλυτικά το απόσπασμα του ΦΕΚ:

κοινοποίησε το:

835 (επανα) δημοτικοποιήσεις δημόσιων υπηρεσιών

Για να ανακτήσουμε τις δημόσιες υπηρεσίες

MEDIA BRIEFING – ΙΟΥΝΙΟΣ 2017

Πώς πόλεις και πολίτες αναιρούν τις ιδιωτικοποιήσεις

Γιατί οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο διεκδικούν ξανά τις βασικές υπηρεσίες από τις ιδιωτικές εταιρείες για να τις επαναφέρουν στη δημόσια σφαίρα; Πίσω από τις πρωτοβουλίες επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο υπάρχουν πολλά κίνητρα: η προσπάθεια να μπει τέλος στις καταχρήσεις ή τις παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας από τον ιδιωτικό τομέα· η επιθυμία ανάκτησης του ελέγχου της τοπικής οικονομίας και των τοπικών πόρων· η επιθυμία να παρέχονται οικονομικά προσιτές υπηρεσίες· ή η πρόθεση να εφαρμοστούν φιλόδοξες στρατηγικές, για παράδειγμα σχετικά με την ενεργειακή μετάβαση ή το περιβάλλον.

Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει παγκοσμίως τουλάχιστον 835 περιπτώσεις επαναφοράς υπηρεσιών σε δημόσιο έλεγχο, οι οποίες αφορούσαν περισσότερες από 1600 πόλεις σε 45 χώρες. Η «(επανα)δημο- τικοποίηση»1 πραγματοποιείται σε μικρές πόλεις και πρωτεύουσες σε όλο τον κόσμο, ακολουθώντας διαφορετικά μοντέλα δημόσιας ιδιοκτησίας και διαφορετικά επίπεδα εμπλοκής πολιτών και εργαζόμενων. Εντούτοις, από την ποικιλία αυτή αναδύεται μια ενιαία εικόνα: είναι εφικτό να ανακτήσουμε ή να οικοδομήσουμε αποτελεσματικές, δημοκρατικές και φτηνές δημόσιες υπηρεσίες. Η διαρκής επιδείνωση της ποιότητας των υπηρεσιών και η διαρκής αύξηση των τιμών τους δεν είναι κάτι αναπόφευκτο. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι και δήμοι βάζουν τέλος στο κεφάλαιο της ιδιωτικοποίησης και επαναφέρουν τις βασικές υπηρεσίες σε δημόσιο έλεγχο.

Στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στο οποίο εμπεριέχεται το σύνολο της μελέτηςwww.tni.org/reclaimingpublicservices

Από τις παραβιάσεις εργασιακών δικαιωμάτων σε καλύτερες δουλειές με οφέλη για τους εργαζόμενους στην καθαριότητα

Όσλο, Νορβηγία

Το 2017, ο δήμος του Όσλο κατάφερε να επαναφέρει στα χέρια του δημοσίου τις υπη- ρεσίες αποκομιδής απορριμμάτων, μετά από 20 χρόνια αναθέσεων μέσω διαγωνισμών. Η Veireno, ο τελευταίος ιδιωτικός πάροχος, έγινε σύντομα σύμβολο όσων μπορούνε να πάνε στραβά με τις αναθέσεις. Από τον Οκτώβριο του 2016 –όταν η Veireno κέρδισε τον μειοδοτικό διαγωνισμό– μέχρι το Φε- βρουάριο του 2017 ο δήμος δέχτηκε δεκά- δες χιλιάδες καταγγελίες από πολίτες των οποίων τα απορρίμματα δεν συλλέγονταν. Η νορβηγική Επιθεώρηση Εργασίας έκανε έλεγχο στην εταιρεία και διαπίστωσε ότι ορι- σμένοι εργαζόμενοι δούλευαν μέχρι και 90 ώρες την εβδομάδα. Το χαμηλό κόστος των υπηρεσιών αποκομιδής απορριμμάτων της Veireno εξασφαλιζόταν προφανώς εις βάρος των εργασιακών συνθηκών. Την 1η Ιανουαρίου 2017 η εταιρεία έκανε αίτηση για πτώχευση, καταφέρνοντας έτσι να απαλλα- γεί από όλες τις υποχρεώσεις της, συμπερι- λαμβανομένων των αποζημιώσεων των υπαλλήλων της. Το Φεβρουάριο του 2017, ο δήμος του Όσλο επαναδημοτικοποίησε τη συλλογή απορριμμάτων, πήρε στην κυριότη- τά του τους υλικούς πόρους της Veireno και προσέλαβε τα 170 άτομα που ήταν στο προ- σωπικό της. Η εξαγορά αναμένεται να είναι ακριβή, καθώς αρκετοί από τους υπαλλή- λους μερικής απασχόλησης της ιδιωτικής εταιρείας θα εργάζονται τώρα με πλήρη απασχόληση για το δήμο, με τα ανάλογα μισθολογικά  και  συνταξιοδοτικά  δικαιώματα.

Δελχί, Ινδία

Δημόσια φροντίδα υγείας, ο πιο σύντομος δρόμος για την παγκόσμια βασική φροντίδα υγείας

Το 2015, η κυβέρνηση του νεοεκλεγέντος κόμματος Άαμ Αάντμι (ΑΑΡ ή Κόμμα του Απλού Ανθρώπου) ξεκίνησε τη διαδικασία της εκπλήρωσης μίας από τις βασικές προε- κλογικές του υποσχέσεις –φτηνή πρωτοβάθ- μια φροντίδα υγείας– δημιουργώντας 1.000 κλινικές Μοχάλα (κοινοτικές) σε όλο το Δελχί. Νωρίτερα την ίδια χρονιά, η νέα κυ- βέρνηση είχε υποσχεθεί να διαθέσει 2,09 δις ρουπίες (31,4 εκατομμύρια δολάρια) για τις σχεδιαζόμενες 1.000 κλινικές. Το Φεβρουά- ριο του 2017, λειτουργούσαν περίπου 110 κλινικές σε κάποιες από τις φτωχότερες πε- ριοχές του Δελχί. Εξοπλίστηκαν από το Τμήμα Δημοσίων Έργων με κόστος περίπου 2 εκατομμύρια ρουπίες (30.000 δολάρια) η καθεμία. Χάρη στο μικρό τους μέγεθος και τη χρήση προκατασκευασμένων φορητών θαλάμων που μπορούν να στηθούν κυριολε- κτικά παντού, οι κλινικές είναι πολύ φτηνότε- ρες από τις παραδοσιακές κλινικές (που κο- στίζουν η καθεμία 450.000 δολάρια). Κάθε κλινική διαθέτει ένα γιατρό, ένα νοσηλευτή, ένα φαρμακοποιό και έναν τεχνικό εργαστη- ρίου. Η ιατρική εξέταση, τα φάρμακα και οι εργαστηριακές εξετάσεις παρέχονται εντε- λώς δωρεάν στους ασθενείς, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση. Από τότε που άρχισαν να λειτουργούν οι κλινικές, το δεύτερο εξάμηνο του 2015, η κυβέρνηση του Δελχί ισχυρίζεται ότι πάνω από 2,6 εκα- τομμύρια από τους φτωχότερους κατοίκους της πόλης έχουν λάβει δωρεάν και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας. Μέχρι τότε, οι πιο φτωχοί κάτοικοι του Δελχί έπρεπε να

καταφεύγουν σε ακριβές ιδιωτικές κλινικές ή ακόμα και σε τσαρλατάνους. Η επιτυχία αυτών των πρώτων κλινικών φέρνει την κυ- βέρνηση του ΑΑΡ πιο κοντά στην υπόσχεσή της για δωρεάν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας για όλους τους κατοίκους του Δελχί.

Γκρενόμπλ, Μπριανσόν, Νίκαια

Η επαναδημοτικοποίηση θριαμβεύει στις Γαλλικές Άλπεις

Η Γκρενόμπλ είναι μία από τις πόλεις που επι- διώκουν με επιμονή την επαναδημοτικοποίη- ση και την ανάπτυξη δημοκρατικών και βιώ- σιμων δημόσιων υπηρεσιών. Η πόλη ήταν πρωτοπόρα στην επαναδημοτικοποίηση του νερού στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν έδωσε τέλος σε μια καταχρηστική σύμ- βαση με την πολυεθνική εταιρεία Suez. Στη θέση της, η Γκρενόμπλ δημιούργησε μια νέα δημόσια εταιρεία ύδρευσης που παρέχει κα- λύτερης ποιότητας νερό με χαμηλότερο κόστος και προβλέπει τη συμμετοχή των πο- λιτών για τη λειτουργία της υπηρεσίας. Ο δήμος επιδιώκει τώρα να ανακτήσει πλήρως τις τοπικές υπηρεσίες ενέργειας, μεταξύ των οποίων η κοινή κεντρική θέρμανση και ο δη- μόσιος φωτισμός, σε μια προσπάθεια κατα- πολέμησης της ενεργειακής φτώχειας και των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Για να γίνει αυτό, πρέπει οι μετοχές της πολυεθνι- κής εταιρείας ενέργειας Engie να αγορα- στούν από την τοπική εταιρεία ενέργειας, πράγμα που εγείρει και περίπλοκα νομικά ζη- τήματα. Ο δήμος έχει θέσει επίσης το φιλό- δοξο στόχο να εξασφαλίσει 100% ντόπιο, βιολογικής παραγωγής φαγητό για τα παιδιά στα σχολικά εστιατόρια. Όλες αυτές οι πολιτικές αναπτύσσονται σε ένα πλαίσιο δραματικά μειωμένων οικονομικών πόρων, λόγω των μέτρων λιτότητας που έχουν εφαρμοστεί  από  τη  γαλλική  κυβέρνηση.

Άλλες γαλλικές πόλεις, ιδίως στην περιοχή των Άλπεων, αναπτύσσουν επίσης τοπικές δημόσιες υπηρεσίες και επαναδημοτικοποιή- σεις σε διάφορους τομείς. Η Μπριανσόν έχει επαναδημοτικοποιήσει το νερό και τις υπη- ρεσίες ύδρευσης και έχει τώρα στόχο τα

«μηδενικά απορρίμματα». Ο δήμος ανα- πτύσσει επίσης τοπικό δημόσιο τομέα ενέρ- γειας. Στο νότιο άκρο των Γαλλικών Άλπεων, το συγκρότημα της Νίκαιας –παρά το γεγο- νός ότι διοικείται από τη συντηρητική παρά- ταξη– έχει επαναδημοτικοποιήσει την ύδρευ- ση, την αποχέτευση, τη δημόσια συγκοινω- νία και τα σχολικά εστιατόρια, καθώς κι ένα πολιτιστικό φεστιβάλ και μια αγορά.

Αμβούργο, Γερμανία

Νέα τοπική εταιρεία επαναφέρει στο δήμο το δίκτυο ηλεκτροδότησης

Στο γύρισμα του αιώνα, ο δήμος του Αμ- βούργου πούλησε σε ιδιώτες επενδυτές τις μετοχές που είχε στην εταιρεία ηλεκτροδό- τησης και θέρμανσης της περιοχής και στις εγκαταστάσεις αερίου. Το 2009, η τοπική κυ- βέρνηση Συντηρητικών-Πρασίνων δημιούρ- γησε μια νέα δημόσια εταιρεία με το όνομα Ενέργεια Αμβούργου με σκοπό να κατα- σκευάσει εγκαταστάσεις παραγωγής ανανε- ώσιμης ενέργειας και να πουλάει το παραγό- μενο ρεύμα. Όταν εγκαινιάστηκε, η εγκατά- σταση αυτή αποδείχτηκε πολύ αποτελεσμα- τική στην αύξηση του συνολικού ποσοστού ανανεώσιμης ενέργειας. Μέχρι το τέλος του 2015 είχαν εγκατασταθεί μονάδες παραγω- γής που αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από 13 μεγαβάτ αιολικής ενέργειας και είχε ολοκληρωθεί ένα πρόγραμμα 10 μεγαβάτ ηλιακής ενέργειας στο οποίο συμμετείχαν πολίτες και τοπικές επιχειρήσεις ως συνεπεν- δυτές. Η εταιρεία προσέλκυσε πάνω από

100.000 πελάτες που επέλεξαν ανανεώσιμη και τοπικά παραγόμενη ενέργεια. Όταν η κυ- βέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών πήρε την

εξουσία το 2011 δεν φάνηκε πρόθυμη να βάλει την επαναδημοτικοποίηση των δικτύ- ων στην ατζέντα, καθώς οι συμβάσεις παρα- χώρησης πλησίαζαν τη λήξη τους, σχηματί- στηκε ένας ευρύς λαϊκός συνασπισμός με στόχο να ωθήσει την κυβέρνηση στη σωστή κατεύθυνση. Ο συνασπισμός διοργάνωσε δημοψήφισμα για να δεσμεύσει νομικά την κυβέρνηση να ανακτήσει τα ενεργειακά δίκτυα (ηλεκτρισμό, περιφερειακή θέρμανση και αέριο) και να σχηματίσει μια εταιρεία που θα ανταποκρίνονταν στις κοινωνικές και οικολογικές απαιτήσεις. Το δημοψήφισμα του Αμβούργου πέτυχε τελικά, με μικρή πλει- οψηφία, το 2013. Το δίκτυο ηλεκτροδότη- σης αγοράστηκε ξανά το 2015, ενώ η επα- ναδημοτικοποίηση του δικτύου του αερίου θα ολοκληρωθεί το 2018-19. Παρά τους φόβους των συνδικαλιστικών ενώσεων, οι εργασιακές συνθήκες και οι αμοιβές δεν έχουν επιδεινωθεί, ενώ έχουν δημιουργηθεί και νέες θέσεις εργασίας.

Αργεντινή

Το δημόσιο ταχυδρομείο ανώτερο σε ποιότητα, κάλυψη και τιμές από το ιδιωτικό

Το δημόσιο ταχυδρομείο της Αργεντινής, το Correo Argentino (CORASA) ήταν η πρώτη δημόσια υπηρεσία που απο-ιδιωτικοποιήθη- κε από την κυβέρνηση Κίρχνερ. Το CORASA ιδιωτικοποιήθηκε το 1997 και η αργεντίνικη επενδυτική εταιρεία Grupo Macri πήρε τον έλεγχο του τομέα και της εκχωρήθηκε το δικαίωμα παρόχου για διάστημα 30 ετών. Η σύμβαση προέβλεπε ότι η Grupo Μacri θα κατέβαλλε ένα εξαμηνιαίο τέλος στο κράτος για τη λειτουργία της επιχείρησης και ότι θα συνέχιζε να απασχολεί το υπάρχον εργατικό δυναμικό. Ως αντάλλαγμα, η κυβέρνηση θα συνέχιζε να παρέχει στην εταιρεία μια περι- φερειακή επιδότηση επειδή ήταν

αναγκασμένη να λειτουργεί με ζημία σε απο- μακρυσμένες περιοχές της χώρας. Το 1999, μόλις δύο χρόνια μετά την υπογραφή της εκχώρησης, η Grupo Macri σταμάτησε να πληρώνει δικαιώματα εκμετάλλευσης στην κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκχώρησης οι υπηρεσίες ήταν χαμηλής ποιότητας, οι αγροτικές περιοχές δεν εξυπη- ρετούνταν καλά και οι τιμές είχαν αυξηθεί αρκετές φορές. Μετά από έξι χρόνια, η κυ- βέρνηση διέκοψε την εκχώρηση στην Grupo Macri και εθνικοποίησε ξανά το ταχυδρο- μείο. Μολονότι το ταχυδρομείο λειτουργού- σε με σημαντική ζημία κατά τη διάρκεια της ιδιωτικοποίησής του, η κυβέρνηση Κίρχνερ κατάφερε να βελτιώσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες και να δώσει προτεραιότητα στη σύνδεση των αγροτικών περιοχών, που είχαν παραμεληθεί από την Grupo Macri. Επιπλέον, η κυβέρνηση μείωσε το κόστος του ταχυδρομείου και αύξησε τη λειτουργι- κή του αξιοπιστία και συνέπεια.

Βαρκελώνη,     Ισπανία

Βαρκελώνη,     Ισπανία Αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών προς όφελος των πολιτών

Από τότε που ο προοδευτικός συνασπισμός Barcelona en Comú πήρε την εξουσία στην καταλανική πρωτεύουσα, ο δήμος εγκαινία- σε μια ευρεία πολιτική επαναδημοτικοποίη- σης των υπηρεσιών που είχαν δοθεί σε εξω- τερική ανάθεση και δημιουργίας νέων δημό- σιων υπηρεσιών. Η Βαρκελώνη έχει ήδη επα- ναφέρει στο δήμο τις υπηρεσίες πρόληψης έμφυλης βίας και τρεις παιδικούς σταθμούς, ενώ έχει δημιουργήσει κι ένα νέο δημοτικό γραφείο τελετών. Τελευταία, ο δήμος δημι- ούργησε μια νέα εταιρεία ηλεκτροδότησης από μια ήδη υπάρχουσα δημοτική εταιρεία, η οποία θα παρέχει ενέργεια σε χαμηλή τιμή και με διαφάνεια, σε αντίθεση με τους ιδιώ- τες παρόχους οι οποίοι επιβάλλουν όλο και

υψηλότερες τιμές στους πελάτες τους. Και κυρίως, μετά από αίτημα του Δημοτικού Συμβουλίου το Δεκέμβριο του 2016, ο δήμος της Βαρκελώνης σκοπεύει επίσης να αναλάβει τις υπηρεσίες ύδρευσης. Αυτό ση- μαίνει ότι θα απαλλαγεί από την ιδιωτική εταιρεία Agbar (Aguas de Barcelona), θυγα- τρική της Suez, η οποία διαχειρίζεται την ύδρευση της πόλης από τον 19ο αιώνα. Ο δήμος έχει σχηματίσει μια ένωση για τη δη- μόσια ύδρευση με άλλες πόλεις της Καταλο- νίας που έχουν επαναδημοτικοποιήσει το νερό ή σκοπεύουν να το κάνουν. Με τη βοή- θεια της γαλλικής επαναδημοτικοποιημένης εταιρείας Eau de Paris, η Βαρκελώνη θα ετοιμάσει όλες τις απαραίτητες αναφορές για να περάσει η ύδρευση σε δημόσια δια- χείριση. Όπως κι άλλες πόλεις στην Καταλο- νία και την υπόλοιπη Ισπανία, η Βαρκελώνη προχωράει σε (επανα)δημοτικοποιήσεις παρά την έντονη αντίθεση της κεντρικής κυ- βέρνησης και μια σειρά εθνικών νόμων που επιβάλλουν μέτρα λιτότητας στους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Χάμιλτον και Πορτ Χάρντι, Καναδάς

Περιβαλλοντικά και οικονομικά πλεονεκτήματα από την επαναφορά του νερού

Το 1994, το Χάμιλτον (Οντάριο) συμφώνησε σε μια δεκαετή συνεργασία με απευθείας ανάθεση για τη λειτουργία και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων ύδρευσης και επεξερ- γασίας λυμάτων. Προβλήματα με την υπερ- χείλιση λυμάτων είχαν προκαλέσει συγκρού- σεις ανάμεσα στην ιδιωτική εταιρεία και το δήμο. Κατά την περίοδο της ιδιωτικής λει- τουργίας είχαν γίνει περικοπές προσωπικού και ο δήμος αντιμετώπιζε πρόστιμα για διαρ- ροές από την εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων, επειδή η διατύπωση στη σύμβαση

προστάτευε την ιδιωτική εταιρεία. Το 2003, καθώς πλησίαζε η λήξη της σύμβασης, το Χάμιλτον ξεκίνησε διαδικασία προσφορών για να βρει άλλη ιδιωτική εταιρεία. Ωστόσο, οι κινητοποιήσεις της κοινότητας σε συνδυα- σμό με την υπερτιμολογημένη προσφορά της RWE, θυγατρικής της American Waters, στάθηκαν αρκετές για μπλοκαριστεί η ανα- νέωση της σύμβασης. Το 2004, το Χάμιλτον απέσυρε την πρόσκλησή του για υποβολή νέων προσφορών και άρχισε να ξαναπαίρνει την υπόθεση στα χέρια του. Η επαναδημοτι- κοποίηση πρόσφερε στο Χάμιλτον σημαντι- κή εξοικονόμηση πόρων και υψηλότερα πε- ριβαλλοντικά στάνταρ. Ο περιορισμός του κόστους, η υψηλότερη ποιότητα και η εμπι- στοσύνη στις ικανότητες του προσωπικού των δήμων αποτελούν κοινά στοιχεία σε πιο πρόσφατες επαναδημοτικοποιήσεις υπηρε- σιών ύδρευσης και επεξεργασίας λυμάτων στον Καναδά. Άλλα παραδείγματα είναι οι δήμοι του Μπανφ στην Αλμπέρτα και του Σουκ και του Πορτ Χάρντι στη Βρετανική Κο- λομβία. Στο Μπανφ, μια έκθεση αξιολόγη- σης προέβλεπε ότι ο δήμος θα εξοικονομού- σε 350.000 δολάρια (235.000 ευρώ) κάθε χρόνο αν αναλάμβανε ο ίδιος τη λειτουργία των υπηρεσιών. Στο Σουκ, η απόφαση του Συμβουλίου να ξαναφέρει στο δήμο το σύ- στημα των λυμάτων βασίστηκε σε μια έκθεση αξιολόγησης που κατέληγε στο συ- μπέρασμα ότι η λειτουργία από τον ίδιο το δήμο θα εξοικονομούσε περίπου 225.000 δολάρια (150.000 ευρώ) ετησίως για την κοι- νότητα.

Διαβάστε περισσότερα:

Back in House Report (2016)

Back in House: Why local governments are bringing services home

Νότιγχαμ, Λιντς και Μπρίστολ, Ηνωμένο Βασίλειο

Νέες δημοτικές εταιρείες ενέργειας ενώνουν τις δυνάμεις τους για να καταπολεμήσουν την ενεργειακή φτώχεια

Το δημοτικό συμβούλιο του Νότιγχαμ απο- φάσισε το 2015 να συστήσει μια νέα εται- ρεία ενέργειας, όταν διαπίστωσε ότι πολλές οικογένειες με χαμηλό εισόδημα δυσκολεύο- νταν να πληρώσουν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού. Η εταιρεία Robin Hood Energy παρέχει φτηνότερες υπηρεσίες, αφού δεν αποσπά μεγάλα κέρδη ούτε μπερδεύει τους πελάτες με περίπλοκα πακέτα χρέωσης. Η εταιρεία, που προσφέρει τις χαμηλότερες τιμές στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει το σύνθη- μα: «Χωρίς ιδιώτες μετόχους. Χωρίς διευθυ- ντικά μπόνους. Μόνο καθαρές και διάφανες τιμές». Η Robin Hood Energy έχει επίσης συ- νεταιριστεί με άλλους μεγάλους δήμους. Το 2016, ο δήμος του Λιντς δημιούργησε τη δη- μοτική εταιρεία White Rose Energy για να προωθήσει την απλή κοστολόγηση, χωρίς κέρδος, σε όλη την περιφέρεια του Γιορκ- σάιρ και το Χάμπερσαϊντ. Το 2017, οι δήμοι του Μπράντφορντ και του Ντονκάστερ συμ- φώνησαν να ενταχθούν στο συνεταιρισμό White Rose/Robin Hood. To 2015, ο δήμος του Μπρίστολ στα νότια δημιούργησε την Bristol Energy, τη δική του δημοτική εταιρεία ενέργειας, μαζί με ένα φιλόδοξο σχέδιο για την ενεργειακή επάρκεια των κατοίκων, ένα πρόγραμμα επενδύσεων για ανανεώσιμη ενέργεια, και την ενεργειακή επάρκεια των κτιρίων και των ακινήτων του ίδιου του δήμου. Τέλος, η καμπάνια Switched on London πιέζει το δήμο να ιδρύσει τη δική του μη κερδοσκοπική εταιρεία ενέργειας με ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών. Τα κίνη- τρα στις διαφορετικές αυτές πόλεις είναι

παρόμοια: οι νέες δημοτικές εταιρείες μπο- ρούν να χτυπήσουν την ενεργειακή φτώχεια και παράλληλα να παίξουν καθοριστικό ρόλο στη μετάβαση στη δίκαιη και ανανεώ- σιμη ενέργεια.

Βίλνιους, Λιθουανία

Η επαναδημοτικοποίηση της κεντρικής θέρμανσης οδηγεί σε ΕΔΕΚ (ISDS)

Το 2016, ο γαλλικός ενεργειακός γίγαντας Veolia μήνυσε την κυβέρνηση της Λιθουανί- ας όταν ο δήμος της Βίλνιους αποφάσισε να μην ανανεώσει τη 15ετή σύμβαση με τη θυ- γατρική του εταιρεία Vilniaus Energija, με σκοπό να επαναδημοτικοποιήσει την κεντρι- κή θέρμανση. Η πολυεθνική χρησιμοποίησε τη Διμερή Επενδυτική Συμφωνία (ΔΕΣ) Γαλλί- ας-Λιθουανίας για να ζητήσει διεθνή διαιτη- σία, καταθέτοντας αίτημα Επίλυσης Διαφο- ρών Επενδυτή-Κράτους (ISDS), λόγω της υποτιθέμενης «εκστρατείας παρενόχλησης» και της «απαλλοτρίωσης» των επενδύσεών της. Επιπλέον, σύμφωνα με τη Veolia, η θυ- γατρική της αναγκάστηκε να κλείσει ένα από τα εργοστάσιά της όταν η λιθουανική κυ- βέρνηση περιέκοψε τις επιδοτήσεις για την κατανάλωση αερίου. Σύμφωνα με την έρευνα της λιθουανικής ρυθμιστικής αρχής για την ενέργεια, η Vilniaus Energija ήταν υπεύθυνη για χειραγώγηση των τιμών καυ- σίμων θέρμανσης, αυξάνοντας έτσι σημαντι- κά το κόστος της ενέργειας για τα νοικοκυ- ριά και δημιουργώντας παράνομα επιπλέον κέρδη ύψους 24,3 εκατομμυρίων ευρώ στο διάστημα 2012-2014. Λόγω της αυξανόμε- νης πίεσης από το κοινό, των υποψιών για απάτη και της έλλειψης οικονομικής διαφά- νειας, ο δήμος της Βίλνιους αρνήθηκε να ανανεώσει τη σύμβαση με τη Vilniaus Energija, με αποτέλεσμα η Veolia να απαιτή- σει αποζημίωση 100 εκατομμυρίων ευρώ.

Η επίθεση μέσω ISDS θα μπορούσε να έχει αναγκάσει τη Βίλνιους να αναθεωρήσει την απόφασή της και να διατηρήσει τη σύμβα- ση. Ωστόσο, το 2017 η τοπική αυτοδιοίκηση ολοκλήρωσε την επαναφορά της θέρμαν- σης της περιοχής στα χέρια του δημοσίου. Η προσφυγή σε ISDS βρίσκεται ακόμα σε εκ- κρεμότητα.

Νησί Καουάι και Μπόουλντερ, ΗΠΑ

Απο-ιδιωτικοποιήσεις εφαρμόζουν στην πράξη την ενεργειακή δημοκρατία

Λόγω του κόστους εισαγωγής άνθρακα, αερίου και άλλων καυσίμων, το νησί Καουάι της Χαβάης έχει αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες στην εξεύρεση εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Το 2002, ο Συνεταιρισμός Κοινής Ωφέλειας Νησιού Καουάι (KIUC) αγόρασε μια ιδιωτική εταιρεία ενέργειας-τηλεπικοινω- νιών με έδρα στο Κονέκτικατ, η οποία που- λούσε το τμήμα ηλεκτρικής ενέργειας για να στραφεί αποκλειστικά στις τηλεπικοινωνίες. Έτσι, ο KIUC έγινε ο πρώτος μη κερδοσκοπι- κός συνεταιρισμός παραγωγής, μετάδοσης και διανομής ενέργειας, που ανήκε και ελεγ- χόταν από τα μέλη του. Αυτή εταιρεία κοινής ωφέλειας, που ανήκει στους κατοίκους της περιοχής και διοικείται δημοκρατικά, παρέ- χει αξιόπιστη, χαμηλού κόστους ηλεκτροδό- τηση, με στόχο την εξασφάλιση κατά 50% ανανεώσιμης ενέργειας μέχρι το 2023. Το 2016 ο KIUC είχε ήδη φτάσει στο 38% ανα- νεώσιμης ενέργειας. Στις ηπειρωτικές ΗΠΑ, ο δήμος της πόλης Μπόουλντερ αγωνιζόταν για την ενεργειακή δημοκρατία από το 2010. Αρχικά, μετά από πιέσεις των κατοίκων, ο δήμος προσπάθησε να πιέσει την ιδιωτική εταιρεία Xcel Energy να αποδεχτεί μια ριζική μετάβαση προς την ενέργεια με χαμηλή χρήση άνθρακα. Τελικά, τα προσκόμματα που έφερνε η Xcel οδήγησαν το 2014 το Μπόουλντερ στην ψήφιση ενός διατάγμα- τος για τη δημιουργία δημοτικής υπηρεσίας ηλεκτροδότησης. Παρά τις νομικές δυσκολί- ες και τις εκστρατείες παραπληροφόρησης της Xcel, ο δήμος προχωράει στη δημιουρ- γία της υπηρεσίας ηλεκτροδότησης κοινής ωφέλειας, ενώ οι πολίτες τον υποστηρίζουν με δυναμικές καμπάνιες. Μελέτες δείχνουν ότι το να ανήκει η εταιρεία στο δήμο μπορεί να εξαλείψει την εξάρτηση από τον άνθρα- κα, να διπλασιάσει την παραγωγή από ανα- νεώσιμες πηγές ενέργειας και να περιορίσει στο μισό τις εκπομπές. Οι δήμοι των ΗΠΑ δείχνουν πως το γεγονός ότι ο Τραμπ εγκα- τέλειψε τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα δεν εμποδίζει τις πόλεις και τους πολί- τες να προχωράνε μπροστά.

Υπάρχουν καλύτερες λύσεις από τη διαρκώς αυξανόμενη ιδιωτικοποίηση και τη διαρκώς αυξανόμενη λιτότητα με χαμηλότερες προσδοκίες

Χιλιάδες πολιτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι και σωματεία, καθώς και κοινωνικά κινήματα αγωνίζονται για την ανάκτηση ή τη δημιουργία αποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών. Η προσπάθεια αυτή γίνεται κυρίως σε τοπικό επίπεδο. Η έρευνά μας δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχουν τουλάχιστον 835 παραδείγματα (επανα)δη- μοτικοποίησης δημόσιων υπηρεσιών σε όλο τον κόσμο, που αφορούν πάνω από 1.600 πόλεις σε 45 χώρες. Σε αντίθεση με την επικρατούσα αφήγηση που υποστηρίζει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες είναι υπερβολικά ακρι- βές, η τοπική αυτοδιοίκηση και ομάδες πολι- τών δείχνουν ότι η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο εξυπηρετεί τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων, καθώς και τις ευρύτερες κοινω- νικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο είναι κάτι πολύ πιο συνηθισμένο απ’ ό,τι νομίζουμε, και αποδίδει

Η ενέργεια (311 περιπτώσεις) και η ύδρευση (267 περιπτώσεις) είναι οι τομείς με τα περισ- σότερα παραδείγματα επαναφοράς σε δη- μόσιο έλεγχο. Σχεδόν το 90% των (επανα) δημοτικοποιήσεων στον τομέα της ενέργει- ας έγιναν στη Γερμανία (284 περιπτώσεις), τη χώρα που είναι διάσημη για τη φιλόδοξη πολιτική τής Energiewende. Επαναδημοτικο- ποιήσεις του νερού έχουν γίνει κυρίως στη Γαλλία (106 περιπτώσεις), τη χώρα με τη μεγαλύτερη ιστορία ιδιωτικοποίησης του νερού και πατρίδα των ηγετικών πολυεθνι- κών ύδρευσης Suez και Veolia. Διάφορες τοπικές δημόσιες υπηρεσίες όπως πισίνες, τροφοδοσία σχολείων, συντήρηση δημόσιων χώρων, υπηρεσίες στέγασης, καθαριότητας και ασφάλειας έχουν επιστρέψει στους δήμους στον Καναδά, την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες. Στους τομείς της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών πάνω από τις μισές περιπτώσεις προέρχονται από τη Νορβηγία και άλλες σκανδιναβικές χώρες. Η έρευνά μας καλύπτει ενέργειες επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο από το 2000 μέχρι τον Ιανουάριο του 2017.

σε δημόσιο έλεγχο είναι πάντα έντονα πολιτικοποιημένη ούτε πως είναι πεδίο της μίας πλευράς του πολιτικού φάσματος. Στην πραγματικότητα, βλέπουμε ότι πραγματοποιούνται επαναφορές σε δημόσιο έλεγχο από πολιτικούς όλων των αποχρώσεων και συχνά το έναυσμα είναι η τοπική διακομματική συναίνεση. Συχνά η σχετική πολιτική διαφοροποίηση δεν είναι ανάμεσα στα κόμμα- τα, αλλά ανάμεσα στο τοπικό επίπεδο, όπου πολιτικοί και αξιωματούχοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων, και το εθνικό και το ευρωπαϊκό επίπεδο, από όπου ξεκινάει η πίεση για λιτότητα και περικοπές.

Στο πρώτο μισό αυτής της περιόδου (2000–2008) καταμετρήθηκαν 137 περιπτώσεις, ενώ στο δεύτερο μισό (2009–2017) πραγματοποιήθηκαν 693. Αυτό σημαίνει ότι στη δεύτερη περίοδο της μελέτης μας έγιναν πέντε φορές περισσότερες (επανα)δημοτικοποιήσεις. Η κορυφαία χρονιά ήταν το 2012, με 97 περιπτώσεις, και από τότε ο αριθμός παραμένει υψηλός.

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο είναι μια τοπική αντίδραση στη λιτότητα

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο είναι ιδιαί- τερα δυναμική στην Ευρώπη, με παραδείγματα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και όλους τους τομείς. Για παράδειγμα, υπάρ- χουν 347 περιπτώσεις στη Γερμανία, 152 στη Γαλλία, 64 στο Ηνωμένο Βασίλειο και 56 στην Ισπανία. Το κίνημα της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο στην Ευρώπη μπορεί να εκληφθεί σαν αντίδραση στις πολιτικές λιτότητας· μια αντίδραση απέναντι στις υπερβολές της απορρύθμισης και της υπαγωγής βασικών υπηρεσιών σε εταιρικό έλεγχο. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η επαναφορά

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο είναι μια καίρια στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση και την ενεργειακή δημοκρατία

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο δεν αφορά μόνο τοπικά ζητήματα· συχνά έχει να κάνει με την εξεύρεση τοπικών λύσεων σε παγκόσμιες προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή. Ο ενεργειακός τομέας, ιδίως στη Γερμανία, φανερώνει αυτή την τάση: από σύνολο 284 περιπτώσεων επαναφοράς της ενέργειας σε δημόσιο έλεγχο, 166 συμβάσεις παραχώρησης δικτύων ηλεκτροδότη- σης ή αερίου σε ιδιώτες και 9 άδειες παρόχου ηλεκτρικού ρεύματος διακόπηκαν και δόθηκαν ξανά στους δήμους. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν 109 νέες δημοτικές εταιρείες (93 δικτύου ηλεκτρισμού/αερίου και 16 παροχής). Από την εποχή της απελευθέρωσης της ενέργειας στη δεκαετία του 1980, στη γερμανική αγορά ενέργειας κυριαρχούσαν οι «Τέσσερις Μεγάλες» εταιρείες ενέργειας. Όταν αυτοί οι ενεργειακοί γίγαντες δεν ανταποκρίθηκαν στο δημόσιο αίτημα για μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, νέες και επαναδημοτικοποιημένες τοπικές δημόσιες εταιρείες και συνεταιρισμοί πολι- τών ανέλαβαν να πρωτοστατήσουν στην ενεργειακή μετάβαση. Το κίνημα αυτό, που περιλαμβάνει και το αίτημα της ολικής κα- τάργησης της πυρηνικής ενέργειας, έχει αποκτήσει μεγάλη δυναμική και έχει πετύχει πολλές νίκες στο πεδίο της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Νέες ιστορίες γράφονται επίσης και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου στην αγορά ενέργειας κυριαρ- χούν οι «Έξι Μεγάλοι». Τέσσερις νεοϊδρυθεί- σες δημοτικές εταιρείες ενέργειας παρέχουν φτηνό ηλεκτρικό ρεύμα σε κοινότητες και ιδίως σε οικογένειες με χαμηλό εισόδημα, που δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λο- γαριασμούς του ηλεκτρικού. Όπως και με τη Robin Hood Energy στο Νότιγχαμ, το κύριο ενδιαφέρον της White Rose Energy στο Λιντς είναι να παρέχει δίκαιες υπηρεσίες σε μη κερδοσκοπικές τιμές και να βάζει τους πελάτες της στο επίκεντρο κάθε πράγματος που κάνει. Αντίστοιχα η Our Power στη Γλα- σκόβη γεννήθηκε από τη σύμπραξη ενώσε- ων για τη δημόσια στέγαση με την κυβέρνη- ση της Σκοτίας με στόχο την παροχή υπηρε- σιών χαμηλού κόστους.

Η επιστροφή των υπηρεσιών στον δημόσιο έλεγχο είναι τελικά πιο οικονομική για την τοπική αυτοδιοίκηση

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προ- βάλλουν οι υπέρμαχοι των ιδιωτικοποιήσεων και των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) είναι ότι οι λύσεις τους είναι, υποτίθεται, φτηνότερες και πιο αποδοτικές από τη δημόσια διαχείριση. Εντούτοις, η εμπειρία έχει διαψεύσει επανειλημμένως τον ισχυρισμό αυτό. Η σύμβαση με ιδιωτική εταιρεία για να παρέχει κάποια υπηρεσία περιλαμβάνει επιπλέον κόστος λόγω της άμεσης μεταφοράς χρημάτων  στις  μητρικές  εταιρείες και τους μετόχους. Στον τομέα των υποδομών, οι ΣΔΙΤ συνεπάγονται υψηλό επίπεδο πολυπλοκότητας, πράγμα που είναι  επικερδές για τους δικηγόρους και τους  ελεγκτές, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτικό για τους πολίτες. Η εμπειρία από πολλές πόλεις έχει καταρρίψει το μύθο ότι οι δημοτικές υπηρε- σίες κοστίζουν ακριβότερα. Όταν το Παρίσι επαναδημοτικοποίησε το νερό το  2010,  η νέα εταιρεία μπόρεσε να περικόψει αμέσως το κόστος κατά 40 εκατομμύρια ευρώ – το ποσό που αποσπούσαν κάθε χρόνο οι μητρικές εταιρείες της ιδιωτικής επιχείρησης. Στο Νιουκάσλ, ο εκσυγχρονισμός  του  συστήματος οδικής σηματοδότησης και οπτικών ινών πραγματοποιήθηκε από μια νέα ομάδα του δήμου με κόστος περίπου 11 εκατομμύρια λίρες (12,4 εκατομμύρια ευρώ), ενώ θα είχε κοστίσει περίπου 24 εκατομμύρια λίρες (27 εκατομμύρια ευρώ) αν είχε γίνει από ιδιωτική εταιρεία. Στο Μπέργκεν (Νορβηγία) όπου δύο κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων επέ- στρεψαν στο δήμο, δημιουργήθηκε πλεόνα- σμα 500.000 ευρώ, ενώ το αναμενόμενο ήταν ζημιά ενός εκατομμυρίου ευρώ. Στην Τσικλάνα της Ισπανίας, 200 εργαζόμενοι σε τρεις υπηρεσίες της τοπικής κυβέρνησης επέστρεψαν στις δημοτικές υπηρεσίες· ο δήμος, ωστόσο, υπολογίζει ότι θα εξοικονο- μήσει από 16% ως 21% του προϋπολογι- σμού του. Στη Λεόν της Ισπανίας, το κόστος της αποκομιδής των απορριμμάτων και των υπηρεσιών καθαριότητας μειώθηκε από τα 19,5 εκατομμύρια ευρώ στα 10,5 με την επα- ναδημοτικοποίηση, ενώ 224 εργαζόμενοι απέκτησαν συμβάσεις του δημοσίου. Με λίγα λόγια, η κατάργηση της ροής  χρημά- των προς ιδιώτες μετόχους επιτρέπει να χρησιμοποιούνται αποτελεσματικότερα τα χρήματα των φορολογουμένων για δημόσι- ες υπηρεσίες υψηλής ποιότητας.

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο δημιουργεί καλύτερες, πιο δημοκρατικές δημόσιες υπηρεσίες. Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο σπάνια αφορά απλώς την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος από ιδιωτικό σε δημόσιο. Αφορά ουσιωδώς την (ανα)δημιουργία καλύτερων δημόσιων υπηρεσιών που δουλεύουν για όλους. Αυτό περιλαμβάνει την αποκατάσταση του δημόσιου ήθους, πρόσβαση για όλους, προσιτό κόστος και τη διασφάλιση διαφάνειας και λογοδοσίας απέναντι σε εκλεγμένους λειτουργούς και πολίτες, σε αντίθεση με την επικέντρωση μόνο στα πιο επικερδή τμήματα της παρεχόμενης υπηρε- σίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές βρετανικές πόλεις έχουν δημιουργή- σει νέες δημοτικές εταιρείες ενέργειας: για να απαλλαγούν από τους ιδιώτες μετόχους, τα μερίσματα και τα μπόνους και να στρέ- ψουν την προσοχή τους στη δυνατότητα των πιο φτωχών νοικοκυριών να έχουν πρό- σβαση στην ενέργεια. Οι επαναδημοτικοποι- ημένες δημόσιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν συχνά νέες μορφές συμμετοχής για τους ερ- γαζόμενους και τους πολίτες. Για παράδειγ- μα, οι νέες επιχειρήσεις ύδρευσης στο Παρίσι, τη Γκρενόμπλ και το Μονπελιέ παίρ- νουν μαζί με τους πολίτες τις αποφάσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση και τη λειτουρ- γία των υπηρεσιών ύδρευσης. Στη Νορβη- γία, η τριμερής συνεργασία μεταξύ σωματεί- ων, δήμου και πολιτικών της περιφέρειας για την επίλυση εργασιακών προβλημάτων έχει αποδεδειγμένα βελτιώσει τις δημόσιες υπη- ρεσίες. Ο εκδημοκρατισμός των δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί επίσης τον πυρήνα του κινήματος για την επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο στην Ισπανία, το οποίο γεννήθηκε στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπι- στωτικής κρίσης μέσα από την αντίσταση

στις εξώσεις και τις διακοπές παροχής νερού και ηλεκτρικού. Τέλος, η επαναφορά σε δη- μόσιο έλεγχο είναι συχνά το πρώτο βήμα για να δημιουργηθούν οι δημόσιες υπηρεσίες του μέλλοντος: βιώσιμες και εδραιωμένες στην τοπική οικονομία. Πηγή έμπνευσης μπορούν να αποτελέσουν οι ευρωπαϊκές πόλεις και χωριά των οποίων οι επαναδημοτικοποιημένες υπηρεσίες καθαριότητας έχουν στόχο τα «μηδενικά απορρίμματα» ή όσες παρέχουν 100% τοπικά, βιολογικά τρόφιμα στα επαναδημοτικοποιημένα σχολικά τους  εστιατόρια.

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο προσφέρει 835 ακόμα λόγους να αγωνιστούμε ενάντια στις συμφωνίες εμπορίου και επενδύσεων

Οι 835 πρόσφατες περιπτώσεις επαναφο- ράς σε δημόσιο έλεγχο μας δίνουν 835 ακόμα λόγους να μην επικυρώσουμε τη Πε- ριεκτική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (CETA) ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Καναδά ή οποιαδήποτε άλλη παρεμφε- ρή συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων. Η προστασία των επενδύσεων που προβλέ- πουν οι περισσότερες τέτοιες συμφωνίες, γνωστή και ως Επίλυση Διαφορών Επενδυ- τή-Κράτους (ISDS) κάνει πολύ ακριβή την απο-ιδιωτικοποίηση και την επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο, καθώς οι διεθνείς αυτές συμφωνίες έχουν βασικό στόχο να προστα- τεύουν τα κέρδη των ιδιωτικών ξένων επεν- δυτών. Η περίπτωση της Λιθουανίας που προαναφέρθηκε δείχνει πώς η απόφαση ενός δήμου να επαναδημοτικοποιήσει τη θέρμανση της περιφέρειάς του πυροδότησε την ενεργοποίηση ISDS. Το ιστορικό της προστασίας των επενδύσεων δείχνει ότι πολλές χώρες δέχτηκαν μηνύσεις και πρόστιμα εκατομμυρίων δολαρίων όταν αποφάσισαν να διακόψουν προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων για να προστατέψουν το δημόσιο συμφέρον. Στη Βουλγαρία, η απειλή και μόνο της προστασίας των επεν- δυτών στάθηκε αρκετή για να ανατρέψει το σχέδιο της κυβέρνησης να διεξαγάγει δημο- ψήφισμα σχετικά με τις υπηρεσίες ύδρευ- σης στη Σόφια. Όταν ένα αίτημα για ISDS επιδικάζεται στον επενδυτή, καλύπτεται από τους φορολογούμενους με δημόσιο χρήμα, πράγμα που μπορεί να αυξήσει το κόστος των δημόσιων υπηρεσιών και να καθυστερή- σει τις τόσο απαραίτητες επενδύσεις. Η μελέτη μας αποκάλυψε ότι οι αποφάσεις για απο-ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσι- ών προκάλεσαν τουλάχιστον 20 περιπτώσεις διεθνούς διαιτησίας (δέκα στον τομέα της ύδρευσης, τρεις στην ενέργεια, τρεις στις μεταφορές και τέσσερις στις τηλεπικοινωνί- ες). Οι δήμοι συνειδητοποιούν ολοένα και πε- ρισσότερο ότι το υπάρχον καθεστώς εμπο- ρίου και επενδύσεων –και ιδίως στοιχεία όπως το ISDS– περιορίζουν σημαντικά τα πε- ριθώρια των τοπικών κυβερνήσεων να (ξανα)πάρουν τον έλεγχο των δημόσιων πόρων και υπηρεσιών. Με κάθε νέα περίπτω- ση επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο, ένας ακόμα λόγος προστίθεται στους 835 που έχουμε ήδη για να αντισταθούμε στις ISDS.

Τι έχουμε μάθει: οι ιδιωτικοποιήσεις είναι κακή ιδέα εξαρχής

Ο αυξημένος αριθμός περιπτώσεων επανα- φοράς σε δημόσιο έλεγχο αντανακλά το γε- γονός ότι πολλά προγράμματα ιδιωτικοποιή- σεων και Συμπράξεων Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) δεν έχουν τα αποτελέσματα που υπόσχονταν. Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο είναι συνήθως η συλλογική αντίδρα- ση της τοπικής αυτοδιοίκησης και των

πολιτών στις ανεπάρκειες της ιδιωτικοποίη- σης και των ΣΔΙΤ. Στο Κεφάλαιο 7, το Ευρω- παϊκό Δίκτυο για το Χρέος και την Ανάπτυξη (Eurodad) προειδοποιεί για τις ψεύτικες οικο- νομικές επαγγελίες των ΣΔΙΤ. Οι συμβάσεις αυτές παρουσιάζονται στις τοπικές και τις εθνικές αρχές, όπως οι κυβερνήσεις του πα- γκόσμιου νότου, σαν εύκολος τρόπος να χρηματοδοτηθούν οι δημόσιες υποδομές χωρίς να χρειάζεται δανεισμός ή επιβάρυν- ση των κρατικών ταμείων για τις αναγκαίες επενδύσεις κεφαλαίων. Οι συγγραφείς δεί- χνουν ότι οι ΣΔΙΤ είναι στην πραγματικότητα μια κρυφή μορφή χρέους και ότι μακροπρό- θεσμα αποδεικνύονται πιο δαπανηρές για το δημόσιο. Οι ΣΔΙΤ είναι σχεδιασμένες ώστε να δημιουργούν την ψευδαίσθηση της φτηνής λύσης και να αποκρύπτουν τα τελικά πραγματικά κόστη και μειονεκτήματα, κάνο- ντας έτσι πιο εύκολο το να πειστούν οι αρμό- διοι να ξεκινήσουν μεγάλης κλίμακας προ- γράμματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται υποχρεωτικά στις ανάγκες του πληθυσμού. Αντίστροφα, το πρόγραμμα των δημόσιων κλινικών στο Δελχί που περιγράψαμε παρα- πάνω δείχνει ότι είναι εφικτό να διασφαλι- στεί η πρόσβαση για όλους στη θεμελιώδη υγειονομική περίθαλψη. Ένα άλλο βασικό μάθημα από τη διεθνή εμπειρία είναι ότι οι ιδιωτικές συμβάσεις είναι συχνά σχεδόν αδύνατο να τροποποιηθούν ή να λυθούν. Όταν η σύμβαση έχει πια υπογραφεί, οι ιδιώ- τες πάροχοι είναι σε θέση να κλειδώσουν τους όρους της σύμβασης και κάθε μεταγε- νέστερη αλλαγή έχει τεράστιο κόστος για το δημόσιο. Εάν τυχόν οι τοπικές ή οι εθνικές αρχές θέλουν να διακόψουν μια σύμβαση ή ακόμα και να μην ανανεώσουν κάποια που έχει λήξει, έχουν συχνά να δώσουν έναν δα- πανηρό και δύσκολο αγώνα.

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο δημιουργεί ευκαιρίες για ένα νέο, διαφοροποιημένο, δημοκρατικό και δημόσιο ιδιοκτησιακό καθεστώς

Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι τέλειες απλώς επειδή είναι δημόσιες. Οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει κι αυτές να βελτιώνονται διαρκώς και να ανανεώνουν τη δέσμευσή τους απέναντι στην κοινωνία. Εάν διευρύνουμε τον ορισμό μας για το «δημόσιο» καλύπτουμε ένα ευρύτερο φάσμα πρωτοβουλιών απο-ιδωτικοποίησης. Πολλές περιπτώ- σεις επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο και δη- μιουργίας νέων δημόσιων εταιρειών δίνουν την ευκαιρία να ανανεωθεί η δέσμευση προς το κοινό και να δημιουργηθεί το περιθώριο ώστε πολλοί φορείς να μπορούν να συνδια- χειρίζονται την παροχή δημόσιων υπηρεσι- ών. Αυτό υπερβαίνει την κλασική ιδιοκτησία από το δημόσιο και συμπεριλαμβάνει πολλά νέα μοντέλα: δημοτικές εταιρείες ενέργειας που συνεργάζονται για την κοινοτική ενέρ- γεια (όπως στο Αμβούργο και το Μπρίστολ), διαδημοτικοί οργανισμοί και δίκτυα (π.χ. οι υπηρεσίες ύδρευσης στη Γαλλία και την Ισπανία), τοπικές εταιρείες δημόσιων υπηρε- σιών που ανήκουν εν μέρει στους εργαζόμε- νους (π.χ. η εταιρεία ύδρευσης στο Μπουέ- νος Άιρες) και συνεταιρισμοί χρηστών (το αιολικό πάρκο Middelgrunden στην Κοπεγ- χάγη), συνεταιρισμοί πολιτών με πλήρη άδεια παροχής υπηρεσιών (νησί Καουάι και Μινεσότα στις ΗΠΑ), συνεταιρισμοί με την τοπική αυτοδιοίκηση (Γλασκόβη, Σκοτία) και ούτω καθεξής. Όλα αυτά είναι υποδείγματα για το πώς θα μπορούσε να είναι η επόμενη γενιά δημόσιας ιδιοκτησίας. Η ισχυρή τάση προς την επαναφορά στον δημόσιο έλεγχο στην Καταλονία βασίζεται επίσης σε ένα κίνημα όπου πλατφόρμες πολιτών δεν θέλουν απλώς να πετύχουν την επιστροφή στη δημόσια διαχείριση ως αυτοσκοπό, αλλά τη βλέπουν σαν πρώτο βήμα προς τη δημοκρατική διαχείριση των δημόσιων υπη- ρεσιών με βάση τη διαρκή συμμετοχή των πολιτών. Ο δήμος της Τεράσα ανέκτησε των έλεγχο των υπηρεσιών ύδρευσης το 2016 και η πλατφόρμα των πολιτών εξακολουθεί να συμμετέχει στο σχεδιασμό της νέας δη- μόσιας υπηρεσίας ύδρευσης. Η πλατφόρμα των πολιτών και κάποιοι δημοτικοί σύμβου- λοι συγκάλεσαν το Κοινοβούλιο Πολιτών της Τεράσα, το οποίο ενέκρινε δύο προτάσεις προς υποβολή στο Δημοτικό Συμβούλιο με τις οποίες διασφαλίζεται ότι η ανάκτηση της δημόσιας ύδρευσης στην Τεράσα είναι επίσης ένα βήμα προς τη διαχείριση του νερού ως κοινού αγαθού. Η επιτυχία της επαναδημοτικοποίησης στην Τεράσα και η εφαρμογή ενός νέου μοντέλου διαχείρισης με πραγματική συμμετοχή των πολιτών θα παίξει σημαντικό ρόλο ως αιχμή του δόρα- τος για πολλές ακόμα πόλεις της Καταλονίας και της Ισπανίας.

Οι δήμοι και οι ομάδες πολιτών με δράση στην επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο συνεργάζονται και δημιουργούν δίκτυα

Η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο δείχνει επίσης ότι οι δήμοι και οι τοπικές ομάδες δεν είναι οι μόνοι που θέλουν τη δημιουργία αποτελεσματικών, προοδευτικών, δημοκρατικών δημόσιων υπηρεσιών. Οι επιτυχημένες εμπειρίες επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο εμπνέουν και ενδυναμώνουν κι άλλους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης να ακολου- θήσουν το ίδιο παράδειγμα. Βλέπουμε δήμους και ομάδες να ενώνουν τις δυνάμεις τους σε κάθε τομέα, σε κάθε χώρα, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο: προσπαθώντας να εξισορροπήσουν την επιρροή και τα προσκόμματα που θέτουν οι μεγάλες εται- ρείες και οι εθνικές κυβερνήσεις. Οι διαφορετικές μορφές συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών δημόσιων φορέων (Public Public Partnerships) πολλαπλασιάζονται. Το βλέπουμε αυτό στον τρόπο με τον οποίο έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους δήμοι και πο- λίτες στη Γερμανία και αλλού προκειμένου να πιέσουν για ουσιαστική ενεργειακή μετάβαση. Η νέα δημοτική εταιρεία ενέργειας στο Νότιγχαμ πυροδότησε παρόμοιες κινή- σεις και σε άλλες πόλεις, οδηγώντας τελικά σε συνεργασία. Τα δίκτυα των δημόσιων εταιρειών ύδρευσης στη Γαλλία και την Κα- ταλονία ενώνουν τις δυνάμεις τους σε πόρους και γνώσεις και συνεργάζονται για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της επα- ναφοράς στον δημόσιο έλεγχο. Πάνω από 200 δήμοι στη Νορβηγία εφαρμόζουν τοπικές τριμερείς συνεργασίες με τα σωματεία των εργαζομένων για να κάνουν τις δημόσιες υπηρεσίες αποτελεσματικές και δημοκρα- τικές. Πάνω από 2.300 δήμοι σε όλη την Ευρώπη έχουν ενωθεί για να αντιταχθούν στη συμφωνία ΤΤΙΡ για το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, καθώς και σε παρόμοιες συμφωνίες που βασίζονται σε πολιτικές απελευθέρωσης και ιδιωτικοποιήσεων. Ο προοδευτικός συνασπισμός Barcelona en Comú και πολλοί άλλοι συναφείς συνασπισμοί στην Ισπανία έχουν εκφράσει ένα παγκόσμιο «δη- μοτιστικό» όραμα, στο πλαίσιο του οποίου εφαρμόζουν μορφές άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και εργάζονται με πραγματι- σμό για να πετύχουν λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα. Η αναζωπύρωση της τάσης για επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο προσφέ- ρει μια σημαντική ευκαιρία στους πολίτες και τους εργαζόμενους να ανακτήσουν τον δημοκρατικό έλεγχο που έχει διαβρωθεί από την ιδιωτικοποίηση τις τελευταίες δεκαετίες. Υπάρχουν όλο και περισσότερα στοιχεία ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξαναπάρουν στα χέρια τους τις δημόσιες υπηρεσίες και να εισαγάγουν μια νέα γενιά δημόσιας ιδιοκτη- σίας. Ευτυχώς η δυναμική αυξάνεται, καθώς διαφορετικά κινήματα και υποκείμενα ενώ- νουν τις δυνάμεις τους για να επιφέρουν μια θετική αλλαγή στις κοινότητές μας.

1 Χρησιμοποιούμε τον όρο επαναδημοτικοποίηση για να αναφερθούμε στην επαναφορά ιδιωτικών ή ιδιωτικοποιημένων υπηρεσιών σε δημόσιο έλεγχο και τη διαχείρισή τους σε τοπικό επίπεδο. Γνωρίζουμε ότι ο όρος δεν είναι πάντα εντελώς κατάλληλος, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις οι ανακτημένες υπηρεσίες βρίσκονταν πάντα στα χέρια ιδιωτών ή πρωτύτερα δεν υπήρχαν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο όρος «δημοτικοποίηση» θα ήταν καταλληλότερος. Η εκδοχή (επανα)δημοτικοποίηση καλύπτει και τις δύο περιπτώσεις. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις δημόσιων υπηρεσιών που απο-ιδιωτικοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο. Διαχωρίζουμε αυτές τις «επανεθνικοποιήσεις», αφενός για να εστιάσουμε στις τοπικές δράσεις, αλλά και επειδή κάποιες μορφές επανεθνικοποίησης (όταν αφορούν τη συγκεντροποίηση της εξουσίας ή την προσωρινή διάσωση ιδιωτικών εταιρειών που καταρρέουν) δεν εμπίπτουν στο πεδίο της έρευνάς μας. Τέλος, υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα πολιτών και χρηστών που παίρνουν την πρωτοβουλία να αποσπάσουν βασικές υπηρεσίες από εμπορικές εταιρείες για να τις θέσουν σε λειτουργία για την κοινότητά τους σε μη κερδοσκοπική βάση. Για μας, οι περιπτώσεις αυτές ανήκουν επίσης στην επανα- φορά σε δημόσιο έλεγχο, στο βαθμό που είναι στραμμένες στις αξίες των δημόσιων υπηρεσιών και σε μη εμπορικούς στόχους. Συνεπώς, η απο-ιδιωτικοποίηση χρησιμεύει σαν όρος που καλύπτει την (επανα) δημοτικοποίηση, την επανεθνικοποίηση και την ανάκτηση δημόσιων υπηρεσιών με πρωτοβουλία των πολιτών, που όλες τους είναι προσανατολισμένες στην καταπολέμηση των δεινών της ιδιωτικοποίησης.

Το Transnational Institute (TNI) έχει ως στόχο την έρευνα και τεκμηρίωση σε διεθνές επίπεδο προκειμένου να συμβάλλει στη δημιουργία ενός δίκαιου, δημοκρατικού και βιώσιμου κόσμου. Για περισσότερα από 40 χρόνια το ΤΝΙ έχει λειτουργήσει ως ένας πολύτιμος κόμβος συντονισμού ανάμεσα σε κοινωνικά κινήματα, πανεπιστημιακούς ερευνητές και διαμορφωτές επεξεργασμένων πολιτικών.

Transnational Institute (TNI): Satoko Kashimoto satoko@tni.org

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς (ΙΝΠ) ιδρύθηκε το 1997 αποσκοπώντας στην καλλιέργεια των αξιών της Αριστεράς και στη συστηματική ανάπτυξη του προβληματισμού σχετικά με επίκαιρα κοινωνικά, οικολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά θέματα. Στους στόχους του περιλαμβάνονται η συμβολή στη διαμόρφωση της στρατηγικής της Αριστεράς, η επιμόρφωση των στελεχών της, η επεξεργασία εφαρμοσμένων πολιτικών και η σχετική έρευνα και τεκμηρίωση.

Η απόδοση στα ελληνικά, η εκτύπωση και η διανομή έγιναν με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζας.

Υπεύθυνη έκδοσης: Δώρα Κοτσακά Μετάφραση: Μιχάλης Λαλιώτης

info@poulantzas.gr

κοινοποίησε το:

Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το «υπερταμείο» που αντικαθιστά το ΤΑΙΠΕΔ – Στο κόκκινο – 105,5 FM

Η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας που έρχεται να αναλάβει τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας με στόχο την αξιοποίηση και εξυγίανση της, θα εφαρμόσει μία ενιαία και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Δείτε αναλυτικά πώς θα επιτευχθεί αυτό, ποια θα είναι η σχέση με τις ΔΕΚΟ, τις ιδιωτικοποιήσεις, καθώς και το πώς θα αξιοποιηθούν τα έσοδα που θα προκύψουν.

Πηγή: Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το «υπερταμείο» που αντικαθιστά το ΤΑΙΠΕΔ – Στο κόκκινο – 105,5 FM

κοινοποίησε το:

Δ. Λυμπεροπούλου για το έργο της νέας μαρίνας στην Πύλο: «Προς εκποίηση μέσω του ΤΑΙΠΕΔ η πολιτιστική μας ταυτότητα»

Δήμητρα Λυμπεροπούλου Περιφερειακή σύμβουλος Πελοποννήσου Επικεφαλής Περιφερειακής Παράταξης "Πελοπόννησος Οικολογική"
Δήμητρα Λυμπεροπούλου Περιφερειακή σύμβουλος Πελοποννήσου Επικεφαλής Περιφερειακής Παράταξης «Πελοπόννησος Οικολογική»
pylooos

Με αφορμή την συζήτηση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ)  την Τρίτη 12 Απριλίου 2016της  Έγκρισης ή μη της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για το έργο «Νέα Μαρίνα Πύλου», Δήμου Πύλου – Νέστορος, Π. Ε. Μεσσηνίας, Περιφέρειας Πελοποννήσου (16 θέμα στην ημερησία διάταξη), καλούμε τα μέλη του κεντρικού αρχαιολογικού συμβουλίου (ΚΑΣ) να  διαφυλάξουν τους αρχαιολογικούς χώρους και τον κηρυγμένο ιστορικό τόπο της Πύλου από τις επεμβάσεις, έτσι ώστε η πόλη της Πύλου να διατηρήσει τη φυσιογνωμία του οικισμού και το θαλάσσιο και χερσαίο φυσικό τοπίο της.

Η Σχετική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων. Η γνωμοδότηση ήταν μεν ομόφωνη αλλά με μια σειρά από όρους όμως με στόχο τη μείωση των παρεμβάσεων στο φυσικό τοπίο και στη μικρότερη όχληση στην προκυμαία της ιστορικής πόλης. Όλα αυτά προκειμένου να γίνει πιο ελκυστική για τον υποψήφιο επενδυτή και να εκποιηθεί η μαρίνα της Πύλου από το ΤΑΙΠΕΔ.

Είμαστε βέβαιοι ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ)  θα κινηθεί στην ιδία κατεύθυνση με το ΚΣΝΜ και θα  θωρακίσει περαιτέρω με τους δικούς του όρους, την προστασία του κηρυγμένου ιστορικού τοπίου της ναυμαχίας του Ναυαρίνου σύμφωνα πάντα με τον Αρχαιολογικό Νόμο.

 Στηρίζουμε τις προσπάθειες του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων ο οποίος έχει αντιταχθεί σε κάθε προσπάθεια  αλλοιώσεις της φυσιογνωμίας του λιμανιού. Καλούμε τους πολίτες της Πύλου αλλά και όλους τους πολίτες της Πελοποννήσου να ενεργοποιηθούν για την προστασία αυτού του πανέμορφου, ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, τόπου και να μην επιτρέψουν στο όνομα μιας δήθεν ανάπτυξης το «μάρμαρο» να πληρώσει η πολιτιστική μας ταυτότητα, ένα από τα ελάχιστα που μας έχουν απομείνει.

Δήμητρα Λυμπεροπούλου

Περιφερειακή Σύμβουλος Πελοποννήσου

Επικεφαλής Περιφερειακής Παράταξης

«Πελοπόννησος Οικολογική»

κοινοποίησε το:

«ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

«ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» διοδια στη παραλίαΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ευαγγελία Αθανασίου
Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, evieath@arch.auth.gr
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Η εισήγηση αναδεικνύει πτυχές της σχέσης ανάμεσα στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης και τον στόχο της αστικής βιωσιμότητας . Όπως και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, η έννοια της αστικής βιωσιμότητας στοιχειοθετήθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του  ́90, ως μία πραγματιστική έννοια διαχείρισης και σχεδιασμού των πóλεων στο πλαίσιο του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης και óχι ως εναλλακτική, κοινωνικά μεταρρυθμιστική πρóταση. Συνέχεια ανάγνωσης «ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

κοινοποίησε το:

6 κεφ. » Αναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης» 2η Ενότητα

2η ενότητα


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

6.2        EΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζειεναλλακτικές στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα στηνπόλησυνθέτοντας ζητήματαπουπραγματεύονται τακε- φάλαια του βιβλίου και κυρίως απόψεις, προσεγγίσεις και προτάσεις που διατυπώθηκαν σε συνεντεύξεις με επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί και αναδείξει πρωτοβουλίες και συμπεριφορές που εκδηλώνονται απένα- ντι στις συνέπειες της κρίσης. Η ενότητα αναφέρεται στους τρόπους που τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο επιλέγονται δράσεις και διαμορφώνονται πρακτικές προκειμένου οι πόλεις και οι πολίτες να αντι- μετωπίσουν ή να αποφύγουν τις συνέπειες της κρίσης. Φαινόμενα όπως η μετανάστευση νέων επιστημόνων στερούν τις πόλεις από δημιουργικές δυνάμεις και συντελούν στη συρρίκνωση ή στην αύξηση του ποσοστού γήρανσης του αστικού πληθυσμού, υπονομεύοντας έτσι πολλαπλά τις προοπτικές ανάκαμψης των πόλεων. Από την άλλη πλευρά τονίζεται ότι στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης αναδύονται και ενισχύονται τάσεις συλλογικότητας, για παράδειγμα μέσα από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης

και προσφοράς σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ένα φαινόμενο που σημα- τοδοτεί την ανάκτηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και μπορεί να αποτε- λέσει στοιχείο τόνωσης της κοινωνικής συνοχής. Με τον τρόπο αυτό, οι α- ναδυόμενες στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα των πολιτών στη διαμόρφωσητης πόλης τους, σφυρηλατούν ουσιαστικά τησυνολική αντα- πόκριση της πόλης, που περιλαμβάνει και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, στην προώθηση του οράματος για μια βιώσιμη και ανθεκτική πόλη.

Σχετικά με τα θέματα που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο, οι διάλογοι που πραγματοποιηθήκαν με ειδικούς επιστήμονες στα θέματα της γεωγραφίας των πόλεων με αφορμή ζητήματα όπως η όξυνση των κοι- νωνικών ανισοτήτων και της ανεργίας, οι χωρικές μεταβολές λόγω της αλ- λαγής της οικονομικής και κοινωνικής βάσης των πόλεων, το οικιστικό πρόβλημα και η στεγαστική κινητικότητα, η ενίσχυση συνεργατικών δρά- σεων με γνώμονα την αλληλεγγύη, η σχέση της πόλης με το φυσικό περι- βάλλον, ανέδειξαν στρατηγικές ανάκαμψης μεέμφασηστην κοινωνική δυ- ναμική της πόλης. Ορισμένες διατυπώνονται με σαφήνεια, ενώ κάποιες διαμορφώνονται εμμέσως μέσα από την κριτική των «κακώς κειμένων». Συνοπτικά οι περισσότερες ιδέες και επισημάνσεις εστιάζουν στη διαχεί- ριση του οικιστικού αποθέματος, στη χάραξη στρατηγικής για τις πόλεις και στον ρόλο των αρμόδιων φορέων.

Η διαχείριση και αξιοποίηση της μικρής ιδιοκτησίας ως μια μορφή ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που στην πραγματικότητα θα γεφυ- ρώνει τις διαφορές μεταξύ των μικροϊδιοκτητών και των ενοικιαστών και θα διευθετεί τα προβλήματά τους με αμοιβαία επωφελείς τρόπους, είναι μιαστρατηγική που επισημαίνει ο Θωμάς Μαλούτας. Λαμβάνοντας υπόψη, από τη μια, τον κίνδυνο απώλειας της περιουσίας των μικροϊδιοκτητών ε- ξαιτίας των συνεχών φορολογικών πιέσεων σε συνδυασμό με το επισφα- λές πρόσθετο εισόδημα λόγω της μειωμένης ζήτησηςγιαμίσθωση και από την άλλη, τη δυσκολία πρόσβασης στην κατοικία λόγω μειωμένου ή επισφαλούς εισοδήματος που διατρέχει ορισμένες ευάλωτες κοινωνικές ομά-

δες οδηγώντας ακόμα και σε οριακές καταστάσεις (αστεγία), προτείνει την ύπαρξη κάποιας κοινωνικής συμφωνίας που θα δημιουργεί ασφάλειες και για τις δύο πλευρές. Έτσι, αφενός οι μικροϊδιοκτήτες θα αρκεστούν σε κά- ποιο μικρότερο αντίτιμο για αυτό που νοίκιαζαν παλαιότερα, αφετέρου οι πιο ευάλωτες ομάδες θα έχουν πρόσβαση σε μια κατοικία παρέχοντας ταυτόχρονα κάποια εχέγγυα ότι θα παραμείνουν σε αυτήν για κάποιο χρο- νικό διάστημα και ότι δε θα φύγουν μόλις αλλάξει η κατάσταση. Αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στην κατοικία μπορεί να εξασφαλίζεται όχι μόνο έ- ναντι ενός χαμηλού μισθώματος αλλά και έναντι κάποιας προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, που θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, κάποια κοι- νωνική εργασία της μιας ή της άλλης μορφής ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε ατόμου.

Στην πραγματικότητα, ο Μαλούτας προτείνει –αντί να αφεθεί η ε- πίλυσητωνπροβλημάτων να γίνει από τηναγορά, όπως συμβαίνει σήμερα άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι–, τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης που θα διέπεται από τους κατάλληλους μηχανισμούς και θα δίνει τη δυνα- τότητα στους μικροϊδιοκτήτες να παράσχουν για ένα διάστημα το ακίνητό τους για κοινωνική κατοικία ή άλλη κοινωνική χρήση έναντι της φορολογι- κής τους υποχρέωσης και ενός σημαντικά χαμηλότερου ενοικίου. Έτσι, ο χωρικά διάσπαρτος τομέας της ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που δεν αναπτύχθηκε ποτέ στην Ελλάδα, θα μπορεί να είναι προσβάσιμος σε πολλές ομάδες που δεν μπορούν εύκολα να στεγαστούν υπό τις παρούσες συνθήκες στη βάση χαμηλότερου ενοικίου ή/και προσφοράς κοινωνικής υπηρεσίας στην τοπική κοινότητα. Καταλήγοντας επισημαίνει ότι «με τον τρόπο αυτό η μικρή ατομική ιδιοκτησία στην κατοικία, που χρησιμοποιή- θηκε μεταπολεμικά ως βασικό όπλο για την κατοχύρωση και εδραίωση ε- νός συντηρητικού πολιτικού τοπίου, σήμερα θα μπορούσε να είναι ο πρα- κτικός συνδετικός κρίκος για μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία μεταξύ χαμηλών μεσαίων στρωμάτων και εργατικών και άλλων λαϊκών στρωμά- των χωρίς περιουσία προς ένα αλληλέγγυο μέλλον».

Παίρνοντας αφορμή από τις νέες συλλογικότητες και τις πρωτο- βουλίες που αναπτύσσονται μέσα στην κρίση στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας του περιβάλ- λοντος στο χαμηλό επίπεδο της γειτονιάς (όπως τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία κ.ο.κ.), ο Μαλούτας υπογραμμίζει την ανάγκη ορ- γάνωσης, πολιτικής πλαισίωσης και κατεύθυνσης αυτών των κινημάτων ώ- στε να δημιουργηθούν συνέργειες και να οδηγηθούν προς κάποιο τελικό αποτέλεσμα πουθαέχει έναν κοινωνικά θετικό χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ιδιαίτερα σήμερα η αγορά δεν μπορεί να ρυθμίσει τις κοινωνικές σχέσεις με τρόπο αποδεκτό, ενώ ούτε το κλασικό κράτος πρόνοιας είναι εφικτό, σε μια χώρα που παραδοσιακά δεν είχε ιδιαίτερες προνοιακές δομές, απαιτεί- ται η δυνατότητα κάποιων πολιτικών μορφωμάτων να δημιουργήσουν ένα ηγεμονικό –ιδεολογικό και πολιτικό– πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπο- ρέσουν να εντάξουν παραγωγικά αυτή τηδυναμική, να τηνενισχύσουν και να της δώσουν μια προοπτική χωρίς να τηγραφειοκρατικοποιήσουν ή/και να την αποδυναμώσουν προσπαθώντας να την οικειοποιηθούν. Η ανά- πτυξη ενός νέου οράματος της κοινωνίας που θα βασίζεται στην αλληλεγ- γύη και όχι στον ανταγωνισμό μπορεί να διευκολύνει τη μετάβαση στη μετά την κρίση εποχή, αλλά ταυτόχρονα να αποτελέσει και μια στέρεα βάση πάνω στην οποία θα μπορεί κανείς να χτίζει συνεχώς ακόμα και μετά την έξοδο από την κρίση.

Η ανάγκη σχεδιασμού και υλοποίησης μιας στρατηγικής των πό- λεων που θαπροκαλέσει μιαδυναμική, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική ή άλλη, ανάλογα και με τις δυνατότητες που έχει η καθεμία, είναι στρατη- γικήεπιλογή που εξετάζει ο Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας. Όπως επιση- μαίνει, είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν εκείνες οι δυνάμεις, πολιτικές ή κοινωνικές, που θα πάρουν τις πρωτοβουλίες, θα συγκροτήσουν προ- γράμματα, οικονομίες γνώσης, πολιτιστικές βιομηχανίες κ.ο.κ. και, εν γένει, θα δώσουν ουσιαστικές προτεραιότητες σε κρίσιμα θέματα, όπως η απα- σχόληση των νέων ή ο πολιτισμός, αντί να ασχολούνται με έργα εξωραϊ-

σμού και εντυπωσιασμού υπό τη μορφή «αστικών αναπλάσεων». Τονίζει μάλιστα τον καταλυτικό ρόλο που έχουν οι Δήμοι στην ανάληψη αλλά και στην υποστήριξη ανάλογων πρωτοβουλιών.

Όσον αφορά τον τομέα της κατοικίας, ο Δελλαδέτσιμας προτείνει μια διαφορετική λογική διαχείρισης του οικιστικού αποθέματος. Υπογραμ- μίζει την κρισιμότητα που έχει η δομή της ιδιοκτησίας, καθώς η ύπαρξη πολλών και μικρών ιδιοκτητών σε ένα ακίνητο (συνήθως την πολυκατοι- κία) είναι αποτρεπτική για την ανανέωση και αξιοποίησή του. Στη βάση αυτή προτείνει την εισαγωγή διαφορετικών σχημάτων (εταιρειών, κοινο- πραξιών) στον τομέα των ακινήτων, ώστε να υπάρχει περισσότερο αποτε- λεσματική διαχείριση, αντλώντας αντίστοιχη εμπειρία από την Ευρώπη. Μέχρι σήμερα οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα διαχείρι- σης ακινήτων στην Ελλάδα αφορούν κυρίως σε μεγάλα ακίνητα και δεν έ- χουν μπει στην πραγματικότητα της ελληνικής πόλης. Ωστόσο, συνιστούν ένα μηχανισμό που ρίχνει στην αγορά και ακίνητα τα οποία κάτω από τους όρους που επικρατούν σήμερα στην Ελλάδα μένουν αναξιοποίητα. Συνο- πτικά, στο πλαίσιο της ανάκαμψης των πόλεων βασικό ζήτημα αποτελεί η επανάχρηση του οικιστικού αποθέματος. Δεδομένου ότι το κόστος κατα- σκευής νέων κατοικιών είναι πια απαγορευτικό, σε συνδυασμό με την έλ- λειψη τραπεζικής πίστης, η αξιοποίηση των ακινήτων –που κάτω από άλ- λες συνθήκες θα έμεναν κλειστά– αναδεικνύεται σε πυλώνα της οικιστικής πολιτικής. Ωστόσο, είναι αναγκαία η υποστήριξη από φορείς και από κεφά- λαιο. Εδώ τονίζει και πάλι τον κρίσιμο ρόλο που θα μπορούσε να αναλάβει η δημοτική αρχή σε σχέση με τη δημιουργία κάποιων θυλάκων με κάποια μορφή κοινωνικής στέγης. Ως παράδειγμα φέρει το εγχείρημα του Ερυ- θρού Σταυρού που έχει αποκαταστήσει κάποια ακίνητα ιδιοκτησίας του στο κέντρο της Αθήνας και τα έχει παραχωρήσει σε μετανάστες, για ένα διάστημα περίπου πενταετίας, έναντι χαμηλού μισθώματος ενοικίου ή ερ- γασιών επισκευής από μέρους τους.

Αντίθετα με την τρέχουσα πρακτική των μικροβελτιώσεων και των
αποσπασματικών παρεμβάσεων αρχιτεκτονικού κυρίως χαρακτήρα, ο Δη-  μήτρης Εμμανουήλ τονίζει ότι η χάραξη στρατηγικής και ο ρυθμιστικός ρό- λος των σχεδίων-πλαισίων είναι αναγκαίες συνθήκες για την αντιμετώπιση των σύνθετων και ποικίλων προβλημάτων που έχουν οι πόλεις, ακόμα και αν δεν πρόκειται για θεσμοθετημένες ενέργειες. Συμπληρωματική ως προς τον ρυθμιστικό σχεδιασμό, αλλά εξίσου αναγκαία, είναι η ύπαρξη ε- κείνων των θεσμών και φορέων που λειτουργούν ως μέσα ανάπτυξης προ- βληματισμού γιατο αστικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν, κατά τον Εμμανουήλ, οι Οργανισμοί Ρυθμιστικού Αθήνας και Θεσσαλονίκης που δεν είχαν διεκπεραιωτικό ρόλο αλλά αποτελούσαν εστίες ανάπτυξης προβληματισμού, συγκέντρωσης και διαμόρφωσης υλικού, ή- ταν κατάλληλα στελεχωμένοι και τελικά είχαν ρόλο θεματοφύλακα, με την έννοια της βελτίωσης και της προστασίας του αστικού περιβάλλοντος.

Η ανάγκη αξιοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου που υπάρχει στην Ελλάδα και του εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού, το οποίο σήμερα αντιμετωπίζεται ως εξαγώγιμο προϊόν, επισημαίνεται από την Πα-  ναγιώτα Κουτρολίκου. Αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, με τα υψηλά προσό- ντα, τις καινοτόμες ιδέες και τις δεξιότητες που έχει, μπορεί να προσδώσει στην πόλη μια δυναμική μέσα από τηνανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η άρση των συνεχών πιέσεων που ασκούνται κυρίως μέσω της φορολόγησης, η δημιουργία ευνοϊκότε- ρης αντιμετώπισης των νέων επαγγελματιών όσον αφορά το ασφαλιστικό και το φορολογικό και εν γένει η συγκρότηση των δομών εκείνων που θα τους ενθαρρύνουν και θα τους βοηθήσουν να αξιοποιήσουν το κεφάλαιο που διαθέτουν.

Σχετικά με την περιβαλλοντική αναβάθμιση της πόλης, ο Ματθαίος  Σανταμούρης αποσαφηνίζει ότι αυτή δεν επηρεάζεται τόσο από τη σημερινή κρίση, όσο από την αδυναμία διαχείρισης των υφιστάμενων δομών. Επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στην πόλη απαιτεί πολύ καλή γνώση της υφιστάμενης κατάστασης και χρειάζεται ολιστική αντιμετώπιση από τους φορείς και όχι αποσπασματικές δράσεις και έργα. Περιστασιακές λύσεις ή μεμονωμένες ενέργειες, όπως η δη- μιουργία μικρών χώρων πρασίνου, μπορεί να βοηθούν, αλλά στην πραγ- ματικότητα χρειάζεται να είναι ενταγμένες σε ένα γενικότερο σχεδιασμό για να υπάρχουναπτά αποτελέσματα όσον αφορά τουλάχιστον την αμι- γώς περιβαλλοντική διάσταση, όπως για παράδειγμα την αντιμετώπιση της πρόκλησης της κλιματικής αλλαγής. Εντούτοις,προκειμένου οι πόλεις ναείναι πιο φιλικές προς το περιβάλλον, περισσότερο προσαρμοστικές και ανθεκτικές απέναντι σε μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα, ο Σαντα- μούρης ενθαρρύνει την ανάληψη δράσεων, όπως η δημιουργία πράσινων ταρατσών ή η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον. Ειδικά για τις πράσινεςταράτσες αποσαφηνίζεται ότι απαιτούνται μεγάλες επιφάνειες για να είναι αποτελεσματικές και υπό αυτή την οπτική έχει νόημα ναυλο- ποιούνται σε δημόσια ήδημοτικά κτίρια, ήσε μεγάλα εμπορικάκτίρια και όχι σε κτίρια πολυκατοικιών. Η χρήση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον δεν σκοπεύει τόσο στηνπαραγωγή ενέργειας όσο στην περιβαλλοντική εκπαί- δευση και ευαισθητοποίηση κυρίως των νέων. Ως χαρακτηριστικά παρα- δείγματαχρήσης αστικών τεχνολογιών, ο Σανταμούρης αναφέρει την ε- γκατάσταση φωτοβολταϊκών πεζοδρομίων (Δήμος Υμηττού) και τηχρήση φωτοκαταλυτικής ασφάλτου και φωτοκαταλυτικών πεζοδρομίων που α- ποσκοπούνστην απορρόφηση της ρύπανσης σε αστικές περιοχές (όπως η οδός Θηβών στα δυτικά προάστια της Αθήνας). Παρόλο που τέτοιες δρά- σεις φαίνονται φιλόδοξες, μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ακόμη και την ε- ποχή της κρίσης, ιδιαίτερα με τηναξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και χρηματοδοτικών εργαλείων (όπως το ΕΣΠΑ), ενώ σε κάθε περίπτωση το κόστοςκατασκευής τους δεν είναι πολύ πιο δαπανηρό από τις συμβατικές κατασκευές.

Η ανάλυση του τρίτου κεφαλαίου, καθώς και οι συνεντεύξεις που  διενεργήθηκαν για την πολιτική αστικής αναγέννησης στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση», θέτουν –εκτός των άλλων– και το πλαίσιο για τη συμβολή της πολιτικής αυτής στην αναζήτηση εναλλακτικών στρατηγικών ανάκαμψης. Αυτό που γίνεται εξαρχής καθαρό είναι ότι η αναζήτηση συν- θηκών ανάκαμψης δεν αφορά μόνον το οικονομικό-επενδυτικό πεδίο, αλλά συνολικά όλα εκείνα τα ζητήματα που καθιστούν την πόλη πιο βιώ- σιμη από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, δίνοντας μά- λιστα, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου δυνατότητες ανάδρασης έτσι ώστε το όποιο επενδυτικόαποτέλεσμανααποκτήσειμεγαλύτερεςαντοχές στο χρόνο. Η ανάλυση έδειξε ότι για να έχει η πολιτικής αστικής αναγέννη- σης εκείνα τααποτελέσματα πουδιαμορφώνουν συνθήκες ανάκαμψης, με τα όποια σχέδια την υλοποιούν, πρέπει να συνθέτει με περιεκτικό τρόπο μια ποικιλία διαδικασιών, παρεμβάσεων, εργαλείων καιεμπλεκόμενων φο- ρέων για την αντιμετώπιση αστικών προβλημάτων ταυτόχρονα οικονομι- κού, κοινωνικού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού χαρακτήρα. Σε αυτή τη σύνθεση οφείλει να εμπλέκει όλους τους σχετικούς φορείς –δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα– ανάλογα με τους ρόλους που αναλαμβάνουν ή μπορούν να αναλάβουν. Με αυτά ως δεδομένα, εξετάζονται στη συνέχεια κρίσιμαζητήματα που μπορούν να συμβάλουν σε μια ανασύνθεση της πο- λιτικής αστικής αναγέννησης και να την καταστήσουν εργαλείο και ουσια- στική διαδικασία στην υλοποίηση στρατηγικών ανάκαμψης.

Καταρχήν είναι κρίσιμη η εναρμόνιση της αστικής αναγέννησης με τις τοπικές ανάγκες αλλά και γενικά η προσέγγιση «από το τοπικό στο πα- γκόσμιο». Η εναρμόνιση με τις τοπικές ανάγκες που συχνά παραμελήθηκε ή δεν υπήρξε καν σε πολλές αστικές παρεμβάσεις επηρέασε καθοριστικά την τρωτότητα των σχετικών σχεδίων. Η επένδυση στη γη και στα ακίνητα είναι μέρος της οικονομίας και επομένως εκ των πραγμάτων γίνεται μέρος και της πολιτικής οικονομικής αναζωογόνησης μιας περιοχής. Όμως, κα- θώς συχνά παράγονται νέοι χώροι για κερδοσκοπικούς λόγους και όχι σε απόκριση προς τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, η επένδυση στον χώρο μπορεί να καταλήξει να «αυτοτραυματιστεί» εξαιτίας της υπερπαρα- γωγής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Madanipour. Σε πολλές περιπτώ-

σεις οι δημόσιες αρχές προωθούν σχέδια ως απλή άσκηση διαμόρφωσης της εικόνας της πόλης και χρησιμοποιούν μέτρα πολιτικής που είναι απο- συνδεδεμένα από το χωρικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα σχέδια αυτά.

Είναι αναγκαία συνεπώς η καλύτερη θεώρηση του τοπικού και του ευρύτερου περιβάλλοντος, αντί της απλής μεταφοράς παραδειγμάτων που έχουν αναπτυχθεί σε άλλα πλαίσια, όπως επίσης και η οργανική και συστηματική παρέμβαση σε εναρμόνιση με το συγκεκριμένο τόπο της α- στικής επέμβασης. Έτσι μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προ- βλήματα της ανισότητας και να παρακινηθεί η τοπική οικονομία που είναι αναγκαία συνθήκη της οικονομικής αναζωογόνησης. Η εναρμόνιση με τις τοπικές συνθήκες είναι μια παράμετρος που ενσωματώνει καλύτερα όλες τις διαστάσεις της βιωσιμότητας στην αστική αναγέννηση. Αυτό συνιστά μια προσέγγιση από το «τοπικό στο παγκόσμιο», προσέγγιση που φυσικά δεν αμφισβητεί την παγκόσμια διάσταση των αστικών ζητημάτων και της αστικής ανάπτυξης. Σημαντικό ζήτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης εί- ναι επιπλέον οι τρόποι διαχείρισης των υφιστάμενων πόρων σε μια ευρύ- τερη παγκόσμια κατάσταση, ενώ παράλληλα η καλή τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τις παγκόσμιες διαδικασίες προς όφελός της παρά να αφεθεί χωρίς έλεγχο. Έτσι, η κρίση καθιστά αναγκαίο κάποιου εί- δους τοπικό έλεγχο της αστικής ανάπτυξης.

Σε συνάρτηση με το προηγούμενο ζήτημα είναι και η διασφάλιση τηςενσωμάτωσης τηςκοινωνικής και περιβαλλοντικής διάστασης στασχέ- δια αστικής αναγέννησης. Παρά τον εξ ορισμού διατομεακό χαρακτήρα της πολιτικής, αυτή η ενσωμάτωση δεν ήταν πάντα διασφαλισμένη και δεν είχε άμεσο χαρακτήρα στις επιμέρους αστικές παρεμβάσεις. Η παροχή τουλάχιστον ικανοποιητικών κοινωνικών αγαθών –σταοποίασήμερα πρέ- πει να συμπεριληφθεί σε ένα βαθμό και η κατοικία– είναι από τα βασικά ζητούμενα τέτοιων επεμβάσεων. Σήμερα οι προκλήσεις είναι η αυξανό- μενη κοινωνική ανισότητα και η κλιματική αλλαγή, ζητήματα που δεν αντι-

μετωπίζονται πλήρως με τηνέμφασηστο πεδίο μόνον της οικονομίας. Έτσι αυτό που καθίσταται σημαντικό είναι πώς θα διατηρηθούν στην ατζέντα της πολιτικής τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα μέσα στα οικο- νομικά μέτρα που διαμορφώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία και η επανεξέταση της έμφασης που δινόταν μέχρι σήμερα σε αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού τύπου λύσεις. Το επίκεντρο μιας πολιτικής αστικής ανα- γέννησης, στο σημερινό πλαίσιο των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πόλεις, θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός πολιτικών, τόσο χωρικών όσο και κοινωνικών, που συνδιαλέγονται μεταξύ τους όπως επισημαίνει ο Σκά-  γιαννηςκαιδενπροωθούνται απλώς παράλληλα, χωρίς βέβαιανααποκλεί- ονται παράλληλες πολιτικές, εφόσον εξυπηρετούν κοινούς στόχους.

Σε συνέχεια με τα παραπάνω έρχεται η επαναθεώρηση της κλίμα- κας των επεμβάσεων και η εμπλοκή του τοπικού πληθυσμού. Η μεγάλη κλίμακα των επεμβάσεων δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι σημαντική και δεν εμπεριέχει πολλές δυνατότητες η αξιοποίηση του μεγά- λης έκτασης αποθέματος ιδιαίτερα στην αστική περίμετρο (όπως φαίνεται στα σχέδια για την πόλη της Αθήνας που βρέθηκαν στην επικαιρότητα ε- ξαιτίας της κρίσης και της ανάγκης για προσέλκυση επενδύσεων). Το ζή- τημα της κλίμακας τίθεται ιδιαίτερα για τα κέντρα των πόλεων και γενικά τις κεντρικές/εσωτερικές ζώνες. Υπό το πρίσμα της κρίσης, η πολιτική αστι- κής αναγέννησης δεν μπορεί να εστιάζει αποκλειστικά στη διαμόρφωση της εικόνας, του προσώπου της πόλης, έστω και αν αυτό την κάνει πιο α- νταγωνιστική ή είναι αναγκαίο για την προσέλκυση επενδύσεων. Είναι πά- ντως απαραίτητη και η στροφή στο «πονεμένο κομμάτι της πόλης», όπως λέει χαρακτηριστικά η Σακελλαρίδου. Οι αστικές παρεμβάσεις οφείλουν να επιδιώκουν την ισορροπία ανάμεσα στις επιμέρους περιοχές της πόλης με τρόπο που δεν θα οδηγούν στην περιθωριοποίηση συγκεκριμένων τόπων. Η ελληνική πόλη ειδικότερα, λόγω της ιδιομορφίας της, προσφέρεται για πολιτικές αναζωογόνησης και αναπλάσεων μικρής κλίμακας, σε επίπεδο γειτονιάς, δίνοντας πιο πολλές δυνατότητες μικρο-παρεμβάσεων και μι-

κρο-διορθώσεων με απλά εργαλεία. Η μέριμνα για τη μικρή κλίμακα προ- ϋποθέτει και τη χρήση εργαλείων που είναι πιο κοινωνικά και ενισχύουν περισσότερο παρεμβάσεις από τα κάτω προς τα πάνω με μορφές περισ- σότερο συμμετοχικού σχεδιασμού. Σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτά τα εργαλεία πρέπει να συνάδουν με το πλαίσιο κάθε κοινωνίας ή ακόμα και κάθε γειτονιάς όπως αναφέρει η Δούμπα. Έτσι καθίσταται αναγκαία και ε- κείνη η κλίμακα αστικής αναγέννησης που ξεκινάει από τον ίδιο τον πληθυσμό και τις δικές του ανάγκες δίνοντας έμφαση στις επεμβάσεις σε επίπεδο γειτονιάς.

Τέλος, είναι αναγκαία η έμφαση στην ενεργητική διαχείριση του χώρου της πόλης και στην πολυτομεακή της ανάπτυξη. Σεπολλές περιο- χές, όπως για παράδειγμα τα ιστορικά κέντρα, οι πιο ενεργητικές πολιτικές διαχείρισης των πλεονεκτημάτων τους συμβάλλουν και σε άλλες πολιτικές των πόλεων όπως είναι η τουριστική πολιτική,ενώ παράλληλα με λίγες ε- πενδύσειςδίνεται η δυνατότητα προστασίας ενός δημόσιου αγαθού χωρίς κόστος για τονκάτοικο. Σε μια περίοδομεσοπρόθεσμης πτώσης του μέ- σου εισοδήματος είναι σημαντικό να εξασφαλίζονται δημόσια αγαθά που δεν κοστίζουν, όπως τονίζει οΚαμάρας. Επιπλέον, μέσα από πολιτικές δια- χείρισης των χρήσεων, οι οποίες είναι δημόσιες πολιτικές, μπορούν να δια- μορφωθούν συνθήκες προσέλκυσης δραστηριοτήτων διαφορετικών από αυτές της κατανάλωσης, αναυτές οι πολιτικέςπριμοδοτήσουν δραστηριό- τητες που σχετίζονται με την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών και προσελκύσουν νέους ανθρώπους που έχουν τις ιδέες για νεόφυτες επιχει- ρήσεις.Το θέμα της ενεργητικής διαχείρισης στο παράδειγμα των ιστορι- κών κέντρων συμβάλλει, από τη μια μεριά, στην εισαγωγή κατανάλωσης από το εξωτερικό (από τον τουρίστα) και,από την άλλη, βοηθάει τον κά- τοικο προσφέροντας ένα δημόσιο αγαθό υψηλής ποιότητας σε χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Ταυτόχρονα η πολιτική των χρήσεων γης ενισχύει ένα άλλο πρότυπο για την πόλη, το οποίο δεν είναι προσανατολισμένο μόνον στην κατανάλωση αλλά και στην παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτές οι ενεργητικές πολιτικές προϋποθέτουν βεβαίως ένα σύστημα σχεδιασμού που λειτουργεί ως εργαλείο και όχι ως εμπόδιο στην ανάπτυξη και στην οικονομική δραστηριότητα εν γένει, ό- πως συμβαίνει στην Ελλάδα όπου το σύστημα σχεδιασμού στην τωρινή μορφή του θέτει εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα και ευνοεί την ολιγαρχική δομή της οικονομίας, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου. Έ- τσι, το ζητούμενο δεν είναι ένα ριζικά νέο σύστημα σχεδιασμού,αλλά να διαμορφωθούν εκείνοι οι θεσμοί που λειτουργούν με τρόπο ώστε να εξα- σφαλίζεται ισότιμα και με διαφάνεια η δυνατότητα να αναπτύξουν οι πολί- τες τη δραστηριότητά τους στον χώρο της πόλης.

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, οι πόλεις είναι τα κέντρα δρα- στηριότητας όπου διαβιούν οι περισσότεροι άνθρωποι και συνεπώς οι συνθήκες τους έχουν πολύ μεγάλη σημασία καθώς αφορούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό κατοίκων και εργαζομένων. Στο πλαίσιο κρίσεων, όπως έ- γινε και στο παρελθόν, οι πόλεις καλούνται να ασκήσουν πολιτικές για την ανασυγκρότηση τόσο του δικού τους όσο και του εθνικού παραγωγικού ιστού και συνεπώς γίνονται το επίκεντρο μεγάλων μετασχηματισμών αλλά και μεγάλων αποφάσεων. Η πολεοδομική πολιτική και τα δημόσια εργα- λεία που θα έχουν στη διάθεσή τους οι πόλεις –ιδίως οι μεγάλες– σε συν- δυασμό με την αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου, μπορούν να οδη- γήσουν σε μια διαφοροποιημένη και περισσότερο βιώσιμη οικονομία, η ο- ποία θαείναι σεθέσηναυποστηρίξει και δημόσια αγαθάπου έχουνχωρική έκφραση.

Οι διάλογοι που διενεργήθηκαν σχετικά με τηνπολιτική αξιοποίη-  σης της δημόσιας περιουσίας την περίοδο της κρίσης και τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, ζητήματα που διερευνήθηκαν στο τέταρτο κεφάλαιο, ανέδειξαν ενδιαφέρουσες α- πόψεις και προσεγγίσεις σε σχέσημε τησυμβολή πουθαμπορούσε να έχει η δημόσια περιουσία στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία και στη δια- μόρφωση στρατηγικών ανάκαμψης. Σημαντικό θέμα συζήτησης αποτέλεσε καταρχάς ο χαρακτήρας που θα πρέπει να έχει η στρατηγική αξιοποίη- σης της δημόσιας περιουσίας και οι στόχοι που θα πρέπει να θέσει ώστε να έχει θετικές επιδράσεις στην οικονομική ενδυνάμωση και αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, που βιώνουν πολλαπλά κοινωνικά και περιβαλλο- ντικά προβλήματα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον (παροχή κοινωνικών αγαθών, προστασία του περιβάλλοντος κλπ.). Επίσης, το κατά πόσο υπάρχουν κάποια όρια ή ασφαλιστικές δικλείδες που θα έ- πρεπε να τεθούν, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες –τον επείγοντα δη- λαδή χαρακτήρακαι την εξωγενή πίεση– υπό τις οποίες υλοποιείται η πο- λιτική αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα. Κύριο ακόμη σημείο συζήτησης, που σχετίζεται με τον τρόπο συγκρότησης της στρατη- γικής αξιοποίησης, αποτέλεσε και το ζήτημα της συναίνεσης της τοπικής κοινωνίας, της συμμετοχής ήκαι συνδιαμόρφωσης των πολιτικών αξιοποί- ησης, καθώς τόσοοι παλαιότερες όσο και οιπιο πρόσφατες προσπάθειες αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας συνοδεύτηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις από σημαντικές αντιδράσεις τοπικώνπαραγόντων και κυρίως κινημάτωνπολιτών. Βασικά ερωτήματα πουτέθηκανωςπροςτοσυγκεκρι- μένο ζήτημα ήταν το κατά πόσο η αντίδραση αυτή πηγάζει από την έλ- λειψη εμπιστοσύνης απέναντιστοκράτοςκαιτους φορείςπου διαχειρίστη- καν μέχρι σήμερατη δημόσια περιουσία και ποιος τελικά θα μπορούσε να είναι ο ρόλος των κινημάτων πόλης. Σε τι θα μπορούσανδηλαδή να στο- χεύσουνή τι θα μπορούσαννααντιπροτείνουν πέρα από την αντίδραση στην προτεινόμενη πολιτική αξιοποίησης.

Ο Χάρης Κοκκώσης θεωρεί ότι ακριβώς αυτή την περίοδο της κρίσης είναι πολύ σημαντική η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αποτελεί όμως πολύ κρίσιμο ζήτημα το με ποιους όρους θα γίνει, ποιοι θα είναι οι στόχοι και ποια η στρατηγική. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που το δημόσιο δεν έχει χρήματα να επενδύσει και που η οικονομία δεν μπορεί να στηρίξει κάποιες επεμβάσεις που θα παρέχουν ευκαιρίες στους ανθρώπους, πρέπει να πάμε σε μια έξυπνη συνύπαρξη, δηλαδή συνεργασία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μέσα όμως από μια συγκροτημένη και συντονισμένη προσπάθεια. Τονίζει επίσης ότι δεν αρκεί η προσφορά δημόσιας γης για την προσέλκυση επενδύσεων στη δημόσια περιουσία, καθώς η απλή παραχώρηση ενός ακινήτου σε κάποιον επενδυτή δεν εξασφαλίζει απαραίτητα ότι θα συμβάλει ουσιαστικά στην αναζωογόνηση της περιοχής. Απαιτείται λοιπόν μια ευρύτερη δημόσια πολιτική που να μπορεί να δρα συμπληρωματικά και συνεργιστικά, μια ευρύτερη πολι- τικήαναζωογόνησης και αναγέννησης, με αναβάθμιση του δημόσιουχώ- ρου και των υποδομών, που θα στηρίζει την επιχειρηματικότητα, θα αλλά- ζει τη δομήτων ευκαιριών και θα μπορείνα προσφέρει νέες δυνατότητες σε μια περιοχή, να επιφέρει ανάπτυξη και να δημιουργήσει νέες θέσεις ερ- γασίας. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να δοθούνκίνητρα και ενισχύσεις σε μικρέςεπιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνταιστονχώρο της καινοτο- μίας και χρειάζονται φθηνό χώρο, ώστε να εγκατασταθούν για ένα διά- στημα πέντε-δέκα χρόνων σε περιοχέςστο κέντρο της Αθήνας. Επισημαί- νει ακόμηότιυπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης της δημόσιας περιου- σίας, είτε εμπλέκοντας ιδιώτες, όπως για παράδειγμα η παραχώρησητης έκτασης στο Παλιούρι, όπου η αναζωογόνησητηςπαλιάς ξενοδοχειακής μονάδαςμπορεί να προσδώσει ζωντάνια σε όλη την περιοχή,είτε όχι, κα- θώςαυτή μπορεί να γίνει και από το Δημόσιο, όπως ηδημιουργία του Τε- χνολογικού Πάρκου από το ΕΜΠ στο Λαύριο, όπου έχουν εγκατασταθεί ε- πιχειρήσεις που ασχολούνται με νέες τεχνολογίες, οι οποίες σε συνδυασμό με το καινούριολιμάνι έχουν προσδώσει σημαντική ζωή σε μια περιοχή που ήταν πεθαμένηβιομηχανικά. Σημαντικές δυνατότητες έχει κατά τη γνώμη του και η αξιοποίηση των ιαματικών πηγών (πχ. Υπάτη, Καμένα Βούρλα κλπ.), οι οποίες λόγω των εξελίξεωνστην ιατρική αλλά και της μεί- ωσης της δυνατότητας του ΙΚΑ να αναγνωρίζει αυτού του είδους τις θερα- πείες,υπέστησαν και υφίστανται μεγάλη ύφεση. Ενδιαφέρον παράδειγμα αξιοποίησης με θετική επίδραση για την ευρύτερη περιοχή αποτελεί η δημιουργία μιας ξενοδοχειακής μονάδας στο Πλατύστομο που στράφηκε σε
μια  πιο σύγχρονη  αντίληψη για  το τι  σημαίνει ιαματικός  τουρισμός (wellness, spa κλπ.).

Ο Κοκκώσης πιστεύει επίσης ότι μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον κατά την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας αρκεί να βρούμε τελικά τρόπους να ξεπεράσουμε ένα ευρύ- τερο πρόβλημα, κοινωνικό σε μεγάλο βαθμό, να βρούμε δηλαδή τρόπους συνεργασίας και συνέργειας, να καταφέρουμε να υπάρξει πραγματική δια- βούλευση, όσο κι αν αυτό ακούγεται ουτοπικό για την ελληνική πραγματι- κότητα. Στηνέλλειψημηχανισμών διακυβέρνησης στην Ελλάδα, πέρα από τις τυπικές και συνήθως άκαρπες διαδικασίες διαβούλευσης, αποδίδει και την αδυναμία συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης. Οι κοινωνικοί ε- ταίροι και η τοπική κοινωνία έχουν και επιβάλλεται ναέχουν έναν πολύ ζω- τικό ρόλο σε κάθε κοινωνία, που είναι να αναδείξουν τα ειδικά προβλή- ματα, κοινωνικής προσβασιμότητας σε υπηρεσίες, κοινωνικής δικαιοσύ- νης, προστασίας περιβάλλοντος, προστασίας της πολιτιστικής κληρονο- μιάς κλπ., αλλά και ενίσχυσης της ταυτότητας ενός τόπου, εμπλουτίζοντας έτσι τον διάλογο, ο οποίος δεν μπορεί να αφεθεί έτσι απλά μεταξύ δημό- σιου και ιδιωτικού τομέα. Λόγω της προσωπικής του εμπειρίας όμως από διαδικασίες διαβούλευσης, εμφανίζεται πολύ σκεπτικός σε σχέση με τις προθέσεις και τις τακτικές αρκετών από αυτές τις ομάδες, οι οποίες ενώ έ- χουν έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, δυστυ- χώς στην Ελλάδα, δεν έχουν ασκήσει κατά τη γνώμη του, με την υπευθυ- νότητα που θα έπρεπε τον ρόλο τους. Κατά την άποψή του υπάρχουν φο- ρείς που το κάνουν σωστά και αποτελεσματικά, αλλά μια μεγάλη πλειονό- τητα είναι απλά φορείς αντίδρασης, αντίδρασης σε οτιδήποτε πάει να αλ- λάξει γύρω μας, ή συχνά ακόμα και αντίδρασης που σχετίζεται με το ότι εκπροσωπεύουν συμφέροντα τρίτων, ιδιαίτερα σε θέματα επενδύσεων, με αποτέλεσμα να χάνουν την αξία τους και να μειώνεται κοινωνικά η εικόνα τους.

Ο Guy Burgel πιστεύει, όπως και άλλοι –αν και αυτό δεν αποτελεί όπως επισημαίνει ο ίδιος την κυρίαρχη άποψη– ότι σε μια περίοδο κρίσης, οι δημόσιες επενδύσεις και πιο συγκεκριμένα οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, πρέπει να αποτελέσουν τη μηχανή επανεκκίνησης της οικονομικής ανάπτυξηςκαι άρα καταπολέμησης των επιπτώσεων της κρίσης. Θεωρεί ότι ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων, που είναι και η κυρίαρχη λο- γική τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα επειδή το δημόσιο χρέος είναι μεγάλο, είναι καταστροφικός. Αναφέρεται, όπως και πολλοί άλλοι, στο New Deal του Ρούζβελτ μετά την κρίση της δεκαετίας του 1930, επισημαίνοντας ότι είναι γνωστό ότι η οικονομική ανάκαμψη έγινε μέσα από δημόσιες επενδύσεις, μεγάλα δημόσια έργα κλπ. Οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, δηλαδή στα μεγάλα έργα προς όφελος του συνόλου των πολιτών δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να βασίζονται αποκλειστικά σε δημόσια χρηματοδότηση. Με σωστή διαπραγμάτευση μπορούμε να έχουμε ενέσεις ιδιωτικού κεφαλαίου, όπου ο καθένας, με βάση την περίφημη φόρμουλα «win-win», θα επωφεληθεί από μια επένδυση καλά στοχευμένη και χωροθετημένη. Πιστεύει λοιπόν ότι η δημόσια ιδιοκτησία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα, δηλαδή για να υλοποιηθούν επεμβάσεις προς όφελος του συνόλου των πολιτών, και ότι το κράτος θα έπρεπε να συμμετέχει σε αυτές τις επεμβάσεις ώστε να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον και όχι να παίρνει απλά τη θέση του πωλητή των εκτάσεων. Επισημαίνει όμως ότι γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος, ένακράτοςικανόναδιαπραγματευτεί δίκαιες συμφωνίες, το οποίο δενείναι κατά τη γνώμη του η περίπτωση του ελληνικού κράτους (βλ. ανα- λυτικότερα Υποενότητα 4.3.3).

Όσον αφορά τον ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν τα κινήματα πολιτών στη συνδιαμόρφωση πολιτικών αξιοποίησης, ο Burgel βρίσκει πολύ θετικό ότι υπάρχουν κινήματα που διεκδικούν, κινήματα συνειδητο- ποίησης, αλλά κατά τη γνώμη του η πλειονότητά τους εμφανίζει πολύ χα- μηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης. Δεν έχουν μια σαφή εικόνα της κατά- στασης και η συνειδητοποίηση των προβλημάτων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη ως προς το βάθος των στόχων της. Τονίζει ότι δεν είναι απλά η απουσία του κράτους η οποία είναι αξιοσημείωτη στην Ελλάδα, αλλά και η έλλειψη συνειδητοποίησης ως προς την ιδιότητα του πολίτη. Ορμώμενος από την προσωπική του εμπειρία και την επαφή του με την κοινωνία της Σαντορίνης, η οποία κατά κύριο λόγο δεν είναι ντόπια,επισημαίνει ότι δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι μπορεί αυτή να προσφέρει από την ιδιωτική της περιουσίαστις επενδύσεις στον δημόσιο τομέα. Η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας είναι συνήθως να καταγγέλλει την κακή διαχείριση των δημο- σίων επενδύσεων, αλλά δεν συμμετέχει άμεσα στην αποκατάστασή τους. Έχουμεεπομένως μια αφύπνισητωνπολιτών, αλλά δεν φτάνει ως το ση- μείο να πουν ότι οι δημόσιεςεπενδύσεις, ο δημόσιοςτομέας, δεν αποτελεί μόνο ευθύνη των υπουργείων, της διοίκησης, των δημόσιων επιχειρή- σεων, αλλά και της κοινωνίαςτων πολιτών. Έτσι, η ανησυχίατων πολιτών, οιοποίοι συνειδητοποιούν πολύ καλά ότι συμβαίνουν πράγματα που δεν είναι φυσιολογικά, είναι συναισθηματική, και φοβάται ότι η εκδήλωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στη συλλογική συνειδητοποίηση των προβλη- μάτων. Δηλαδή,υπάρχει έλλειψη πολιτικού οράματος εκ μέρους του κρά- τους, και παράλληλαυπάρχει έλλειψη πολιτικούοράματος και εκ μέρους των πολιτών που αντιδρούν. Δενθεωρεί ότι είναι σε θέσηναπροτείνει θαυ- ματουργές λύσεις, καθώς παραμένει ένας αναλυτής, αλλά υπογραμμίζει ότι πρόκειταιγια μια ενδιαφέρουσα κατάσταση όσον αφορά το επίπεδο των ιδεών, της σύλληψηςτων κοινωνικών επιστημών, καθώς και της λει- τουργίαςμιας κοινωνίας των πολιτών που δεν είναι πολύ ισχυρή. Στο πλαί- σιο αυτό, η Ελλάδα αποτελεί γι’ αυτόν ένα καλό εργαστήριο διερεύνησης του παραλογισμού των κοινωνιών. Είχε θαυμάσει, όπως επισημαίνει, στη δεκαετίατου εξήντα, το μυστήριο της ανάπτυξης και της αναδιανομής της ανάπτυξης(Burgel, 1978· 2002) και σήμερα είναι έκπληκτος από το μυστή- ριο της φτωχοποίησης και της επιβίωσης. Όπως τονίζει, παρά τη μεγάλη μείωση των μισθών και των συντάξεων και την αύξηση των φόρων, η ελ- ληνική κοινωνία εξακολουθεί να επιβιώνει. Εάν τα ίδια πράγματα συνέβαιναν στη Γαλλία, θα υπήρχε η απόλυτη κρίση. Η «ανθεκτικότητα» της ελλη- νικής κοινωνίας είναι κατά τη γνώμη του αξιοθαύμαστη, όπως επίσης και ένας παράγοντας ελπίδας.

Η Γεωργία Γιαννακούρου υπογραμμίζει ότι ο ρόλος της αξιοποίη- σης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας στην αναζωογόνησητωνπόλεων και ειδικά των περιοχών κεντρικών λειτουργιών, αποτελεί μια παραγνωρι- σμένη πτυχή της σχετικήςσυζήτησης στην Ελλάδα. Ίσως επειδή το πρό- γραμματης αξιοποίησης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίουέχει επι- κεντρωθείκατά κύριο λόγο σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, σε τουρι- στικά αναπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες περιοχές. Ωστόσο, τονίζει, ένα με- γάλο μέρος των δημοσίωναστικών ακινήτων παραμένει επί σειρά ετών α- ναξιοποίητο ή υπο-αξιοποιείται (πχ. ενοικιάζεται σε χαμηλές τιμές), όπως για παράδειγμα στο ιστορικό καιεμπορικό κέντρο της Αθήνας. Θεωρεί λοι- πόν ότι η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει την κινητήρια δύ- ναμη για την ενεργοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, που σήμερα παραμέ- νουνεπιφυλακτικά και βρίσκονται σε στάσηαναμονής, πρώτον,διότι δεν υπάρχειεμπιστοσύνη στο κράτος και δεύτερον, διότι δεν υπάρχει και το κατάλληλοθεσμικό πλαίσιο. Εάν λοιπόν ξεκινούσε μιατέτοια πρωτοβου- λία από το Δημόσιο,με τη μορφή μιας συστηματικής και συντονισμένης προσπάθειας και μέσω κατάλληλων νομικών εργαλείων, πιστεύει ότι αυτό θα άλλαζε την ψυχολογίατης αγοράς. Κατά τη γνώμη της, ένα πρόγραμμα αξιοποίησης δημοσίων αστικώνακινήτων θαμπορούσε νασυνδυαστείκαι μεευρύτερα μέτρα αστικής ανάπτυξης ή αναζωογόνησης, όπωςπαρεμβά- σεις στον δημόσιοχώρο (αισθητικές, αρχιτεκτονικές κλπ.) καθώς και πολε- οδομικέςρυθμίσεις. Εξίσου σημαντικό θα ήταν και το όφελος για τη διατή- ρηση και ανάδειξητης πολιτιστικής κληρονομιάς, δεδομένου ότι πολλά δημόσιακτίρια έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα, όπως και η,μέσω νέων χρήσεων, προσέλκυση κατοίκων και επιχειρηματιών. Επιπλέον μπορούν να προκύψουνπόροι που θα μπορούσαν να διοχετευθούν στη συνέχεια στη χρηματοδότηση και άλλωνδημοσίων αναγκών. Παράλληλα, μπορούν
να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας τόσο κατά το στάδιο της κατασκευής των σχετικών έργων όσο και κατά το στάδιο της λειτουργίας των σχετικών χρήσεων και εγκαταστάσεων. Ιδίως εφόσον το πρόγραμμα αξιοποίησης συνδυαστεί με υπηρεσίες ή προϊόντα που βρίσκονται ή θα βρεθούν τα επόμενα χρόνια στην αιχμή της ζήτησης (πχ. τουρισμός, αναψυχή κλπ.). Αν και συμφωνεί ότι υπό συνθήκες πίεσης μπορεί να ληφθούν αποφάσεις που δεν θα είναι πάντοτε προϊόν εξαντλητικής συζήτησης, πολλώ μάλλον συναίνεσης ,ωστόσο, θυμίζει ότι σε άλλες περιόδους, ιδίως στις περιόδους της επίπλαστης ευημερίας του παρελθόντος, υπήρχε ταυτόχρονα και ένας ε- φησυχασμός, ο οποίος δικαιολογούσε, αρκετά απλόχερα, κατά τη γνώμη της,τις όποιες καθυστερήσεις, τις ανακολουθίες και, τελικά, τις αποτυχίες. Ίσως λοιπόν, καταλήγει, η κρίση και τα νέα δεδομένα που αυτή δημιουργεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για επιτάχυνση των διαδικασιών σε διάφο- ρους τομείς.

Σχετικά με το ζήτημα των αντιδράσεων στις προσπάθειες αξιοποί- ησης, η Γιαννακούρου επισημαίνει ότι κινητοποιήσεις και αντιδράσεις υ- πάρχουν και αλλού. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι, κατά τη γνώμη της, ότι συνήθως οι κινητοποιήσεις εξαντλούνται στη στείρα διαμαρτυρία και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε να γίνει μια πιο γό- νιμη συζήτηση. Στο σημείο αυτό επαναφέρει και αυτή το ζήτημα της έλλει- ψης παράδοσης δημοσίου διαλόγου και τις ελλιπείς διαδικασίες συμμετο- χής στην Ελλάδα στο πεδίο του πολεοδομικού σχεδιασμού. Επισημαίνει ότι το ελληνικό πολεοδομικό παράδειγμα δεν ενθάρρυνε την παραγωγή ενός εξωστρεφούς συστήματος σχεδιασμού, ούτε βοήθησε στην οικοδό- μησηδημοσίου λόγου και διαλόγου για τα πολεοδομικά ζητήματα,«εκπαι- δεύοντας» σχετικά και τους πολίτες. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, συχνά, οι αντιδράσεις σε διάφορες πολεοδομικές πρωτοβουλίες εξαντλούνται στο «όχι», χωρίς να απαντούν στο «τι θα κάνουμε», κάτι που πλήττει κατά τη γνώμη της την αξιοπιστία των αντιδράσεων ακόμη και όταν αυτές είναι καταρχήν εύλογες.

Συνεχίζει, εκφράζοντας την άποψη ότι χρειαζόμαστε πιο εντοπι- σμένες πολεοδομικές παρεμβάσεις, ιδίως πιλοτικού χαρακτήρα, ώστε να μελετηθούν σε βάθος και από τα κάτω οι ανάγκες συγκεκριμένων περιο- χών. Τονίζει ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα της αξιοποίησης των δημοσίων αστικών ακινήτων, δηλαδή ο προσανατο- λισμός τους σε νέες χρήσεις, νέες αστικές λειτουργίες, που δεν μπορούν να προσφερθούν από τα ιδιωτικά ακίνητα, λόγω της πολύπλοκης ιδιοκτησια- κής δομής τους (πολλοί συνιδιοκτήτες, κληρονομικά προβλήματα, ιδιο- κτήτες αγνώστου διαμονής κλπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτούνται εξειδι- κευμένες, έξυπνες, πιο δημιουργικές προσεγγίσεις που θα συσχετίζουν τις προτεινόμενες αναπτύξεις με τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιο- χής, δημιουργώντας τις βέλτιστες δυνατές συνέργειες. Μια ιδέα θεωρεί ότι θα ήταν η δημιουργία clusters δημοσίων ακινήτων ανά περιοχή που θα συνδυάζονταν με προγράμματα ευρύτερων δημοσίων παρεμβάσεων, ό- πως αναβάθμισης του δημόσιου χώρου και των αστικών υποδομών, προ- ώθησης ήπιων μορφών μετακίνησης, αντιμετώπισης της ηχητικής και αι- σθητικής ρύπανσης, καθώς και δημιουργίας χώρων στάθμευσης, ιδίως στις περιοχές που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τις δημόσιες συγκοι- νωνίες. Πιστεύει λοιπόν ότι μέσα από έναν συνδυασμό τέτοιων μέτρων, η αξιοποίηση των δημοσίων αστικών ακινήτων μπορεί να αποδειχθεί πολ- λαπλά βιώσιμη και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει και ευρύτερους πολεο- δομικούς στόχους.

Ο Πάνος Παναγιωτίδης τονίζει ότι η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των προγραμμάτων αξιοποίησης των δημοσίων ακινήτων, αλλά και των αποκρατικοποιήσεων γενικότερα, είναι η ισχυρή πολιτική βούληση για την υλοποίησή τους, ενώ προαπαι- τούμενο στοιχείο για τηνεπιτυχία τους είναι η αλλαγή του τρόπου λειτουρ- γίας των διαφόρων τομέων της οικονομίας και του δημοσίου. Θεωρεί ότι η πραγματική αξία του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, πέραν του ά- μεσου εισπρακτικού σκοπού, έγκειται στις επενδύσεις που οι επενδυτές θα

κάνουν προκειμένου να αναπτύξουν είτε τη γη είτε τις υποδομές που ανέ- λαβαν, ενώ θεωρεί βέβαιο ότι η αξιοποίηση θα φέρει περαιτέρω επενδύ- σεις και θα προσθέσει θέσεις εργασίας. Επιπλέον, το κράτος θα λάβει κρί- σιμη οικονομική ενίσχυση που μπορεί στη συνέχεια να επανεπενδύσει σε υφιστάμενες υποδομές και δημόσιες λειτουργίες. Πιστεύει ότι η αξιοποί- ηση της δημόσιας περιούσιας μπορεί και πρέπει να παίξει τον ρόλο ατμο- μηχανής ανάπτυξης της οικονομίας, κυρίως από επενδύσεις που θα γίνουν από το εξωτερικό, αφού η ιδιωτική ακίνητη περιουσία υποφέρει τόσο από τον κατακερματισμό όσο και από ενυπόθηκα δάνεια σε αξίες προ κρίσης, που τη βάζουν ουσιαστικά σε δεύτερη μοίρα.

Όσον αφορά στις χρήσεις που θα μπορούσαν να προταθούν για τα δημόσιααστικάακίνητα, ο Παναγιωτίδης τονίζει ότι ηβέλτιστη αξιοποίηση οποιουδήποτε αστικού ακινήτου αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση και δεν εξαρτάταιαποκλειστικά από το προς αξιοποίηση ακίνητο, αλλά συνδέεται με το άμεσο περιβάλλον του. Η αξιοποίηση λοιπόν των δημοσίωνακινή- των, μέσω νέων χρήσεων ή με αναβίωσητων παλιών χρήσεων,σχετίζεται με τις δυνατότητες και δυναμικές ανάπτυξης της περιοχής που εντάσσο- νται,με τον σκοπό της επένδυσης και τον χρήστη του τελικούπροϊόντος, χωρίς βέβαια να αναιρείται το ενδεχόμενο μια νέα επένδυση να μπορεί να αλλάξειριζικά και να καθορίσει το αστικό τοπίο γύρω από αυτήν. Ενδει- κτικά, για την Αθήνα και την ευρύτερηπεριοχή της κρίνει εύλογη την ανά- πτυξηνέων τουριστικών υποδομών, προσανατολισμένων σε επιμέρους ει- δικό κοινό, πχ. νέους, φοιτητές, αλλά και συνταξιούχους, οικογένειεςκλπ. με ανάλογη υποδομή ώστε να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες της κάθε πληθυσμιακής ενότητας. Όσον αφορά τα δημόσια τουριστικά ακί- νητα, θεωρείότι μέσω ΕΣΧΑΔΑ, τα οποία κατά τη γνώμη του προσφέρουν εξαρχήςτη δυνατότητα σωστού προσανατολισμού, μπορεί να θεσμοθε- τηθεί η κατάλληλη επενδυτικήταυτότητα του ακινήτουσε συνεννόηση ε- πενδυτήκαι πολιτείας, η οποία θα καταστήσει ελκυστικό ή/και μοναδικό στην αγορά το προς αξιοποίηση ακίνητο, θα προσδώσει υπεραξία τόσο σε
αυτό όσο και στην ευρύτερη περιοχή, ενώ προσφέροντας νέες θέσεις ερ- γασίας, θα διευρυνθεί η ζώνη επιρροής των θετικών αποτελεσμάτων.Πι- στεύειεπίσης ότι, σεγεωπολιτικό επίπεδο, οινέεςεπενδύσεις μετονέοτου- ριστικό προϊόν υψηλών προδιαγραφών, που εξασφαλίζεται από το σχε- τικό νομοθετικό πλαίσιο, επανατοποθετούν τη χώρα μας στον χάρτη του διεθνούς τουρισμού, επαναπροσδιορίζοντάς την ως πύλη της Ευρώπης.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι διάλογοι ανέδειξαν σημαντικά ση- μεία σύγκλισης απόψεων ως προς το ότι η αξιοποίηση της δημόσιας πε- ριουσίας θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση στρα- τηγικών ανάκαμψης από την κρίση, μέσα όμως από μια συγκροτημένη ευ- ρύτερη πολιτική αναζωογόνησης και αναγέννησης περιοχών. Αν και μοιά- ζει να υπάρχει επίσης συμφωνία ως προς την ανάγκη εμπλοκής του ιδιωτι- κού τομέα στα προγράμματα αξιοποίησης, εντούτοις αναδεικνύονται κά- ποιες διαφοροποιήσεις ως προς το στόχο τους, την ενίσχυση δηλαδή των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα (δημόσια έργα και υποδομές) ή στον ι- διωτικό τομέα (προώθηση επιχειρηματικότητας), αλλά και ως προς τον βαθμό συμμετοχής και τον ρόλο του ίδιου του Δημοσίου στη διαδικασία υλοποίησης των επεμβάσεων. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει συμφωνία ως προς τον σημαντικό ρόλο των τοπικών κοινωνιών και των κινημάτων πο- λιτών και την ανάγκη συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης για την επιτυχή έκβασή τους και για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεων στην ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσονται. Ωστόσο, είναι αισθητή μια δυσπιστία ως προς τη δυνατότητα επίτευξης αυτού του στόχου, λόγω της έλλειψης κουλτούρας διαλόγου και αποτελεσματικών διαδικασιών συμμετοχής και διαβούλευσης στον τομέα του χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση που θεσμοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα (Ν. 4269/2014) μελετήθηκε στο πέμπτο κεφάλαιο ως ένα παράδειγμα επιδράσεων στο θεσμικό πλαίσιο, απόρροια της κρίσης ή/και ανταπόκρισης σε αυτήν. Ο συγκεκριμένος νόμος, σε συνέχεια δεκάδων νομοθετημάτων με αντικείμενο τον χωρικό σχεδιασμό που θεσπί- στηκαν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, επέφερε αλλαγές αφενός στα επίπεδα και τους τύπους χωρικών σχεδίων και αφετέρου στις κατηγορίες και το περιεχόμενο των χρήσεων γης. Με το νέο σύστημα σχεδιασμού που προωθείται, όπως περιγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, επιτυγχάνεται: α) η μείωση των επιπέδων του ρυθμι- στικού σχεδιασμού (τέσσερις κύριες κατηγορίες σχεδίων) και η απόδοση διακριτού ρόλου και περιεχομένου σε κάθε επίπεδο, β) η αντιστοίχιση των επιπέδων σχεδιασμού με τα επίπεδα άσκησης αναπτυξιακού προγραμμα- τισμού, γ) η ελάφρυνση του κράτους από τον τεράστιο όγκο λεπτομερεια- κών και τεχνικού χαρακτήραρυθμίσεων, ενώ δ) προβλέπονταιειδικές ρυθ- μίσεις αναθεώρησης του σχεδιασμού για ειδικούς καιεξαιρετικούς λόγους, ώστε ο σχεδιασμός να είναι εύκολα και με γρήγορες διαδικασίες προσαρμόσιμος. Όσον αφορά τις χρήσεις γης, ο Νόμος επαναπροσδιορίζει τις κατηγορίες και το περιεχόμενο αυτών, αυξάνοντας τις γενικές κατηγορίες χρήσεων σε 18 έναντι 9 του προηγούμενου νομοθετήματος και προβαίνοντας σε πολύ πιο αναλυτική και εξαντλητική περιγραφή των επιτρεπόμε- νων ειδικών χρήσεων ανά γενική κατηγορία. Νέο στοιχείο της προσέγγι- σης αποτελείη αντιστοίχιση των κατηγοριών χρήσεων γης με τους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), όπως αυτοί αναφέρονται στην εκάστοτε Εθνική Ονοματολογία Οικονομικών Δραστηριοτήτων. Επιδίωξη του αρμόδιουΥπουργείου είναι, μεταξύ άλλων και όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση, η ανταπόκριση των νέων κατηγοριών χρήσεων στα σύγχροναδεδομένα, η επίλυσηχρόνιων προβλημάτων και παθογενειών, αποτέλεσμα τουπροηγούμενου νομοθετικού πλαισίου, και ηεπίτευξη δια- φάνειας για τον πολίτη.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση, σε εναρμόνιση και με άλλα νομοθετήματα της πρόσφατης περιόδου, δίνει έμφαση στη ρύθμιση της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων στον χώρο, με βασική επιδίωξη τη διευκόλυνση της λειτουργίας οικονομικών/παραγωγικών δραστηριοτήτων. Στη θετική κριτική που έχει διατυπωθεί συγκαταλέγεται η επιδίωξη περιορισμού κάποιων βασικών αδυναμιών, ώστε να ανταποκριθεί άμεσα στις τρέχουσες συνθήκες της κρίσης, όπως η μείωση των επιπέδων σχεδιασμού και η δυνατότητα επιτάχυνσης των διαδικασιών διεκπεραίωσης και έγκρισης των σχεδίων. Η αρνητική κριτική που έχει ασκηθεί από την επι- στημονικήκαι επαγγελματική κοινότητα, εστιάζει στην τάση αντίληψης του χώρου ως υποδοχέα δραστηριοτήτων, στην απουσία –σε αντίθεση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο– σαφώς διατυπωμένων στόχων για τη βιώσιμηανάπτυξη και στις τρεις διαστάσειςτης, στην έλλειψηπρόβλεψης διαδικασιών διαβούλευσης και συμμετοχής κατά τις διαδικασίες σχεδια- σμού, στην πρόκρισημιας τομεακής κατά περίπτωση προσέγγισης του σχεδιασμού, στην πρόθεση παράκαμψης των βασικών προβλεπόμενων τύπων σχεδίωναπό τα διάφορα επενδυτικά σχέδια κ.ά. Όσον αφορά τις διατάξειςγια τις χρήσεις γης, η κριτικήεπικεντρώνεται στην τάση εξυπηρέ- τησης μεγάλης κλίμακαςεπιχειρηματικών δραστηριοτήτων, στηναποσπα- σματική και μη ολοκληρωμένη αντιμετώπιση τουζητήματος των χρήσεων γης, στην υπερβολική εξειδίκευση του περιεχομένου των γενικών κατηγο- ριών και στη δεσμευτικότητα που αυτός ο χειρισμόςεπιφέρει, στην απου- σία ενός πλαισίουπροβλέψεων για τον εξωοικιστικό χώρο, καθώς και σε γενικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τη φιλοσοφία που ενυπάρχει για την οργάνωση, τη μείξη και τον διαχωρισμό των χρήσεων γης. Συνολικά, επομένως,φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους οι ειδικοί της επιστήμης του σχεδιασμού του χώρουεμφανίζονται προβληματισμένοι, ακόμα και αρνη- τικοί, απέναντιστη νέα θεσμική πραγματικότητα για τον σχεδιασμό. Φαί- νεται ότι εν μέσω της κρίσης δεν δόθηκε η δέουσασημασία στηδιαμόρ- φωση των προϋποθέσεων αποδοχής του εγχειρήματος τόσο από όσους θα κληθούννα το υλοποιήσουν όσο και απότην κοινωνία. Αναδεικνύεται, επομένως, ως ένα σημαντικό ζήτημα η πρόθεσηκαι ικανότητα της πολιτι- κής ηγεσίαςνα συγκεντρώσει τους διάφορους παίκτες,νασυνθέσει από- ψεις και εμπειρίεςκαι να οδηγήσει σε ένα συναινετικό αποτέλεσμα.

Στις σημερινές συνθήκες, μοιάζει ότι οι συμβατικές προσεγγίσεις του χωρικού σχεδιασμού δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τις διαφο- ροποιημένες προκλήσεις που αναδύονται ως συνέπεια της κρίσης και επι- τάσσουν τον μετασχηματισμό των μέχρι σήμερα κυρίαρχων αντιλήψεων και πρακτικών. Ταυτόχρονα, η ανάλυση της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας των τόπων, έχει αναδειχθεί ως κεντρικό ζήτημα και ζητούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτικότητα των πόλεων και η σύνδεσή της με τον χωρικό σχεδιασμό αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο. Στη συνέχεια παρουσιάζονται συνοπτικά οι απόψεις ειδικών όπως διατυ- πώθηκαν σε μια σειρά συνεντεύξεων για τις παραδόσεις σχεδιασμού. Τα αναλυτικά πρακτικά αυτών των συνεντεύξεων είναι διαθέσιμα στη διεύ- θυνση http://gkafkala.webpages.auth.gr /site/παραδόσεις-σχεδιασμού/.

Η άποψη ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας από τους λόγους της οικονομικής κρίσης είναι ο ίδιος ο κλασικός χωρικός σχεδιασμός, όπου συμπεριλαμβάνεται και ο περιβαλλοντικός, διατυπώνεται από τον Δηµήτρη Οικονόµου. Αυτό το είδος σχεδιασμού είτε παρεμπόδιζε συστηματικά τις επενδύσεις είτε τις προσανατόλιζε προς λάθος κατευθύνσεις και κυρίως προς τον κατακερματισμό και τη χωρική διασπορά. Ο κατακερματισμός της οικονομικής βάσης υπήρξε παράγοντας μείωσης της ανταγωνιστικό- τητας και της αντοχής στην παγκόσμια κρίση. Ταυτόχρονα, ο χωρικός σχε- διασμός διευκόλυνε συστηματικά και διαχρονικά την ιδιοποίηση περιβαλ- λοντικού κεφαλαίου από τις επιχειρήσεις όλων των μεγεθών. Όπως υπο- στηρίζει συγκεκριμένα, ένα στοιχείο της όποιας αύξησης της ανταγωνιστι- κότητας των οικονομικών μονάδων στη μεταπολεμική Ελλάδα είναι η δυ- νατότητα ιδιοποίησης περιβαλλοντικού και δημοσίου (με την έννοια του δημόσιου χώρου) κεφαλαίου· ο τουρισμός και οι συναφείς δραστηριότη- τες ελεύθερου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις αυθαιρέτων, τηνόμιμηεκτόςσχεδίου δόμηση κ.ά., που αποτελούν τρόπους με τους οποίους γίνεται η ιδιοποίηση περι- βαλλοντικού κεφαλαίου από τους ιδιώτες και εδράζονται σε χωρικές πολιτικές που τα υποθάλπουν.

Κατά την άποψή του, ο χωρικός σχεδιασμός στο μέλλον μπορεί να προσανατολιστεί σε κατεύθυνση διαφορετική από την παραδοσιακή, τόσο ως προς την υποκίνηση του κατακερματισμού όσο και ως προς την περιβαλλοντική διάσταση. Όμως οι συνθήκες της κρίσης μπορούν επίσης να ωθήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη «δόση» από την παραδοσιακή θερα- πεία για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή σε ακόμα μεγαλύ- τερη ιδιοποίηση περιβαλλοντικών αγαθών, σε ακόμα μεγαλύτερη υποστή- ριξη του κατακερματισμού και σε αναζήτηση της διεξόδου μέσω της ανα- θέρμανσης της οικοδομής. Συνοψίζοντας, ο Οικονόμου θεωρεί πως όπως ένα συγκεκριμένο είδος χωρικής πολιτικής συνέβαλλε τόσο στην οικονο- μική όσο και στην περιβαλλοντική κρίση, θα μπορούσε κάποιο άλλο είδος χωρικής πολιτικής να συμβάλει στην έξοδο και από τις δύο κρίσεις.

Ένα ειδικότερο πεδίο στο οποίο υπάρχει ανάγκη αλλά και περιθώ- ρια μιας νέας προσέγγισης, είναι οι αστικές αναπλάσεις, όχι όμως με την παραδοσιακή αρχιτεκτονίζουσα προσέγγιση των πεζοδρομήσεων, αλλά με αυτήν της σύνθετης οικονομικής, κοινωνικής και χωρικής αναγέννησης των αστικών περιοχών. Σε κάποιο βαθμό, τα χαρακτηριστικά του νέου συ- στήματος για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, όσο κι αν η νομοθεσία έχει σημασία, ο Οικονόμου θεωρεί ότι μεγαλύτερη επίδραση έχει ο τρόπος με τον οποίον αυτή εφαρμόζεται, καθώς επίσης και άλλες παράμετροι οι ο- ποίες είναι θεωρητικά εκτός του συστήματος των σχεδίων. Για παρά- δειγμα, η μαζική νομιμοποίηση των αυθαιρέτων σημαίνει ότι ο χώρος πα- ράγεται πιο πολύ μέσω παράνομων διαδικασιών παρά με τις διαδικασίες του επίσημου συστήματος. Με άλλα λόγια, το νομοθετικό πλαίσιο είναι α- πλώς ένας σκελετός,που αποκτά περιεχόμενο από τις συγκεκριμένες πο- λιτικές που προωθούνται μέσω αυτού. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα πα- ραμένει ανοικτό. Το νέο σύστημα μπορεί να παίξει θετικό ρόλο υπό προϋ- ποθέσεις,όπως το περιεχόμενο και οι επιλογές των συγκεκριμένων σχεδίων που θα παραχθούν, η επάρκεια των αρμόδιων υπηρεσιών και οι πτυ- χές της χωρικής πολιτικής που τοποθετούνται εκτός της εκπόνησης των σχεδίων.

Όπως τονίζει ο Γιάννης Τσιώμης για να αντιμετωπιστεί η κρίση χρειάζεται εκτός από νέα οικονομική διαχείριση και πολιτική και κοινωνική διαχείριση και σκέψη. Βασικό μέλημα θα πρέπει να είναι η απομάκρυνση από τον συμβατικό τρόπο σκέψης και τον συμβατικό τρόπο παραγωγής του χώρου, υιοθετώντας –πρώτα οι επαγγελματίες του σχεδιασμού– την ιδέα ότι ο χώρος διαμορφώνεται μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Η εικόνα που δίνεται στον χώρο μέσω του σχεδιασμού θα πρέπει να είναι δυνατόν να είναι εξελίξιμη, διαμορφώσιμη με τις προοπτικές αλλαγών. Αναφέρεται, επομένως, σε έναν σχεδιασμό «ανοιχτό», επιδεκτικό αλλαγών, κάτι που βε- βαίως απαιτεί μια άλλη «κουλτούρα» και συνέργεια όλων των παικτών.

Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να δουλεύουμε από την κλίμακα της πόλης στη μητροπολιτική κλίμακα και να επιστρέφουμε και πάλι στα προβλήματα τοπικής κλίμακας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί στην αναζήτηση ενός νέου προφίλ πολεοδόμου και αρχιτέκτονα, ικανού να κι- νείται σε όλες τις κλίμακες. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί τη συνάρθρωση των διαφόρων γνωστικών αντικειμένων που ασχολούνται με τον χώρο. Χρειάζεται να δούμε με ποιο τρόπο μπορούν να επαναμορφωθούν διαφο- ρετικά γνωστικά αντικείμενα, τα οποία μέχρι τώρα ήταν τελείως προκαθο- ρισμένα και για επαγγελματικούς λόγους «κλειστά». Σταπαραπάνω ο Τσιώ- μης προσθέτει και την ανάγκη προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες.

Στις σημερινές συνθήκες υπάρχει μια γενική αστάθεια, η οποία ο- δηγεί στηναβεβαιότηταγια την ορθότητα και αποτελεσματικότητα των ό- ποιων προγραμματισμών. Κατά την άποψή του, το να είναι κύριο μονομε- ρές μέλημα η προσέλκυση επενδύσεων με πρόσχημα την κρίση, είναι τε- ράστιο λάθος. Η σημερινή κατάσταση αποτελεί μια κατάσταση που κλη- ρονομήσαμε πριν από την κρίση, είναι ταυτόχρονα γέννημα της κρίσης αλλάπλέον καιανεξάρτητητης κρίσης. Αυτό απαιτεί μια νέα προοπτική και μια διαδικασία αλλαγής προς την κατεύθυνση του ουσιαστικού περιεχομένου της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή προς την αντιμετώπιση όλων των διαστάσεων του χώρου, όχι μόνο της «αισθητικής». Ο ουμανιστικός δημοκρατικός πολιτισμός, υποστηρίζει ο Τσιώμης, έχει φτάσει στα όρια της ανθεκτικότητάς του, γεγονός που επιτάσσει την «αντίδραση» όλων, τόσο ως ειδικοί όσο και ως πολίτες. Θεωρώντας ως δεδομένη τη μη ανθεκτικότητα των πόλεων,περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά, ο χωρικός σχεδια- σμός αποτελεί κομβικό σημείο για την έξοδο από τις πολλαπλές κρίσεις και την αντιμετώπιση των μεταλλαγών. Εκτός από την ανάγκη παραγωγής νέων γνωστικών αντικειμένων και νέων πειραματισμών, για να παραχθεί μια νέα γνώση θα χρειαστεί να υπάρξει συλλογική διεπιστημονική και«δια- καλλιτεχνική» δουλειά, από τους ειδήμονες μέσα στα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία, η οποία θα είναι αποδεκτή και επιθυμητή από την ίδια την κοινωνία.Υποστηρίζει ότι μια πρώτη αρχή είναι να μη θεωρούμε ότι υπάρ- χει ένα μόνο χωροταξικό και πολεοδομικό μοντέλο. Μια δεύτερη αρχή εί- ναι ότι, αν υπάρχει ένα μοντέλο, αυτό είναι της διαρκούς διερεύνησης και διαρκούς εφεύρεσης σεναρίων, τρόπων παρέμβασης και μορφών.

Η άμεση ανάγκη εκσυγχρονισμού στον σχεδιασμό, με την ευρεία χρήση μοντέλωνκαι εργαλείων κατά τις αντίστοιχες διαδικασίες, αποτελεί κατά τον ΚωνσταντίνοΛαλένη καθοριστική προτεραιότητα. Η απουσία τέ- τοιων εργαλείωνστην Ελλάδα συνδέεται με την «αρχιτεκτονική» παρά- δοση του σχεδιασμού και έχει ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να περιορίζε- ται στη λεκτική περιγραφήιδανικών καταστάσεων για τη μελλοντική ει- κόνα του αντικειμένου του, χωρίς να επιτυγχάνει εν τέλει μια διάσταση ρε- αλισμούγια την πραγματοποίησή του. Το τελευταίο θα πρέπει να συσχετι- στεί και με την άποψη του Λαλένη περί ανάγκης παρακολούθησης,αξιο- λόγησης και ανάδρασης του σχεδιασμού ανά τακτά χρονικά διαστήματα και σε όλες τις φάσεις μελέτηςκαι σχεδιασμού. Ο Λαλένηςθεωρεί κρίσιμη τη χρήσηκαινοτόμων εργαλείωνκαι για την ενδυνάμωση των συμμετοχι- κών διαδικασιών. Σήμερα κυριαρχεί η αντίληψηότι ο σχεδιασμός είναι μια διαδικασία παραγωγής σχεδίων και κειμένων, που περιλαμβάνουν κυρίως περιορισμούς και απαγορεύσεις. Εκτιμά ότι ο σχεδιασμός θα πρέπει να γί- νει πιο ευέλικτος, με περισσότερες διαστάσεις, και να αποτελεί«πορεία» για την εφαρμογή των σχεδίων. Η αντίληψη για τον σχεδιασμό ως«πορεία», σημαίνει ότι σ’ αυτήν δεν εμπλέκονται μόνο η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πολεοδόμοι, αλλά και το κοινό σε διάφορα επίπεδα του χώρου.Η χρήση εργαλείων για τη συμμετοχή θα πρέπει να μεριμνά για τη διευκόλυνση μειονεκτούντων ομάδων στον σχεδιασμό, που συνήθως σήμερα δεν εκ- προσωπούνται (πχ. ΑΜΕΑ), καθώς και για τη διέγερσητου ενδιαφέροντος του κοινού,ως βασικό στοιχείο του επιθυμητού εκσυγχρονισμού. Στα πα- ραπάνω προσθέτεικαι την επιταγήγιακατάργηση των περίπλοκων γρα- φειοκρατικών διαδικασιών.

Σε σχέση με «αμφιλεγόμενα στοιχεία» της εποχής της κρίσης, όπως η διευκόλυνση της δράσης οικονομικών παραγόντων, υποστηρίζει ότι πράγματι αυτή θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, πάντοτε όμως μέσα σε ορισμέ- να πλαίσια λειτουργίας τα οποία είναι σε θέση να διασφαλίσουν την αειφο- ρική ανάπτυξη, με κύριες διαστάσεις την προστασία του περιβάλλοντος και του δικαιώματος του πολίτη να απολαμβάνει τον δημόσιο χώρο.

Ο σχεδιασμός, επομένως, θα πρέπει να γίνει περισσότερο επιχειρησιακός και ευέλικτος, με περισσότερες εισροές από συμμετέχοντες. Υπο- γραμμίζει πάντως ότι οποιαδήποτε αλλαγή προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει με προσοχή, ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών της πα- ράδοσης σχεδιασμού στη χώρα. Μια αλματώδης αλλαγή μοντέλου ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας μεγάλης έκτασης κακοδιοίκηση με σύγχρονα φαινόμενα διαφθοράς και έλλειψη ισονομίας για τους πολίτες.

Όσον αφορά το ζήτημα της ανθεκτικότητας των πόλεων και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει ο σχεδιασμός προς αυτή την κατεύθυνση, ο Λαλένης επικεντρώνεται καταρχήν στην περιβαλλοντική διάσταση της ανθεκτικότητας, συσχετίζοντάς τη με ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η προστασία από καταστροφές. Υπενθυμίζει ότι αν και οι προδιαγραφές των γενικών πολεοδομικών σχεδίων της χώρας δίνουν κατεύθυνση για την πρόβλεψη –μέσω των σχεδίων– αντιμετώπισης καταστροφών στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή της (πχ. σεισμών και με- γάλων πυρκαγιών), στην πρακτική του σχεδιασμού το αντικείμενο αυτό θεωρείται ως μια τυπική απαίτηση χωρίς πραγματική αναγκαιότητα. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι αρμόδιοι κατά περίπτωση φορείς αποφεύγουν να δεσμευτούν σε ένα πλαίσιο αντιμετώπισης καταστροφών που δεν προέρχεται άμεσα από τον δικό τους διοικητικό φορέα. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα πεδίο που θα μπορούσε να συνδυαστεί με σύγχρονες τεχνολογίες,όπως οι ΤΠΕ, που να πληροφορούν και να διαμορφώνουν κατάλληλα την αντίδραση του κόσμου απέναντι σε φυσι- κές καταστροφές, έτσι ώστε να αυξάνονται τα επίπεδα ασφάλειας.

Κατά την άποψή του, η διάσταση της ανθεκτικότητας για το ξεπέ- ρασμα της οικονομικής κρίσης, ίσως να μην μπορεί να ενταχθεί στον τυ- πικό ορισμό της «ανθεκτικότητας» (resilience). Αν υποτεθεί ότι η ανθεκτι- κότητα ερμηνεύεται με μια ευρύτητα που επιτρέπει να συμπεριληφθεί και η κρίση μέσα στις καταστροφές, τότε θα θεωρούσε ότι στα στοιχεία ανθε- κτικότητας απέναντι σε τέτοιες κρίσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται αλ- λαγές του σχεδιασμού προς τρεις κατευθύνσεις: πρώτον προς τη βελτίωση της τεχνικής του διάστασης, δεύτερον προς τη βελτίωση της ευελιξίας του, και τρίτον με τη συμπερίληψη και ενίσχυση των κοινωνικών διαστάσεων που ιδιαίτερα η κρίση καθιστά σημαντικά αναγκαίες.

Η σημερινή συγκυρία αλλάζει μεν το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, ειδικότερα ως προς τη στόχευση και τις προσδοκίες των πολιτι- κών, δεν αναιρεί όμως καθόλου τη βαρύτητα των επιχειρημάτων της κρι- τικής ως προς το σύστημα σχεδιασμού. Αντίθετα, όπως εκτιμά ο Αθανάσιος Παγώνης αδυνατίζει περισσότερο τα όποια πλεονεκτήματα υπέρ της υφι- στάμενης προσέγγισης της ρύθμισης, δεδομένου ότι το σύστημα γης και οικοδομής από το οποίο αντλούσε τη βασική της νομιμοποίηση έχει ανα- τραπεί. Ο σχεδιασμός στην Ελλάδα, ίσως επειδή στηρίζονταν στο μικρό/μεσαίο κεφάλαιο, είχε μια λογική να επιτρέπει σχεδόν παντού τη δόμηση. Κατά την άποψή του, αυτή η λογική πρέπει να αναθεωρηθεί και να τεθούν πιο σύνθετοι στόχοι, οι οποίοι δεν θα σχετίζονται μόνο με την κάρπωση της γαιοπροσόδου, αλλά θα στηρίζουν ουσιαστικά τις παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας. Πρόσφατα η συγκυρία της κρίσης έχει κινήσει άλλωστε και μια ειδική συζήτηση σχετικά το με ποιον τρόπο ο χωρικός σχεδιασμός μπορεί να διαχειριστεί τις ειδικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες με τις οποίες συνδέεται η κρίση. Αναφέρεται συγκεκριμένα ο Παγώνης στις συζητήσεις σχετικά με τις «συρρικνούμενες πόλεις» (shrinking cities) και την «αστική ανθεκτικότητα» (urban resilience). Όλα αυτά αναδεικνύουν νέες προτεραιότητες που θα πρέπει να διαχειριστεί ο σχεδιασμός, όπως η στήριξη των κοινωνικών δομών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, η κινητοποίηση ανενεργών δυναμικών.

Η λογική ρύθμισης με κανονιστικά μέσα που ίσχυε μέχρι σήμερα ως αποκλειστική αρμοδιότητα του ΥΠΕΚΑ (νυν ΥΠΑΠΕΝ) διαχωρισμένη από τις άλλες δομές προγραμματισμού, ταίριαζε στην περίοδο που ανα- πτύσσονταν οι πόλεις και υπήρχαν θερμές κτηματαγορές. Ο Παγώνης θε- ωρείότι αυτό πλέονείναι ξεπερασμένο ως αντίληψησχεδιασμού και ότι ως πρακτική δεν υπήρξε και ιδιαίτερα πετυχημένη. Η απόφαση για το τι θα γί- νει στον χώρο θα έπρεπε να είναι το προϊόν λιγότερο μιας τεχνοκρατικής επεξεργασίας από ειδικούς, πολεοδόμους, και περισσότερο το προϊόν α- ντιπαράθεσης μεταξύ κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων σε πιο ανοι- χτή βάση, ακόμα και με την παραδοχή ότι το προϊόν αυτής της αντιπαρά- θεσης δενθαείναι απαραίτητατο ιδανικό ήτοπιοδίκαιο. Ανκαιδενμπορεί κανείς να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι άμεσα ε- πιτυχές, θα πρέπει να δοθεί μια μεγαλύτερη έμφαση σε περισσότερο δια- πραγματευτικές δομές και στη λογική της επίτευξης συναίνεσης.

Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα κέντρα των πόλεων έχουν πλέονανάγκη για νέα εργαλεία. Ζητούμενο είναι πώς να ενεργοποιήσει κα- νείς σχέσεις, δυναμικές, δικτυώσεις και εν γένει στοιχεία που συνθέτουν αυτό που αναφέρεται ως ανθεκτικότητα. Υπάρχουν σήμερα καινούργια εργαλεία που σχετίζονται με αυτόν τον στόχο, όπως για παράδειγμα το ΣΟΑΠ του Δήμου Αθηναίων, το οποίο φιλοδοξεί να θέσει ένα μεγαλύτερο φάσμα επιδιώξεων. Η κατεύθυνση θα πρέπει γενικώς να είναι προς την αξιοποίηση περισσότερο καινοτόμων προσεγγίσεων. Συμβατικά εργαλεία σχεδιασμού, όπως για παράδειγμα αυτά που μέσα από την αντιπαροχή παρήγαγαν την πόλη, έχουν φτάσει σε αδιέξοδο. Λογικές κανονιστικών ρυθμίσεων για κάθε οικόπεδο και προσεγγίσεις αστικής ανάπλασης που στοχεύουν αποκλειστικά στη βελτίωση του δημόσιου χώρου, δεν επαρκούν για την ολοκληρωμένη παρέμβαση στα κέντρα πόλεων. Εν κατακλείδι, σα- φώς αναζητείται ένας νέος προσανατολισμός του χωρικού σχεδιασμού μακριά από τις λογικές του παρελθόντος.

κοινοποίησε το: