Αρχείο κατηγορίας Παιδεία Εκπαιδευση

 

Σκοταδιστική απόφαση του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών

Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τις αποφάσεις Γαβρόγλου για τα προγράμματα σπουδών των θρησκευτικών – Κρίνει ακόμα πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές!

Σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τις αποφάσεις Γαβρόγλου για τα προγράμματα σπουδών των θρησκευτικών – τα οποία ωστόσο ήταν αποτέλεσμα εργασίας Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής. Να σημειωθεί ότι τα προγράμματα σπουδών για τα θρησκευτικά ήταν αποτέλεσμα χρόνιας διαβούλευσης μεταξύ του ΙΕΠ της Πολιτείας και εκκλησιαστικών παραγόντων για τον εκσυγχρονισμό του μαθήματος.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με μια άκρως συντηρητική απόφαση έκρινε αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) τις αποφάσεις του τέως υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Γαβρόγλου με τις οποίες καθορίσθηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση του ΣτΕ, με τις υπ΄ αριθμ. 1749 – 1752/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (προεδρεύων ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Ράντος και εισηγήτρια η Σύμβουλος Επικρατείας Παρασκευή Μπραΐμη) ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 και 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεις του υπουργού Παιδείας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΣτΕ που επικαλείται το ΑΠΕ – ΜΠΕ, ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 και 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεις του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τις οποίες καθορίστηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αφενός του δημοτικού και του γυμνασίου και αφετέρου του λυκείου.

Σε σχέση με τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. [σ.σ.: κι αυτό, ενώ το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει ότι η «η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό (…) την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», χωρίς ειδική αναφορά στην «ορθόδοξη»)

Σύμφωνα με το ΣτΕ, οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης. Η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος «ελεύθερης ώρας» (!).

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κατά το ΣτΕ, τα επίδικα προγράμματα σπουδών, όπως προκύπτει από τους σκοπούς και το περιεχόμενό τους, δεν αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών, διότι τα μεν προγράμματα του δημοτικού και του γυμνασίου δεν περιέχουν ολοκληρωμένη -και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών- διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας, το δε πρόγραμμα του λυκείου είναι αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία αυτή.

Αντιθέτως, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση είτε στην προβολή στοιχείων κοινών με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία είτε είναι αντικείμενο κυρίως άλλων μαθημάτων (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε είναι άσχετα ή και αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία (λύκειο).

Τελικά, κρίθηκε ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 16 παρ.2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και με την Αρχή της Ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρα 14 και 9 της ΕΣΔΑ).

Κώστας Γαβρόγλου: «Πίσω ολοταχώς –πολύ, όμως, πίσω» μας πάει η απόφαση του ΣτΕ για τα θρησκευτικά

«Η απόφαση του ΣτΕ Καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974», τονίζει ο πρώην υπουργός Παιδείας, επισημαίνοντας: «Το μάθημα των Θρησκευτικών, που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο, μετατρέπεται πια επίσημα σε άκρως επικίνδυνο αναχρονισμό».

Αναλυτικά η δήλωση του Κ. Γαβρόγλου:

«Η σημερινή απόφαση του ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών είναι αναμφισβήτητα μια ιστορική απόφαση. Καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974. Καταργεί τη συνειδητή προσπάθεια χιλιάδων Θεολόγων να κατακτήσουν στη συνείδηση των συναδέλφων τους αλλά και των μαθητών όπως και στην καθημερινή παιδαγωγική πράξη την πραγματική επιστημονική και παιδαγωγική ισοτιμία του μαθήματος των Θρησκευτικών με τα άλλα μαθήματα του ωρολογίου προγράμματος. Ακυρώνει τις προσπάθειες συννενόησης με την Εκκλησία, όπου τα νέα προγράμματα σπουδών είχαν και την αποδοχή της Ιεραρχίας.

Υπονομεύει, τέλος, την καθιέρωση μιας κουλτούρας διαλόγου ανάμεσα σε επιστημονικούς και θρησκευτικούς φορείς, με γνώμονα πάντοτε ότι την τελική εθύνη των μαθημάτων την έχει η Πολιτεία. Το μάθημα των Θρησκευτικών, σύμφωνα με την σημερινή απόφαση του ΣτΕ, δεν είναι πλέον μάθημα αλλά κατήχηση. Δεν είναι γνώση αλλά εξέταση για την πίστη των μαθητών και των γονιών τους.

Ένα μάθημα που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο, μετατρέπεται πια επίσημα σε άκρως επικίνδυνο αναχρονισμό».

Ν. Φίλης: Οι αποφάσεις του ΣτΕ γυρίζουν την εκπαίδευση στη σκοτεινή δεκαετία του ’50

«Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, όλα τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν μετά το 2000 δεν έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί, γιατί σε όλα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η επιταγή του Συντάγματος του 1975 για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεν ερμηνευόταν περιοριστικά ως κατήχηση στην Ορθοδοξία», τονίζει μεταξύ άλλων σε δήλωσή του για τη σημερινή απόφαση του ΣτΕ ο τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Αναλυτικά η δήλωση του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας και βουλευτή Α΄ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ:

Με την απόφασή του το ΣτΕ επαναλαμβάνει την προηγούμενη σύμφωνα με την οποία το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να έχει κατηχητικό χαρακτήρα. Πρόκειται για απόφαση που αντίκειται στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Είναι περίεργο ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, που έχει επιφορτιστεί με την αρμοδιότητα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των πολιτών, να νομολογεί επί θεολογικών και παιδαγωγικών ζητημάτων, ως να ήταν Οικουμενική Σύνοδος ή Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Με τα νέα Προγράμματα Σπουδών (τα επονομαζόμενα Φίλη και στη συνέχεια Γαβρόγλου), επιχειρήσαμε το μάθημα των θρησκευτικών να είναι μάθημα γνώσης και όχι πίστης, προβληματισμού και ουσιαστικής μάθησης και όχι κατήχησης και προσηλυτισμού. Αυτή η κατεύθυνση αντανακλά τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και ανταποκρίνεται σε ένα σχολείο κοσμικό και δημοκρατικό. Γι` αυτό, άλλωστε,  τα νέα προγράμματα παρά τον πόλεμο ορισμένων κέντρων, αγκαλιάστηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονέων.

Οι αποφάσεις του ΣτΕ γυρίζουν την εκπαίδευση στη σκοτεινή δεκαετία του `50 και στο «ελληνοχριστιανικό» Σύνταγμα του 1952. Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, όλα τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν μετά το 2000 δεν έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί, γιατί σε όλα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η επιταγή του Συντάγματος του 1975 για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεν ερμηνευόταν περιοριστικά ως κατήχηση στην Ορθοδοξία.
Η νομολογία του ΣτΕ θα  δημιουργήσει αδιέξοδο στην εκπαίδευση,  προκαλεί θέματα συνείδησης και τελικώς οδηγεί τα πράγματα, ώστε, το μάθημα των θρησκευτικών, με τη μορφή της κατήχησης να γίνει προαιρετικό.

Η ίδια αυτή νομολογία,  που μεθοδεύτηκε από εκκλησιαστικούς και παρεκκλησιαστικούς παράγοντες στο χώρο της Δικαιοσύνης, έρχεται σε αντίθεση με το ώριμο κοινωνικά αίτημα, του χωρισμού και της δημοκρατικής ρύθμισης των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην αποκοπή του ομφάλιου λώρου ανάμεσα στην Εκκλησία και την εκπαίδευση. Αυτό το δημοκρατικό αίτημα υπηρετείται μόνο με καθαρές αρχές και όχι με αυταπάτες και τακτικισμούς.

Αλ. Χαρίτσης: Μας πάει πίσω η απόφαση του ΣτΕ για τα Θρησκευτικά

Στο ραδιόφωνο του Αθήνα 9,84 και τον δημοσιογράφο Άρη Τόλιο μίλησε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Χαρίτσης. Στο μεταξύ, ερωτηθείς για την απόφαση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας των αποφάσεων του πρώην υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για τα Θρησκευτικά, ο Αλ. Χαρίτσης έκανε λόγο για «μια απόφαση που μας πάει πίσω και οδηγεί την ελληνική πολιτεία προς το παρελθόν». «Η προσπάθεια που κάναμε επί ΣΥΡΙΖΑ για να κατακτηθεί μια νέα συνείδηση για τη σύγχρονη παιδαγωγική, με επιστημονικούς όρους και παιδαγωγική ισοτιμία ακυρώνεται», είπε.

Όσο για την αλλαγή στάσης της νυν υπουργού Παιδείας, Ν. Κεραμέως περί της αναγραφής του θρησκεύματος στα απολυτήρια, έκανε λόγο για μια “σωστή απόφαση”, και παρέπεμψε στη σχετική δήλωση του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ψευδής ή αληθής εθνική συνείδηση;

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 07.09.19 ]


Ένα βιβλίο, η «Μέση Αγγλία» του Τζόναθαν Κόου, αναλύει την κοινωνία του Brexit, την παταγώδη αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας, που αποδέχθηκε το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, την επιβολή ακραίων καιροσκόπων τύπου Μπόρις Τζόνσον, Φάρατζ κ.ά., την μετανάστευση, τα θέματα των ταυτοτήτων, των παιγνιδιών με τον εθνικισμό για ψηφοθηρικούς λόγους, των μαζικών εθνικιστικών τελετουργιών τύπου Ολυμπιακών Αγώνων, τη συνέχεια του θατσερικού άγριου νεοφιλελευθερισμού, την ακροδεξιά, τον κοινωνικό εμφύλιο… Και τώρα τι; Χάος. Τώρα τρέχουν «σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα» να σώσουν ό,τι σώζεται!

Η Αγγλία είναι παντού. Η ίδια δεξιά ρητορική στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ουγγαρία, σε όλη την Ευρώπη, στις ΗΠΑ. Η «εθνική ταυτότητα» και ο εθνικισμός είναι το προνομιακό πολιτικό πεδίο της δεξιάς, συμπεριλαμβανομένης της ακροδεξιάς.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το κυβερνητικό σχέδιο για τις γιορτές με αφορμή τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821, και, κυρίως, η εργαλειοποίηση της ιστορίας στην εκπαίδευση. Δεν ενδιαφέρει η ιστορική αλήθεια, λέει η υπουργός Παιδείας, αλλά η ιστορική μυθολογία που θα ενισχύει την «εθνική συνείδηση»! Μόνο που θα είναι μία ψευδής εθνική συνείδηση. Εθνικό θα είναι το ψευδές και όχι το αληθές.

Αλλά ένας λαός, που η «ψυχή» του θα συνίσταται από ψέματα δεν μπορεί να έχει σχέση με το διαφωτισμό, ούτε με την καλλιέργεια και την παραγωγή ευγένειας. Εδώ αναπτύσσεται μόνο η γκάμα των αρχών και των αξιών της δεξιάς. Σ’ αυτό το έδαφος «φύεται» μόνο μίσος, φανατισμός και φόβος για τον Άλλο και το άλλο, το διαφορετικό. Η κοινωνία της νεοδεξιάς χομπσιανής ζούγκλας είναι επί θύραις και θα λιπαίνεται με μεγάλα συγκινησιακά φορτία «ιστορικών ψευδών» για τις νίκες των προγόνων επί των «άλλων», των εχθρών. Γιατί η δεξιά ιδεολογία και πολιτική έχει ανάγκη από «εχθρούς»…

Απέναντι στην εργαλειοποίηση της Ιστορίας, στην χρήση της για προπαγανδιστικούς και χειραγωγητικούς λόγους, μπορούμε να απαντήσουμε με την Ιστορική Αλήθεια, με τον αναστοχασμό της ιστορίας μας. Να απαντήσουμε με επιστημονικό τρόπο, στην προπαγάνδα. Να αντιτάξουμε τον Διαφωτισμό στον Σκοταδισμό και την σκόπιμη ψευδολογία. Να δούμε την πρόταση του Ρήγα για έναν πολίτη ελεύθερο, βαλκανικό, πανευρωπαϊκό, οικουμενικό, έναν άνθρωπο της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας και της Αγάπης.

Ψευδής ή αληθής εθνική συνείδηση, λοιπόν;

Γινόμαστε μπλε Τεχεράνη; Στα κρυφά Ο Άνθιμος επίτιμος διδάκτορας του Α. Π. Θ. (video)

Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που ίδρυσαν ο Γληνός, ο Τριανταφυλίδης κι ο Δελμούζος

Στα κρυφά, χωρίς να έχει υπάρξει σχετική ανακοίνωση, ανακηρύχτηκε την Δευτέρα επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α. Π. Θ.) ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος.

Αναρωτιέστε τι σχέση είχε ο πιονιέρος κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν με τον δόκτορα Α.Π.Θ. Άνθιμο;

Έχει σχέση η σιωπή των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών με τη γνώση που διδάσκουν;

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση της η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύτηκε στο romfea.gr:

«Σε μία λαμπρή τελετή, σήμερα Δευτέρα 15η Ἰουλίου 2019, στο Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ὁ Παναγ. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος ἀναγορεύθηκε Ἐπίτιμος Διδάκτωρ τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Άνθιμος Θεσσαλονίκης: Δεν υπάρχουν άλλοι πλανήτες, μόνο η Γη


Ο Άνθιμος αμφισβητεί όχι απλά στοιχειώδεις επιστημονικές αλήθειες αλλά και την κοινή λογική “…μην ακούτε τι σας λένε, ότι έχουν πάει στο φεγγάρι ή ότι υπάρχουν άλλοι πλανήτες. Ο συνομιλητής μου μού είπε ότι τα συμπεράσματα των νέων επιστημόνων δεν έχουν κατατεθεί ακόμα» επικαλούμενος τηλεφωνική συνομιλία του με διαπρεπή επιστήμονα, τον οποίο δεν κατονόμασε, είναι ένας από χωριό, δεν τον ξέρουμε!

Γ. Πλειός: Η κατάργηση του ασύλου απειλεί την ακαδημαϊκή ελευθερία

Την σπουδή της κυβέρνησης ΝΔ να καταργήσει το άσυλο, σχολίασε μιλώντας στις 12 Ιουλίου στις «ιστορίες που γράφουν Ιστορία» Στο Κόκκινο, με την Τζούλυ Τσίγκα, ο Γιώργος Πλειός, καθηγητής και Διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.


Στα πανεπιστήμια δεν βιώνουμε πλέον τις μακρόχρονες καταλήψεις του παρελθόντος. Αλλά εφόσον λένε πως δε μπορούν να μπουν αστυνομικές δυνάμεις πώς γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει κι αν όντως γνωρίζουν ας βγουν να μιλήσουν δημόσια, να μας πουν αν στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα υπάρχει ανομία, τουλάχιστον αν υπάρχει περισσότερη, απ’ ό,τι έξω από αυτά.

Βάσει του νόμου που ισχύει σήμερα, σε περιπτώσεις κακουργηματικών πράξεων ή εγκλημάτων κατά της ζωής, η αστυνομία μπαίνει χωρίς καν πρόσκληση από την Σύγκλητο.

Τελικά, τι σημαίνει πανεπιστημιακό άσυλο;

Αλήθειες και ψέματα

Πριν από δέκα ημέρες δημοσιεύτηκε ένα κείμενο με το οποίο πέντε γνωστοί πολίτες, οι κυρίες Αρβελέρ, Γιαννάκου και Διαμαντοπούλου και οι κύριοι Βερέμης και Διαμαντούρος ζητούν να καταργηθεί το πανεπιστημιακό άσυλο. Ως λόγο αναφέρουν «βιαιοπραγίες, αυθαιρεσίες και απειλές που εκτοξεύουν και διαπράττουν ανενόχλητοι φοιτητές, συνεπικουρούμενοι ασφαλώς από εξωπανεπιστημιακούς αναρχικούς, εναντίων των πανεπιστημιακών δασκάλων.»
Φυσικά κάνουν λάθος, για να το πούμε ευγενικά, παρουσιάζοντας έτσι την πανεπιστημιακή καθημερινότητα, όπως, αν και οι δύο τους ιστορικοί, κάνουν λάθος, όταν γράφουν ότι «Το άσυλο συστήθηκε ήδη στην αρχή της Αναγέννησης για να παραχωρήσει στους καθηγητές απόλυτη ελευθερία στην επιλογή του προγράμματος διδασκαλίας τους, απαγορεύοντας κάθε εκκλησιαστική ή πολιτική παρέμβαση και ανάμειξη.» Πρώτον τα ακαδημαϊκά προνόμια δόθηκαν ήδη στον όψιμο Μεσαίωνα, δηλαδή καμιά διακοσαριά χρόνια νωρίτερα, και δεύτερον αποσκοπούσαν βέβαια στην ακαδημαϊκή ελευθερία, αλλά επειδή τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές αστικές ελευθερίες: οι αρχές, δηλαδή οι σμπίροι του ηγεμόνα, έμπαιναν όποτε ήθελαν, όπου ήθελαν, για τον σκοπό που ήθελαν, και μ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορούσε να αναπτυχθεί η επιστήμη.

Ρυθμίσεις απαγόρευσης της αστυνομικής αυθαιρεσίας

Σήμερα κανένας εκπρόσωπος των αρχών δεν μπορεί να μπει κάπου, να ερευνήσει, να ρωτήσει, πόσο μάλλον να συλλάβει ή να εκδιώξει, εάν δεν συντρέχουν πολύ αυστηρά καθορισμένες προϋποθέσεις ή δεν κληθεί από εκείνους που έχουν δικαιώματα στο χώρο. Αυτό δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε κάθε δημοκρατική χώρα. Προ μηνών, εργαζόμενοι του ΕΦΚΑ κατέλαβαν κτίρια του Οργανισμού προβάλλοντας διεκδικήσεις τους. Η κατάληψη δημόσιων κτιρίων είναι παράνομη. Ωστόσο, η Αστυνομία δεν διανοήθηκε να επέμβει ούτε είχε το δικαίωμα, εφόσον η διοίκηση του ΕΦΚΑ έκρινε, και πολύ σωστά, ότι δεν έπρεπε να την καλέσει. Το 2012 έγινε σάλος στην Αυστρία, επειδή η πρυτανεία του Πανεπιστημίου της Βιέννης κάλεσε την αστυνομία για να απομακρύνει φοιτητές που είχαν κάνει κατάληψη και διαμαρτύρονταν για την επιβολή διδάκτρων. Η αστυνομία επενέβη μόνο όταν την κάλεσε η πρυτανεία, και η κοινή γνώμη έκρινε πως η πρυτανεία έπρεπε να λύσει μόνη της το ζήτημα συζητώντας με τους φοιτητές. Το ίδιο συμβαίνει σε όλα τα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, κι ας μην υπάρχει ειδική νομική διάταξη για το πανεπιστημιακό άσυλο.
Το μόνο που κάνει ο ελληνικός νόμος είναι να ρυθμίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι κρατικές αρχές μπορούν να παρέμβουν στον χώρο του Πανεπιστημίου και την απαιτούμενη διαδικασία: κακούργημα, οπόταν οι αρχές επεμβαίνουν χωρίς άδεια ή, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου. Αυτό δεν είναι ειδικό προνόμιο των Πανεπιστημίων, αλλά ρύθμιση που απαγορεύει την αστυνομική αυθαιρεσία. Χωρίς άδεια της διοίκησης – στο πανεπιστήμιο του εκλεγμένου οργάνου της αυτοδιοίκησης – καμία αστυνομική αρχή δεν μπορεί να επέμβει σε κανέναν δημόσιο οργανισμό ή δημόσια εγκατάσταση: ούτε σε νοσοκομείο, ούτε σε σχολείο ούτε πουθενά, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ο νόμος.

Δημόσιοι οργανισμοί, όχι δημόσιοι χώροι

Ας δούμε μια δυο συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ο σοβαρός τραυματισμός του καθηγητή Συρίγου ήταν προφανώς λόγος αυτεπάγγελτης επέμβασης της αστυνομίας, χωρίς δηλαδή να απαιτείται καμία άδεια, εφόσον η αστυνομία το αντιλαμβανόταν ή εάν κάποιος, οποιοσδήποτε, την ειδοποιούσε. Επίσης λόγος αυτεπάγγελτης επέμβασης είναι η εμπορία ναρκωτικών ή η αποθήκευση εκρηκτικών. Λόγος αυτεπάγγελτης επέμβασης δεν είναι η φοιτητική διαμαρτυρία ούτε η κατάληψη κτιρίων. Εκεί χρειάζεται, να πάρει πρωτοβουλία το πρυτανικό συμβούλιο. Εάν αυτή η αρμοδιότητα των πανεπιστημακών αρχών καταργηθεί, τότε καταργείται ένας συνταγματικά κατοχυρωμένος και νομικά ρυθμισμένος περιορισμός της κρατικής εξουσίας και επανερχόμαστε σε μεσαιωνικό καθεστώς, και καταργείται το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων που κατοχυρώνεται επίσης συνταγματικά.
Το κόλπο, που δεν το αναφέρουν οι πέντε υπογράφοντες, αλλά το χρησιμοποιεί η Νέα Δημοκρατία στην επιχειρηματολογία της είναι να χαρακτηριστεί το Πανεπιστήμιο «δημόσιος χώρος», δηλαδή κάτι σαν τις πλατείες, τα άλση και τις παραλίες. Τα Πανεπιστήμια όμως είναι δημόσιοι οργανισμοί με δική τους διοίκηση.
Και καλά η κ. Διαμαντοπούλου που με τον νόμο της είχε καταργήσει ουσιαστικά την πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση – γι’ αυτό άλλωστε με τις ψήφους της ΝΔ το νομοσχέδιο της κ. Διαμαντοπούλου είχε κριθεί από τη βουλή αντισυνταγματικό, αλλά έπειτα από παζάρι το ψήφισε. Οι τρεις πανεπιστημιακοί που συνυπογράφουν, γιατί πετούν από το παράθυρο την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα;

Θόδωρος Παπασκευόπουλος

Το απροσδόκητο διαζύγιο Έρευνας και Ανώτατης Εκπαίδευσης υπονομεύει την Ανάπτυξη!!

Αντιδρούν ερευνητικοί ακαδημαϊκοί φορείς

Ένωση Ελλήνων Ερευνητών | ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Η διεθνής και η Ευρωπαϊκή πρακτική, που ακολουθείται επί δεκαετίες από χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ρωσία (*) και πολλές άλλες, έχει αποδείξει ότι ο τομέας της Έρευνας είναι και πρέπει να είναι θεσμικά και ουσιαστικά συνδεδεμένος με την Παιδεία και ιδιαίτερα με την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Στην Ελλάδα η θεσμική σύνδεση της Έρευνας με την Παιδεία, δηλαδή η υπαγωγή τους στο ίδιο Υπουργείο, έγινε πολύ καθυστερημένα, μόλις το 2009, έτυχε διακομματικής αποδοχής και ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια. Παρά, μάλιστα, τις ασφυκτικές συνθήκες, εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, και τη μη ολοκλήρωση της θεσμοθέτησης του αναγκαίου νομικού πλαισίου, έχει ήδη αποδώσει πολλά οφέλη όχι μόνο στον Ακαδημαϊκό Τομέα, αλλά και στην Κοινωνία και στην Οικονομία.

Ένωση Ελλήνων Ερευνητών

Η ανακοίνωση της σύνθεσης της νέας Κυβέρνησης επιφύλαξε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη για την Ερευνητική και Ακαδημαϊκή κοινότητα. Η Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) και όλοι οι εποπτευόμενοι φορείς της, δηλαδή ο κύριος κορμός του ερευνητικού συστήματος της χώρας, μεταφέρονται από το πρώην Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στο νέο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (ΠΔ 81/2019). Επίσης, φορείς που υποστήριζαν με τις υποδομές και το έργο τους την έρευνα και την καινοτομία, όπως το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (οργανική μονάδα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών) και ο τεχνολογικός φορέας της ΓΓΕΤ Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας-ΕΔΕΤ Α.Ε., μεταφέρονται στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

Ο αιφνίδιος και απρόσμενος διαχωρισμός της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση επιβάλλεται, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε διαβούλευση ή συζήτηση με την ερευνητική και ακαδημαϊκή κοινότητα, χωρίς καμία αιτιολόγηση και σκεπτικό και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σχετική μνεία στο προεκλογικό πρόγραμμα της σημερινής κυβέρνησης.

Η απομάκρυνση της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με την αποδεδειγμένα επιτυχημένη διεθνή και Ευρωπαϊκή πρακτική και εμπειρία και θα οδηγήσει αναπόφευκτα στον κατακερματισμό και βαθμιαία στη διάλυση του ερευνητικού-ακαδημαϊκού ιστού. Αυτή η απροσδόκητη και βίαιη αποκοπή θα αναστείλει τις συνεχώς αυξανόμενες συνεργασίες και συνέργειες μεταξύ των Ερευνητικών Κέντρων και των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και θα αναιρέσει τη θετική πορεία προς την υλοποίηση του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας & Τεχνολογίας. Καταδικάζει τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Πανεπιστήμια σε χωριστούς δρόμους, δυσχεραίνει την πρόσβαση των Πανεπιστημίων στις υποδομές των Ερευνητικών Κέντρων και αφαιρεί από τα Ερευνητικά Κέντρα τη δυνατότητα υποδοχής και εκπαίδευσης νέων επιστημόνων.

Ο θεσμικός διαχωρισμός της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την υποβάθμιση της βασικής έρευνας. Χωρίς πρόοδο στη βασική έρευνα δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η εφαρμοσμένη έρευνα. Χωρίς πρόοδο στην εφαρμοσμένη έρευνα δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν καινοτόμες εφαρμογές και νέα τεχνολογικά προϊόντα που θα μπορούν να δώσουν νέα ώθηση στην Οικονομία.

Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) θεωρεί ότι μέσω του Ενιαίου Χώρου Παιδείας και Έρευνας, οι φορείς της Ανώτατης Εκπαίδευσης και της Έρευνας στη χώρα μας (ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα) μπορούν να αποτελέσουν ένα αλληλοσυμπληρούμενο, δυναμικό σύστημα, το οποίο θα αξιοποιήσει, θα συνδυάσει και θα μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματα που έχουν οι δύο επιμέρους χώροι. Τα ΑΕΙ και τα Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ) είναι αφιερωμένα στην έρευνα και την παραγωγή νέας γνώσης και αποτελούν χώρους που θέτουν τα θεμέλια για νέους ποιοτικούς τύπους εργασίας και επιχειρηματικότητας, βασισμένους στη γνώση, την τεχνολογία και την καινοτομία.

Η Ελλάδα στη δεινή οικονομική αλλά και θεσμική κατάσταση που βρίσκεται δεν έχει την πολυτέλεια της οπισθοδρόμησης και της απομόνωσης από τις διεθνείς πρακτικές και σίγουρα δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς!

Ως ΕΕΕ υποστηρίζουμε ένθερμα τον ακαδημαϊκό και δημόσιο χαρακτήρα της Έρευνας & Τεχνολογίας που ασκείται στα Ερευνητικά Κέντρα και ζητούμε την άμεση θεσμική επαναφορά τους στον «φυσικό» τους χώρο που δεν είναι άλλος από το Υπουργείο Παιδείας.

(*) Γαλλία: Υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας (Ministère de l’ Enseignement supérieur, de la Recherche et de l’ Innovation),
Γερμανία: Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εκπαίδευσης και Έρευνας (Bundesministerium für Bildung und Forschung),
Νορβηγία: Υπουργείο Εκπαίδευσης και Έρευνας (Royal Norwegian Ministry of Education and Research),
Σουηδία: Υπουργείο Εκπαίδευσης και Έρευνας (Ministry of Education and Research),
Ολλανδία: Υπουργείο Εκπαίδευσης Πολιτισμού και Έρευνας (Ministry of Education, Culture and Science),
Ιταλία: Υπουργείο Παιδείας, Πανεπιστημίων και Έρευνας (Ministero dell’ Istruzione, dell’ Università e della Ricerca),
Ισπανία: Υπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Πανεπιστημίων (Ministry of Science, Innovation and Universities (MICINN),
Ρωσία: Υπουργείο Εκπαίδευσης και Έρευνας (Ministry of Education and Science of the Russian Federation).

Για την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών

Η Πρόεδρος    Η Γενική Γραμματέας
Μαρία A. Κωνσταντοπούλου    Γεωργία Κ. Τσιροπούλα