Αρχείο κατηγορίας H Επόμενη Μέρα Από Τα Αριστερά

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

Δημήτρης Γιατζόγλου

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο… Το Πρόγραμμα… Η Ταυτότητα….

Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.

Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.

Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.

2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.

Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.

Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.

3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.

Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.

Το ζεύγος «μετασχηματισμός – ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.

4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.

Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;

Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα – ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα – αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.

Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.

5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».

Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.

Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.

Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.

Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.

«Στόχος μας μια νέα ανοιχτή πληθυντική Αριστερά»

Δημήτρης Κουκλουμπέρης

Ενα σύγχρονο, ανοιχτό, αριστερό κίνημα που θα πρωταγωνιστεί στα κοινωνικά μέτωπα και θα υπερβαίνει ό,τι μέχρι σήμερα κρατά τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από τον κόσμο και τα προβλήματά του, πρέπει να είναι ο στόχος της ανασυγκρότησης, σύμφωνα με την απερχόμενη περιφερειάρχη Αττικής και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ, Ρένα Δούρου.

«Τώρα οφείλουμε να προχωρήσουμε, χωρίς εκπτώσεις και φοβίες σε πρωτοβουλίες και ρήξεις με αριστερό, κοινωνικό πρόσημο», δηλώνει χαρακτηριστικά στην «Εφ.Συν.». Αφήνει αιχμές για συντρόφους της που βλέπουν την πολιτική με όρους καριέρας, ενώ παίρνει θέση για το θέμα της εκλογής αρχηγού από τη βάση

● Οι εκλογές τελείωσαν, το κόμμα σας έχασε, χωρίς να ηττηθεί στρατηγικά και περνά στην αντιπολίτευση, επιχειρώντας να ανασυγκροτηθεί. Νέα κατάσταση -νέα καθήκοντα, νέες εποχές-, νέα ήθη… Αυτό συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ ή μήπως όχι;

Η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια ριζικά νέα πολιτική περίοδο. Οι πολίτες εμπιστεύθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ την αξιωματική αντιπολίτευση. Από εδώ και στο εξής θα δοκιμαστούμε και θα δοκιμάσουμε. Γιατί κάθε είδους επανάπαυση ή θριαμβολογία είναι λάθος. Από τη μια τα προβλήματα των πολιτών και κυρίως των πιο αδύναμων εντείνονται μέρα με τη μέρα, εξαιτίας της διακυβέρνησης της Ν.Δ. Και τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να περιμένουν να ολοκληρώσουμε εμείς την αυτοκριτική ή τον οργανωτικό σχεδιασμό μας.

Τώρα οφείλουμε να προχωρήσουμε, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς φοβίες, στις πρωτοβουλίες, τις ρήξεις, τις αλλαγές, με αριστερό κοινωνικό πρόσημο, που θα κάνουν τον ΣΥΡΙΖΑ την εγγύηση εκείνων των πολιτικών που θα προστατεύουν όσα πετύχαμε και θα ανοίγουν παράλληλα και νέους δρόμους. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε αυτή τη φάση είναι η εσωστρέφεια, η επίδειξη αλαζονείας, η αναζήτηση λύσεων που αντιγράφουν χρεοκοπημένες πολιτικές τού χθες.

Σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε, απαιτείται αξιόπιστος, τεκμηριωμένος αριστερός, προοδευτικός λόγος, γιατί ήδη η κυβέρνηση Μητσοτάκη υλοποιεί το συντηρητικό, με αυταρχικά χαρακτηριστικά, πρόγραμμά της. Δεν είναι ώρα για μεμψιμοιρίες, αλλά για δράση.

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να χαθεί ούτε λεπτό για να κάνουμε τον ΣΥΡΙΖΑ το σύγχρονο αριστερό, ανοιχτό στους αγώνες και τις αγωνίες των πολιτών, κίνημα που επιχειρεί να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα της δίκαιης ανάπτυξης, του περιβάλλοντος. Της προάσπισης των δικαιωμάτων που η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεωρεί «πολυτέλεια». Το κίνημα που χρειάζεται ο τόπος και η Ευρώπη.

Βλέπουμε συντρόφους μας που, αφού δεν κατάφεραν να εκλεγούν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, μεταπήδησαν με ευκολία στον βουλευτικό θώκο

● Πώς έχετε πολιτικά στο μυαλό σας τους όρους «μετασχηματισμός» και «επανίδρυση», με τους οποίους περιέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας τη μετάβαση στη νέα φάση του κόμματός σας;

Το ζητούμενο είναι να υπερβούμε ό,τι κρατάει τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Τους όρους για την υπέρβαση αυτή πρέπει να τους διαμορφώσουμε όλοι μαζί, με αριστερό προγραμματικό λόγο και με στόχο μια νέα σχέση με την πολιτική, μέσα από την οικοδόμηση ενός νέου πολιτικού ήθους. Σε αυτό, όμως, δεν βοηθάνε συμπεριφορές που μαρτυρούν αντιμετώπιση της πολιτικής υπό το πρίσμα της καριέρας.

Για παράδειγμα, βλέπουμε συντρόφους μας που, αφού δεν κατάφεραν να εκλεγούν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, μεταπήδησαν με ευκολία στον βουλευτικό θώκο. Τέτοιες ενέργειες, που έρχονται σε αντίθεση με το δικό μας ηθικό υπόδειγμα, το παράδειγμα της Δύναμης Ζωής στην Περιφέρεια Αττικής, όπου δείξαμε ότι σεβόμαστε την υπόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χωρίς να εγκαταλείψουμε το μετερίζι της, εκπέμπουν ένα παλαιοκομματικό μήνυμα. Ενα μήνυμα που δεν συνάδει με την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ ως ελκυστικού πόλου συσπείρωσης των δημοκρατικών, προοδευτικών, αριστερών δυνάμεων.

Γιατί δεν αρκεί να κλίνουμε σε όλες τις πτώσεις τον επιθετικό προσδιορισμό «αριστερός». Χρειάζεται να τον κάνουμε πράξη καθημερινά, με το παράδειγμά μας. Γιατί το νέο ήθος με τη νέα οργάνωση είναι συγκοινωνούντα δοχεία: χωρίς το πρώτο, η νέα οργάνωση θα παραπέμπει στο παλιό, στην απομάκρυνση από την κοινωνία, την πολιτική ως καριέρα.

● Θα αναρωτηθεί κάποιος: Και γιατί η Κεντροαριστερά και η σοσιαλδημοκρατία να είναι ο προορισμός της διεύρυνσης; Από πότε αντιληφθήκατε ότι πρόκειται για μια «ελκυστική» πολιτικά δεξαμενή;

Αν η υπόθεση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ αφορά προσέλκυση ψήφων, τότε είναι χαμένη υπόθεση. Ο σκοπός είναι να αποδείξουμε ότι μπορούμε να οργανωθούμε έτσι ώστε να είμαστε χρήσιμοι στην κοινωνία, μακριά από καλούπια. Αυτό άλλωστε είναι και το συλλογικό μας στοίχημα. Να αλλάξουμε οργανωτικά, στηρίζοντας και προστατεύοντας παράλληλα ό,τι καταφέραμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια διακυβέρνησής μας σε οικονομικό, κοινωνικό επίπεδο, απέναντι στον νεοφιλελεύθερο οδοστρωτήρα πολιτικής και κοινωνικής οπισθοδρόμησης της Ν.Δ.

● Τα στελέχη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ και άλλες δυνάμεις και συμπράττουν με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσω Προοδευτικής Συμμαχίας, είναι ή θα γίνουν σύντροφοί σας ή είναι συνεργαζόμενοι και απλώς συνοδοιπόροι;

Στην ιστορία του προοδευτικού κινήματος, οι συναντήσεις διαφορετικών παραδόσεων ήταν πηγή ιδεολογικού πλούτου και πολιτικής έμπνευσης, όταν δεν επιδεικνύονταν ηγεμονισμοί και απόπειρες «καπελωμάτων». Ο στόχος μας είναι σήμερα κοινός και αφορά το πολιτικό και κοινωνικό μας στίγμα στη βάση της διάκρισης – πυξίδας για τους αγώνες του σήμερα και του αύριο, μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.

Οι ταξικές πολιτικές της Ν.Δ. αποδεικνύουν την επικαιρότητα και τη χρησιμότητα της διάκρισης αυτής. Αποδεικνύουν την ανάγκη οικοδόμησης ενός ευρύτατου κοινωνικού μετώπου με πρωταγωνιστή μια νέα, πληθυντική, ανοιχτή Αριστερά.

Μια Αριστερά που θα εμπνέει, φέρνοντας στο επίκεντρο την ανάγκη ριζικής ανακατανομής πλούτου και εισοδήματος, την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την προστασία του κόσμου της εργασίας, την κοινωνική αλληλεγγύη.

● Η εκλογή προέδρου από τη βάση διευκολύνει τον στόχο για ένα μαζικό-ανοιχτό κόμμα;

Τα θέματα αυτά κρίνονται από καταστατικά συνέδρια και όχι σε κλειστά γραφεία. Δεν μιλάμε για ενός ανδρός αρχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν και δεν είναι αρχηγοκεντρικό κόμμα. Και φυσικά, αν χρειαστεί, θα συζητήσουμε την εκλογή από τη βάση στο πλαίσιο οργανωμένης, ανοιχτής συζήτησης.

Σήμερα το ζητούμενο είναι ένα μαζικό-ανοιχτό κόμμα συνδεδεμένο με την κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα. Είτε πρόκειται για την Τοπική Αυτοδιοίκηση είτε για τα συνδικάτα ή τους επαγγελματικούς, επιστημονικούς συλλόγους. Γιατί το κρίσιμο είναι ο ριζικός προγραμματικός μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε δύναμη της κοινωνίας, σε εκφραστή μιας εναλλακτικής, συνεκτικής αριστερής πρότασης απέναντι στην ιδεολογική κατίσχυση της Δεξιάς.

● Παλαιότερα, τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, είχε ειπωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ωρίμασε βίαια. Τώρα, με δεδομένες τις προωθούμενες αλλαγές, μπορούμε να μιλάμε για ενηλικίωση; Συνήθως, όταν ενηλικιωνόμαστε, γινόμαστε και πιο συμβατικοί και η επαναστατικότητα υποχωρεί. Θέλει κάτι τέτοιο ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το κρίσιμο δεν είναι το ηλικιακό, αλλά η δημιουργία των συνθηκών για την ώριμη αποφασιστικότητα ενός κινήματος που θα διασφαλίσει ότι δεν θα πάνε χαμένες οι θυσίες και οι κόποι των πολιτών τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στο όνομα των ιδεοληψιών της Ν.Δ.

Σε αυτή την κατεύθυνση, αποτιμώντας χωρίς εξωραϊσμούς την κυβερνητική μας εμπειρία, οφείλουμε να υπερβούμε λογικές σεχταρισμού και εσωστρέφειας, που παραπέμπουν σε παιδικές ασθένειες. Να κάνουμε πράξη αυτό που έχω περιγράψει ως διπλό πρόταγμα.

Τη δομική ανασυγκρότηση με υπέρβαση των παθογενειών εσωστρέφειας και παράλληλα την ενεργητική υπεράσπιση όσων επιτεύχθηκαν από την κυβέρνησή μας, σε επίπεδο οικονομίας και κοινωνίας, μέσα από μια προγραμματική αντιπολίτευση.

«Η επιλογή μας δεν είναι αν θα έλθει η αλλαγή αλλά αν μπορούμε να θέσουμε την αλλαγή αυτή στην υπηρεσία των ιδανικών μας», παρατηρούσε πριν από δεκαετίες κορυφαίος Αμερικανός πολιτικός. Και ακριβώς αυτή είναι σήμερα η ιστορική, πολιτική και ηθική μας ευθύνη. Ευθύνη – πρόκληση για μια Αριστερά στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.

● Την Πέμπτη, μετά την απολογία σας για την τραγωδία στη Μάνδρα, κρούσατε τον κώδωνα του κινδύνου για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για ποιον λόγο;

Υπάρχει ορατός κίνδυνος, αν δεν αλλάξει ριζικά το θεσμικό πλαίσιο, να ακυρωθεί η αποτελεσματική λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αν συνεχίσει να διαιωνίζεται η φιλοσοφία του «εσαεί υπόλογου», αναφορικά με τους αιρετούς της Αυτοδιοίκησης, τότε αναιρείται στην πράξη κάθε προσπάθεια να γίνουν Δήμοι και Περιφέρειες παράγοντας ανάπτυξης.

Γιατί ο πέλεκυς μιας δικαστικής δίωξης σε συνδυασμό με το ασαφές πλαίσιο αρμοδιοτήτων, με τις αλληλοεπικαλύψεις και τη γραφειοκρατία, λειτουργούν εντέλει σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Οι καλές προθέσεις θα μένουν στα λόγια γιατί η υλοποίησή τους θα σκιάζεται από το ενδεχόμενο, ανά πάσα στιγμή, να βρεθεί ο αιρετός στη εδώλιο του κατηγορούμενου για ελλείψεις και παραλείψεις που έχουν να κάνουν με χρόνιες και δομικές παθογένειες… Και τραγωδίες σαν αυτή της Μάνδρας είναι ενδεικτικές τού πόσα πρέπει να αλλάξουν άμεσα και ριζικά στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Τ.Α.

Άγγελος Τσέκερης: Ο ΣΥΡΙΖΑ στο νέο πολιτικό σκηνικό: Στοιχήματα και προκλήσεις

Ο Άγγελος Τσέκερης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός και εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Με τις εθνικές εκλογές ανοίγει ένας νέος, πολύ σημαντικός πολιτικός κύκλος. Ένα από τα πιο σημαντικά δεδομένα ήταν η αξιοσημείωτη αντοχή και συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, αποτέλεσμα μιας δυναμικής κινητοποίησης που ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη και κάθε προσδοκία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας στην πλάτη του το βάρος της υλοποίησης ενός Μνημονίου -τα μέτρα του οποίου ήρθαν να προστεθούν στην πλάτη μιας κοινωνίας εξοντωμένης από την πολιτική της περιόδου 2010 – 2014- κατάφερε να αναστρέψει το αρνητικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και να εμφανίσει μια εντυπωσιακή εκλογική συσπείρωση που τον καθιστά βασικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων. Κάποια πρώτα συμπεράσματα είναι τα εξής:

1. Η αντίσταση σε έναν βρόμικο πόλεμο που είχαν εξαπολύσει εδώ και τέσσερα χρόνια η Ν.Δ. και τα ΜΜΕ που την καλύπτουν είναι εντυπωσιακή. Η Ν.Δ. και ο Κ. Μητσοτάκης με δύο εκστρατείες μίσους, για το Μάτι και το “Μακεδονικό” και έναν συνεχή πόλεμο διαστρέβλωσης και παραπληροφόρησης, ήλπιζαν περισσότερο στην κατάρρευση της Αριστεράς παρά στη δική τους εκλογική επιτυχία. Σε αυτό απέτυχαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται σε ισχυρό πόλο λαϊκής εκπροσώπησης και αυτό δεν είναι καθόλου καλό νέο για τα επιθετικά σχέδια της Ν.Δ.

2. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε ένα ποσοστό μόλις 3,5% κάτω από το ποσοστό που πήρε στις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Δεν πρόκειται επομένως ούτε για την απόλυτη κατάρρευση ούτε για τη στρατηγική ήττα που επιθυμούσαν οι αντίπαλοί του, δηλαδή το παλιό πολιτικό σύστημα και το μπλοκ της διαπλοκής. Αυτό σημαίνει πολλά για το πώς θα είναι τα πράγματα από εδώ και εμπρός.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραδίδει μια χώρα εντελώς διαφορετική από αυτήν που παρέλαβε τον Σεπτέμβριο του 2015. Η Ελλάδα έχει βγει από τα Μνημόνια και την επιτροπεία, το κόστος δανεισμού είναι χαμηλότερο από ποτέ, υπάρχει ένα μεγάλο δημόσιο αποθεματικό στα κρατικά ταμεία και ένα σοβαρό δίχτυ προστασίας για τις δυνάμεις της εργασίας και για το πιο αδύναμο κομμάτι της κοινωνίας. Το πολιτικό καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ είναι να υπερασπιστεί από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης τις κατακτήσεις αυτές τόσο μέσα στη Βουλή όσο και στο πεδίο των κοινωνικών διεκδικήσεων και αντιπαραθέσεων.

4. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να κέρδισε την αυτοδυναμία, αλλά ο οδοστρωτήρας δεν έχει τόσο εύκολο δρόμο όσο ήλπιζε. Το σαρωτικό σχέδιο του Κ. Μητσοτάκη και τα απροκάλυπτα ντιλς με τις ασφαλιστικές εταιρείες, τα διαγνωστικά κέντρα, τις τράπεζες και άλλες ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων δεν θα μπορέσουν να προωθηθούν τόσο εύκολα.

Η συνοχή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ. θα δοκιμαστεί πολύ σύντομα. Και σε αυτό πρέπει να συνυπολογίσουμε και την διαβρωτική δράση της ακροδεξιάς τάσης της Ν.Δ., που μέχρι σήμερα κρατάει στάση αναμονής. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι έτοιμος να εκμεταλλευτεί κάθε ρωγμή στη συνοχή της Ν.Δ. προκειμένου να υπερασπιστεί το συμφέρον και τα δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία η Ν.Δ. φιλοδοξούσε να σαρώσει -αλλά δεν διαθέτει την πολιτική ισχύ που θα επιθυμούσε για να το καταφέρει.

5. Έτσι, αυτό που πρέπει να περιμένουμε το επόμενο διάστημα είναι ο διαχωρισμός της Ν.Δ. σε τάσεις, που είτε θα υποστηρίζουν το σχέδιο του Κ. Μητσοτάκη είτε θα αντιδρούν σε αυτό. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις που αφορούν τη συνοχή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Ν.Δ. και να διαμορφώνει ανάλογα την αντιπολιτευτική του πολιτική.

6. Το παλιό πολιτικό μπλοκ δεν φαίνεται να συγκεντρώνει οριακά τη δύναμη που επιδίωκε για να πετύχει σαρωτικές αλλαγές στο σύνταγμα και τον εκλογικό νόμο -αυτό που ο Μ. Βορίδης είχε περιγράψει ως θεσμικές αλλαγές για να μην επανέλθει η Αριστερά στη διακυβέρνηση της χώρας. Η Ν.Δ. θα χρειαστεί να συμπράξει με την Ακροδεξιά για να κάνει τις αλλαγές που θέλει στο σύνταγμα και να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ας είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα διστάσει να το κάνει.

7. Απέναντί της όμως υπάρχει ένα ισχυρό αριστερό μπλοκ, που περιλαμβάνει τον ΣΥΡΙΖΑ, το Μέρα25 και το ΚΚΕ. Μπορεί οι σχέσεις ανάμεσα στις δυνάμεις αυτές να είναι από κακές έως ανύπαρκτες, αλλά απέναντι στη δεξιά και ακροδεξιά επίθεση η στάση τους θα είναι κοινή. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο σε αυτό το μπλοκ, η στάση του οποίου θα είναι καθοριστική για τους κοινοβουλευτικούς αγώνες της επόμενης ημέρας.

8. Με βάση τα δεδομένα αυτά, προκύπτει το ερώτημα τι ακριβώς θα πράξει το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Αν δηλαδή θα συνταχθεί με τις προοδευτικές δυνάμεις ή αν θα προσχωρήσει στις επιδιώξεις και τη στρατηγική των συμφερόντων που στηρίζουν τον Κ. Μητσοτάκη. Υπ’ αυτό το πρίσμα η σύνθεση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΙΝ.ΑΛΛ. θα είναι καθοριστική για τις εξελίξεις στο άμεσο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση οι διεργασίες για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού πόλου, που από τη δομική αντιπολίτευση θα περάσει γρήγορα στη διεκδίκηση μιας νέας διακυβέρνησης, είναι ανοιχτές.

9. Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ εκτινάχθηκε σε σχέση με τις ευρωεκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων ήταν απροσδόκητα και δυσάρεστα χαμηλό για την Αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγει έτσι μια κρίση εσωστρέφειας. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι το 23,76% των ευρωεκλογών είναι ένα κομμάτι αποφασιστικά συσπειρωμένο γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα δεδομένα της διακυβέρνησής του. Το υπόλοιπο είναι κόσμος που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στην απειλή και τον κίνδυνο που θεώρησε ότι συνιστά το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Ευθύνη και υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι να μετατρέψει αυτή την ψήφο σε στέρεη κοινωνική και προγραμματική συμμαχία για την επόμενη ημέρα. Είναι απλό να το λέμε, αλλά πολύ πιο σύνθετο να το υλοποιήσουμε.

10. Το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, και ανεξάρτητα από το πόσο θετικό ήταν το αποτέλεσμα, είναι να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ έναν τίμιο απολογισμό της διακυβέρνησής του. Να μιλήσει για τα θετικά στοιχεία της πολιτικής του, αλλά και να σταθεί στα λάθη, τις ανεπάρκειες, τις αδυναμίες και τις παραλείψεις του. Και κυρίως να επισημάνει κακές πρακτικές κατά τη διακυβέρνησή του και να πείσει τους πολίτες ότι μπορεί και θέλει να υπερβεί τις υπαρκτές αντιφάσεις του. Αντιφάσεις εξαιτίας των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να πετύχει μια εκλογική νίκη, παρά τις εντυπωσιακές αδυναμίες και την ανεπάρκεια της Ν.Δ. και παρά τα θετικά στοιχεία της διακυβέρνησής του. Χρειάζεται λοιπόν μια έντιμη συζήτηση με τον λαό.

11. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να οικοδομήσει ξανά τις σχέσεις του με την κοινωνία. Η εποχή που μοιραζόταν τον ίδιο χώρο με τους αριστεριστές και που δανειζόταν στοιχεία της πολιτικής του ταυτότητας από συμμάχους είναι πια παρελθόν. Τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, χρειάζεται να γίνει ηγεμονική δύναμη στον αγώνα για δημοκρατία, αξιοπρέπεια και κοινωνικά δικαιώματα. Χωρίς δεκανίκια. Και χωρίς βαρίδια. Με εντιμότητα, τίμια και ανιδιοτελή πολιτική δράση, υπεράσπιση της δημοκρατίας και της κριτικής σκέψης.

Η εμπειρία της διακυβέρνησης τον έχει κάνει σοφότερο και ικανότερο. Αυτό που πρέπει να κάνει είναι να υπερβεί τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του και να ανακόψει αποφασιστικά κάθε εκφυλιστικό φαινόμενο στις γραμμές του. Αυτό δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Χρειάζεται δράση, αποτελεσματικότητα, τεκμηρίωση, πολιτική στελεχών, αξιοποίηση παλιών και νέων μορφών επικοινωνίας με τον κόσμο.

Χρειάζεται να βρίσκεσαι σε επαφή με τον αντίπαλο, όχι να τον καταγγέλλεις με δελτία Τύπου. Χρειάζεται να υπερασπίζεσαι το δίκαιο, τον ορθό λόγο και την κριτική σκέψη. Χρειάζεται νέα πολιτική στελεχών, με κριτήριο τις ικανότητες και την ανιδιοτέλεια. Χρειάζεται ηλικιακή ανανέωση και δουλειά για την αναβάθμιση του επιπέδου της πολιτικής δουλειάς. Και χρειάζεται αποφασιστική αντιμετώπιση των εκφυλιστικών φαινομένων, που, όπως είναι λογικό, εμφανίζονται όποτε υπάρχει πρόσβαση στην εξουσία.

12. Για το μέλλον της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν και έχουν κατατεθεί -και δεν υπάρχει λόγος να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας- διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις. Υπάρχει η άποψη που ζητά, άμεσα, πολιτική και οργανωτική διεύρυνση, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να ανταποκριθεί οργανωτικά στο εκλογικό του ποσοστό. Και υπάρχει η άποψη για ενίσχυση και ωρίμανση της αριστερής του ταυτότητας, δηλαδή του στοιχείου που μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα του 3% σε δύναμη αριστερής διακυβέρνησης.

Ό,τι και αν κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από εδώ και εμπρός, δεν μπορεί να αγνοεί καμία από τις δύο απόψεις. Θα πρέπει να αποφευχθεί λοιπόν η δογματική σύγκρουση απόψεων -όπου η κάθε άποψη διεκδικεί το δίκαιό της απολυτοποιώντας και δαιμονοποιώντας την άλλη- αλλά και τα κουκουλώματα, που μεταφέρουν το πρόβλημα από την πολιτική στους οργανωτικούς συσχετισμούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μετασχηματιστεί ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες. Αλλά πρέπει να το κάνει στη βάση ενός ώριμου πολιτικού σχεδίου. Ενός σχεδίου που θα διασφαλίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα εξουσίας και επομένως ένα κόμμα που συσπειρώνει διαφορετικές τάσεις και απόψεις, αλλά και ταυτόχρονα ένα κόμμα αρχών, όπου υπάρχουν επιβεβλημένοι κανόνες αποτελεσματικότητας και πολιτικής ηθικής.

Το επόμενο διάστημα θα είναι εξαιρετικά πυκνό σε πολιτικές εξελίξεις, καθώς ένα νέο πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται. Η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ θα βάλουν τη σφραγίδα τους στις εξελίξεις, τόσο σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, όσο και στο πεδίο των δημοκρατικών κοινωνικών αγώνων. Τα σενάρια της στρατηγικής ήττας δεν ευδοκίμησαν. Η Αριστερά είναι εδώ, έτοιμη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να ανταποκριθεί στα ιστορικά της καθήκοντα.

Άγγελος Τσέκερης

Π. Σκουρλέτης: Θα φτιάξουμε έναν ανοιχτό, μαζικό και λαϊκό ΣΥΡΙΖΑ

Μιλώντας στο CNN Greece, ο Πάνος Σκουρλέτης είπε ότι μέσα σε μια μέρα κατέρρευσε η κριτική της ΝΔ στον ΣΥΡΙΖΑ περί μεγάλου Υπουργικού Συμβουλίου με πολλούς μετακλητούς.

Στηλίτευσε επίσης τον πολύ μικρό αριθμό γυναικών στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς και την υπαγωγή της μεταναστευτικής πολιτικής στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερε ότι υπουργοί της νέας κυβέρνησης εκπροσωπούν μεγάλα συμφέροντα που έχουν συγκεκριμένες διεκδικήσεις από το ελληνικό Δημόσιο.

Αποπροσανατολιστικό δίλημμα

Ακόμα, ο κ. Σκουρλέτης είπε ότι από το από το 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα σε κίνηση. Με αφετηρία τη σύγχρονη Αριστερά μπόρεσε να εκφράσει συνολικά τον προοδευτικό χώρο. Η δε συζήτηση για μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί αποπροσανατολιστικά. Ο κ. Σκουρλέττης παραδέχτηκε ότι κάτω από την πίεση του κυβερνητικού έργου, το κόμμα είχε εγκαταλειφθεί   το προηγούμενο διάστημα. Εκτίμησε ότι είναι αναγκαία μια μεγάλη συζήτησης αποτίμησης της κυβερνητικής εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο  Πάνος Σκουρλέτης  υπογράμμισε ότι είναι απλοϊκό και αποπροσανατολιστικό το δίλημμα μεταξύ «παλιού» και «νέου» ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, επισήμανε την ανάγκη να αποκτήσει το κόμμα πιο βαθιές κοινωνικές ρίζες. «Κοιτάμε πώς θα φτιάξουμε έναν  ανοιχτό, μαζικό και λαϊκό ΣΥΡΙΖΑ που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής μας», είπε χαρακτηριστικά.

Τέλος, ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ εκτίμησε ότι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της απερχόμενης κυβέρνησης ήταν ότι έδωσε λαβή με λάθη και παραλείψεις της για να ενισχυθεί το «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο».

Πηγή: CNN

Ν. Ξυδάκης: Θα εμπνεύσουμε και θα συσπειρώσουμε ξανά τον κόσμο της Αριστεράς και της Προόδου

Συνέντευξη του υποψήφιου Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Νότιου Τομέα [Β3], Νίκου Ξυδάκη στον Φοίβο Κλαυδιανό και την ιστοσελίδα Real.gr

Facebook Twitter

Τι δεν πήγε καλά για τον ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές; Ήταν το μνημόνιο, τα οικονομικά θέματα, η σκανδαλολογία ή ζητήματα ηθικής και συμπεριφορών;

Η ανάγκη εφαρμογής του τελευταίου μνημονίου μαζί με το κλείσιμο των δύο προηγουμένων στοίχισε. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να σώσει τη χώρα και να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά την ώρα που η ΝΔ του κ. Σαμαρά είχε επιλέξει να δραπετεύσει. Όπως όλες οι κυβερνήσεις που εφάρμοσαν μνημόνια, πλήρωσε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Και πλήρωσε φυσικά και τις αντικειμενικές δυσκολίες.

Αλλά δεν φτάνει νομίζω αυτό ως εξήγηση. Πολλές από τις προσδοκίες των ανθρώπων δεν εκπληρώθηκαν, είτε γιατί υπήρξε υπερεπένδυση σε μία προσδοκία είτε γιατί δεν έφτασε ο χρόνος. Οι πολίτες έχουν τις ανάγκες τους και είναι αναμφίβολα πληγωμένοι από την κρίση. Ο καθένας περιμένει για τον εαυτό του και την οικογένειά του να γίνουν τα πράγματα όπως τα επιθυμεί. Κατανοητό, αλλά δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις μετά από εννέα χρόνια κρίσης.

Ας μην ξεχνάμε, δεν χρεοκόπησε ο ΣΥΡΙΖΑ τη χώρα ούτε βαρύνεται με πολιτικά ή οικονομικά σκάνδαλα. Οι πολιτικές επιλογές των προηγουμένων κυβερνήσεων οδήγησαν στο να χρεοκοπήσει η χώρα, να φτάσει η ανεργία στο 27% και ιδιαίτερα των νέων στο 60%, να περικοπούν μισθοί, να θεσπιστεί ο υποκατώτατος μισθός, να ξενιτευτούν οι νέοι.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να βγει πρώτος στις εκλογές ή στόχος πια πρέπει να είναι η καλύτερη δυνατή θέση στην αντιπολίτευση;

Δεν θα πω κάτι πρωτότυπο αν απαντήσω ότι δίνουμε δύσκολο αγώνα απέναντι σ’ ένα παλιό φθαρμένο σύστημα, το οποίο όμως παραμένει πανίσχυρο οικονομικά και προπαγανδιστικά. Είναι ωστόσο αγώνας που μπορεί να κερδηθεί.

Εμείς πρέπει να εμπνεύσουμε και να συσπειρώσουμε τον κόσμο της Αριστεράς και της προόδου, καθώς το διακύβευμα είναι πολύ σημαντικό. Η επιλογή στήριξης του κ. Μητσοτάκη είναι ψήφος στο παρελθόν, ψήφος στη χρεοκοπία, ψήφος στην επαναφορά της ακραίας λιτότητας και έμμεσα ψήφος στην ακροδεξιά που έχει πλέον τον πρώτο λόγο στην παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Ο κόσμος δεν φαίνεται στα γκάλοπ να πείθεται από τις προειδοποιήσεις του ΣΥΡΙΖΑ για το πρόγραμμα Μητσοτάκη. Τι εκτιμάτε για αυτό;

Δεν μπορείς να πείσεις πάντα με ορθολογισμό και επιχειρήματα. Ο κόσμος είναι θυμωμένος που δεν έγινε η ζωή του όπως ήταν πριν από την κρίση και απευθύνεται όπου του τάζουν μαγικές λύσεις.

Εκτός αυτού είναι δύσκολο να φτάσουν οι προειδοποιήσεις στην εκλογική βάση, καθώς fake news και αλγόριθμοι μίσους στα social media  δεν αφήνουν περιθώρια πραγματικής ενημέρωσης των πολιτών. Εκεί φανήκαμε αδύναμοι.

Πείθονται όμως όλο και περισσότεροι πολίτες, με τις δηλώσεις ή από αυτά που ξεφεύγουν από τον ίδιο τον κ. Μητσοτάκη και τα επώνυμα στελέχη του, που δεν μπορούν να κρύψουν ούτε τον ολιγαρχικό ρεβανσισμό τους, ούτε το μίσος για την Αριστερά, ούτε τον εθνικολαϊκισμό τους, ούτε το αντικοινωνικό οικονομικό τους πρόγραμμα.

Πείθονται όλο και περισσότερο όταν ακούν τον κ. Μητσοτάκη ότι δεν ισχύει αυτό που έλεγε στις ευρωεκλογές για άμεση μείωση των φόρων. Τώρα λέει πως δεν πρόκειται να μειωθούν οι φόροι πριν περάσουν τουλάχιστον δύο χρόνια! Δείτε την υποκρισία με τον Γιάννη Αντετοκούμπο που τον τιμά με επιστολές κτλ., όταν ο ίδιος είχε αρνηθεί να ψηφίσει το νόμο για την ιθαγένεια. Αυτά πρέπει να καταδείξουμε, και να απαντήσουμε με το όραμα για την Ελλάδα που μας αξιζει, μια Ελλάδα δικαιοσύνης και φιλαλληλίας, με ίσες ευκαιρίες για κάθε Έλληνα.

Το ΚΙΝΑΛ δεν αποκλείει, με διαφορετικό τρόπο το κάθε στέλεχος του, την προοπτική συνεργασίας με τη ΝΔ και εξακολουθεί να θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον βασικό αντίπαλο του. Συμφωνείτε με αυτή τη διαπίστωση; Πώς σχολιάζετε και ποια πρέπει να είναι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ ως προς το ΚΙΝΑΛ;

Το ΚΙΝΑΛ παραμένει στην γραμμή που χάραξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, χωρίς τον Βενιζέλο. Ευρισκόμενο σε αποδόμηση και χωρίς ιδεολογική ταυτότητα, προσπαθεί να πείσει πρωτίστως τον εαυτό του πως είναι ο μοναδικός φορέας της κεντροαριστεράς.  Παράλληλα σε ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ κρεσέντο, η κα Γεννηματά πρόσφερε «λευκή επιταγή» στήριξης στη ΝΔ και τον κ Μητσοτάκη μετατρέποντας το ΚΙΝΑΛ σε δεκανίκι της δεξιάς. Μας υποχρεώνει να την αντιμετωπίζουμε, δυστυχώς, με τέτοιους όρους, βγαλμένους από τη δεκαετία του ‘80. Γι αυτό, αλλά και για πολλά ακόμη, που ξεκινούν από την εποχή της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, η στάση του ΚΙΝ.ΑΛ. δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία της Ευρώπης, όπου η συμμετοχή του περιορίζεται στη σκιά του ΣΥΡΙΖΑ. Εμείς απευθυνόμαστε στους προοδευτικούς πολίτες και λέμε: Ελλάδα και ευημερία με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς ισχυρή προοδευτική παράταξη. Αυτό δείχνει η ιστορία, αυτό δείχνει η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μετά.

Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο κοινωνικός και ιδεολογικός χαρακτήρας του ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως μετά από 4,5 χρόνια στην εξουσία;

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόζεται στις γεωπολιτικές απαιτήσεις που επικρατούν στο ελλαδικό και διεθνές σκηνικό, δεν έχει όμως αλλάξει ή μάλλον δεν έχει απωλέσει το ιδεολογικό του στίγμα, που δεν είναι άλλο από την προοδευτική κληρονομιά της δημοκρατικής αριστεράς σε όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη.  Μένει σταθερά στο πλευρό των απλών πολιτών, των πολλών Ελλήνων για δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Κυβέρνηση, δεν έπαιξε απλώς τον ρόλο ενός υποστηρικτή των λαϊκών στρωμάτων. Μπήκε στην μάχη για να κρατηθεί όρθια ολόκληρη η κοινωνία.  Ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας κάτω από συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης και διαχειρίστηκε καταστάσεις πολέμου σε περίοδο ειρήνης. Αυτή είναι η Αριστερά της ευθύνης και της τόλμης.

Ταξικός λόγος, ταξικές θέσεις


IN ΠΟΛΙΤΙΚΗ / BY EPOHI

Του Κύρκου Δοξιάδη

«Οι επενδύσεις δεν φέρνουν μόνο θέσεις εργασίας, αλλά και φόρους υπέρ του Δημοσίου. Χρήματα, δηλαδή, για τα δημόσια νοσοκομεία, για τους δασκάλους και τους καθηγητές. Για τους αστυνομικούς στις γειτονιές. Και έσοδα στο Ασφαλιστικό Σύστημα, ώστε να έχουμε αξιοπρεπείς συντάξεις», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στην Πάτρα.
Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, ο λόγος της Δεξιάς είναι αναγκασμένος να σέβεται τις αρχές στις οποίες αυτές στηρίζονται. Όχι απαραίτητα επειδή τις πιστεύει, αλλά επειδή ένα κόμμα που θα έλεγε στον κόσμο ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα συμφέροντα της ανώτερης κοινωνικής τάξης, δηλαδή για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες, δεν θα είχε ποτέ του την παραμικρή ελπίδα να εκλεγεί στην κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, η ηγεμονία στη δημοκρατία καταχτιέται μόνο μέσα στο πλαίσιο που αυτή ορίζει. Οι (όποιοι) «πολλοί» πρέπει να πείθονται ότι τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετεί το κόμμα που θα εκλέξουν.

Ηγεμονία σε τρία αλληλοδιαπλεκόμενα επίπεδα

Την εποχή του ισχυρού κοινωνικού κράτους, ήτοι κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στη Δυτική Ευρώπη, τα πράγματα για τη Δεξιά ήταν σχετικά εύκολα. Δεδομένου ότι είχε και η ίδια αποδεχτεί ότι η κοινωνική μέριμνα για τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις αποτελεί απαράβατο κανόνα του δημοκρατικού παιχνιδιού. Δεν ήταν, λοιπόν, δύσκολο να πείσει πως ενδιαφέρεται για τους πολλούς.
Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δοκιμάστηκαν πρώτα σε ένα καθεστώς όπου δεν χρειαζόταν ηγεμονία – στη στυγνή και αιματοβαμμένη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή. Το ότι κατόρθωσε ο νεοφιλελευθερισμός να επικρατήσει και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης κατά τις επόμενες τρεις περίπου δεκαετίες οφείλεται σε μια ποικιλότροπα οργανωμένη νέα επιθετική στρατηγική του διεθνούς καπιταλισμού, που συνίστατο σε μια επισφαλή και πρόσκαιρη επίτευξη ηγεμονίας. Εντελώς επιγραμματικά, η εν λόγω «ηγεμονία», για όσο κράτησε, συγκροτήθηκε σε τρία αλληλοδιαπλεκόμενα επίπεδα.
Στο επικοινωνιακό, η ακατάπαυστη προβολή -με την επιστράτευση όλων των μέσων, από τη μυθοπλασία και τα «ρηάλιτυ» μέχρι τις νέες «φιλοσοφίες περί ζωής»- του ατομοκεντρικού ανταγωνισμού ως της μοναδικής αληθινής ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο οικονομικό, η συστηματική προώθηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως του πεδίου εκείνου όπου κάθε «ικανός και τολμηρός» μπορεί να διαπρέψει. Και στο πολιτικό επίπεδο, η εκμετάλλευση στο έπακρο της παταγώδους αποτυχίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ούτως ώστε να απαξιωθεί κάθε σοσιαλιστικό ιδεώδες αλλά και η πολιτική συμμετοχή γενικότερα – πράγμα που είχε ως περαιτέρω «παρενέργεια» την βαθύτατη υπονόμευση των ίδιων των δημοκρατικών θεσμών.

Χάριν του ασύδοτου καπιταλισμού

Την εποχή της κρίσης, το αφήγημα του «ανταγωνιστικού» και συνεπώς επιτυχημένου ατόμου, που μπορεί να είναι ο/η οποιοσδήποτε/οποιαδήποτε, έχει σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει. Και η δημοκρατία έχει μεν υπονομευθεί, αλλά εφ’ όσον εξακολουθούν να γίνονται εκλογές χρειάζεται μια νέα απεύθυνση στους «πολλούς» που να μπορεί να πείθει για την αναγκαιότητα του ασύδοτου καπιταλισμού. Αφού δεν μπορούμε λοιπόν όλοι να γίνουμε πλούσιοι, ας έχουν εμπιστοσύνη οι φτωχοί στους πλούσιους και κάτι θα κερδίσουν κι αυτοί. Επανερχόμαστε έτσι στην κυνική προτροπή του Χάγιεκ, που υποστήριζε πως πρέπει να πειστούν οι –πολλοί-«απασχολούμενοι» ότι η ελευθερία και η ευημερία τους εξαρτώνται, έμμεσα έστω, από την ελευθερία κινήσεων των –λίγων- επιχειρηματιών.
Φορολογικές ελαφρύνσεις στους πλούσιους, για να κάνουν επενδύσεις που θα φέρουν περισσότερες θέσεις εργασίας αλλά και… περισσότερους φόρους, ούτως ώστε να ωφεληθούν και οι φτωχοί. Αυτό δηλώνει τώρα πως θα πράξει ο Κ. Μητσοτάκης, και δύσκολα βλέπω τη ΝΔ να διατείνεται ότι δεν το εννοούσε ακριβώς έτσι. «Trickle-down economics» καλείται η σχετική θεωρία – «αργή ενστάλαξη των ωφελειών από την ανώτερη στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις» θα ήταν ίσως μια περιφραστική μετάφραση του όρου.

Η αμφισημία του όρου «μεσαία τάξη»

Ο ίδιος ο Χάγιεκ αναγνώριζε τη δυσκολία να είναι πειστική για τις κατώτερες τάξεις η εν λόγω θεωρία. Ωστόσο, τούτη η εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, καθ’ ότι πιο «κυνική» από την αφελέστερη εκδοχή του –«όλοι μπορούν να γίνουν πλούσιοι»-, έχει ένα πλεονέκτημα, που αφορά την αμφισημία του όρου «μεσαία τάξη». Αν η ΝΔ παραδεχόταν ευθαρσώς ότι την ενδιαφέρουν μόνο οι φοροελαφρύνσεις των ούτως ή άλλως κατά μέγα μέρος φοροφυγάδων μεγαλοεπιχειρηματιών, δύσκολα θα φαινόταν επαρκώς ελκυστική ώστε να κερδίσει τις εκλογές. Εκμεταλλευόμενη όμως την εκφρασμένη στις ευρωεκλογές δυσαρέσκεια της «μεσαίας τάξης» εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβάνει και δαύτην στην απεύθυνσή της όταν μιλάει για δραστικές φορολογικές ελαφρύνσεις που θα επιφέρουν την πανάκεια των επενδύσεων. Το ότι κάτι τέτοιο, όπως εξηγεί ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ανέφικτο χωρίς δραστική περικοπή δημόσιων δαπανών λίγο την απασχολεί. Αφού οι επενδύσεις θα φέρουν φόρους…

* Ο Κ. Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στους παλιούς φίλους και συντρόφους στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ

Ακούω, διαβάζω, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη στάση συντρόφων, ανδρών και γυναικών, για τα διακυβεύματα των βουλευτικών εκλογών. Ανθρώπων που στο πρόσφατο παρελθόν συμπορευτήκαμε στο ίδιο κόμμα και άλλων που δουλέψαμε από κοινού στο πλαίσιο των κινημάτων και των κοινωνικών αντιστάσεων. Γνωρίζω ότι εκείνοι που κυρίως γράφουν μια ανελέητη κριτική εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η πλειοψηφία των ανέντακτων αριστερών. Οι πολλοί επιλέγουν τη σιωπηρή υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ. Σιωπηρή γιατί ενδεχομένως δεν είναι σίγουροι για την επιλογή τους, μπορεί γιατί δεν αντέχουν τη διαδικτυακή αποδοκιμασία, ούτε την αποδοκιμασία των μικρών κοινοτήτων.

Όπως και να έχει νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να ειπωθούν ευθέως ορισμένα πράγματα για τη στρατηγική της Αριστεράς και τα διακυβεύματα της συγκυρίας. Με αυτά κρίνονται τα πεπραγμένα κάθε κόμματος που αναφέρεται στην Αριστερά, με αυτά κρίνονται τα προγραμματικά και τα ιδεολογικά πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ. Με τα πραγματικά στοιχεία του παρόντος, με τις πράξεις, τις αντιφάσεις, τους καταναγκασμούς. Με αυτά και όχι με τις προβολές ενός μέλλοντος που το ζωγραφίζουμε κατά το δοκούν.

Να θυμίσω ότι από παλιά, όσοι και όσες συμμετείχαμε στα κριτικά ρεύματα του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ: το Κοκκινοπράσινο, την ΑρΕν, στους  53, τη Νεολαία, θέταμε δύο βασικά κριτήρια για να αποτιμήσουμε τη δράση και τη φυσιογνωμία του κόμματος μας. Το κοινωνικό ζήτημα και τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις.

Για μας ήταν αδιανόητο κόμμα της Αριστεράς να μην αναδεικνύει, να μην υπερασπίζεται το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή την πάλη ενάντια στη λιτότητα, τις ανισότητες, ενάντια στη διάλυση και εμπορευματοποίηση του κοινωνικού κράτους, την πάλη υπέρ της καθολικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων και την υπεράσπιση της εργασίας. Να υπερασπίζεται βέβαια το κοινωνικό ζήτημα στον παρόντα χρόνο, γι’ αυτούς που ζουν και εργάζονται σήμερα, χωρίς παραπομπές δηλαδή σε καλύτερες εποχές στο όνομα του σοσιαλισμού. Το όραμα του κομμουνισμού για μας είναι αυτό που προεικονίζεται στο σήμερα.

Το δεύτερο κριτήριο, οι κοινωνικές εκπροσωπήσεις, είναι το καθοριστικό ότι βαδίζουμε σωστά. Θυμίζω ότι οι μεταλλάξεις των αριστερών και εργατικών κομμάτων συντελέστηκαν ταυτόχρονα με τη μετάθεση των κοινωνικών τους εκπροσωπήσεων. Σταμάτησαν να απευθύνονται στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα και επέλεξαν να απευθύνονται με λόγια και με έργα στα δυναμικά στρώματα της κοινωνία, στους νικητές της αγοράς. Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν συνέβη η μετάλλαξη, αντίθετα συνετελέσθη κάτι που ούτε στα καλύτερα όνειρά μας δεν είχαμε φανταστεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει σήμερα αυθεντικά τους «από κάτω της κοινωνικής πυραμίδας»: τη μισθωτή εργασία, τους άνεργους, τους αποκλεισμένους, τα λαϊκά στρώματα.

Προστιθέμενο στα δύο παραπάνω κριτήρια, ο ΣΥΡΙΖΑ υπηρέτησε και ένα τρίτο, την ελευθεριακή ατζέντα. Γνωρίζω ότι δεν είναι στην οικοσκευή πολλά τμημάτων της Αριστεράς τα ζητήματα των ελευθεριών και της αυτοπραγμάτωσης. Αρκετοί τα θεωρούν επινόηση του καπιταλισμού προκειμένου να υπονομευτεί η ταξική ταυτότητα. Αυτή η διαμάχη υπάρχει εδώ και 50 χρόνια. Ευτυχώς η ριζοσπαστική Αριστερά δεν υποτίμησε ποτέ αυτά τα στοιχεία των πολλαπλών ταυτοτήτων που μπορεί να έχει ένας αριστερός, να είναι δηλαδή εργάτης, οικολόγος, ομοφυλόφιλος και διεθνιστής ταυτόχρονα.

Μάθαμε όλα αυτά τα χρόνια να μελετάμε και να αποκρυπτογραφούμε τη μεγάλη εικόνα, αυτό που συμβαίνει στον κόσμο, ποιες είναι οι τάσεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, πως δημιουργούνται τα αντίβαρα από τον κόσμο της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων. Πως, με ποιους τρόπους, όλοι αυτοί: η Αριστερά, οι εθνικές κοινωνικές αντιστάσεις και τα διεθνή αντικαπιταλιστικά κινήματα συνεννοούνται σε ένα δυναμικό –με την έννοια του “απρογραμμάτιστου”- σχέδιο μετασχηματισμού. Ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η έννοια του «γαλατικού χωριού» και της εθνικής αναδίπλωσης αποτελούν τη στρατηγική απάντηση της Αριστεράς σε αυτήν , την ύστερη περίοδο  του καπιταλισμού. Ούτε ότι γίνεται να εγκατασταθεί ο σοσιαλισμός σε μια χώρα όταν η νεοφιλελεύθερη στρατηγική του καπιταλισμού παραμένει αλώβητη. Αυτά τα λίγα για όσους μας κατηγορούν που δεν επιλέξαμε την έξοδο από την Ε.Ε. και την «αυτόκεντρη ανάπτυξη».

Κάποιοι από τους επικριτές χρεώνουν στο ΣΥΡΙΖΑ εκπασοκισμό, λέγοντας ότι στις γραμμές του υπηρετούν άνθρωποι του παλιού πολιτικού προσωπικού του που μετακόμισαν, ότι δεν υπάρχει κόμμα αλλά μόνο ο πρόεδρος με παράγοντες του ΠΑΣΟΚ και της κεντροαριστεράς. Και άλλοι ότι το κόμμα είναι «βαρίδι» με το οποίο ο Α. Τσίπρας πρέπει να ξεμπερδεύει και να ανοιχτεί στη λαοθάλασσα της κεντροαριστεράς.

Είναι έτσι τα πράγματα;

Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 προσεταιρίστηκε τη μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, είναι επίσης δεδομένο ότι από τότε προσχώρησε στις γραμμές του ένα πολιτικό προσωπικό που διαφώνησε με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Η μεγάλη πλειοψηφία από αυτό το δυναμικό δεν δημιούργησε πολιτικό ή ταυτοτικό ζήτημα, παρ’ όλο που οι επιλογές και οι συγκρούσεις ήταν εξαιρετικά δύσκολες όλη αυτή την περίοδο. Από το Μνημόνιο, μέχρι τις Πρέσπες και την ταυτότητα φύλλου, υπερασπίστηκαν όλες τις επιλογές. Είναι ακριβές ότι οι Πρέσπες, τα ζητήματα φύλου, οι τομές στο σωφρονιστικό σύστημα, οι αλλαγές στους Κώδικες και στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης άνοιξαν ένα πλατύ διάλογο με τις δυνάμεις της κεντροαριστεράς και ορισμένες εντάχθηκαν στο σχήμα ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία.

Δεν είμαι σίγουρος ότι η συμμαχία απέδωσε εκλογικά, είναι βέβαιο όμως ότι απέδωσε στη «διαχείριση των συμβόλων». Στην πολιτική σκακιέρα  ο ΣΥΡΙΖΑ με τις κινήσεις του έσπασε την απομόνωση, αποδυνάμωσε τους ισχυρισμούς της ΝΔ ότι είναι μόνος, ανάδελφος και αποδιοπομπαίος. Μπορεί να μην έσπασε την άτυπη συμμαχία όλης της αντιπολίτευσης με το σύνθημα «να φύγουν», στην οποία πρωτοστατούσαν η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι, όλοι οι υπόλοιποι. Δημιούργησε όμως ρωγμές…

Στο τακτικό επίπεδο, μετέφερε στο εσωτερικό του ΚΙΝΑΛ το δίλημμα με ποιους θέλει να συγκυβερνήσει. Μπορεί στο κόμμα της κ. Γεννηματά, του κ. Βενιζέλου, του κ. Λοβέρδου να μη διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά η γραμμή της «στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ», διανθίστηκε με μια μικρή δόση  διμέτωπου, με ελαφρά κριτική στη ΝΔ,  για όσους φυσικά ενδιαφέρθηκαν να την υπηρετήσουν. Όχι βέβαια ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Ακόμα όμως και μετά την εκπαραθύρωση του τελευταίου, η γραμμή Βενιζέλου,  της μονόπλευρης αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ, διατηρήθηκε ακέραια.

Είναι σωστή η κριτική ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επανειλημμένα υπέκυψε στην επικοινωνιακή διαχείριση των προσώπων και πολλές φορές οι επιλογές προσώπων στην κυβέρνηση και τα ψηφοδέλτιά του έγινα με κριτήριο το πολιτικό και επικοινωνιακό «σταρ σύστεμ».

Είναι σωστή η κριτική και η αυτοκριτική ότι αυτά τα 4 χρόνια αποδυναμώθηκε η συμβολή του κόμματος, ότι η διεύθυνση ήταν στην ευθύνη μιας ολιγομελούς ομάδας, ότι πολλές φορές συμπεριφερθήκαμε καθεστωτικά, αλαζονικά, κουνώντας το δάχτυλο, ότι «διαμερισματοποιήθηκε» η πολιτική γραμμή και η πολιτική ευθύνη, ότι, ότι, ότι.

Εν τούτοις είναι επιφανειακή και εν πολλοίς υστερόβουλη η κριτική ότι δεν υπάρχει κόμμα. Κριτική που ακούγεται στα «καφενεία», κάποιες φορές στις οργανώσεις και μερικές φορές στα επιτελεία. Ο ισχυρισμός ενορχηστρώνεται με βεβαιότητα από δημοσιογραφικούς κύκλους του «συμπολιτευόμενου» τύπου. Επώνυμοι δημοσιολόγοι καλούν τον Τσίπρα να τελειώνει με «το κόμμα του 4%», να ανοιχτεί στις μάζες των ψηφοφόρων αδιαμεσολάβητα. Δεν γνωρίζουν, ίσως δεν θέλουν να θυμούνται ότι όσα κόμματα επιχείρησαν μία παρόμοια μεταμόρφωση είτε μεταλλάχθηκαν  σε κόμματα του νεοφιλελεύθερου τόξου, είτε διαλύθηκαν, είτε μεταμορφώθηκαν σε ένα ιδιόμορφο μόρφωμα «αριστερού περονισμού».

Τα μέλη του κόμματος, οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν ότι το κόμμα είναι εδώ, διάχυτο στις οργανώσεις, την κυβέρνηση, την τοπική αυτοδιοίκηση, στην κοινοβουλευτική ομάδα και την Ευρωβουλή. Όπως οφείλει να είναι επίσης παρόν στις κοινωνικές οργανώσεις, σε πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης και σε νέα παραγωγικά εγχειρήματα.

Όλοι αυτοί –και άλλοι πολλοί που δεν είναι σήμερα στις γραμμές μας- πήραν ένα κόμμα που αγκομαχούσε να μπει στη Βουλή και έφτιαξαν μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα ένα κόμμα αριστερό και πλειοψηφικό. Όλοι αυτοί έχουν λόγους να το διατηρήσουν. Χρειαζόμαστε ένα νέο ξεκίνημα στο κόμμα που να συνυπάρχει το ιστορικό με το νέο, η κοινωνική γείωση με τη συνεχή πρωτοβουλία στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ο αναστοχασμός με την παραγωγή θεωρίας σε ένα κόσμο μεγάλης διακινδύνευσης και μεταβλητής γεωμετρίας. Χρειαζόμαστε ένα κόμμα ανοικτό, πλουραλιστικό, συμμετοχικό και δημοκρατικό, ένα μεγάλο κόμμα.

Δεν μας γοητεύουν κόμματα τύπου ΜεΡΑ 25, με χαρισματικούς ηγέτες, «πολύφερνους» και «πολυπράγμονες», χωρίς διαδικασίες, ιδεολογία και όρια. Χωρίς κοινωνικές αναφορές. Ένα κόμμα που την ίδια στιγμή φλερτάρει , με την εκσυγχρονιστική  σοσιαλδημοκρατία και την άλλη με ιδέες της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ένα κόμμα ασπόνδυλο, εγωκεντρικό και ναρκισσιστικό,  που στη βιτρίνα του χωρούν οι πάντες, από «πατριώτες» μέχρι νεοφιλελεύθερους κοσμοπολίτες, φτάνει να είναι διάσημοι.

Ούτε μας συγκινούν πλέον κόμματα αδιάλλακτα, περίκλειστα και  αυτοαναφορικά,  που μέγιστο μέλημα τους είναι «η ιδεολογική καθαρότητα» και αντίπαλός τους κάθε άλλη εκδοχή της Αριστεράς.

Καταλαβαίνουμε ότι στις μέρες μας δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτονόητο να μιλάς για ένταξη σε κόμματα και σε κινήματα, γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τη συντηρητική στροφή  που συντελείτε σε κάθε γωνιά του πλανήτη, την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και της «μεταδημοκρατίας», την υποχώρηση της Αριστεράς..

Η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης καβάλησε το κύμα της συντηρητικής παλινόρθωσης που σαρώνει στο διάβα του όλο τον κόσμο. Το μείγμα του νεοσυντηρητισμού περιλαμβάνει την εθνικιστική νοσταλγία της ταυτότητας, παρέα με την ακροδεξιά ρητορική, είναι απέναντι στην ελευθεριακή ατζέντα και -φυσικά- εμπερικλείει την αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού των ανισοτήτων και της ατομικής επιβίωσης. Είναι οι νικητές των αγορών που αναγνωρίζουν το εαυτό τους σε αυτό το κύμα εγωισμού. Είναι οι ηττημένοι  της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, της έξαρσης του φόβου, της σύγχυσης της ξενοφοβίας και της ανασφάλειας που αναζητούν ταυτότητα σε κάθε τι παρωχημένο και οπισθοδρομικό. Όλοι μαζί διάγουν στο βασίλειο του ατομικού, της προσωπικής ανέλιξης ή της ατομικής διάσωσης ως υπέρτατη αξία, όλοι εναντίον όλων και οι φτωχοί να πάνε να πνιγούνε.

Η ΝΔ ανήκει στην ίδια ιδεολογικο- πολιτική οικογένεια με τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου, τον Βέμπερ και τους ηγέτες των χωρών του Βίζενγκραντ και η συνταγή είναι η ίδια παντού: υποτίμηση της εργασίας, παράδοση του κοινωνικού κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα, φοροελαφρύνσεις για τους πλούσιους και τις επιχειρήσεις, το “Νόμος και Τάξη”, η διαχείριση δηλαδή του φόβου και της ανασφάλειας των πολιτών, η στοχοποίηση του «άλλου» .

Η ΝΔ εγκαίρως έβαλε σε εφαρμογή το σύνολο της συνταγής Τραμπ: τα fake news, τη δολοφονία χαρακτήρων, την επινόηση και την κατασκευή σκανδάλων, τον οχετό στο διαδίκτυο, χωρίς να υστερεί σε χυδαιότητα η κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση. Η συνταγή αποδίδει, διαπιστωμένα.

Αγαπητοί φίλοι και αγαπητές φίλες.

Αυτά είναι κατά τη γνώμη μου τα διλήμματα, τα διακυβεύματα, όχι μόνο των βουλευτικών εκλογών, αλλά όλης της περιόδου. Από αυτά δεν μπορούμε να αποδράσουμε αλλά ούτε να αγνοήσουμε.