Αρχείο κατηγορίας H Επόμενη Μέρα Από Τα Αριστερά

Κύρκος Δοξιάδης: «Νεοφιλοφασισμός»

  • Εφημερίδα Εποχή
  • Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Ξεκινώντας από τις ευρωεκλογές, να σου θέσουμε το εξής ερώτημα: εμείς, ως Αριστερά, έχουμε ορίσει το περιεχόμενό τους, τη σημασία τους. Ο κόσμος πώς τις βλέπει και εδώ και στην Ευρώπη;


Να εξετάσουμε την ερώτηση σε διαφορετικά επίπεδα. Ένα πρώτο, γενικό επίπεδο, το οποίο όμως έχει να κάνει και με την ιδιαιτερότητα αυτών των ευρωεκλογών, είναι ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ. Δεν είναι θεωρητικό το ζήτημα, ανέκυψε με οξύτητα στα χρόνια της κρίσης, το νιώσαμε στο πετσί μας. Ουσιαστικά η έννοια και η ουσία των μνημονίων και το πώς εφαρμόστηκαν συνίστανται στο ότι υπάρχουν μηχανισμοί, οι οποίοι σε τεράστιο βαθμό είναι ανεξέλεγκτοι από τα εθνικά κοινοβούλια. Το λένε σχεδόν όλοι αυτό – πχ για θεσμούς όπως το Eurogroup ή το Euroworking group. Θεσμοί ανεξέλεγκτοι, αλλά με καθοριστική σημασία όσον αφορά την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής. Το γεγονός, ύστερα από αυτή την εμπειρία, ότι θα ψηφίσουμε για ένα θεσμό, όπως το Ευρωκοινοβούλιο, που παρά όλα τα στραβά του είναι ο μόνος αντιπροσωπευτικός, καθιστά αυτές τις εκλογές σημαντικές. Μπορεί να συμπεράνει κανείς, ακόμη και μη ειδικός στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ότι πολλά από όσα συμβαίνουν ούτε καν σε επίπεδο ευρωκοινοβουλίου μπορεί να ελεγχθούν. Θα έπρεπε, λοιπόν, ο θεσμός να ενισχυθεί και αυτό θα έπρεπε να είναι μια πλευρά του περιεχομένου της ψήφου. Το δεύτερο επίπεδο, είναι το οξύ θέμα της ανόδου της ακροδεξιάς, που υπάρχει φόβος να ενισχυθεί σε βαθμό επικίνδυνο, κρίσιμο σ’ αυτές τις εκλογές. Πρέπει, με την ψήφο, να αποτραπεί, να αποφευχθεί, κατά το δυνατό, η άνοδος της ακροδεξιάς. Τα δύο αυτά επίπεδα αφορούν αυτό που πρέπει να γίνει. Τώρα, όσον αφορά το πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες το ζήτημα, νομίζω ότι δεν έχουν αλλάξει πολύ οι οπτικές τους σε σχέση με παλαιότερες ευρωεκλογές. Δηλαδή, πάλι μετράει περισσότερο η σημασία τους για τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, όχι ως ψήφος για ουσιαστική ισχύ ως προς ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη.

Ο ενοχλητικός ΣΥΡΙΖΑ

Είμαστε, όμως, λίγο χρόνο – μήνες – και από τις εθνικές εκλογές. Ποια η στρατηγική των κομμάτων, ποιο το επίδικο αυτών των εκλογών; Πώς εγγράφονται και στο κοινωνικό – συλλογικό επίπεδο;
Τεράστιο θέμα με πολλές διαστάσεις. Νομίζω ότι το επίδικο, όσον αφορά τα αστικά κόμματα, είναι να κλείσει, επιτέλους, αυτή η αφόρητη και τεράστια παρένθεση. Εδώ βλέπει κανείς να υπάρχει μια εντυπωσιακή συσπείρωση. Είναι ενδεικτικό για το πόσο βαθιά ταξική είναι η πολιτική διαμάχη τα τελευταία χρόνια, η πρωτοφανής συσπείρωσή τους, όσο και αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, ιδίως η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Παρά το ιστορικό τους μίσος, τα δύο κόμματα έχουν αγαστή σύμπνοια σχεδόν σε όλα τα ζητήματα εναντίον τού ΣΥΡΙΖΑ. Πέραν αυτού του αμυντικού στόχου της αστικής παράταξης, θέλουν να επαναφέρουν την κατάσταση όπως ήταν πριν ανακύψει αυτή η ενοχλητική ιστορία που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Το νέο, ίσως, είναι ότι, μαζί με την προσπάθεια αποκατάστασης της προηγούμενης άκρως νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, επανακάμπτει μια συστημική ακροδεξιά, θα την ονομάζαμε, η οποία σε υφέρπουσα μορφή πάντοτε υπήρχε στο κόμμα της Δεξιάς, αλλά δεν είχε βγει στην επιφάνεια, όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό με αφορμή και στήριγμα το περίφημο Μακεδονικό. Αυτό λειτούργησε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τώρα, όπως και τότε, νομίζω πως αποτελεί ένα είδος κομβικού στρατηγικού σημείου που χρησιμεύει στη Δεξιά και γενικότερα στις αστικές δυνάμεις να συνδεθούν με τον «παλιό καλό τους εαυτό» τής προδικτατορικής δεξιάς προς μια κεκαλυμμένη ή και εμφανή ακροδεξιά κατεύθυνση.

Το Μακεδονικό, όπως τέθηκε, πόσο είναι τακτική, να πάρουν ψήφους, πόσο ουσιαστικό δομικό στοιχείο;


Το τακτικό στοιχείο σίγουρα παίζει ρόλο. Θυμίζω ότι στην αρχή, όταν τέθηκε το Μακεδονικό, υπήρξε ταλάντευση στη ΝΔ. Σίγουρα έπαιξε ρόλο το ότι, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά, αυτή τη φορά τάχθηκε ξεκάθαρα προς μια αντιεθνικιστική κατεύθυνση, το είδαν ως ευκαιρία να κάνουν εύκολη αντιπολίτευση, στηριζόμενοι στο ότι υπάρχουν τα γνωστά διάχυτα εθνικιστικά χαρακτηριστικά στην κοινωνία. Αλλά αυτό το τακτικό στοιχείο έβγαλε στην επιφάνεια βαθύτερα, δομικά στοιχεία. Το βλέπουμε και στα ελληνοτουρκικά, αλλά στο Μακεδονικό διαφέρει, το είχαμε από παλιά, από το 1992. Σε μεγάλο βαθμό τότε συμμετείχε και μεγάλο μέρος της Αριστεράς, δυστυχώς, παρά κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις. Το φαινόμενο, τότε, Σαμαρά ήταν το νήμα που συνδεόταν με τον Αβέρωφ και τους συν αυτώ, που ποτέ τους δεν χώνεψαν ότι υπήρξε μεταπολίτευση, ότι η Ελλάδα μετά το 1974 έγινε μια γνήσια δημοκρατική χώρα. Θέλησαν να το υπονομεύσουν, πράγμα όχι εύκολο ούτε επί Κωνσταντίνου Καραμανλή ούτε μετά επί Ανδρέα Παπανδρέου που έγιναν κάποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Υπ’ αυτή την έννοια η λεγόμενη στροφή προς την ακροδεξιά της ΝΔ σε ένα επίπεδο είναι όντως εντυπωσιακή, από την άλλη όμως δεν είναι και κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει και πολύ, υπό την έννοια ότι τώρα απλώς βγαίνει στην επιφάνεια. Ως προς το Μακεδονικό, η διαφορά είναι ότι τώρα δεν υπάρχει ευρεία συναίνεση όπως στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε μια πάρα πολύ καλή στάση. Η ΝΔ τώρα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για διχαστική πολιτική και από την πλευρά της έχει δίκιο. Διότι ναι μεν είχαν συμφωνήσει σε επίπεδο κορυφής για σύνθετη ονομασία, αλλά στο κοινωνικό πεδίο είχε εξακολουθήσει να επικρατεί η εντύπωση ότι η κοινή θέση είναι «κανένα παράγωγο του όρου Μακεδονία». Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, επίσης ορθά λέει ότι η σύνθετη ονομασία ήταν η «εθνική γραμμή», αλλά διατυπωνόταν μόνο σε επίπεδο κορυφής και με τους Ευρωπαίους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, τόλμησε να πει «ειρήνη στα Βαλκάνια, συνανάπτυξη, συνεργασία με τους γείτονες» κτλ. Σε κάποιον κόσμο αυτό πέρασε, ευτυχώς, και έσπασε την εθνικιστική συναίνεση. Αλλά ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, ακόμη, παραμένει στα παλιά.

Οι επιπτώσεις του Μακεδονικού

Κατά τη γνώμη σου η στάση στο Μακεδονικό μετατοπίζει ψήφο;


Είναι ένα τεράστιο θέμα και κρίσιμο, αν το δεις εκλογικά. Δεν ξέρω πόσο αξιόπιστες είναι οι δημοσκοπήσεις για να εξετάσουμε αυτό το λεπτό ζήτημα. Έχω, όμως, μια υποψία ότι, δεδομένου ότι ο κόσμος έχει καταλάβει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πετύχει μια σειρά σημαντικά πράγματα, μέτρα κτλ, το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη ανακάμψει ουσιαστικά, μάλλον πρέπει να οφείλεται στη δυσαρέσκεια για το Μακεδονικό. Κάνω αυτή τη σκέψη, αλλά διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα δημοσκοπικά ευρήματα σ’ αυτό το θέμα απ’ όσο ξέρω. Τώρα, ως προς τη στάση της ΝΔ για τα ελληνοτουρκικά, που κινδυνολογεί, με αυτοσυγκράτηση έστω, είναι για να σπρώξουν τα πράγματα σε μια κατεύθυνση που «στριμώχνει» τον ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο τακτικής, και, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αποτελεί συνέχεια με την παλιά δεξιά γραμμή. Είναι συνολικά μια βαθιά στρατηγική για τη Δεξιά, δεν την έχει εγκαταλείψει, που μ’ αυτή επιδιώκει ηγεμονία και έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Κ. Μητσοτάκης, ωστόσο, διατείνεται ότι ως κύριο σημείο αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει την οικονομία.


Ναι, είναι και τα δυο, σίγουρα. Χρησιμοποίησα τελευταία ένα νεολογισμό σε άρθρα μου: «νεοφιλοφασισμός», δηλαδή μαζί νεοφιλελευθερισμός και ακροδεξιά. Το βλέπουμε ως τάση και στην Ευρώπη, για διαφόρους λόγους. Αυτό το πάντρεμα ακροδεξιάς και νεοφιλελευθερισμού, ούτε θεωρητικά ούτε πολιτικά είναι αδιανόητο. Να πούμε και το εξής: ο νεοφιλελευθερισμός τι είναι; Είναι σκληρός καπιταλισμός. Αυτό δεν είναι εύκολο να κερδηθεί με συναίνεση ως πολιτική, δεν έγινε ποτέ. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ευρώπη ο καπιταλισμός δεν ήταν τόσο σκληρός, υπήρχε κοινωνικό κράτος, «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» κτλ. Στη σύγχρονη εποχή και μέχρι τώρα στην Ευρώπη τα νεοφιλελεύθερα μέτρα επιβάλλονταν από τους θεσμούς, όπως είπαμε πριν, μιλώντας για το δημοκρατικό έλλειμμα. Αν αυτό δεν κριθεί επαρκές, και υπάρξουν ανταρσίες κατά τόπους, μπορεί η προσφυγή στις συνεργασίες με την ακροδεξιά να κριθεί ως έσχατη λύση. Προκύπτει δε, και αντίστροφα: ακροδεξιές δυνάμεις υιοθετούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δεν είναι τυχαίο. Στην Ελλάδα η τάση εντοπίζεται στη ΝΔ με τη στροφή στην ακροδεξιά.

Η αποτίμηση του κυβερνητικού έργου

Να έλθουμε στην Αριστερά τώρα, τον ΣΥΡΙΖΑ. Να κάνουμε, πρώτα, μια εκτίμηση της κυβερνητικής του θητείας;


Κατά την άποψή μου το σημαντικό ζήτημα είναι να σκεφτούμε τι διαφορετικό θα μπορούσε να γίνει πέρα από αυτό που συνέβη. Είχαμε μια ήττα το 2015, μια τρομερά σημαντική υποχώρηση που υπέστη η Αριστερά, βρέθηκε σε κατάσταση άμυνας, κατάφερε να εκλεγεί τον Σεπτέμβρη και από εκεί και πέρα άσκησε μια πολιτική, έστω «με την κοινωνία όρθια», που προσδιορίστηκε, όμως, από τον συμβιβασμό της. Εδώ θα πρέπει να κατανοήσουμε τον θεσμικό δυϊσμό: δεν υπάρχει δημοσιονομική αυτονομία στην Ευρωζώνη. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, και μάλιστα με τη συγκεκριμένη δέσμευση σκληρού μνημονίου, τι εναλλακτική υπήρχε; Να παραδώσει τα όπλα, δηλαδή να παραδεχθεί ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αριστερή κυβέρνηση, οπότε θα παρέδιδε το κράτος «σαν φρούριο» σε μια άλλη δύναμη που «της ταιριάζει» πιο πολύ η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στο σύγχρονο κράτος, όμως, δεν ασκείται έτσι η πολιτική. Το κράτος δεν είναι φρούριο, έχει ορισμένες λειτουργίες, οι οποίες επιτελούνται ούτως ή άλλως, κάποιος πρέπει να τις εκτελέσει και, αν δεν το κάνει η Αριστερά, θα το κάνει άλλος με τρόπο πιο επώδυνο για τις μάζες. Αυτό ήταν το δίλημμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επομένως, καλά έκανε, δεν μπορούσε να παραδώσει τα όπλα. Μπορεί να κατάφερνε, έτσι, να διασώσει, πρόσκαιρα, την «ταξική του συνέπεια», την «αριστερή του αξιοπρέπεια», αλλά σ’ ό,τι αφορά το ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις για τις λαϊκές τάξεις θα ήταν πολύ χειρότερα. Μ’ αυτό το δεδομένο δεν μπορώ να έχω απορριπτική στάση, κατάφερε, ακριβώς επειδή είναι αριστερή δύναμη και στα πολύ στενά περιθώρια που είχε, μια σειρά πράγματα, να περισώσει κάπως την κατάσταση.

Τώρα, στη βάση αυτού του έργου που λες, που συνοπτικά είναι το τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων, η μη κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, η οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης, τα διάφορα αξιακά μέτρα, το Μακεδονικό κ.ά. υπάρχει μια αυξημένη αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ, ο υγειονομικός κύκλος υπέστη πλήγματα, με αποτέλεσμα να συσπειρώσει μέρος του κόσμου που έχασε ή και άλλους. Πώς μπορεί να οργανώσει την πολιτική του με βάση αυτά;


Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να δούμε πιο καθαρά αυτές τις τάσεις που ανέφερες, την έκτασή τους. Η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ αυξήθηκε μεν είναι όμως χαμηλά, πάντα. Όσον αφορά την προσέλευση άλλων δυνάμεων, εξ αιτίας της στάσης του στο Μακεδονικό, επίσης χρειάζεται συζήτηση. Καταρχάς δεν εκφράζω καμιά επιφύλαξη, καλά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και ανοίγεται σε αυτές τις δυνάμεις, εκτιμώ πολύ τη στάση τους, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τη στάση άλλων δυνάμεων της «Κεντροαριστεράς» στο Μακεδονικό. Από την άλλη όμως είναι ένας κόσμος που κατά βάση περιορίζεται στο Μακεδονικό ως προς την προσέγγισή του στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι οι δυνάμεις που βλέπουν αρνητικά την ακροδεξιά στροφή του Κ. Μητσοτάκη και τούτο είναι σημαντικό, ασφαλώς.

Η πολιτική του προοδευτικού πόλου

Το κείμενο της «Γέφυρας», ωστόσο, δεν περιορίζεται στο Μακεδονικό ή την ακροδεξιά στροφή της ΝΔ. Θέτει και ζητήματα όπως το κοινωνικό κράτος, ο νεοφιλελευθερισμός.


Σύμφωνοι, είναι όμως ένα κείμενο και ένα κίνημα που προς το παρόν, τουλάχιστον, εκφράζεται σε επίπεδο προσωπικοτήτων, κυρίως. Πρέπει να αποτιμηθεί και από το αν μπορεί να εκφράσει και μια συμμαχία στο κοινωνικό επίπεδο. Υπ’ αυτή την έννοια επισήμανα ότι είναι νωρίς για να κριθεί. Το Προοδευτικό Μέτωπο είναι πιο ευρύ ως στόχευση, αλλά αυτό πρέπει να δούμε πώς μπορεί να απευθυνθεί σε επίπεδο κοινωνίας, προς τα πού απευθύνεται. Έχω απλώς έναν προβληματισμό, δεν διαφωνώ. Αν, όμως, ο μόνος τρόπος για να εκφραστεί αυτό το μέτωπο είναι σε επίπεδο προσωπικοτήτων, δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να πάει. Εύχομαι να έχει απήχηση. Θέλω να το θέσω και αλλιώς το ζήτημα που συζητάμε. Στην παρούσα ιστορική φάση, αν μιλήσουμε για πολιτικές – διότι και οι συμμαχίες κρίνονται στη βάση πολιτικών – και όχι μόνο στην Ελλάδα, το να είσαι υπέρ του κοινωνικού κράτους και εναντίον της λιτότητας και υπέρ μιας φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής, στη σημερινή φάση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αυτή η στάση είναι ριζοσπαστικά αριστερή. Είναι, μ’ αυτή την έννοια, αντικαπιταλιστική στάση. Η άποψή μου είναι πως αυτό σημαίνει ότι η πολιτική, ακόμη και στο επίπεδο της οικονομίας, που εξέφραζε παλιότερα η σοσιαλδημοκρατία στις καλές της εποχές, και που ήταν έκφραση μιας συναίνεσης, αυτή η πολιτική τώρα δεν είναι συναινετική, είναι αντικαπιταλιστική. Οπότε, μ’ αυτό το δεδομένο, αναρωτιέμαι ποιες είναι αυτές οι μεσαίες δυνάμεις που δεν είναι αριστερές όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν είναι και νεοφιλελεύθερες. Σήμερα υπάρχουν πλέον αυτές οι δυνάμεις σε επίπεδο κοινωνικής βάσης; Τα πράγματα είναι, πλέον, πολωμένα. Όχι με τη μορφή του ερωτήματος αν είμαστε υπέρ της αταξικής κοινωνίας ή υπέρ του καπιταλισμού, αλλά τι κάνουμε με τον καπιταλισμό στην παρούσα φάση του, δηλαδή με το νεοφιλελευθερισμό. Εκεί τα πράγματα είναι λίγο-πολύ μοιρασμένα στα δύο.

Μιλώντας για τις κοινωνικές συμμαχίες, να πούμε ότι η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ κάνει πολιτική, παίρνει μέτρα που στοχεύουν σε κοινωνικές συμμαχίες. Οι αντίπαλοι αυτά τα λένε μέτρα για τους φτωχούς, που κάνουν την προοπτική μας ως χώρας φτωχική…


Βεβαίως, είναι κοινωνικές συμμαχίες αυτά, αλλά και βάση της Αριστεράς. Δεν είναι ενδιάμεσος χώρος αυτά τα μέτρα, αλλά τα χαρακτηρίζω, χρησιμοποιώντας σκοπίμως έμφαση, αντικαπιταλιστικά. Δεν απευθύνονται σε έναν κεντρώο χώρο, αλλά στις λαϊκές τάξεις. Προφανώς θέλει να έχει, μ’ αυτά, επιρροή στο πολιτικό επίπεδο. Όσον αφορά τις πολιτικές εκφράσεις του μεσαίου χώρου, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν. Στην Ευρώπη συναντάμε σοσιαλιστικά κόμματα που εξακολουθούν να είναι αριστερά, αλλά αυτό είναι το περίφημο μετέωρο βήμα της σοσιαλδημοκρατίας. Ακόμη μερικά παίζουν με το νεοφιλελευθερισμό, άλλα όμως κινούνται αντίθετα, προς τ’ αριστερά.

Να ξαναρθούμε στον ΣΥΡΙΖΑ. Κάπου σ’ ένα άρθρο σου σημειώνεις ότι πρέπει να διατηρήσει τον ριζοσπαστισμό του και σε παρένθεση σημειώνεις «ή και να τον ανακτήσει;». Πώς το προσεγγίζεις αυτό;


Ήδη είπα ότι για μένα, στο βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί μια πολιτική υπέρ του κοινωνικού κράτους και περιορισμού της λιτότητας, είναι ήδη ριζοσπαστικός και στο βαθμό που μπορεί να το ακολουθεί αυτό είναι ριζοσπαστικό. Η παρένθεση με ερωτηματικό αναφέρεται στο ότι υπάρχει η πραγματικότητα της εφαρμογής του μνημονίου – έστω αναγκαστικά, όπως εξήγησα πριν. Καθώς και στο ότι λιγάκι με ανησυχούν όλα αυτά τα πειράματα και οι τάσεις που υπάρχουν προς την κατεύθυνση μιας συναίνεσης. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει, με όρους Αριστεράς, συναίνεση αυτή τη στιγμή όχι μόνο σε εγχώριο, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν εγκαταλείπεται εύκολα από τις κυρίαρχες δυνάμεις το καθεστώς που έχουν επιβάλει, δηλαδή ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Με προβληματίζουν, λοιπόν, συζητώντας για το ριζοσπαστισμό του ΣΥΡΙΖΑ, λογικές ή πολιτικές που λένε να προσπαθήσουμε, μέσω μιας «ευρείας κεντροαριστεράς», να πετύχουμε μια συναίνεση.

Δεν είπαμε κάτι πιο συγκεκριμένο για το ΚΙΝΑΛ. Ένας στόχος όπως αυτός της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, που πηγαίνει σαφώς πιο πέρα από τη θέση τής μη συνεργασίας με την Αριστερά, όπως πχ των σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας, πώς μπορεί να ερμηνευθεί;


Πιστεύω ότι υπάρχει μια εμπάθεια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ διότι, ουσιαστικά, τι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ; Ήταν ένας εφιάλτης τους που βγήκε αληθινός. Ένα κόμμα γνήσια αριστερό, ριζοσπαστικό – διότι το ΠΑΣΟΚ, κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε ριζοσπαστικό ούτε επί Α. Παπανδρέου – το οποίο κατάφερε να κερδίσει τον κόσμο. Αλλά είναι και κάτι βαθύτερο: η ίδια η πορεία του ΠΑΣΟΚ ως σοσιαλδημοκρατίας με τις ελληνικές της ιδιαιτερότητες. Κατάφερε να περάσει ορισμένα θετικά μέτρα τη δεκαετία του ’80, από την άλλη όμως ακολούθησε με ένα βεβιασμένο τρόπο – το έκανε σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα – τη γενικότερη στρατηγική της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: μια βαθμιαία προσαρμογή και αφομοίωση των κατώτερων και μεσαίων τάξεων στο καπιταλιστικό σύστημα, που κατέληξε όπου και τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αρχής γενομένης με τον Μπλερ στη Βρετανία. Δεν είναι απορίας άξιο, λοιπόν, που συντάσσεται σήμερα με τη δεξιά και εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ.

Πηγή: Η Εποχή

Τασία Χριστοδουλοπούλου: Ανάγκη η συνάντηση ευρύτερων πολιτικών ρευμάτων

Συνέντευξη Παπαγιάννης Κώστας

Το πρόταγμα των ευρωεκλογών είναι η συνδυασμένη μάχη ενάντια στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα και την Ακροδεξιά – Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να διαδραματίσει νευραλγικό ρόλο στην υπεράσπιση της δημοκρατίας και να γίνει ανάχωμα στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας – Πρόσωπα και παρατάξεις του παλιού δικομματισμού στην Τοπική Αυτοδιοίκηση αντέχουν και αναπαράγονται καταφέρνοντας σε έναν βαθμό να μπλοκάρουν τις προσπάθειες κοινωνικής χειραφέτησης

Οι εξελίξεις στην Ευρώπη «απειλούν να επηρεάσουν έμμεσα ή άμεσα όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας» σημειώνει στην «Α» η Τασία Χριστοδουλοπούλου παρατηρώντας ότι οι ευρωεκλογές θα αποτελέσουν το «βάπτισμα του πυρός» για το προοδευτικό μέτωπο λόγω του προτάγματός τους, που είναι «η συνδυασμένη μάχη ενάντια στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα και την Ακροδεξιά». Η αντιπρόεδρος της Βουλής και βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει ότι το προοδευτικό μέτωπο «ήταν ιστορικά αναγκαία επιλογή, που προσδοκά να εξασφαλίσει κοινωνική αποδοχή από τους ενεργούς πολίτες».

Όσον αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, σχολιάζει δηκτικά ότι «πρόσωπα και παρατάξεις του παλιού δικομματισμού», αξιοποιώντας τα πελατειακά τους δίκτυα, «αντέχουν και αναπαράγονται καταφέρνοντας σε έναν βαθμό να μπλοκάρουν τις προσπάθειες κοινωνικής χειραφέτησης των τοπικών κοινωνιών».

* Ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει να πολιτικοποιήσει τις ευρωεκλογές με έναν διαφορετικό τρόπο, καθώς θα αποτελέσουν το «βάπτισμα του πυρός» για το προοδευτικό μέτωπο. Γιατί γίνεται αυτή η επιλογή σε αυτήν την πολιτική συγκυρία;

Η βασική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να προσδώσει ειδικό βάρος στις ευρωεκλογές στηρίζεται στην προφανή κρισιμότητά τους αναφορικά με τις εξελίξεις στην Ευρώπη, οι οποίες απειλούν να επηρεάσουν έμμεσα ή άμεσα όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Η συνδυασμένη μάχη ενάντια στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα και την Ακροδεξιά είναι το πρόταγμα. Εδώ «κουμπώνει» η προοδευτική συνεργασία αλλάζοντας τα δεδομένα.

Στις εκλογές του 2015 το δίλημμα ήταν Μνημόνιο – αντιμνημόνιο. Στις εκλογές του 2019 τα διλήμματα θα είναι πιο διαυγή. Θα έχουν να κάνουν με την κεντρικοποίηση του αγώνα, ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και στον κίνδυνο πολιτικής συνέκφρασής τους με την Ακροδεξιά.

Οι παραλήπτες αυτής της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι πολίτες, είναι τα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα, είναι οι Πράσινοι, είναι κι εκείνα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που έχουν συνειδητοποιήσει το αδιέξοδο των νεοφιλελεύθερων προσαρμογών τους και αναζητούν απεμπλοκή από αυτές.

* Πώς απαντάτε στην κριτική ότι το προοδευτικό μέτωπο πρέπει να δομηθεί «από τα κάτω» κι όχι με προσωπικότητες «από τα πάνω», ιδιαίτερα με άτομα του «παλιού πολιτικού προσωπικού»;

Η συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου από τα κάτω πρέπει να αποτελεί μία σταθερή, μόνιμη και διαχρονική προσπάθεια για την Αριστερά. Όταν η Αριστερά όμως έχει κυβερνητικές ευθύνες, όπως στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, και παράλληλα τα κινήματα είναι σε υποχώρηση, οι κοινωνικές συμμαχίες μπορεί να ωριμάζουν με πιο αργούς ρυθμούς. Εδώ είναι που, πιθανότατα, πολιτικές πρωτοβουλίες από τα «πάνω» μπορεί να επιταχύνουν τους ρυθμούς ωρίμανσης της από τα «κάτω» κινητικότητας.

Άλλωστε οι κοινωνικές πολιτικές που εφάρμοσε και εφαρμόζει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για τις κοινωνικές δυνάμεις που ασφυκτιούν μπορούν και πράγματι εξασφαλίζουν υποστήριξη. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό για τη δυναμική διεκδίκηση πολιτικού μετώπου ενάντια στις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις. Απαιτείται συνάντηση ευρύτερων πολιτικών ρευμάτων.

Στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με τη ριζοσπαστικοποίησή του, κάλυψε το πολιτικό κενό που δημιούργησε η ενσωμάτωση της ελληνικής εκδοχής της Σοσιαλδημοκρατίας, που συμπορεύτηκε με τη Δεξιά, αντιστοιχεί φυσιολογικά η χρέωση μιας τέτοιας αναγκαίας πρωτοβουλίας.

Δεν ήταν λοιπόν για εμάς θέμα προτίμησης «από τα πάνω» ή «από τα κάτω». Ήταν ιστορικά αναγκαία επιλογή, που προσδοκά να εξασφαλίσει κοινωνική αποδοχή από τους ενεργούς πολίτες. Αυτό πρέπει να το υπηρετήσουμε με σοβαρότητα και στρατηγικό ορίζοντα και όχι με βραχυπρόθεσμης προοπτικής ωφελιμιστικούς τακτικισμούς.

* Με αφορμή και την τρομοκρατική ρατσιστική επίθεση στη Νέα Ζηλανδία, ποιες επιπτώσεις θα έχει μια πιθανή επιβεβαίωση των εκτιμήσεων για σημαντική άνοδο της Ακροδεξιάς στις ευρωεκλογές;

Παγκόσμια καταγράφονται, σχεδόν κάθε μέρα, απάνθρωπες, μισαλλόδοξες και ρατσιστικές τρομοκρατικές ενέργειες, με δράστες είτε οργανωμένες δυνάμεις είτε μεμονωμένα άτομα. Από ισλαμιστικές οργανώσεις και μοναχικούς λύκους, μέχρι ακροδεξιάς κοπής δολοφόνους.

Η συνέπεια αυτής της γενικευμένης βίας τροφοδοτεί τον φόβο και ο φόβος διαμορφώνει συναινέσεις στον περιορισμό των δικαιωμάτων. Η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία, μετά το χτύπημα στο Μπατακλάν τον Νοέμβριο του 2016, δεν έγινε αντικείμενο κοινωνικής διαμαρτυρίας, αντίθετα συνετέλεσε στην αύξηση της ισλαμοφοβίας.

Η διαφορετική αντιμετώπιση των δολοφονικών ενεργειών, ανάλογα με το πολιτικό ή εθνικό χρώμα των δραστών, αλλά και το χρώμα των θυμάτων, εκτός του ότι διαμορφώνει διχαστικά στρατόπεδα μέσα στην κοινωνία, δυναμώνει την Ακροδεξιά και τις διακρίσεις. Το αποτρόπαιο ρατσιστικό έγκλημα στη Νέα Ζηλανδία χρεώνει όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις στην Ευρώπη να κάνουν το παν ώστε η Ακροδεξιά όχι μόνο να μην δυναμώσει, αλλά να ηττηθεί.

* Για ποιο λόγο εκτιμάτε ότι δεν προχώρησαν οι προσπάθειες για προοδευτικές συγκλίσεις και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση; Τι παρεμβάσεις χρειάζονται στις τοπικές κοινωνίες για την αντιμετώπιση φασιστικών πρακτικών και αντιλήψεων;

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει πολιτικές ιδιομορφίες που διαμορφώθηκαν ιστορικά στη χώρα. Πρόσωπα και παρατάξεις του παλιού δικομματισμού, λόγω της πολύχρονης και πλειοψηφικής παρουσίας τους σε επίπεδο δήμων, έχουν διαμορφώσει εκλογική πελατεία με ισχυρά συμφέροντα και ειδική… «τεχνογνωσία».

Τα συμφέροντα αυτά αντέχουν και αναπαράγονται καταφέρνοντας σε έναν βαθμό να μπλοκάρουν τις προσπάθειες κοινωνικής χειραφέτησης των τοπικών κοινωνιών διά του εκδημοκρατισμού και της συμμετοχικότητας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Παραμένει δηλαδή η Τοπική Αυτοδιοίκηση ένας «προστατευμένος χώρος», σχεδόν «αποστειρωμένος», που αναπαράγεται, ανεξάρτητα από τους πολιτικούς συσχετισμούς που επικρατούν στην κεντρική πολιτική σκηνή, ίσως και γιατί, κακώς βέβαια, είναι χώρος χαμηλών προσδοκιών για τις κοινωνικές απαιτήσεις και διεκδικήσεις.

Η προοδευτική συνεργασία, λοιπόν, που επιχειρεί νέους, επίκαιρους και προωθητικούς διαχωρισμούς, δεν φαίνεται όντως να συναντά θετική ανταπόκριση από το πολιτικό – αυτοδιοικητικό προσωπικό, που θέλει να βολεύεται στα «κεκτημένα» του.

Αυτό, όμως, καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν διαμορφώνονται αισιόδοξες δυνατότητες για πετυχημένη πορεία των αριστερών υποψηφίων σε πολλές πόλεις, δήμους και Περιφέρειες. Το αντίθετο μάλιστα. Χρειάζεται, όμως, έμπνευση και πολλή δουλειά στο δίμηνο που απομένει μέχρι τις εκλογές.

Και βέβαια πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα ώστε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και το μίσος ενάντια στους πρόσφυγες να μην ιδεολογικοποιήσουν τις συντεχνιακές και συντηρητικές εκπροσωπήσεις των τοπικών κοινωνιών. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να διαδραματίσει νευραλγικό ρόλο στην υπεράσπιση της δημοκρατίας και να γίνει ανάχωμα στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.

100 πρόσωπα της κεντροαριστεράς ρίχνουν «Γέφυρα» στον ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή : Newsit Newsroom

100 πρόσωπα της κεντροαριστεράς ρίχνουν «Γέφυρα» στον ΣΥΡΙΖΑ | Newsit.gr

Η πρωτοβουλία πολιτών “Γέφυρα” παρουσίασε το κείμενο – διακήρυξη με το οποίο εγκαινιάζουν τη συνεργασία τους με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τα 100+ μέλη της Κίνησης, που προέρχονται από το χώρο της Κεντροαριστεράς, τόνισαν την ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων και με το κείμενο που υπέγραψαν κάλεσαν τους οργανωμένους φορείς της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς να αναλάβουν πρωτοβουλίες διαλόγου και να υπερβούν, όπως ανέφεραν τις αδιέξοδες μετωπικές αντιπαραθέσεις.

Όπως επισημάνθηκε αυτό που επείγει είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού προοδευτικού πόλου, ικανού να φράξει το δρόμο στις συντηρητικές πολιτικές και να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμιστικές τομές που έχει ανάγκη η χώρα.

Ηχηρά ονόματα από τον ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν στην παρουσίαση. Οι Νίκος Βούτσης, Πάνος Σκουρλέτης, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Χριστόφορος Βερναρδάκης, Αλέξης Χαρίτσης, Νίκος Φίλης, Κώστας Ζαχαριάδης, Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, Θεανώ Φωτίου, Μυρσίνη Ζορμπά, Δημήτρης Σεβαστάκης, Γιάννης Μπαλάφας, Γιάννης Ραγκούσης και Σπύρος Δανέλλης ήταν εκεί.

Στο κείμενο οι υπογράφοντες καλούν το ΚΙΝΑΛ και όσες δυνάμεις τοποθετούνται στον φιλοευρωπαϊκό προοδευτικό χώρο να εγκαταλείψουν την αδιέξοδη πολιτική της μετωπικής αντιπαράθεσης και “στρατηγικής ήττας” του ΣΥΡΙΖΑ και να συμμετάσχουν σε έναν  διάλογο με βάση τις προγραμματικές θέσεις για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού πόλου με άξονα τα μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας και της Ευρώπης.Οι 100+ καλούν και τον ΣΥΡΙΖΑ, απαλλαγμένο από την παράταιρη συμμμαχία με τους ΑΝΕΛ, να αναλάβει πιο τολμηρές πρωτοβουλίες για διάλογο και σύγκλιση με τους προοδευτικούς πολίτες και τις συλλογικότητες της Κεντροαριστεράς.Τους στόχους της «Γέφυρας» παρουσίασαν οι Νίκος Μουζέλης, Αντώνης Λιάκος, Νίκος Μπίστης, Παναγιώτης Παναγιώτου, Κωστής Παπαϊωάννου, Μαρία Ρεπούση και η Φωτεινή Σιάνου.

Όλο το κείμενο – διακήρυξη της ΓΕΦΥΡΑΣ

ΩΣ ΠΟΛΙΤΕΣ που αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στη δημοκρατία, στην Ευρώπη και στην πληθυντική δημοκρατική, αριστερή, σοσιαλδημοκρατική, και οικολογική παράταξη,
επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε γέφυρες που θα υπερβούν τις διαφορές μας και θα οδηγήσουν σε μια προοδευτική διακυβέρνηση. ΑΥΤΗ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ είναι αναγκαία γιατί στον διεθνή ορίζοντα, αλλά και στην ίδια την Ευρώπη, αναδύονται απειλές που θέτουν σε κίνδυνο δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών. Η Ακροδεξιά φουντώνει και δηλητηριάζει την πολιτική ζωή,
διαδίδοντας μίσος και μισαλλοδοξία, ξενοφοβία και εθνικισμό. Η Ευρώπη μοιάζει παραλυμένη και αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις μεγάλες εσωτερικές και διεθνείς προκλήσεις. Οι πολίτες της την αμφισβητούν. Tο Ηνωμένο Βασίλειο την εγκαταλείπει. Tα ρήγματα Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης τη διχάζουν. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει το μόνο πεδίο για να υπερασπίζουμε τις αξίες μας.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ότι η πεισματική εμμονή στο νεοφιλελευθερισμό παράγει ακραίες ανισότητες, ανεργία, ανασφάλεια και διάβρωση του κοινωνικού κράτους . που παρέχουν έδαφος στην ακροδεξιά δημαγωγία. Και, δυστυχώς, βλέπουμε πολλά κόμματα του συντηρητικού χώρου να υιοθετούν την ατζέντα της ή και να συγκυβερνούν μαζί της, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι θα την αναχαιτίσουν, ενώ διολισθαίνουν προς αυτήν. ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν σε εθνικό και μόνο επίπεδο. Χρειαζόμαστε μια ισχυρή, δημοκρατική και αλληλέγγυα Ευρώπη, ανοικτή στον υπόλοιπο
κόσμο. Που να κινείται, δηλαδή, προς άλλη κατεύθυνση από ό, τι τις τελευταίες δεκαετίες.ΠΡΕΠΕΙ να αναγνωρίσουμε ωστόσο ότι η Ελλάδα, παρά τη βαθιά κρίση και την καταστροφική θεραπεία που της επιβλήθηκε, δεν πήρε το δρόμο της δεξιάς στροφής. Δεν συμφωνούμε όλοι με επιλογές και χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης και το εύρος της κριτικής του καθενός μας ποικίλλει. ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ να είμαστε κριτικοί σε δισταγμούς και ολιγωρίες που μπλοκάρουν τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας και θολώνουν το πολιτικό στίγμα της διακυβέρνησης. Εκτιμούμε, ωστόσο,  πως η κυβέρνηση διηύθυνε, μέσα από δύσκολες συμπληγάδες, την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, παρά τις δεσμεύσεις που συνεχίζουν να ισχύουν, έχει στο επίκεντρο της προσοχής της τα ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας, προχώρησε σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, νομοθέτησε σε δύσκολα ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα των πολιτών (ιθαγένεια, σύμφωνο συμβίωσης κλπ) και ακολουθεί φιλοευρωπαϊκή πολιτική, συμπαρατασσόμενη με τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης. ΘΕΩΡΟΥΜΕ ως καταλυτικό γεγονός την ιστορική συμφωνία των Πρεσπών. Επιλύει, χωρίς νικητές και ηττημένους, ένα μακρόχρονο πρόβλημα που δηλητηρίαζε την εξωτερική μας
πολιτική και συμβάλλει στη σταθερότητα στα Βαλκάνια. Δείχνει το δρόμο για να ξεπεράσει η χώρα μας την φοβική εθνικιστική αγκύλωση. Γιατί το κλίμα εθνικισμού και φανατισμού που καλλιεργείται με αφορμή το μακεδονικό είναι επικίνδυνο. Λυπούμαστε για τα κόμματα της αντιπολίτευσης που εναντιώθηκαν στη συμφωνία για λόγους μικροπολιτικούς, συμβάλλοντας έτσι στην αναζωπύρωση του εθνικιστικού κλίματος.

ΟΛΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ πως εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο. Η ΝΔ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ευαγγελίζεται τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, αλλά ταυτόχρονα κινείται ραγδαία προς τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και ακροδεξιές θέσεις, όμηρος της πιο ακραίας πτέρυγάς της. Εντάσσεται, έτσι, στις αντίστοιχες τάσεις στην Ευρώπη, όπου στο ΕΛΚ συγχρωτίζεται με τα κόμματα του Όρμπαν, του Κουρτς και του Γκρουέφσκι.

Για τους λόγους αυτούς:

ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ και Ευρώπη, επείγει να διαμορφωθεί ένας ισχυρός προοδευτικός πόλος που θα φράξει το δρόμο στο Δεξιό/Ακροδεξιό μπλοκ και θα πραγματοποιήσει τις μεγάλες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Επείγει οι προοδευτικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν τον εναγκαλισμό με τη Δεξιά και το νεοφιλελευθερισμό που κινδυνεύει να τις σβήσει από τον πολιτικό χάρτη. Επείγει να ξεπεράσουν την πολυδιάσπασή τους, συγκλίνοντας σε μια τολμηρή αριστερή μεταρρυθμιστική πολιτική. Η Ισπανία και η Πορτογαλία δείχνουν το δρόμο σύγκλισης και συνεργασίας των δυνάμεων της Αριστεράς.

ΚΑΛΟΥΜΕ τον ΣΥΡΙΖΑ, τώρα απαλλαγμένο από την παράταιρη συμμαχία με τους ΑΝ.ΕΛΛ, να αναλάβει πιο τολμηρές πρωτοβουλίες για διάλογο και σύγκλιση με τους προοδευτικούς πολίτες και τις συλλογικότητες της Κεντροαριστεράς. Καλούμε επίσης το ΚΙΝ.ΑΛΛ και όσες δυνάμεις τοποθετούνται στο φιλοευρωπαϊκό προοδευτικό χώρο να εγκαταλείψουν την αδιέξοδη πολιτική της μετωπικής αντιπαράθεσης και «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ και να συμμετάσχουν σε ένα διάλογο με βάση προγραμματικές θέσεις για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού πόλου με άξονα τα μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας και της Ευρώπης. ΚΑΛΟΥΜΕ όλους τους προοδευτικούς δημοκρατικούς πολίτες να υπερβούν τις διαιρέσεις και τις πικρίες του παρελθόντος και να συμβάλουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός πόλου που θα διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας και θα ενισχύσει τις προοδευτικές δυνάμεις στο Ευρωκοινοβούλιο, στις επικείμενες κρίσιμες αναμετρήσεις. Για να παραμείνει η Ελλάδα στο προοδευτικό στρατόπεδο. Για να ολοκληρωθεί η επούλωση των πληγών από την κρίση. Αλλά και για να βγει η χώρα από το περιθώριο της στασιμότητας, να δημιουργήσει
υποδοχείς της τεχνοεπιστημονικής καινοτομίας και της αειφόρου ανάπτυξης, συνδυασμένους με συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας και την κοινωνική αλληλεγγύη. Για να προχωρήσει η χώρα σε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις με επίκεντρο τον εκσυγχρονισμό των θεσμών, για να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες που αυξήθηκαν στα χρόνια της κρίσης, και να καταπολεμηθούν οι κάθε λογής διακρίσεις, που τρέφουν τον φασισμό.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ να δούμε τη μεγάλη εικόνα και κυρίως τους αναδυόμενους κινδύνους, πέρα από συναισθήματα που προκάλεσαν οι πρόσφατες ιστορικές εξελίξεις. Αυτές είναι οι προκλήσεις που καλούν τον καθένα να αναμετρηθεί με την συνείδηση και την ιστορία του. Σε κάθε περίπτωση, επειδή ο χρόνος επείγει και οι συνθήκες έχουν ωριμάσει, αναλαμβάνουμε πρωτοβουλία συνάντησης όσων θεωρούν ότι οι εξελίξεις καθιστούν επίκαιρο το αίτημα της ανασυγκρότησης του προοδευτικού χώρου και καλούμε όσες και όσους συμφωνούν να βαδίσουμε μαζί.

Νίκος Φίλης: Χρειάζεται σχέδιο για αμφίπλευρο άνοιγμα

πηγή: Αυγή

Η νέα διαιρετική τομή (που αντικαθιστά την παλαιότερη Δεξιά – Αντιδεξιά), από τη μια νεοφιλελευθερισμός – εθνικισμός και από την άλλη κοινωνικό κράτος και δημοκρατία, διαμορφώνει τον νέο διπολισμό που αντανακλά την κοινωνική πόλωση ως επακόλουθο των Μνημονίων.

Με ποιο σχέδιο ο ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσει όρους ιδεολογικής ηγεμονίας και προγραμματικών συγκλίσεων σε μια περίοδο τόσο μεταβατική για το πολιτικό σύστημα, αλλά και τόσο απρόβλεπτη για τις κοινωνικές συμπεριφορές και προσδοκίες;

Με ποιο σχέδιο ο ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσει όρους ιδεολογικής ηγεμονίας και προγραμματικών συγκλίσεων σε μια περίοδο τόσο μεταβατική για το πολιτικό σύστημα, αλλά και τόσο απρόβλεπτη για τις κοινωνικές συμπεριφορές και προσδοκίες; Πώς θα ξαναγίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα λαϊκό ανάχωμα δημοκρατίας σε μια περίοδο που η παραδοσιακή Δεξιά και κυρίως η Ακροδεξιά ενισχύονται σε ολόκληρη την Ευρώπη;

Η νέα διαιρετική τομή (που αντικαθιστά την παλαιότερη Δεξιά – Αντιδεξιά), από τη μια νεοφιλελευθερισμός – εθνικισμός και από την άλλη κοινωνικό κράτος και δημοκρατία, διαμορφώνει τον νέο διπολισμό που αντανακλά την κοινωνική πόλωση ως επακόλουθο των Μνημονίων. Η αντίθεση Αριστερά – Δεξιά προσλαμβάνει νέο χαρακτήρα με πρωτεύουσα σημασία στη μάχη των ιδεών και της ταυτότητας.

Δεν είναι λοιπόν λύση η παλινδρόμηση σε πολυσυλλεκτικά κόμματα που συγκλίνουν στο κέντρο χωρίς ευκρινείς κοινωνικές αναφορές, κόμματα που ισορροπούν γύρω από ένα αρχηγοκεντρικό μοντέλο. Χρειαζόμαστε κόμματα αρχών που γι’ αυτόν τον λόγο θα είναι ικανά να δημιουργούν κοινωνικές – πολιτικές συμμαχίες και τελικά ένα μεγάλο πλειοψηφικό ρεύμα, εμπνέοντας πρώτα και κύρια τους νέους, δίνοντας φωνή στον κόσμο των «από κάτω».

Μέσα στο ανάγλυφο του νέου διπολισμού, η Αριστερά δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τον χώρο του Κέντρου, αν και πρέπει να επηρεάσει ένα μεγάλο μέρος του προς την κατεύθυνση της προοδευτικής ανασυγκρότησής του. Πάντοτε ελλοχεύει το φάντασμα της «ιταλοποίησης».

Η διάλυση της ιταλικής Αριστεράς επισυνέβη μετά από μια σύντομη περίοδο ψευδαισθήσεων κυβερνητικής πρωτοβουλίας, καθώς η μεγάλη ιστορική παράδοση της Αριστεράς ανεπαισθήτως «κεντροποιήθηκε» με τις γνωστές επιπτώσεις, κυριότερη από τις οποίες είναι η ενίσχυση της Ακροδεξιάς τύπου Σαλβίνι.

Δεν τρέχω, ούτε μεταφέρω μηχανιστικά τις εμπειρίες. Οφείλουμε όμως να ακούσουμε ανησυχίες και εύλογα ερωτήματα που δημιουργούνται με αφορμή π.χ. τον τελευταίο «μικρό ανασχηματισμό». Δεν αναφέρομαι κυρίως στην κριτική στα πρόσωπα, που κι αυτή έχει τη σημασία της, αλλά στο γεγονός ότι δεν έχει συζητηθεί και συνομολογηθεί στο κόμμα και στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς το αναγκαίο σχέδιο για συγκλίσεις με προοδευτικές δυνάμεις στο έδαφος των αριστερών αξιών και προγραμματικών προτάσεων.

Και έτσι άθελά μας βοηθούμε την προπαγάνδα των αντιπάλων μας, που θέλουν να συκοφαντήσουν την Αριστερά ότι ενδίδει στην Κίρκη της εξουσίας. Μια τέτοια εικόνα μας απομακρύνει από τον ζωτικό χώρο εκατομμυρίων συμπολιτών μας κι ανάμεσά τους ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι παρακολουθούν με κριτική στάση ή και απόσταση την προσπάθειά μας και είναι πιθανό με τέτοιες κινήσεις να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο.

Η ανασυγκρότηση του προοδευτικού πόλου περνάει μέσα από αμφίπλευρο άνοιγμα αφενός προς την Αριστερά και αφετέρου προς τις διάφορες εκδοχές της Κεντροαριστεράς, αρκεί βέβαια το ένα άνοιγμα να μην ακυρώνει το άλλο.

* Ο Νίκος Φίλης είναι βουλευτής Α’ Αθήνας και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

Για την προοδευτική συμπαράταξη


Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη

H εισήγηση του αρθρογράφου και πρώην πανεπιστημιακού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Γιατζόγλου στην εκδήλωση του ΕΝΑ με θέμα «Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη» →

O τίτλος της εκδήλωσης και οι συνοδευτικές παρατηρήσεις των διοργανωτών της οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σ’ ένα κεντρικό ερώτημα: Θα μεταφραστεί το αίτημα για μια «Προοδευτική συμπαράταξη» σ’ ένα εγχείρημα στρατηγικού βάθους, ή θα αποτελέσει ένα πυροτέχνημα πολιτικού τακτικισμού, ένα βραχύβιο «πολιτικό must» που θα καταναλωθεί μέσα στα όρια της αυτοαναφορικότητάς μας; Για όσους πιστεύουν στην αναγκαιότητά του κι έχουν εκφράσει τη βούληση να συμμετάσχουν στην υλοποίησή του, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Αυτό σημαίνει βεβαίως επίγνωση ότι το εγχείρημα είναι εξαιρετικά απαιτητικό. Προϋποθέτει έναν ακριβολογημένο διάλογο, προκειμένου να οριστούν μια πολιτική ατζέντα κι ένα Πολιτικό Πρόγραμμα μακράς πνοής. Ενα διάλογο που δεν θα σπρώξει κάτω από το χαλί κρίσιμα ζητήματα. Έχει ανάγκη από πολιτικές και ηθικές δεσμεύσεις που θα αντέξουν στη διάβρωση από φιλοδοξίες και ιδιοτέλειες. Αν η έναρξη της απόπειρας κρίνεται αναγκαίο να σηματοδοτηθεί με υπουργοποιήσεις ή με τη συμμετοχή προσώπων στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες εκλογικές μάχες, αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε ο κανόνας ούτε η μέθοδος.

Η βούληση επίσης αποτελεί απαράγραπτο συστατικό της προσπάθειας αλλά δεν αρκεί. ͘ Η βουλησιαρχία καταλήγει καμιά φορά να προτείνει τον εαυτό της ως απάντηση στα προβλήματα. Και μπορεί να μετατρέψει ένα Πολιτικό Σχέδιο σε «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από την κοινωνική συνέργεια. Θεωρώ λοιπόν ότι πρώτη προτεραιότητα είναι η διατύπωση εκείνων των πολιτικών και προγραμματικών ερωτημάτων, που θα ανοίξει τον διάλογο, θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει αδρανείς σήμερα δυνάμεις και θα προκαλέσει μια «ενεργό κοινωνική ζήτηση» για το εγχείρημα. Η συσπείρωση και η ενεργοποίηση μιας κρίσιμης για το εγχείρημα κοινωνικής μάζας έχει ανάγκη από ένα σαφές πλαίσιο ιδεών και αξιών. Δεν θα πραγματοποιηθεί με τη «διαμεσολάβηση πολιτικών μεσαζόντων, αμφίβολης πολιτικής και ηθικής δέσμευσης».


Δημήτρης Γιατζόγλου

Θέλω τέλος, στο σημείο αυτό και πριν περάσω στη διατύπωση κάποιων σκέψεων για προγραμματικά και οργανωτικά προβλήματα που αφορούν το εγχείρημα, να πω τη γνώμη μου για ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό:

Ο κατά σύμβαση θεωρούμενος «προοδευτικός χώρος» δεν καθορίζεται οντολογικά. Σηματοδοτείται  ως τέτοιος, με βάση τη στάση του απέναντι στα κυρίαρχα επίδικα κάθε ιστορικής φάσης και συγκυρίας. Και έτσι νοηματοδοτείται,  ενοποιείται ή διχάζεται, διαλύεται και ανασυγκροτείται κατά περίπτωση. Δεν έχει σήμερα τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια σύνθεση όπως πριν από την κρίση. Ο επικαθορισμός από τις επιλογές – στρατηγικές ή βραχυπρόθεσμες – αποδεικνύεται ισχυρότερος από την ιστορικότητα της ταυτότητας των συνιστωσών του. Η ετερονομία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με την ανάληψη ενεργητικής στήριξης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας είναι παραδειγματική. «Ξεχάσαμε ότι η Ευρώπη δεν αποτελείται από ισολογισμούς αλλά από ανθρώπους» δήλωνε το 2017 ο Αυστριακός καγκελάριος (όπως ας πούμε ξεχνάει κάποιος τα κλειδιά του στο τραπέζι φεύγοντας από το σπίτι). Να χαιρετήσουμε λοιπόν το «κλίνατε επ’ αριστερά» του SPD. Aλλά να μη συζητήσουμε για την επιλεκτική του μνήμη και το χρόνιο «κλίνατε επί δεξιά»;

Και εις τα καθ’ ημάς: Βεβαίως να «αναστοχαστούμε αυτοκριτικά» εμείς του ΣΥΡΙΖΑ την προκυβερνητική και την κυβερνητική μας περίοδο και να μιλήσουμε ανοιχτά για τις ανακολουθίες, τις αντιφάσεις και τα λάθη αυτής της ενιαίας πορείας. Αλλά ταυτόχρονα να θυμηθούμε και να σκεφτούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των κεντροαριστερών δυνάμεων επέλεξε (και συνεχίζει να επιλέγει) την ανασυγκρότησή του ως παραπλήρωμα της Δεξιάς και σε μετωπική αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Υιοθετώντας το δόγμα της στρατηγικής σύγκλισης με τη ΝΔ, καθώς – σύμφωνα με την «θεωρητική απόφανση» του Ε. Βενιζέλου το 2014–  περιθώρια για σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές και αξιακές επιλογές στην οικονομία δεν υπάρχουν.

Δεν τα υπενθυμίζω αυτά για να κατασκευάσουμε ένα ισοζύγιο λαθών και δεν θεωρώ μια γενικευμένη συζήτηση για το παρελθόν ως προαπαιτούμενο της σύγκλισης. Πιστεύω όμως ότι ο προοδευτικός χώρος, ανασυγκροτούμενος σήμερα με την επιχειρούμενη συμπαράταξη, πρέπει να απορρίψει την ταύτιση της «οικονομικής και πολιτικής κανονικότητας», εδώ και στην Ευρώπη, με τις πολιτικές της άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας και της περιορισμένης δημοκρατίας.

Θέλουμε λοιπόν να συγκροτήσουμε και πάλι τον, πολιτικά κατακερματισμένο και ιδεολογικά αφοπλισμένο, προοδευτικό χώρο ως πολιτικό υποκείμενο. Δηλαδή να του προσδώσουμε ταυτότητα και ικανότητα πολιτικού πράττειν. Να τον επανασυνδέσουμε με τις ζωτικές κοινωνικές του αναφορές. Να περάσουμε, από μια χαλαρή μετωπική συμπαράταξη επιλεκτικών παρεμβάσεων, σε μια οργανική συμμαχία, φορέα ενός Πολιτικού Σχεδίου που, με εκκίνηση τη συγκυρία, θα εγγραφεί στη στρατηγική προοπτική ενός νέου «συνασπισμού εξουσίας». Δεν θα είναι εύκολο, καθώς αυτό το νέο πολιτικό υποκείμενο θα συγκροτείται ενοποιώντας άλλα πολιτικά υποκείμενα – κόμματα και συλλογικότητες με συνεκτικότερες ταυτότητες – και θα πρέπει να αθροίσει παραγωγικά διαφορετικές πολιτικές καταγωγές και ευαισθησίες, επινοώντας τη δύσκολη διαλεκτική ενότητας/αυτονομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα έχει εκ των πραγμάτων τη βασική ευθύνη. Και πρέπει να αρχίσει να την υλοποιεί άμεσα, με ιεραρχήσεις  των απαραίτητων βημάτων. Θα ήταν νομίζω πολύ χρήσιμο να συμπεριλάβει στην κομματική δομή ένα κέντρο που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό του εγχειρήματος: Τις επαφές και τις συζητήσεις, τις πρωτοβουλίες, την πολιτική ατζέντα, τις προγραμματικές αιχμές και τις μορφές ενός δημόσιου διαλόγου. Και να απευθύνει ένα κάλεσμα σε κάθε ενδιαφερόμενο από τον πολύχρωμο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά και άλλων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων από τον χώρο της Αριστεράς και της οικολογίας, για μια συνδιαμόρφωση της πορείας συγκρότησης του προοδευτικού πόλου.

Αν η αναγκαιότητα μιας στοιχειώδους έστω, αρχικής οργανωτικής διεύθυνσης του εγχειρήματος είναι προφανής, ο βασικός του πυλώνας είναι το Πολιτικό του Σχέδιο, ως πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου πέντε βασικά και αλληλένδετα πεδία παρέμβασης στα οποία θα εκδηλωθεί η αντιπαράθεση με τις συντηρητικές δυνάμεις: Η ανάσχεση της λιτότητας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους – η δημοκρατική αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος – το νέο παραγωγικό υπόδειγμα για τη χώρα – η αναβάθμιση του ρόλου του κόσμου της εργασίας – ο φραγμός στην ισχυροποίηση της ακροδεξιάς. Και όλα αυτά με πολιτικές που δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ενός κεντρώου πολυσυλλεκτισμού, αλλά αναπαράγουν και επικαιροποιούν διαρκώς την ιστορική τομή Αριστεράς/Δεξιάς.

Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής ατζέντας πρέπει να αποτυπωθεί σ΄ ένα συγκεκριμένο και επεξεργασμένο Πρόγραμμα που δεν είναι αυτή τη στιγμή δεδομένο. Ένα Πρόγραμμα που πρέπει να συμπεριλάβει μικρά και μεγάλα ζητήματα, τα οποία στην ενότητά τους διαμορφώνουν τον ορίζοντα της «Μεγάλης», όπως την αποκαλεί ο Γκράμσι, πολιτικής, αυτής που κινητοποιεί τη σκέψη και το πάθος των ανθρώπων.

Ένα Πρόγραμμα που θα αναφέρεται έστω και ενδεικτικά στα παγκόσμια προβλήματα: Της κλιματικής αλλαγής – Των σαρωτικών αλλαγών στην παραγωγή και των συνεπειών τους στις εργασιακές σχέσεις – Της δυνατότητας να ελεγχθούν στοιχειωδώς δημοκρατικά οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις – Την άρνηση να λειτουργούν οι Αγορές ως οιονεί πολιτικά υποκείμενα – Την διαφοροποίηση της ανάπτυξης από την οικονομική μεγέθυνση.

Ένα Πρόγραμμα που θα κατανοεί ότι ο δανεισμός από τις Αγορές χρήματος και οι ξένες επενδύσεις, ως αποκλειστικά εργαλεία μεγέθυνσης, δεν εγγυώνται την παραγωγική ανασυγκρότηση αλλά προδιαγράφουν την επιστροφή στη δυστοπία της «δανεικής ευημερίας», στο πρότυπο μιας κοινωνίας που αναπληρώνει τη μειωμένη παραγωγή αξιών με την «παραγωγή» προστιθέμενης αξίας.

Ένα Πρόγραμμα που, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, πρέπει να αναμετρηθεί με μέτρα και πολιτικές μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης που εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη μεταμνημονιακή περίοδο. Όπως για παράδειγμα: Το ζήτημα των εξωφρενικών πλεονασμάτων που λειτουργούν ως μηχανισμός διαρκούς αναπαραγωγής της λιτότητας – Την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και πέρα από τα συμφωνηθέντα – Τον παραλογισμό ενός φορολογικού συστήματος που επαναφέρει την φορολόγηση των μερισμάτων στο χαμηλότερο συντελεστή – Την  παράλειψη να μη τίθεται ως κριτήριο υλοποίησης του  συμβιβασμού του 2015 το ζήτημα της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.

Θα κλείσω επιστρέφοντας στο πιο κρίσιμο αυτή τη στιγμή πρόβλημα της συγκρότησης του προοδευτικού πόλου: Θα αποδειχθεί ιστορικό λάθος να επιδιωχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ η πραγματοποίησή της, μέσω ενός «πολιτικού επεκτατισμού», με διευρύνσεις ενός ασπόνδυλου προγραμματικά πολυσυλλεκτισμού. Να μετατραπεί δηλαδή ο ίδιος σε «κόμμα – πόλο», με την ρευστοποίηση της ριζοσπαστικής του ταυτότητας και την «κεντροποίηση» των επιλογών του Πολιτικού του Προγράμματος. Και τότε, όχι μόνο θα υπάρξει ο κίνδυνος «ιταλοποίησης» του πολιτικού συστήματος, αλλά  θα προσυπογράψουμε τη μακροχρόνια περιθωριοποίηση της Αριστεράς και ταυτόχρονα την ματαίωση της αναγκαίας προοδευτικής συμμαχίας. Και θα είναι κρίμα, ο αναστοχασμός των αριστερών στο μέλλον να τα αποτιμήσει αυτά ως «επαγγελίες αδύνατων εγχειρημάτων».

Τ. Καραγιάννη ΜΕΛΟΣ Κ.Ε. ΚΙΝΑΛ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ταύτιση με τη ΝΔ


Παραίτηση από το ΚΙΝΑΛ, με σκληρή κριτική

Στρατηγική ταύτισης με τη ΝΔ και συμπεριφορές «βοναπαρτισμού» καταλογίζει στο Κίνημα Αλλαγής, μέσω της επιστολής παραίτησής της από την Κεντρική Επιτροπή, η Τάνια Καραγιάννη, συνδικαλίστρια και πρώην μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ.


Η Τ. Καραγιάννη στηλιτεύει, επίσης, την αντίθετη πορεία του κόμματος με την κατεύθυνση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών για πανευρωπαϊκό προοδευτικό μέτωπο

Η Τ. Καραγιάννη στηλιτεύει, επίσης, την αντίθετη πορεία του κόμματος με την κατεύθυνση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών για πανευρωπαϊκό προοδευτικό μέτωπο.

Ολόκληρη η επιστολή:

«Όταν το Κίνημα Αλλαγής, ξεκινώντας τη λειτουργία του, πριν από περίπου ένα χρόνο, διακήρυττε τη στρατηγική των «ίσων αποστάσεων», πιθανόν να έπραττε σωστά, υπό την έννοια ότι κάθε νέα πολιτική συλλογικότητα χρειάζεται -αλλά και δικαιούται- μια «περίοδο χάριτος» έως ότου βρει το βηματισμό της. Όπως, όμως, συμβαίνει με όλα τα πράγματα, έτσι και κάθε τέτοια περίοδος έχει και ημερομηνία λήξης. Και μάλιστα μια ημερομηνία λήξης, η οποία πρώτον καθορίζεται εξωγενώς -και όχι από ίδιες ανάγκες- και δεύτερον ορθώς υπάρχει, διότι διαφορετικά θα ελλόχευε ο κίνδυνος εισόδου στη γραφικότητα της αέναης κίνησης ενός εκκρεμούς. Η “περίοδος χάριτος”, λοιπόν, για το Κίνημα Αλλαγής δείχνει να αγγίζει πλέον τα χρονικά όριά της. Όχι επειδή αυτά προβλέπονται από κάπου, αλλά επειδή αυτό επιβάλλει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο πολιτικά περιβάλλον τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό.

Οι “210.000” των μελών και φίλων του Κινήματος Αλλαγής που ανταποκρίθηκαν τον Νοέμβριο του 2017 στο κάλεσμα και έδωσαν το παρόν στη διαδικασία για την εκλογή προέδρου, προσδοκούσαν τη δημιουργία ενός νέου, ενιαίου πολιτικό φορέα που θα δημιουργούσε διακριτή πολιτική ταυτότητα και θα έδειχνε ότι είχε την ικανότητα να παράγει πολιτικές θέσεις με προοδευτικό πρόσημο και στόχο την επίλυση των «καυτών ζητημάτων της κοινωνίας και των πολιτών».

Στην πορεία από τότε ως σήμερα, το πλήθος των ανθρώπων που συμμετείχαν τότε, πιθανόν, να έχει μεταβληθεί. Το αίτημα, ωστόσο (ή καλύτερα η απαίτησή τους) εξακολουθεί να υφίσταται. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, φέρνει το Κίνημα Αλλαγής αντιμέτωπο με την ανάγκη να αποσαφηνίσει τις προθέσεις του ως προς τον δρόμο που προτίθεται να ακολουθήσει και τις πολιτικές που πρόκειται να υποστηρίξει. Διότι όσο εκείνο -ως συλλογικότητα- δεν το κάνει τόσο στο ίδιο σταυροδρόμι, μοιραία, θα καταφθάνουν κάποια από τα στελέχη του, κάποια από τα μέλη του και κάποιοι ακόμη περισσότεροι από τους ψηφοφόρους του. Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, στις οποίες αποτυπώνεται η διαρκώς αυξανόμενη τάση του δικομματισμού και η αντίστοιχη συμπίεση -μεταξύ άλλων- του Κινήματος Αλλαγής.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη συνιστώσα του Κινήματος Αλλαγής (αν όχι ολόκληρο) δείχνει να μην μπορεί να αποδεχτεί τα δεδομένα, όπως αυτά διαμορφώνονται τους τελευταίους μήνες. Δείχνει να μην μπορεί καν να ξεχωρίσει το ευκταίο από το εφικτό. Η Χαριλάου Τρικούπη συμπεριφέρεται με τρόπο σχεδόν βοναπαρτικό τόσο απέναντι στις υπόλοιπες συνιστώσες του Κινήματος Αλλαγής όσο και απέναντι σε επιμέρους στελέχη της, που κάθε μέρα όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν την όλο και μεγαλύτερη εσωστρέφεια, στην οποία βυθίζεται.

Εν τω μεταξύ, μέσα σε αυτό το περιβάλλον κι ενώ το Κίνημα Αλλαγής επιμένει να διακηρύττει τη στρατηγική των «ίσων αποστάσεων», στην πράξη έχει ήδη μετακινηθεί αισθητά προς τη μια κατεύθυνση, γεγονός που προκύπτει και από το αίτημα για εκλογές το καλοκαίρι του 2018 και από τη στάση που κράτησε στα ζητήματα της συμφωνίας των Πρεσπών και της σχέσης Κράτους – Εκκλησίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το Κίνημα Αλλαγής επέλεξε -σχήμα οξύμωρο για προοδευτική δύναμη- να ταυτιστεί με τις πολιτικές επιλογές της συντηρητικής παράταξης και της ΝΔ. Σε μία, μάλιστα, τουλάχιστον περίπτωση η ταύτιση έγινε με τρόπο ακατανόητο για τον κοινό μέσο προοδευτικό πολίτη, ο οποίος είδε να διαδραματίζεται μία διαδικασία στο εσωτερικό του Κινήματος Αλλαγής που πόρρω απέχει από οποιαδήποτε έννοια δημοκρατικής διαδικασίας (σ.σ. Όλοι θυμόμαστε ακόμα εκείνο το 5-1 στο πολιτικό συμβούλιο του Κινήματος Αλλαγής που έμελλε να αποτελέσει και τη θρυαλλίδα των εξελίξεων, οδηγώντας στο οριστικό «διαζύγιο» με το Ποτάμι).

Ταυτόχρονα, είναι δύσκολο για τον απλό προοδευτικό πολίτη να κατανοήσει από ποια ακριβώς πλευρά ασκεί κριτική το Κίνημα Αλλαγής στη σημερινή Κυβέρνηση, ιδίως όταν η κριτική αυτή αφορά τα θέματα της διαχείρισης του Μνημονίου. Είναι φανερό ότι η κριτική ασκείται άλλοτε από τα «δεξιά» επειδή «ο ΣΥΡΙΖΑ άργησε να συνέλθει από τις αυταπάτες» και άλλοτε από τα «αριστερά» επειδή «είναι δίγλωσσος και ασυνεπής, αφού άλλα διακήρυττε προεκλογικά και άλλα εφαρμόζει μετεκλογικά». Μόνο που το δεύτερο επιχείρημα έχει λογική όταν διατυπώνεται από τις αποκαλούμενες ως αντι-μνημονιακές δυνάμεις. Από εκείνες δηλαδή τις δυνάμεις που δικαιούνται -τρόπον τινά- να ισχυρίζονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «απεμπόλησε τον αντι-μνημονιακό του χαρακτήρα και εφάρμοσε μνημόνια». Χάνει, ωστόσο, εντελώς, την αξία του όταν προέρχεται από εκείνους που στην πράξη εισήγαγαν το Μνημόνιο στην ελληνική πραγματικότητα, με το επιχείρημα ότι «ήταν μονόδρομος απέναντι στον κίνδυνο της χρεωκοπίας» και ουδέποτε έως σήμερα αμφισβήτησαν την ορθότητα αυτής τους της απόφασης (αν και κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε, δεδομένου ότι με όχημα τα μνημόνια υλοποιήθηκε μεταξύ άλλων η βιαιότερη αναδιανομή εισοδήματος που έχει γίνει ποτέ στη χώρα προς όφελος των λίγων και η μεγαλύτερη απορρύθμιση του εργασιακού τοπίου).

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η στρατηγική των «ίσων αποστάσεων» είναι απλώς ένας προσχηματικός διακηρυκτικός λόγος. Πολύ απλά διότι μία τέτοια στρατηγική προϋποθέτει ότι έχεις τη δυνατότητα να παράγεις αυτόνομα πολιτική και να αυτοκαθορίζεσαι. Αντ’ αυτού, στην πράξη το Κίνημα Αλλαγής, υπό το φόβο της ταύτισης σε οποιοδήποτε θέμα με τον αποκαλούμενο «στρατηγικό» του αντίπαλο, έχει φτάσει σήμερα στο σημείο αφενός να ετεροκαθορίζεται και αφετέρου να ταυτίζεται -όλο και συχνότερα- με τον «παραδοσιακό» του αντίπαλο, τη Ν.Δ. Την Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος είπε ότι πρέπει να τελειώνουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο γι αυτά που κάνει, αλλά και γι αυτά που πιστεύει! Άραγε το Κίνημα Αλλαγής ταυτίζεται και σε αυτό με τον κύριο Μητσοτάκη; Διότι διαφορετικά τι ακριβώς εννοεί όταν μιλάει για «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ;

Όπως είναι λογικό, η πρακτική αυτή κάνει πολλούς να αναρωτιούνται αν τα πράγματα οδηγούνται αναπόδραστα προς την κατεύθυνση της κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ, επιλογή που πέραν των υπολοίπων δείχνει ότι το Κίνημα Αλλαγής δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι η (κατά το πρόσφατο παρελθόν) κυβερνητική συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τη Δεξιά ήταν εκείνη που του έδωσε το οριστικό χτύπημα και οδήγησε τον παραδοσιακό του ψηφοφόρο να του στρέψει την πλάτη. Για την επιλογή, όμως, αυτή (δηλαδή της συνεργασίας με τη ΝΔ) δεν ευθύνεται κανένας ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ευθύνεται κανένας άλλος, εκτός από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το ότι αργά ή γρήγορα θα καταλαμβανόταν ο πολιτικός χώρος που ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε από το ΠΑΣΟΚ, από τον κοντινότερο ιδεολογικοπολιτικά «διεκδικητή» ήταν μαθηματικά βέβαιο. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι η πολιτική -όπως και η φύση- απεχθάνεται τα κενά.

Πέραν όμως από το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της χώρας, απορίας άξια είναι και η στάση του Κινήματος Αλλαγής στο εξωτερικό και ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του με τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές, οι οποίοι σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση επιδιώκουν τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με τη συμμετοχή των δυνάμεων των Σοσιαλιστών, της Αριστεράς και των Πρασίνων ως εξόχως αναγκαία συνθήκη για την αναχαίτιση της ανόδου των ακροδεξιών και των λαϊκίστικων αντιευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι ίδιοι έχουν καταστήσει σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί από ελληνικής πλευράς να απουσιάζει από μία τέτοια σύνθεση. Κι όμως το Κίνημα Αλλαγής ακόμα και απέναντι σε αυτόν το στόχο δείχνει να μην μπορεί να ξεπεράσει τη διάθεση ρεβανσισμού απέναντι στον πολιτικό φορέα που -κατά κάποιους- «υφάρπαξε» τους ψηφοφόρους του. Για μια ακόμα φορά η επιδίωξη μικροπολιτικού οφέλους φαίνεται να επικρατεί της κοινής λογικής!

Προσωπικά, παρέμεινα στον χώρο τα «πέτρινα» -για πολλούς από εμάς- χρόνια του Μνημονίου, αναγνωρίζοντας μεν την ιστορία του ΠΑΣΟΚ και την προσφορά του στον τόπο και τη Δημοκρατία, διατηρώντας δε τις διαφωνίες μου για τις πολιτικές επιλογές εκείνης της περιόδου (τις οποίες και εξέφραζα πάντα στα πλαίσια της λειτουργίας της ΠΑΣΚ Δημοσίου Τομέα, συνδικαλιστικής παράταξης που μπορεί να μην έχει οργανωτική σχέση με το ΠΑΣΟΚ, αυτονοήτως -όμως- έχει πολιτική).

Το 2017, αποφάσισα να ενταχθώ στο Κίνημα Αλλαγής, εκτιμώντας ότι υπήρχε ακόμα πολιτικός χρόνος, περιθώρια και διάθεση για αναστοχασμό, ειλικρινή αυτοκριτική και επαναπροσδιορισμό των κεντρικών πολιτικών επιλογών του πολιτικού φορέα προς μία προοδευτικότερη κατεύθυνση.

Τα χρονικά περιθώρια, όμως, έχουν στενέψει ασφυκτικά και η διάθεση δεν έχει διαφανεί. Οι κινήσεις που γίνονται σε πολιτικό επίπεδο εκ μέρους του Κινήματος Αλλαγής, αλλά και σε οργανωτικό επίπεδο με αφορμή τόσο τις επικείμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, τις ευρωεκλογές και τις βουλευτικές εκλογές όσο και τα ουσιαστικότατα ζητήματα της (μη) εκλογής των εσωκομματικών οργάνων, δείχνουν κατά τη γνώμη μου ότι οι «έχοντες μία πολιτική προσέγγιση που αποκλίνει λιγότερο ή περισσότερο από την κεντρική γραμμή» καλό θα ήταν να αποχωρήσουμε όσο ακόμα μπορούμε να κρατάμε το κεφάλι μας ψηλά και να έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη.

Με αυτές τις σκέψεις σας υποβάλλω την παραίτησή μου από την Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του Κινήματος Αλλαγής και σας εύχομαι καλή συνέχεια και καλή τύχη.

Αθήνα, 8/01/2019
Τάνια Καραγιάννη»


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το μεγάλο ΣΤΟΊΧΗΜΑ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να ΕΜΠΝΕΎΣΕΙ ξανά

Συνέντευξη με τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη, κοσμήτορα της Σχολής οικονομικών και πολιτικών επιστημών του ΕΚΠΑ

Τη συνέντευξη πήραν
οι Μπάμπης Γεωργούλας
και Παύλος Κλαυδιανός

<br>Μιχάλης Σπουρδαλάκης / Συνέντευξη

  Το μεγάλο στοίχημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να εμπνεύσει ξανά

Συνέχεια ανάγνωσης Το μεγάλο ΣΤΟΊΧΗΜΑ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να ΕΜΠΝΕΎΣΕΙ ξανά