Αρχείο κατηγορίας H Επόμενη Μέρα Από Τα Αριστερά

Νίκος Φίλης: Υποκατάσταση του κράτους δικαίου από το κράτος εκτάκτου ανάγκης της ΝΔ

Την Κυριακή ζήσαμε μια μαζική διαδήλωση παρά την αστυνομοκρατία και το κλίμα που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες μέρες. Πώς ερμηνεύεις τη μαζικότητα;

Χάρηκα για την ιδιαίτερα μαζική συμμετοχή νέων του ΣΥΡΙΖΑ στην πορεία, κάτι που δείχνει ότι η ανασυγκρότηση του κόμματος μπορεί να γίνει σε επικοινωνία με τη γενιά τους

Ήταν αληθινά η μαζικότερη πορεία του Πολυτεχνείου τα τελευταία χρόνια. Αλλά εκείνο που εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η μεγάλη συμμετοχή της νεολαίας. Υπάρχει πολιτική εξήγηση: Η γενιά που υπήρξε το μεγαλύτερο θύμα της κρίσης, με ανεργία 55% και εξευτελιστικούς μισθούς, διαισθάνεται ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΝΔ τη σπρώχνει πίσω στο περιθώριο. Ότι η ζωή της μέσα στην περιβόητη κανονικότητα του Μητσοτάκη είναι αναλώσιμη.

Κι έχει δίκιο. Δεν είναι τυχαίο, ότι μαζί με τα εργασιακά και την καταστολή, η κυβέρνηση ανοίγει μέτωπο στην Παιδεία. Έχει προφανές το σχέδιο να κλείσουν δημόσιες δομές, να μειωθεί ο αριθμός όσων σπουδάζουν στη δημόσια εκπαίδευση -και ιδιαίτερα στην τριτοβάθμια- και να αυξηθεί κατά 20.000 ετησίως ο αριθμός των «πελατών» των κολεγίων.

Η επίθεση στο πανεπιστημιακό άσυλο, όπως αυτή «εικονογραφήθηκε» με το κλείσιμο της ΑΣΟΕΕ, ενεργοποίησε κώδικες αντίστασης και ανακάλεσε μνήμες από άλλες εποχές. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται η ίδια ακριβώς -και πράγματι πολλά γύρω μας έχουν αλλάξει. Ωστόσο παρόμοιοι αγώνες ευαισθητοποιούσαν διαχρονικά τους νέους και τροφοδότησαν τα κινήματα τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης. Μια πολιτική κινητικότητα ξένη στη Δεξιά, που για αυτό αδυνατούσε να την κατανοήσει: Το πώς η πολιτική ενεργοποίηση των νέων, έστω με αντιφάσεις και ασυνέχειες, γινόταν παράγοντας απρόβλεπτων ανατροπών.

Στην προχθεσινή πορεία ίσως γίναμε μάρτυρες μιας νέας αρχής για την νεολαία. Ανάλογα μηνύματα έχουμε με το «κίνημα της σαρδέλας» στην Ιταλία και βεβαίως με την παγκόσμια κινητοποίηση για την κλιματική αλλαγή. Ένα φαινόμενο που ορισμένοι αποκάλεσαν «νέο `68», καθώς έχει ως προμετωπίδα το σύνθημα «Όχι μόνο το κλίμα, αλλά το σύστημα».

Χάρηκα για την ιδιαίτερα μαζική συμμετοχή νέων του ΣΥΡΙΖΑ στην πορεία, κάτι που δείχνει ότι η ανασυγκρότηση του κόμματος μπορεί να γίνει σε επικοινωνία με τη γενιά τους. Γιατί η αλήθεια είναι ότι ενώ έχουμε εκλογική επιρροή στους νέους, οργανωτικά δεν τα πάμε εξίσου καλά.

Βλέπουμε να εφαρμόζεται το δόγμα «Νόμος και τάξη»… Είναι μόνο αντιπερισπασμός απέναντι σε άλλες δυσκολίες; Εξευμενισμός του δεξιού πολιτικού κέντρου και της μεσαίας τάξης; Ή αντίληψη; Δεν θα έπρεπε να είναι πιο αποφασιστική σε αυτό τον τομέα η αντιπολίτευση;

Δεν μπορεί η πολιτική ασφάλειας να αρχίζει και να τελειώνει με την καταστολή.

Το δόγμα «Νόμος και Τάξη» είναι μία από τις τρεις προεκλογικές αιχμές της ΝΔ. Οι άλλες δύο ήταν «Λιγότεροι φόροι» και «Περισσότερες-καλύτερες δουλειές».  Το είπαμε και πριν, η κυβερνητική πολιτική φέρνει ξανά φορολογικές ελαφρύνσεις για το μεγάλο κεφάλαιο και μισές δουλειές ή και ανεργία για τους νέους.

Τη γενικευμένη ανασφάλεια στην κοινωνία που θα γεννήσουν αυτά, η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκαλύψει επιστρατεύοντας το δόγμα της δημόσιας τάξης με καταστολή και το στήσιμο παρακρατικών κέντρων, όπως αποκαλύφθηκε με τους κοριούς στα αυτοκίνητα διαδηλωτών. Το αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη στην ασφάλεια δεν υπηρετείται με επιχειρήσεις εξευτελισμού νέων ανθρώπων, με ξεγυμνώματα και εφόδους που θυμίζουν άλλες εποχές σε κέντρα διασκέδασης ή κινηματογράφους. Στην πράξη θα φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, αφού αποπροσανατολίζουν την Αστυνομία από το έργο της ουσιαστικής ασφάλειας, ανακαλύπτοντας και πάλι τον «εσωτερικό εχθρό», τον «εχθρό-λαό» και ιδιαίτερα τη νεολαία. Είδαμε και τον κ. Βορίδη να ομολογεί κυνικά ότι «το ξύλο είναι στοιχείο αναγκαστικότητας».

Θα γίνει πολύ σύντομα σαφές: Η έκρηξη αστυνομικής καταστολής δεν αντιμετωπίζει την εγκληματικότητα, γίνεται η ίδια παράγοντας παρόξυνσής της. Το τελεσίγραφο Χρυσοχοΐδη για την εκκένωση των καταλήψεων και μάλιστα λίγο πριν την επέτειο της εκτέλεσης Γρηγορόπουλου, θυμίζει το δόγμα Σαμαρά για την «ανακατάληψη των πόλεων». Ας θυμηθούμε τι πέτυχε.

Η αντιμετώπιση αυτών των πρακτικών από την Αριστερά και τα κινήματα πρέπει να είναι άμεση και αποφασιστική. Η αντιμετώπιση κοινωνικών φαινομένων καθώς και -ασφαλώς κατακριτέων- πράξεων βίας από ορισμένες ομάδες δεν πρέπει να οδηγεί στη δημιουργία αφηγήματος που τα συνδέει με τα εγκλήματα της τρομοκρατίας, όπως επιχειρεί η κυβέρνηση. Δεν μπορεί η πολιτική ασφάλειας να αρχίζει και να τελειώνει με την καταστολή. Χρειάζεται να αντιμετωπιστούν τα κοινωνικά αίτια που τροφοδοτούν την απόγνωση ή και τον μηδενισμό ανάμεσα στους νέους. Δεν έχει ανάγκη η Αριστερά να βάλει πηλίκιο και επωμίδες για να υπερασπιστεί την ασφάλεια και τα δικαιώματα των πολιτών.

Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ανοίξει προαναχωρησιακά κέντρα στα νησιά, δηλαδή πάλι κλειστά κέντρα κράτησης, ενώ ακούγεται ακόμα και η χρήση άδειων νησιών. Την ίδια ώρα πληθαίνουν οι ξενοφοβικές αντιδράσεις, ενώ το κίνημα διοργανώνει υποδοχή/καλωσόρισμα στους πρόσφυγες που έρχονται στην ενδοχώρα. Ποια η εκτίμησή σου για την κατάσταση; Πώς κρίνεις τις επιλογές της κυβέρνησης και πώς πρέπει να αντιδράσει η αριστερά και το κίνημα;

Η αντιμετώπιση του προσφυγικού προϋποθέτει αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής (Δουβλίνο) που απειλεί να μετατρέψει την Ελλάδα και άλλες μεσογειακές χώρες σε στρατόπεδα προσφύγων, κατάργηση της απαράδεκτης δήλωσης ΕΕ- Τουρκίας και αποτελεσματικό σχεδιασμό για την υποδοχή των προσφύγων σε όλη την Ευρώπη στη βάση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και του ανθρωπισμού.

Η ΝΔ ως κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι το προσφυγικό δεν προέκυψε από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για δήθεν ανοιχτά σύνορα, αλλά, είχε γεωπολιτικές αιτίες. Είναι όμως αργά για προσαρμογή της πολιτικής. Σε ένα τμήμα ηγεσίας και ακροατηρίου έχει φωλιάσει η ξενοφοβία, που εντάθηκε με τον εθνικιστικό παροξυσμό για το Μακεδονικό. Δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται ότι θα ζήσουμε για πολλά χρόνια με πρόσφυγες πολέμου ή πείνας ή κλιματικούς πρόσφυγες.

Κατανοώντας ότι το φαινόμενο δεν είναι προσωρινό, απαιτείται ριζική ανασύνταξη της κοινωνίας και του κράτους. Πρωτίστως, προσπάθεια ένταξης των προσφύγων αλλά και των απεγνωσμένων μεταναστών στο σχέδιο για την ανάπτυξη της χώρας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος, όχι να φυλακίζουμε οικογένειες με ανήλικα, στα κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα στα νησιά και στην ενδοχώρα, ή, ακόμη χειρότερα σε ξερονήσια, όπως ακούγεται. Αυτό είναι το όραμα της ΝΔ; μια νέα γενιά εκτοπισμένων;

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός, που παραβιάζει κανόνες του εσωτερικού και του διεθνούς δικαίου, θεωρώ βέβαιο ότι θα αποδειχθεί μυωπικός και επικίνδυνος. Θα προκληθούν εντάσεις μέσα στα συγκεκριμένα κέντρα που θα επεκταθούν και στις τοπικές κοινωνίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και το ΜΕΡΑ 25 που καταψήφισαν τον προσφυγικό νόμο της ΝΔ, πρέπει να συντονίσουν τις παρεμβάσεις τους μέσα στην κοινωνία, με κινήσεις έμπρακτης αλληλεγγύης και δημοκρατικής αντίστασης. Να προκαλέσουν διάλογο και να προωθήσουν ένα διαφορετικό τρόπο εγκατάστασης των προσφύγων στην ενδοχώρα, όχι μόνο σε απομακρυσμένες περιοχές, αλλά στα μεγάλα αστικά κέντρα, με κρατική εποπτεία, μέριμνα και προσπάθεια οι άνθρωποι αυτοί να νιώσουν ότι δεν είναι κυνηγημένοι κι εδώ.

Σε αυτό το μέτωπο ανθρωπισμού, δημοκρατίας και κοινωνικής συνοχής η Εκκλησία οφείλει, ως εκ της αποστολής της να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο θυμίζοντας ότι ο άνθρωπος ανεξαρτήτως προέλευσης και πίστης είναι εικόνα του Θεού και να οργανώσει ένα μεγάλο έργο στήριξης των εμπερίστατων συνανθρώπων.

Με την εμπειρία και με τα αποτελέσματά της ήταν από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ σωστή η επιλογή της συνταγματικής αναθεώρησης; Ποιες ήταν οι δύο αντιλήψεις;

Τα εμπόδια ήταν εξωτερικά και παραθεσμικά: Ήταν η αναγόρευση του Μνημονίου σε παρασύνταγμα. Να το πω κομψά, η «συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού».

Η αλήθεια είναι ότι η κρίση που βιώνουμε δεν είναι πρωτίστως πολιτειακή αλλά κυρίως πολιτική. Συνεπώς, το υπάρχον Σύνταγμα δεν εμπόδιζε την αναζήτηση και εφαρμογή εναλλακτικών πολιτικών και τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τρόικα το είχε χαρακτηρίσει «πορτοκαλί Σύνταγμα» ταξινομώντας το στη χορεία των «μεσογειακών» Συνταγμάτων με ισχυρά κοινωνικά γνωρίσματα. Τα εμπόδια ήταν εξωτερικά και παραθεσμικά: Ήταν η αναγόρευση του Μνημονίου σε παρασύνταγμα. Η περιστολή του κράτους πρόνοιας και η υποκατάσταση του κράτους δικαίου από το κράτος εκτάκτου ανάγκης από τη ΝΔ. Να το πω κομψά, η «συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού».

Αυτή η αρνητική εξέλιξη σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίστηκε από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα μας εμπόδιζε το υπάρχον Σύνταγμα να ξεδιπλώσουμε πολιτικές ανατροπής των μνημονιακών καταναγκασμών. Επιλέξαμε να προχωρήσουμε στη συνταγματική αναθεώρηση προφανώς για να αφήσουμε πιο σαφές το αποτύπωμα προοδευτικών ιδεών. Υποτιμήσαμε τον κίνδυνο η αναθεωρητική Βουλή να έχει δεξιά πλειοψηφία, δηλαδή, πλειοψηφία που θα ανέτρεπε, ή, ακόμη χειρότερα, θα εκτροχίαζε τη συνταγματική μας πρωτοβουλία. Φοβούμαι ότι είναι κι αυτή μια απόδειξη ότι η ηγεσία του κόμματος δεν περίμενε ότι μπορεί να χάσουμε τις εκλογές.

Να σημειώσω, επίσης, ότι σε ορισμένα εμβληματικά θέματα, όπως ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας η προτεινόμενη αναθεώρηση υπήρξε άτολμη, καθώς, εγκλωβίστηκε σε αδιέξοδους συμβιβασμούς με την Ιεραρχία, όπως φάνηκε με το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας καθώς και με την επανεμφάνιση των μητροπολιτών σε ρόλο πολιτικών σταυροφόρων και εθναμυντόρων, με αφορμή το Μακεδονικό. Στερνή μου γνώση…

Φοβούμαι τέλος ότι η πρόταση αναθεώρησης που καταθέσαμε δεν συζητήθηκε διεξοδικά, ούτε στην τελική της διατύπωση είχαν ληφθεί υπόψη ενστάσεις συντρόφων, που διατυπώθηκαν στα όργανα του κόμματος.

Το δεξιόστροφο κύμα στην Ευρώπη, πώς φτάνει στη χώρα μας; Ποια είναι η κριτική ή προοπτική σε αυτό το ζήτημα;

Η πρόσφατη νίκη της ΝΔ αντικατοπτρίζει ακριβώς την πολιτική ηγεμονία του νεοσυντηρητισμού στην Ευρώπη και αλλού. Κι ενώ είχε καταγραφεί η ελληνική ιδιομορφία της κρίσης, που οδήγησε στη δημοκρατική ανατροπή, φάνηκαν επίσης και τα όριά της.

Η συντηρητική ηγεμονία όμως δεν είναι αδιατάρακτη. Εμφανίζονται ρήγματα όπως στη Χιλή και το Λίβανο, με κινήματα εναντίον των κοινωνικών ανισοτήτων και της λιτότητας αλλά και η δυναμική αντίδραση της νεολαίας κατά της κλιματικής αλλαγής.

Στην άλλη όχθη, υπάρχουν ακροδεξιές διαφοροποιήσεις μέσα στο κυρίαρχο μπλοκ: οι αντιπροσφυγικές τάσεις, η ωμή παρέμβαση Τραμπ – Μπάνον στην εσωτερική πολιτική μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, η αναβίωση των επιθετικών εθνικισμών κι άλλα, σε μια περίοδο μάλιστα που χλωμιάζει η ευρωπαϊκή ιδέα.

Είναι πιθανό η συνοχή της ΝΔ να δοκιμαστεί και ο Μητσοτάκης να καταφύγει σε πρόωρες εκλογές για να ελέγξει τις εξελίξεις στην παράταξή του, πριν φθαρεί η κυβέρνησή του, προσδοκώντας νέα νίκη που θα του επιτρέψει να εφαρμόσει ανοιχτά το αντικοινωνικό πρόγραμμά του. Να δούμε αν λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο, το λαό.

Έχουν ήδη περάσει τέσσερις μήνες κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Πώς την κρίνεις από τις επιλογές και πολιτικές της;

Η κυβέρνηση κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Αφενός ανατροπή της θεσμικής ισορροπίας, των αξιών και της συναίνεσης που είχε επιτευχθεί τη μεταπολιτευτική περίοδο. Από εκεί προκύπτει η ιδεολογική επίθεση στους «μύθους της Μεταπολίτευσης». Αφετέρου επιχειρεί την εγκαθίδρυση του μνημονίου ως καθεστώτος.

Από αυτές τις στρατηγικές επιλογές προκύπτει η επίθεση στα δικαιώματα και η προώθηση ατζέντας κοινωνικών ανισοτήτων και λιτότητας. Είναι χαρακτηριστική η ακραία ποινικοποίηση παραπτωμάτων «του δρόμου» και η ταυτόχρονη επιεικής αντιμετώπιση ή και ασυλία στους εγκληματίες των «λευκών κολάρων».

Στον ΣΥΡΙΖΑ ασκείται κριτική ότι η ηγεσία ασκεί υποτονική και αμήχανη αντιπολίτευση, όπως και ότι δεν επικεντρώνει στα κοινωνικά ζητήματα αφιερώνοντας πολύ χρόνο στα θέματα της διαφθοράς και της διαπλοκής. Εσύ τι πιστεύεις γι` αυτό;

Δεν έχουμε ξεκινήσει τη συζήτηση για τα αίτια της ήττας, ώστε, με ασφαλή τρόπο να επαναδιατυπώσουμε το πρόγραμμά μας ως κόμμα της Αριστεράς, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς της μνημονιακής περιόδου

Ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί τον βηματισμό του ως αντιπολίτευση κι αυτό δεν είναι εύκολο. Τα προβλήματα φυσιογνωμίας όμως δεν λύνονται με την εσωστρεφή αναζήτηση νέων οργανωτικών σχημάτων. Μετά τις εκλογές βάλαμε μπροστά το οργανωτικό και αφήσαμε το πολιτικό. Δεν έχουμε ξεκινήσει τη συζήτηση για τα αίτια της ήττας, ώστε, με ασφαλή τρόπο να επαναδιατυπώσουμε το πρόγραμμά μας ως κόμμα της Αριστεράς, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς της μνημονιακής περιόδου.

Η αντιπολίτευσή μας συχνά δεν επικεντρώνεται στα κοινωνικά ζητήματα και δίνει έμφαση σε θέματα που δεν απασχολούν με επείγοντα τρόπο σήμερα τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Επιβάλλεται να απαντήσουμε στην ιδεολογική επίθεση της ΝΔ διαμορφώνοντας νέες πολιτικές προτάσεις χωρίς αντιφάσεις.

Δεν γίνεται π.χ. να συνδυάσεις πολιτική κατά της κλιματικής αλλαγής παραμένοντας ταυτόχρονα θετικός στις εξορύξεις υδρογονανθράκων.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αντιπολίτευσή μας δεν θα είναι αγώνας δρόμου 100 μέτρων αλλά αγώνας αντοχής. Να συνδυάζουμε θεσμικές αλλά και κινηματικές πρωτοβουλίες, επανασυστήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που έχει λάβει το μήνυμα των εκλογών να διορθωθεί για να επανέλθει στην εξουσία.

Το ζήτημα της διεύρυνσης και των συμμαχιών απασχολεί τον ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή του εγχειρήματος. Ωστόσο, ο ηγετικός λόγος δεν επιμένει σε αυτή, δεν την προβάλλει όσο χρειάζεται. Εσύ τι πιστεύεις;

Όλοι αυτοί μπορούν να συναποτελούν τον ΣΥΡΙΖΑ στη βάση ενός προγράμματος ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα εγγράφονται στην προοπτική υπέρβασης του καπιταλισμού.
Το κόμμα, όμως, χρειάζεται και συμμαχίες πολιτικές και κοινωνικές. Δεν μπορεί να τις συμπεριλάβει όλες στο εσωτερικό του, όπως παλαιότερα το ΠΑΣΟΚ με την ΕΛΕ (Εθνική Λαϊκή Ενότητα)

Η αμφίπλευρη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκαία. Η εκλογική του επιρροή έχει πολλές ψυχές: Αντιδεξιούς πολίτες, αριστερούς πολλών διαδρομών, κυρίως, όμως, ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας (το 37% στις εκλογές) που παρακολουθεί αλλά δεν συμμετέχει ενεργά στην πολιτική. Όλοι αυτοί, με ιδιαίτερη έμφαση στη νεολαία, μπορούν να συγκροτήσουν ένα νέο «εμείς», εξέλιξη πολύ σημαντική σε συνθήκες απομάκρυνσης των πολιτών από την πολιτική.
Το εύρος της ιδεολογικής-πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εκτείνεται από το προοδευτικό κέντρο που έχει αντι-νεοφιλελεύθερες και αντιεθνικιστικές αντιλήψεις μέχρι τους νέους της διάχυτης αμφισβήτησης, που είναι όμως μακριά από τη βία. Παραπέμπει αυτό στην αμορφία ενός ανερμάτιστου πολυσυλλεκτισμού; Όχι! Όλοι αυτοί μπορούν να συναποτελούν τον ΣΥΡΙΖΑ στη βάση ενός προγράμματος ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα εγγράφονται στην προοπτική υπέρβασης του καπιταλισμού.
Το κόμμα, όμως, χρειάζεται και συμμαχίες πολιτικές και κοινωνικές. Δεν μπορεί να τις συμπεριλάβει όλες στο εσωτερικό του, όπως παλαιότερα το ΠΑΣΟΚ με την ΕΛΕ (Εθνική Λαϊκή Ενότητα). Όσο δεν επιχειρούμε συμμαχίες πάνω σε προγραμματική βάση αφήνουμε περιθώρια στον Μητσοτάκη να οργανώνει το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο.

Τι θα σήμαινε ριζοσπαστική πολιτική αυτή την περίοδο; Σε ποιους τομείς;

Οφείλουμε να απομακρυνθούμε από τις υποχρεώσεις του μνημονίου παρακολουθώντας τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς συσχετισμούς (π.χ. τις διεργασίες για κυβέρνηση Σοσιαλιστών – PODEMOS στην Ισπανία). Πρέπει να ξαναφέρουμε στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα του χρέους και του μοντέλου ανάπτυξης

Δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε ως κόμμα της «κανονικότητας», γιατί, αυτή παραπέμπει στην ανασύσταση του συστήματος και του νεοφιλελευθερισμού. Οφείλουμε να απομακρυνθούμε από τις υποχρεώσεις του μνημονίου παρακολουθώντας τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς συσχετισμούς (π.χ. τις διεργασίες για κυβέρνηση Σοσιαλιστών – PODEMOS στην Ισπανία). Πρέπει να ξαναφέρουμε στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα του χρέους και του μοντέλου ανάπτυξης, αλλά και της ζοφερής προοπτικής η Ελλάδα να γίνει μια υποβαθμισμένη χώρα γερόντων, στερημένη από το πιο παραγωγικό της κομμάτι του πληθυσμού.
Πώς θα υπάρξει ανάπτυξη στη δική μας λογική χωρίς δημόσιες τράπεζες και επιχειρήσεις ενέργειας, χωρίς ισχυρό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, χωρίς ενίσχυση του εισοδήματος και της εσωτερικής ζήτησης, χωρίς αύξηση στη φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων; Πώς το οικολογικό πρόγραμμα θα συνδυαστεί με την ανάπτυξη, ώστε, οι θέσεις εργασίας να είναι προστιθέμενης αξίας και να σέβονται το περιβάλλον; Πώς τα δικαιώματα θα παραμείνουν στον πυρήνα της συλλογικής προσπάθειας για την έξοδο από την κρίση;
Προφανώς, η ριζοσπαστική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ με τέτοια θέματα μέσα στους αγώνες φοβίζει τους αντιπάλους μας, οι οποίοι μας «επιτρέπουν» να συμπεριφερόμαστε ως αντιπολίτευση εν αναμονή, δηλαδή, ως μέρος της δικομματικής «κανονικότητας». Γι` αυτό μας επισείουν το «φάντασμα του κόμματος του 3%». Ευσεβείς πόθοι! Όλα τα θέματα που αναδεικνύουμε στη Βουλή και στις κινητοποιήσεις, αποτελούν αγωνίες της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού.

Συμμετείχες στην τελευταία εκδήλωση της «Εποχής» όπου οι τοποθετήσεις όλων έβαζαν επιτακτικά το ζήτημα του απολογισμού, της αξιοποίησης της εμπειρίας και της αυτοκριτικής. Σωστός ο εντοπισμός, αλλά δεν έχει ξεκινήσει συγκεκριμένη συζήτηση ακόμα. Πώς θα οργανωθεί αυτή; Γιατί καθυστερεί;

Ο απολογισμός έπρεπε να έχει γίνει. Στην ιστορία δεν υπάρχουν λευκές σελίδες. Αν δεν το κάνουμε θα τον κάνουν οι αντίπαλοί μας σε βάρος της ιστορικής αλήθειας. Η ηγεσία διστάζει. Δεν ξέρω γιατί. Σε όλες τις οργανώσεις το θέμα τίθεται επιτακτικά. Με τρόπο συγκροτημένο και συντεταγμένο πρέπει να οργανωθεί άμεσα η συζήτηση για την κυβερνητική εμπειρία. Αν αποδειχθεί αδύνατο από τα πάνω μπορεί να επιχειρηθεί από τα κάτω. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα. Αντίθετα, ως χώρος θα βγούμε ενισχυμένοι.

Πώς πάει η καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ; Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι προσέρχεται κόσμος που ποσοτικά και ποιοτικά είναι σημαντικός. Πώς θα πρέπει να αξιοποιηθεί και να ενσωματωθεί στο κόμμα;

Τα αποτελέσματα είναι ικανοποιητικά, ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη ότι δεν υπάρχει ισχυρή κοινωνική διαθεσιμότητα για πολιτική ένταξη. Είναι ευκαιρία να ανανεώσουμε τη λειτουργία του κόμματος, να ξεφύγουμε από την ρουτίνα, να απομακρυνθούμε από τον κυβερνητισμό και να προσανατολιστούμε σε δράσεις μέσα στην κοινωνία, αποκτώντας σχέσεις ή και δημιουργώντας νέους φορείς.
Η γειτονιά είναι ένα προνομιακό πεδίο. Οφείλουμε να αποκτήσουμε επαφή με όλα τα ζωντανά κύτταρα και τις πολυάριθμες συλλογικότητες σε κάθε περιοχή, σεβόμενοι την αυτονομία τους: οικολογικές πρωτοβουλίες, στέκια της νεολαίας, διαδικτυακές κοινότητες, γυναικείες ομάδες, πολιτιστικές λέσχες, αυτοδιαχειριζόμενες πρωτοβουλίες, οραματικές και καινοτόμες επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, υπάρχει ένας ολόκληρος γαλαξίας από ευαισθησίες κοινοτήτων που μπορούν να αποτελέσουν ισχυρή δύναμη ανάσχεσης του κοινωνικού συντηρητισμού και αλλαγής της καθημερινότητας αλλά και του ίδιου του νοήματος της ζωής.
Συλλογικότητα και εσωκομματική δημοκρατία είναι διαρκή διακυβεύματα… Ιδιαίτερα σήμερα εν όψει του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, αφού στην απέναντι όχθη, από δυνάμεις του συστήματος, αναθερμαίνεται το πρότυπο του παρηκμασμένου δικομματικού αρχηγισμού.

Πηγή: Η Εποχή

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Ιδεολογικές αντιφάσεις της Ν.Δ.

Οικογένεια

Οι συντηρητικές παρατάξεις υποτίθεται ότι στηρίζουν την οικογένεια. Είτε λόγω παράδοσης και παλαιότερων μαχών ενάντια στον φιλελευθερισμό είτε λόγω σύνδεσης με την Εκκλησία, η οικογένεια παρουσιάζεται ως ανάχωμα ενάντια σε επικίνδυνες ιδέες και νεωτερισμούς – ως βασικό θεμέλιο σταθερότητας του συστήματος.

Η Ν.Δ. δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι επιδόσεις της σε αυτό το πεδίο στην προ κρίσης εποχή μπορεί να μην ήταν εντυπωσιακές –για παράδειγμα ποτέ δεν είχαμε κοινωνικό κράτος υπέρ του παιδιού και η παιδική φτώχεια ήταν πάντα σε υψηλό επίπεδο– αλλά η Ν.Δ. είχε άλλους τρόπους να απευθύνεται στην οικογένεια, κυρίως μέσω του πελατειακού συστήματος και των μικροεξυπηρετήσεων όλων των ειδών.

Πόσο συμβατή είναι όμως μια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, εμμονική στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, με παρεμβάσεις υπέρ της οικογένειας; Η οικογένεια υποτίθεται ότι βασίζεται στις αξίες της δέσμευσης και της εμπιστοσύνης. Η απελευθερωμένη αγορά εργασίας επιτάσσει πολλές φορές δύο δουλειές –αν βέβαια υπάρχουν–, μεγάλες καθημερινές μετακινήσεις ή μετατοπίσεις σε άλλες περιοχές. Αντί ενός σταθερού περιβάλλοντος, ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί στην αβεβαιότητα, στην παροδικότητα και στην αστάθεια. Ενα νέο ζευγάρι, που δεν έχει τα μέσα ούτε την αυτοπεποίθηση για το μέλλον ώστε να δημιουργήσει οικογένεια, αποτελεί χαρακτηριστική εικόνα της εποχής μας. Η νέα ταινία του Κεν Λόουτς μας δίνει μια τρομακτική απεικόνιση αυτής της νέας κατάστασης.

Οι οικογένειες, και τα παιδιά ιδιαίτερα, υπέστησαν μεγάλο πλήγμα στην κρίση και στην περίοδο μετά. Το υπουργείο Εργασίας επί ΣΥΡΙΖΑ είχε, παρά τις δυσκολίες, μια συγκροτημένη στρατηγική αντιμετώπισης του προβλήματος. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν μπορούν εκ φύσεως να πατήσουν πάνω σε αυτά τα επιτεύγματα.

Εκπαίδευση

Η ιδέα των ίσων ευκαιριών, της κοινωνικής κινητικότητας, επίσης είναι μέρος της συντηρητικής ιδεολογίας, πρωτίστως ως αντίδοτο στην επικίνδυνη ιδέα της ισότητας των αποτελεσμάτων, που θέτει θέματα αναδιανομής του εισοδήματος, του πλούτου και γενικότερα της πρόσβασης σε κοινωνικά αγαθά. Για την ελληνική και ευρωπαϊκή Δεξιά, η μεγάλη ελπίδα για τις ίσες ευκαιρίες και την κοινωνική κινητικότητα ήταν η εκπαίδευση. Βέβαια οι περισσότερες μελέτες αναδεικνύουν ότι οι χώρες με τη μεγαλύτερη ισότητα αποτελεσμάτων είναι αυτές που επιτυγχάνουν και τη μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών και τη μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα. Αλλά αυτό πάντα ίσχυε.

Ομως στον σύγχρονο καπιταλισμό οι ανισότητες έχουν αυξηθεί και έχουν αλλάξει μορφή. Στα πρώτα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού, οι ανισότητες οφείλονταν κυρίως στην ανισότητα μισθών. Τα τελευταία χρόνια, στις ανεπτυγμένες οικονομίες, έχουμε και μια σημαντικότατη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα, με αντίστοιχη αύξηση στο μερίδιο του κεφαλαίου. Εν ολίγοις, τώρα η ανισότητα λόγω ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής είναι μεγαλύτερη από την ανισότητα πλούτου, που είναι μεγαλύτερη από την ανισότητα εισοδήματος.

Σε αυτή την περίπτωση η εκπαίδευση παύει να αποτελεί διέξοδο. Η αντικατάσταση εργαζομένων με πιο εκπαιδευμένους εργαζόμενους δεν μπορεί να αλλάξει την τάση προς την ανισότητα, όταν ένα ολοένα αυξανόμενο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος απλά δεν πάει στους εργαζόμενους.

Μεσαία στρώματα

Τα μεσαία στρώματα αποτελούν μια κοινωνική κατηγορία, αλλά για τις συντηρητικές αφηγήσεις αποτελούν πρωτίστως μια ιδεολογία: απλοί οικογενειάρχες, η ραχοκοκαλιά του συστήματος, εμπόδιο σε συλλογικά εγχειρήματα.

Το πρόβλημα για τις συντηρητικές δυνάμεις είναι ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έχουν διαταράξει σοβαρά αυτή τη σχέση. Παντού τα μεσαία στρώματα στριμώχνονται: από τους στάσιμους μισθούς, από την έλλειψη θέσεων εργασίας με προσδοκία επαγγελματικής ανόδου, από το κόστος μεταφορών (ιδιαίτερα στην περιφέρεια) ή στέγασης (ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις), από πολιτικές απορρύθμισης που ευνοούν μεγάλες επιχειρήσεις και αλυσίδες, και από αλλά πολλά.

Η Ν.Δ. σε κάποιο βαθμό έπεισε ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτή που κατέστρεψε αυτά τα στρώματα. Αυτό δεν στέκει εμπειρικά – η πτώση των μεσαίων στρωμάτων έγινε σε πολύ μεγάλο βαθμό στην περίοδο 2010-2014, και στην περίοδο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε μια μικρή ανάκαμψη.

Αλλά τώρα καλείται η Ν.Δ. να δώσει ουσιαστική λύση στα προβλήματα των μεσαίων στρωμάτων. Η φορολογική πολιτική για το 2020 μπορεί να δώσει κάποιες ανάσες στους αυτοαπασχολουμένους –αν και είμαστε εν αναμονή των αλλαγών στο ασφαλιστικό– αλλά η ελάφρυνση για τον μεγάλο κορμό των μισθωτών και συνταξιούχων θα είναι ελάχιστη. Ταυτόχρονα, παρεμβάσεις στη λογική της φιλελευθεροποίησης και απορρύθμισης θα δημιουργήσουν προβλήματα γενικότερα για τα μεσαία στρώματα, καθώς ευνοούν το μεγάλο ψάρι έναντι του μικρού.

Ευθυγράμμιση με αυταρχικές πολιτικές γενικότερα

Τρεις μεγάλες αντιφάσεις στον κορμό της ιδεολογίας της Ν.Δ. και στην πιθανότητα να οικοδομήσει ένα ηγεμονικό σχέδιο για τα επόμενα χρόνια. Δύσκολα να πιστέψει κανείς ότι οι οικογένειες και τα μεσαία στρώματα θα δουν ουσιαστική βελτίωση – το αντίθετο μάλλον. Ούτε η εκπαίδευση θα έχει τη δυνατότητα να αμβλύνει το κοινωνικό ζήτημα που προκύπτει από την αυξανόμενη ανισότητα.

Εκεί που δεν υπάρχει αντίφαση είναι ανάμεσα στο οικονομικό πρόγραμμα και στην αυταρχική πολιτική στο κράτος, στις εργασιακές σχέσεις, στο μεταναστευτικό – παντού. Ο εθνικισμός και η ξενοφοβία, ο νόμος και η τάξη, αποτελούν παραδοσιακά όπλα για τις συντηρητικές δυνάμεις, σε έλλειψη αναπτυξιακού και κοινωνικού οράματος.

Η ιδέα είναι να οικοδομηθεί η ηγεμονία πάνω σε μια νέα, πιο αυταρχική και εθνική συνείδηση και ταυτότητα.

Βέβαια και εδώ υπάρχει αντίφαση. Αλλά σε αυτή την περίπτωση με τις φιλελεύθερες ιδέες της δημοκρατίας, της ισονομίας και των ατομικών δικαιωμάτων.

* Ο κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, τέως υπουργός Οικονομικών.

Πηγή: Καθημερινή

Από τον αντιιμπεριαλισμό στον αντινεοφιλελευθερισμό

Γενικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού στη νεοφιλελεύθερη φάση του είναι πως τείνει να αντικαθιστά τα πολιτικά εργαλεία άσκησης της εξουσίας του με οικονομικά.

Κύρκος Δοξιάδης , Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Το 1992, όταν ένας ιδιωτικός ραδιοφωνικός σταθμός με είχε καλέσει να μιλήσω για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αναφέρθηκα στα λόγια μιας μαθήτριας Λυκείου που είχα ακούσει εκείνη τη μέρα από τον ίδιο σταθμό. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου τι σήμαινε για εκείνην η επέτειος του Πολυτεχνείου, είχε απαντήσει: «Ηταν τότε που είχαν μπει στο Πολυτεχνείο οι Τούρκοι… οι Γερμανοί… οι Αμερικάνοι… δεν θυμάμαι…».

Η αναφορά μου δεν έγινε βέβαια για να γελάσουμε – με ενοχλούσε ο χαρακτήρας της εθνικής επετείου που έτεινε να προσλάβει ο θεσμός του εορτασμού εκείνα τα χρόνια. (Από σχετικό άρθρο του Δημήτρη Ψαρρά στην «Εφ.Συν.» του Σαββατοκύριακου, έμαθα ότι αυτή ακριβώς ήταν η πρόταση της εφημερίδας «Βραδυνή» το 1975: η 17η Νοεμβρίου να καθιερωθεί ως εθνική επέτειος, όπως είναι η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου – ανεπίσημα είχε περάσει, σ’ έναν βαθμό, η «γραμμή» της δεξιάς εφημερίδας.)

Τώρα σκέφτομαι ότι η παντελώς ανιστόρητη κοπέλα είχε ένα επιπλέον «ελαφρυντικό». Θα είχε γεννηθεί μετά το 1973 και ήδη από τα πολύ παιδικά της χρόνια, ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία των κοινωνικο-πολιτικών αγώνων και του αριστερού κινήματος είχε κλείσει. Η δική της γενιά και όλες οι επόμενες μεγάλωσαν σε έναν κόσμο όπου τα μεγάλα πολιτικά διακυβεύματα της Αριστεράς είχαν πλέον απολέσει τον κατά κύριο λόγο εθνικό-επικρατειακό χαρακτήρα τους.

Με άλλα λόγια, σε παγκόσμιο επίπεδο, η μεγάλη ταξική και ευρύτερα κοινωνική και πολιτική διαμάχη δεν έπαιρνε πλέον τη μορφή διαπάλης ιμπεριαλισμού και αντιιμπεριαλισμού. Κατά συνέπεια, οι νεότερες γενιές, όταν ακούνε για αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες, που σημαίνει -μεταξύ άλλων- αγώνες εναντίον ισχυρών κρατών, φέρνουν στον νου τους πολεμικές καταστάσεις με την κυριολεκτική σημασία – ήτοι «κανονικούς» πολέμους μεταξύ εθνών, που ουδεμία αναγκαία σχέση έχουν με την Αριστερά και τους αγώνες του λαϊκού κινήματος.

Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, και από την εποχή του Εμφυλίου, η ντόπια άρχουσα τάξη και οι πολιτικές δυνάμεις που συντάσσονταν με δαύτην είχαν ως διεθνές στήριγμα την άμεση απειλή της ιμπεριαλιστικής επέμβασης είτε με στρατό είτε με οργάνωση στρατιωτικού πραξικοπήματος. Γενικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού στη νεοφιλελεύθερη φάση του είναι πως τείνει να αντικαθιστά τα πολιτικά εργαλεία άσκησης της εξουσίας του με οικονομικά. Τώρα το διεθνές στήριγμα των εγχώριων αστικών δυνάμεων είναι οι «θεσμοί».

Αν καθιερώναμε ένα σύγχρονο «Πολυτεχνείο» -π.χ. το «πραξικόπημα» στη σύνοδο κορυφής τη νύχτα 12 προς 13 Ιουλίου 2015-, η διαδήλωση που θα το διατηρούσε στη λαϊκή μνήμη δεν θα μπορούσε να κατευθύνεται στην πρεσβεία κάποιας χώρας, π.χ. της Γερμανίας, ούτε στα γραφεία της Ε.Ε. – ούτε το γερμανικό κράτος ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε το τρίτο μνημόνιο. Θα έπρεπε να κατευθύνεται στα γραφεία κάποιας μεγάλης ξένης τράπεζας – σε ποιας απ’ όλες όμως;

Η άσκηση της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής εξουσίας είναι διάχυτη, που σημαίνει όχι εύκολα εντοπίσιμη με επικρατειακούς ή ευρύτερα χωρικούς όρους. Αυτό το χαρακτηριστικό εξηγεί και την αποτελεσματικότητά της. Δεν μπορείς εύκολα να στρέφεσαι «εναντίον» πιστωτικών ιδρυμάτων όπου έχουν καταθέσει τα λεφτά τους ή από όπου παίρνουν δάνεια πολίτες των κατώτερων και μεσαίων τάξεων. Η αντινεοφιλελεύθερη πρακτική της Αριστεράς επομένως δεν μπορεί παρά να είναι και πάλι πρώτιστα πολιτική – με άλλους όρους όμως από εκείνους της αντιιμπεριαλιστικής περιόδου. Η έμφαση δεν μπορεί παρά να είναι στο «πεζό» πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Όχι και τόσο «πεζό» βέβαια αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι σήμερα η «οικονομική πολιτική» περιλαμβάνει και νομικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε μεγαλοεπιχειρηματίες και τραπεζίτες το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος.

Ο ίδιος ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός όμως δημιουργεί τις συνθήκες για μια αριστερή πολιτική αντίσταση που δεν περιορίζεται στη σφαίρα της οικονομικής πολιτικής. Μπορεί να μη γίνονται πλέον τόσο συχνά στρατιωτικά πραξικοπήματα οργανωμένα από τη CIA – δεδομένου ότι «κανονίζουν» πλέον οι «θεσμοί» να ευθυγραμμίζονται οι κυβερνήσεις με τις επιθυμίες του μεγάλου κεφαλαίου. Ποτέ όμως μεταπολεμικά σε κοινοβουλευτικές χώρες δεν γινόταν τόσο συστηματική καταπάτηση των ατομικών δικαιωμάτων όσο τώρα – με πιθανή εξαίρεση τον κουτσουρεμένο «κοινοβουλευτισμό» της μετεμφυλιακής Ελλάδας, στον οποίο η κυβέρνηση της Ν.Δ. φαίνεται ότι σκοπεύει να μας επαναφέρει ολοταχώς.

Ταυτόχρονα, ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι εξακολουθούν βέβαια να γίνονται. Η διαφορά με τους παλαιότερους -Κορέα, Βιετνάμ- συνίσταται στο ότι δεν συγκροτείται ένα αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που αντιπαλεύει τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Τα κύματα της σύγχρονης προσφυγιάς είναι ο «αντιιμπεριαλισμός» των απελπισμένων που τα νεοφιλελεύθερα καπιταλιστικά καθεστώτα έχουν να αντιμετωπίσουν στα σύνορά τους και στο εσωτερικό των κοινωνιών τους.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΕΝΑΣ ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ τρίτο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Τι να επιδιώξουμε, τι να κρατήσουμε, τι να αφήσουμε πίσω μας

Αυτό ήταν το κεντρικό θέμα της  πανελλαδικής συνάντησης της Πρωτοβουλίας Μελών 53+ που πραγματοποιήθηκε το Σαββατοκύριακο 9-10/11 στο ξενοδοχείο ΟΣΚΑΡ. Μια συνάντηση ανοιχτή, στην οποία  κλήθηκαν μέλη και φίλοι του κόμματος προκειμένου να καταθέσουν απόψεις,  προτάσεις και προβληματισμούς, τόσο ως προς το πολιτικό διακύβευμα όσο  και για το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ στις νέες συνθήκες.

Σε μια εποχή που ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός επελαύνει… Που κοινωνικά-εργασιακά-ατομικά/συλλογικά δικαιώματα και κατακτήσεις χρόνων απειλούνται.. Που φασιστικές, ρατσιστικές, μισαλλόδοξες συμπεριφορές επιτάσσουν τη δημιουργία ενός ισχυρού κινήματος αλληλεγγύης…

Σε αυτή τη συγκυρία – και με οδηγό την αριστερή, ριζοσπαστική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, τα διδάγματα από την κυβερνητική εμπειρία καθώς και την ανάγκη συνάντησης του κόμματος με όσο το δυνατόν πλατύτερα στρώματα της κοινωνίας, είναι διαρκής και επιτακτική η ανάγκη για όλες και για όλους μας να συναντιόμαστε, να συζητάμε, να συνθέτουμε.

Βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς το 3ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, του κόμματός μας. Προχωράμε με αίσθηση της ιστορικής μας ευθύνης και της ιστορικής δυνατότητας να οικοδομήσουμε ένα μεγάλο, λαϊκό, δημοκρατικό ως προς τις λειτουργίες του, ριζοσπαστικό κόμμα της Αριστεράς. Ένα κόμμα που η «ωρίμανσή του» θα συνδέεται με μια νέα ριζοσπαστικοποίηση στις νέες συνθήκες. Ένα κόμμα που η οικολογία θα είναι στον πυρήνα της λογικής και της πολιτικής του παρέμβασης άρρηκτα δεμένη με την υπεράσπιση της εργασίας. Ένα κόμμα ριζωμένο στις λαϊκές γειτονιές, ταξικά και κοινωνικά μεροληπτικό. Ένα κόμμα που θα τολμά, θα ανοίγει ζητήματα, θα δημιουργεί ρωγμές, όπως έγινε, για παράδειγμα, με τη συμφωνία των Πρεσπών. Ένα κόμμα φεμινιστικό, νεανικό, κινηματικό, αλληλέγγυο, αντιπολεμικό, διεθνιστικό, ένα κόμμα που θα πολεμάει την ομοφοβία, την τρανσφοβία και τον ρατσισμό, ένα κόμμα που θα υπερασπίζεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες.

Θεωρούμε ότι η Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής, αποτυπώνει ξεκάθαρα τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που έχει ως όραμα τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, επαναβεβαιώνει τις ιδρυτικές και θεμελιακές του αξίες της ισότητας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης, σκιαγραφεί τους βασικούς προγραμματικούς άξονες δράσης για το επόμενο διάστημα και θέτει τις κοινωνικές ανισότητες και την καταπολέμησή τους ως μία από τις προτεραιότητες της πολιτικής του, η οποία μαζί με τις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα αποτελούν τη βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις σήμερα. Επίσης, περιγράφει σε αδρές γραμμές τους στόχους και τις κατευθύνσεις ανασυγκρότησης του κόμματος και τους τρόπους που αυτό είναι επιθυμητό να λειτουργεί, που αποτελούν αφετηρία και της δικής μας σκέψης και του προβληματισμού στο παρόν κείμενο.

Προχωράμε έχοντας επίγνωση των δυσκολιών και του συσχετισμού δύναμης σε Ελλάδα και Ευρώπη. Αλλά και με την πεποίθηση ότι οι ιδέες και οι πρακτικές της Αριστεράς μπορούν να εμπνεύσουν, να συνεγείρουν, να κερδίσουν, να γίνουν πλειοψηφικές.

Εξάλλου, εύκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι διεθνώς ένας ανοδικός κύκλος αγώνων έχει ήδη ξεκινήσει, με αιχμές τις ανισότητες, το προσφυγικό και την κλιματική κρίση. Με αυτή την έννοια, το 3ο Συνέδριό μας οφείλει όχι μόνο να συμπεριλάβει στην ύλη του την προγραμματική ύλη που κινητοποιεί παγκόσμια διεκδικήσεις και αντιστάσεις, αλλά και να προτείνει ταυτόχρονα τρόπους συμμετοχής στην ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων.

Επιπλέον, στον δρόμο προς το συνέδριο, πρέπει όλα τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να εμπλακούν στη συζήτηση για δύο μείζονα ζητήματα που έχουμε μπροστά μας:

α) τι αντιπολίτευση, τι είδους πολιτική ως αντιπολίτευση, θα ασκήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, με ποιο πρόγραμμα, με ποιον τρόπο

β) τι είδους κόμμα θέλουμε, τι είδους κόμμα θα οικοδομήσουμε.

Α. Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, στην αντιπολίτευση

1 Μετά την εκλογική ήττα, είναι λογικό ένα κόμμα να περνάει μια μεταβατική περίοδο, ακόμα κι αν αυτή η ήττα έγινε με τον πιο «προνομιακό» τρόπο, με πολύ μεγάλο ποσοστό, μετά από τεσσεράμισι χρόνια δύσκολης διακυβέρνησης, και χωρίς να τίθεται από πουθενά η συνήθης αμφισβήτηση της ηγεσίας που είθισται να συνοδεύει τις εκλογικές ήττες στα αστικά κόμματα, ενώ μάλιστα έχουμε το μάλλον πρωτοφανές φαινόμενο το κόμμα να μαζικοποιείται μετά την εκλογική ήττα. Όντως, δεν προκύπτει ανάγκη να αμφισβητήσει κανείς κανέναν. Προκύπτει όμως αδιαμφισβήτητα, ανάγκη συλλογικού αναστοχασμού, ανάγκη κριτικής αξιολόγησης της κυβερνητικής και κομματικής εμπειρίας από το 2015 μέχρι σήμερα.

Αυτή η περίοδος αναστοχασμού του ΣΥΡΙΖΑ, ενόψει του 3ου Συνεδρίου του, θα πρέπει να γίνει αναγκαστικά εν κινήσει, καθώς ο αντίπαλος, που πλέον έχει στα χέρια του την κυβερνητική εξουσία, επιτίθεται με σφοδρότητα στα εργασιακά, δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα, στις δημοκρατικές κατακτήσεις και τις ελευθερίες. Η επιθετικότητά του δεν αφήνει πολιτικό χρόνο και περιθώριο εσωστρέφειας από την πλευρά μας. Η ΝΔ και οι σύμμαχοί της λειτουργούν και πολιτεύονται επιθετικά, ακριβώς γιατί είναι ο μόνος τρόπος για να περάσουν σε μια συνολική νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αντεπίθεση. Για αυτό το λόγο εξ άλλου κατεδαφίζουν δημόσιες δομές και διαδικασίες λογοδοσίας και διαφάνειας και την ίδια στιγμή οικοδομούν ένα αυταρχικό κράτος με συγκεντρωμένες τις εξουσίες στον «αρχηγό» και στελεχωμένο από εκπροσώπους συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων.

Η κυβέρνηση της ΝΔ δεν μπορεί να ηγεμονεύσει πολιτικά, στον βαθμό που δεν θέλει και δεν μπορεί να αποζημιώσει εκείνες τις κοινωνικές κατηγορίες που επλήγησαν από την οικονομική κρίση. Γι’ αυτόν τον λόγο επιχειρεί να συστηματικοποιήσει και να εντατικοποιήσει τις ιδεολογικές της αναφορές, φιλοδοξώντας να συσπειρώσει την εκλογική της βάση, επενδύοντας στα φοβικά και συντηρητικά ανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας. Γι’ αυτόν τον λόγο η αυταρχική επιβολή του νόμου και της τάξης αποτελούν την κύρια προτεραιότητα της κυβέρνησης. Για παρόμοιους λόγους επιτίθεται στο νεανικό ριζοσπαστισμό: τα περιστατικά με την εισβολή σε κέντρο ψυχαγωγίας και η ταπείνωση 500 νεαρών ατόμων, η σύλληψη ανήλικων θεατών του Τζόκερ, οι επιθέσεις εναντίον των κοριτσιών που αμφισβήτησαν έμπρακτα τις παρελάσεις, οι προληπτικές συλλήψεις και το ξεγύμνωμα νεαρών διαδηλωτών, όλα αυτά και πολλά άλλα ακόμα, δεν είναι μεμονωμένα και περιστασιακά. Εντάσσονται στο συντηρητικό ανορθολογισμό, στην επιστροφή στις ποιο συντηρητικές και παρακμιακές αξίες, αντίστοιχες με αυτές της Αμερικής του Τραμπ ή με εκείνες του Τζόνσον στο Brexit.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έχοντας εφαρμόσει σε οικονομικό επίπεδο για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα πρόγραμμα που δεν ήταν δικό του, ήταν ξένο προς τις ιδέες του και αποτέλεσμα αδίστακτου εκβιασμού, κατάφερε να συγκεντρώσει 31,5%, ακριβώς γιατί υπερασπίστηκε την κοινωνική πλειοψηφία και τις ανάγκες της μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο. Συνεπώς, είναι και εντολή των ψηφοφόρων να υπερασπιστούμε και να διευρύνουμε τα κεκτημένα, να είμαστε μπροστά στους αγώνες, να ασκήσουμε προγραμματική, μαχητική, ριζοσπαστική, κινηματική αντιπολίτευση.

2 Εντούτοις, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η μετεκλογική στάση του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πολλές φορές υποτονική και αμήχανη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση φαίνεται πολλές φορές σαν να μην έχει βρει ακόμα τον αντιπολιτευτικό βηματισμό του, σαν να μην έχει ξεκαθαρίσει τι είδους αντιπολίτευση θέλει και έχει σκοπό να κάνει.

Το θέμα αυτό είναι απολύτως κρίσιμο, καθώς η αντιπολιτευτική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί και την προϋπόθεση για τη διεύρυνση του κόμματός μας. Μια πολιτική δύναμη, για να είναι πειστική και ελκυστική, πρέπει να είναι χρήσιμη για την κοινωνία – και σε αυτή τη βάση καλεί κοινωνικές δυνάμεις και πολίτες να συμπορευθούν μαζί της: λέμε «αυτά έχουμε σκοπό να κάνουμε», και καλούμε τον κόσμο «έλα να τα κάνουμε μαζί». Δεν μπορούμε να καλούμε τον κόσμο να ενταχτεί στις δυνάμεις μας απλώς επειδή είμαστε λίγοι και θέλουμε να γίνουμε περισσότεροι.

Επιπλέον, καμία στιγμή δεν πρέπει να γίνει το λάθος να θεωρηθεί το 31,5% «μπετοναρισμένο», δεδομένο. Το αν αυτός ο κόσμος θα συνεχίσει να μας ακούει, να μας στηρίζει, να μας δίνει ευκαιρίες, είναι κάτι που θα κριθεί από τη δική μας στάση.

Εμείς, ως ρεύμα ιδεών, θεωρούμε ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια ριζοσπαστική, μαχητική και δομική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση της Δεξιάς – αντιπολίτευση που θα συγκροτείται πάνω στην εξέλιξη του προγραμματικού μας λόγου για το επόμενο διάστημα. Η πλούσια εμπειρία κατά τα χρόνια της διακυβέρνησής μας και η σχέση μας με τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα ενισχύουν την πεποίθηση ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε δυναμικά, συνολικά, πειστικά, τόσο στο κοινοβούλιο όσο και στον δρόμο, τη νεοφιλελεύθερη και αυταρχική επίθεση. Για μας δεν υπάρχει καμία λογική «ώριμου φρούτου». Ξέρουμε πως την κυβέρνηση της Δεξιάς θα την ανατρέψει το κοινωνικό κίνημα και οι δυνάμεις της Αριστεράς με τους αγώνες τους, με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες.

Ωστόσο, το κόμμα μας οφείλει να ξεκαθαρίσει τόσο το πλαίσιο όσο και το ύφος της αντιπολίτευσης που έχει σκοπό να ασκήσει. Οφείλουμε να ιεραρχήσουμε τα επίδικα, να κάνουμε πολιτικές επιλογές, να αποφασίσουμε για τους τρόπους άσκησης της πολιτικής. Κυρίως να ξανασυζητήσουμε ποια είναι τα μείζονα που απασχολούν σήμερα την κοινωνία. Για παράδειγμα, όσο κι αν τα σκάνδαλα του παρελθόντος προσελκύουν κάποιο ενδιαφέρον, ειδικά στην αρένα της παραπολιτικής, δεν είναι βέβαιον πως είναι το θέμα που δίνει το προνομιακό στίγμα μιας αντιπολιτευτικής δύναμης της Αριστεράς. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αδιάφορος στα ζητήματα διαπλοκής και διαφθοράς, αντίθετα.

3 Ο ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει την αντιπολιτευτική του πορεία με πολλές και σημαντικές παρακαταθήκες. Το κυβερνητικό έργο, με τις επιτυχίες αλλά και τις αδυναμίες ή και τις αστοχίες του, έχει δημιουργήσει μια πλούσια εμπειρία σε ιδέες, σε πολιτικές, σε πολιτικό και επιστημονικό προσωπικό, σε μια καλύτερη κατανόηση των ευκαιριών αλλά και των δυσκολιών που δημιουργούν οι συσχετισμοί εντός και εκτός Ελλάδας. Για όλα αυτά πρέπει να γίνει ένα σοβαρός και οργανωμένος απολογισμός, αλλά η παρακαταθήκη υπάρχει.

4 Τι εντολή άραγε μας έδωσε ο κόσμος, που, για άλλη μια φορά, μας στήριξε και μας έδωσε αυτό το σημαντικό εκλογικό ποσοστό; Βέβαια, αυτό είναι κάτι που επιδέχεται πολλές ερμηνείες, αυθαίρετες ενίοτε.Η δική μας άποψη: Να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί, πιο μαζικοί, πιο σεμνοί και πιο συλλογικοί…

5 Ας μην ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μεγαλύτερο κόμμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς και ένα από τα μεγαλύτερα συνολικά στο φάσμα των συμμαχιών που μας ενδιαφέρουν.

Όταν ο κυρίαρχος λόγος ανησυχεί ότι το Brexit ή οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ θα δημιουργήσουν νέο κύκλο ύφεσης, εμείς ξέρουμε ότι βλέπουν τον κόσμο ανάποδα. Ότι οι υφεσιακές πολιτικές, η κυριαρχία των χρηματαγορών, η απορρύθμιση, ο περιορισμός των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων είναι αυτά που αποσταθεροποιούν το οικονομικό σύστημα και εντέλει το πολιτικό. Και όταν αυτές οι πολιτικές παρουσιάζονται ως η λύση του προβλήματος, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ύφεση – πολιτική και οικονομική αποσταθεροποίηση – ύφεση. Σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από οικονομικές κρίσεις, από πολέμους, από την προσφυγική κρίση, είναι προφανές ότι η απάντηση δεν είναι ούτε ο νεοφιλελευθερισμός ούτε ο ρατσισμός του Σαλβίνι, του Όρμπαν και των μιμητών τους.

6Αναφέραμε ήδη ότι τρεις κεντρικοί προγραμματικοί άξονες πυροδοτούν σε όλο τον κόσμο μεγάλες και ανεπάντεχες κινητοποιήσεις: οι ανισότητες, η κλιματική κρίση και το προσφυγικό. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη την προγραμματική ανασύνταξη του κόμματος. Πόσο μάλλον που σε αρκετά από αυτά τα πεδία η εμπειρία μας έχει εμπλουτιστεί από την κυβερνητική εμπειρία, ενώ σε άλλα βρεθήκαμε μπροστά σε δύσκολες επιλογές, σε διλήμματα που μας έβαζε η εποχή, οι καταναγκασμοί  και ο διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων, χωρίς να αγνοούμε ή να υποτιμάμε τις γεωπολιτικές συγκρούσεις στην περιοχή μας.

Ταυτόχρονα στον δημόσιο χώρο της Αριστεράς, με αφορμή το συνέδριό μας, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για έναν κριτικό αναστοχασμό της κυβερνητικής μας θητείας. Ο διάλογος θέτει εκ των πραγμάτων και τα κομβικά  ζητήματα για τη στρατηγική της Αριστεράς, όπως ο μετασχηματισμός του κράτους, η διαχείριση του χρέους, σε εθνικό, πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, η κρίση της δημοκρατίας και η βιοπολιτική, η προοπτική της Ευρώπης στους παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Σε όλα αυτά το συνέδριο πρέπει να τοποθετηθεί διά μέσου του προγράμματος, εμπλέκοντας στη συζήτηση και την κατάρτισή του το σύνολο των κομματικών δυνάμεων, των Τμημάτων της ΚΕ συμπεριλαμβανομένων, κυρίως όμως το συνέδριο πρέπει να ασχοληθεί με το κοινωνικό ζήτημα, τα οικονομικά της εργασίας, τα δικαιώματα και τα προβλήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής με αξιοπρέπεια και ασφάλεια.

Β. Ο ΣΥΡΙΖΑ στον δρόμο προς το 3ο Συνέδριό του

1. Ο τύπος πολιτικής/κομματικής οργάνωσης που είναι ο προσφορότερος στις συνθήκες κάθε περιόδου είναι ένα ανοικτό ζήτημα σε όλη την ιστορική διαδρομή των κομμάτων που στοχεύουν στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, καθώς συνήθως σε διαφορετικές φάσεις του καπιταλισμού μπορεί να αντιστοιχούν και ανάλογα οργανωτικά μοντέλα.

Γίνεται συχνά αναφορά στην προβληματική λειτουργία των κομματικών δομών, κάτι που ίσως κάποιες φορές ισχύει, όχι βέβαια στον απαξιωτικό βαθμό που αναφέρεται σε πολλά ΜΜΕ που όψιμα τα έπιασε έγνοια για το πώς λειτουργεί ως κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι προφανές πως ολόκληρη η δομή και η λειτουργία του κόμματος χρειάζεται βελτίωση, κάτι που είναι απολύτως εφικτό να γίνει, αρκεί βέβαια να έχει πάντα το κόμμα τον κρίσιμο ρόλο που του αντιστοιχεί στη λήψη όλων των αποφάσεων.

Επιπλέον, δεν μπορούμε να μη θυμόμαστε διαρκώς ότι όλος αυτός ο κόσμος, τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που με τόση αλαζονεία λοιδορούνται από κάποιους δημοσιογράφους, είναι αυτά που με περισσή ανιδιοτέλεια και πάθος έχουν δώσει όλες τις μεγάλες μάχες του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αυτά που κουβάλησαν στις πλάτες τους το κόμμα από το 3% στην κυβέρνηση, είναι αυτά έδωσαν χωρίς καμία προσωπική οικονομία όλες τις μεγάλες μάχες της Αριστεράς. Αυτοί νίκησαν, όχι οι μεγαλόσχημοι των ΜΜΕ, και αυτοί θα ξανανικήσουν.

2. Το κόμμα μας –και ασφαλώς όχι «παράταξη»– είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι όποιες αναζητήσεις για αλλαγή ονόματος ή για συμπλήρωσή του για να «χωρέσει» συμμάχους μπορεί να δημιουργήσει συγχύσεις. Για παράδειγμα, έχουν προταθεί ονόματα που παραπέμπουν ευθέως σε συμμαχικό σχήμα και όχι σε ενιαίο πολιτικό οργανισμό.

Αν υιοθετηθεί μια τέτοια αντίληψη, είναι σαν να αγνοούμε την τεράστια δυναμική της νεολαίας, που ουδεμία σχέση έχει με ιστορικά πολιτικά εγχειρήματα του παρελθόντος και που προσέγγισε τον ΣΥΡΙΖΑ για άλλους λόγους. Όπως, επίσης, τον λαϊκό κόσμο που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ γιατί υπερασπιστήκαμε, έστω και με αμφισημίες (λόγω και των πολλαπλών δυσκολιών), τα συμφέροντα και τις ανάγκες του. Αλλά και εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που μας προσέγγισαν, όχι απαραίτητα με ταξικό κριτήριο και ενδεχομένως με κριτική ματιά, για την ιστορική συμφωνία των Πρεσπών, για το τέλος της συμπόρευσης με τους ΑΝΕΛ, για τις κινηματικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα («νόμος Παρασκευόπουλου», σύμφωνο συμβίωσης και για τα ομόφυλα ζευγάρια, νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, την αλλαγή των Ποινικών κωδίκων, πλευρές της πολιτικής μας για το προσφυγικό-μεταναστευτικό, την αναπηρία κ.ά.).

Συνεπώς, θα ήταν λάθος να περιοριστεί η ματιά μας στο στενό πλαίσιο της πολιτικής γεωγραφίας και να υποτιμήσουμε το κοινωνικό ζήτημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, δεν είχε αυτή την εκπληκτική ανοδική πορεία γιατί διέθετε «λαμπερά πρόσωπα», αλλά γιατί ανταποκρίθηκε στις πολλαπλές και διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες. Από την εποχή του Κοινωνικού Φόρουμ, τις τεράστιες κινητοποιήσεις μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το κίνημα των πλατειών. Και, βεβαίως, γιατί ανέλαβε την πρωτοβουλία και την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές.

Ήταν ακριβώς αυτή η ματιά, αυτή η κατεύθυνση της κοινωνικής μεροληψίας, που έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ ελκυστικό και χρήσιμο. Ήταν η πολιτική μας για το κοινωνικό κράτος, το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, την επιδότηση ενοικίου, τις αλλαγές για την παιδοθεσία και την αναδοχή, την πολιτική για την υγεία και την ελεύθερη πρόσβαση δυόμισι εκατομμυρίων ανθρώπων στα δημόσια νοσοκομεία, την παιδεία, τις συλλογικές συμβάσεις, την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου, την καταπολέμηση της ανεργίας. Αυτά και άλλα πολλά ήταν που ενίσχυσαν τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με πλατιά κοινωνικά στρώματα, κυρίως τα πιο φτωχά, τα πιο λαϊκά. Αυτά και άλλα πολλά ήταν που έδωσαν εκλογικές πρωτιές στις λαϊκές γειτονιές. Η ταξική διαχωριστική γραμμή υπήρξε εμφανής σε κάθε μας βήμα. Ο κόσμος της εργασίας είναι, λοιπόν, πρωτίστως, αυτός που μας ενδιαφέρει, όπως και η νεολαία, που αναζητά νέους δρόμους, νέες συλλογικές μορφές δράσης.

3. Η ενδυνάμωση του κόμματος προϋποθέτει και την αύξηση των μελών. Είμαστε ανοιχτοί, ορθάνοιχτοι στον απλό κόσμο, που έρχεται ανιδιοτελώς να προσφέρει στην κοινή προσπάθεια. Είμαστε ανοιχτοί στον κόσμο των κοινωνικών κινημάτων ή σε όσες και όσους από θέση ευθύνης έχουν αποδείξει στην πράξη, όχι απαραίτητα την αριστερή τους ταυτότητα, αλλά ότι ο αξιακός τους κόσμος μπορεί να συμβαδίζει με το αξιακό φορτίο της Αριστεράς. Έτσι κι αλλιώς, με τον κόσμο αυτόν θα συναντηθούμε στο έδαφος των κοινωνικών αναγκών, είτε αυτοί αφορούν τον κόσμο των φτωχών, είτε τον κόσμο του πολιτισμού, είτε τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Αυτός είναι ο κόσμος που θα προσφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ την κοινωνική γείωση που χρειάζεται.

Θέλουμε να αναζητήσουμε διαύλους με τον κόσμο (κυρίως νεότερο) που στις εκλογές επιλέγει την αποχή. Μας ενδιαφέρεινα συνεχίσουμε να έχουμε δίαυλο ουσιαστικής επικοινωνίας με τον κόσμο της Αριστεράς με τον οποίο μοιραζόμαστε κοινές ιστορικές πολιτικές διαδρομές, ιδιαίτερα με αυτές και αυτούς που πορευτήκαμε από κοινού και εντός του κόμματός μας. Παρά το πολωτικό κλίμα, τους αποκλεισμούς και τους φανατισμούς, συνεχίζουμε να επιδιώκουμε την ενότητα της Αριστεράς μέσα από τις διαφορές και να πιστεύουμε σε μια κουλτούρα διαλόγου, που στο παρελθόν είχε φανεί ότι ως ένα βαθμό την είχαμε κατακτήσει.

4. Καθόλου δεν υποτιμούμε τη δυναμική που δημιουργήθηκε με τη δημιουργία της Προοδευτικής Συμμαχίας, χωρίς μάλιστα αυτό να θίξει την πολιτική μας φυσιογνωμία. Αποκτήσαμε χρήσιμους συνομιλητές με διαφορετικά πολιτικά βιώματα από τα δικά μας που μας βοήθησαν όχι μόνο στο επίπεδο των πολιτικών συμβολισμών –αφού για μια μεγάλη περίοδο το πολιτικό σύστημα καλλιεργούσε την άποψη ότι είμαστε μόνοι και απομονωμένοι– αλλά και στην παραγωγή πολιτικού έργου. Με αυτή την έννοια είναι απόλυτα σεβαστή η βούληση όσων ενδιαφέρονται να συμμετέχουν ισότιμα στο κοινό πολιτικό μας εγχείρημα, όπως είναι απόλυτα σεβαστό το δικαίωμα όσων επιθυμούν να διατηρήσουν την ανεξάρτητη κομματική τους δομή, χωρίς βέβαια να επηρεάζεται η στενή σχέση συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι κι αλλιώς, είναι λάθος μια αντίληψη που λέει ότι η πολιτική των συμμαχιών εξαντλείται εντός των ορίων, εντός του πλαισίου του κόμματος. Η λογική ενός κόμματος χωρίς σαφές στίγμα έχει δείξει τα στενά όριά της. Αυτή η λάθος αντίληψη μεταλλάσσει ένα κόμμα της Αριστεράς σε ένα αλαζονικό και κλειστό πολιτικό υποκείμενο. Αντίθετα η πολιτική συμμαχιών προϋποθέτει συμμαχίες, δηλαδή πρωτοβουλίες με όμορους πολιτικούς χώρους για συνεργασίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας ευρύτερης αντινεοφιλελεύθερης συμμαχίας, που θα δώσει τους αγώνες που απαιτεί η περίοδος. Δεν είναι τυχαίο ότι η αντινεοφιλελεύθερη συμμαχία είναι ο κοινός τόπος των αναζητήσεων των προοδευτικών δυνάμεων σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, όπως σήμερα στην Ισπανία με την κυβέρνηση Σοσιαλιστών και Αριστεράς.

5. Να αποσαφηνίσουμε ένα ακόμα ζήτημα. Η συζήτηση για τις ψηφιακές δυνατότητες έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος να αδικήσουμε τη συζήτηση ή να θέσουμε ένα ακόμα κάλπικο δίλημμα. Να θεωρήσουμε ότι κάποιοι είναι φοβικοί απέναντι στις νέες τεχνολογίες και άλλοι ανοιχτοί. Λάθος… Είναι σαφές πως όλες και όλοι συμφωνούμε στην ανάγκη αξιοποίησης των ψηφιακών εργαλείων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μετατρέπουμε το κόμμα μας σε έναν ψηφιακό πολιτικό φορέα που λειτουργεί, πολιτεύεται, αποφασίζει με κλικ και λάικ.

Οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες δίνουν τη δυνατότητα σε ευρύτερο κόσμο, κυρίως σε νεότερες γενιές, να έχουν ενημέρωση, να συμμετάσχουν σε διάλογο και διαβούλευση για κρίσιμα ζητήματα που μας απασχολούν. Στο χέρι μας είναι όλος αυτός ο κόσμος να μη μετατραπεί σε απλούς εκλέκτορες. Ένα κλικ μπορεί να μετασχηματιστεί σε συμμετοχή και δράση. Αρκεί να έχουμε αυτό τον προσανατολισμό. Τους ανθρώπους, που καλούμε να γίνουν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ δεν τους θέλουμε εικονικούς φίλους, τους θέλουμε συμμέτοχους σε μια πορεία δύσβατη, αλλά ταυτόχρονα απελευθερωτική. Δεν θέλουμε ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ από κοντά. Η αυτοπρόσωπη, λοιπόν, παρουσία είναι ασφαλώς αναγκαία, όπως αναγκαία είναι και η διεύρυνση των δυνατοτήτων συμμετοχής και διαλόγου.

6. Στη μετεκλογική συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ ειπώθηκε ότι υπήρξε εντολή να αλλάξουμε. Ήταν μάλιστα και σύνθημα πίσω από το προεδρείο: «Αλλάζουμε, δυναμώνουμε, προχωράμε». Να αλλάξουμε, λοιπόν. Όταν όμως αλλάζεις πρέπει να πεις τι θέλεις να γίνεις.

Πράγματι, χρειάζεται να αλλάξουμε πολλά. Να βάλουμε φρένο σε φαινόμενα παραγοντισμού και προσωπικών στρατηγικών που μας πλήγωσαν. Να αλλάξουμε λογικές κλειστών γραφείων, έπαρσης, αλαζονείας. Να κλείσουμε την πόρτα στις κραυγές, σε μια δήθεν επιθετική πολιτική, που αναμφίβολα μας κόστισε και που ουδεμία σχέση έχει με την αναγκαία μαχητικότητα, αλλά και με την κουλτούρα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Να αλλάξουμε τον ηγετικό συγκεντρωτισμό και να ενισχύσουμε τη συλλογική λειτουργία, τις δημοκρατικές διαδικασίες, τον ρόλο των μελών. Να αλλάξουμε μια νοοτροπία που λέει ότι μόνοι μας μπορούμε, τις κλειστές συνεδριάσεις, τα φοβικά σύνδρομα. Και άλλα πολλά.

Αλλά σε αυτή την πορεία δεν τα αλλάζουμε όλα.

Δεν αλλάζουμε την κοινωνική και ταξική μας μεροληψία· την υπεράσπιση των εργασιακών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τις αρχές, το αξιακό και ιδεολογικό μας πλαίσιο, τη φυσιογνωμία και την ταυτότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, την αντικαπιταλιστική προοπτική και τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία, τη συμμετοχική διαδικασία, την αυτοπρόσωπη, ενσώματη συμμετοχή. Και φυσικά το όνομα μας: ΣΥΡΙΖΑ!

Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής τέθηκαν πολλά ζητήματα, έστω και με λέξεις, που έχουν όμως ισχυρό συμβολισμό.

Ανασυγκρότηση: βεβαίως, καθώς είναι απαραίτητη συνθήκη για τις μάχες που έρχονται, για τους αγώνες που θα διεξαχθούν, για το μεγάλο άνοιγμα στον λαϊκό κόσμο και τη νεολαία.

Επανεκκίνηση: Ασφαλώς, αν εννοούμε ένα νέο ξεκίνημα σε συνθήκες αντιπολίτευσης.

Μετασχηματισμός: Λέξη με βάθος, που συνήθως εμείς οι αριστεροί και οι αριστερές τη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για δομικές αλλαγές, που ανατρέπουν την παγιωμένη κυριαρχία, που αλλάζουν συνειδήσεις, αξίες και συμπεριφορές, που διαμορφώνουν μια νέα, ριζικά διαφορετική πραγματικότητα. Υπό αυτή την έννοια τι ακριβώς θα μετασχηματίσουμε στο κόμμα μας;

Πρέπει να μιλήσουμε καθαρά, πρέπει να μιλήσουμε για την ουσία. Ερωτήματα, λοιπόν, προς όλους και όλες μας:

* Θα παραμείνει ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ή θα μετασχηματιστεί σε μια θολή παράταξη του λεγόμενου προοδευτικού/δημοκρατικού χώρου; Θα διατηρήσει την ταυτότητά του, τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά ή ο «νέος» ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται ταυτότητα, ούτε αξίες, ούτε ιδεολογία, κάτι σαν σούπερ-μάρκετ, που διαθέτει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα τα ασήμαντα, τα εφήμερα, της μόδας;

* Θα ενισχυθεί ο ρόλος του μέλους στη συζήτηση και λήψη των αποφάσεων ή το «νέο» μοντέλο παραπέμπει στη λογική του μέλους-εκλέκτορα; Θα ενισχυθούν οι δημοκρατικές-συλλογικές διαδικασίες σε βάρος των προσωπικών στρατηγικών;

* Θα εντάξουμε το πυρήνα της λογικής και του προγράμματός μας το καινούργιο και ρηξικέλευθο που έφερε η οικολογία στην επιστημονική και πολιτική σκέψη και ιδίως στον σχεδιασμό της ανάπτυξης, ή η οικολογική οπτική θα μείνει για ‘μας πινελιά επικοινωνιακού χαρακτήρα χωρίς περιεχόμενο; Θα επανεξετάσουμε με αυτοκριτικό βλέμμα επιλογές μας σε σχέση με τις εξορύξεις, τις Σκουριές, τις βιντσότρατες, την καύση των απορριμμάτων ;

Σε κάθε περίπτωση, ο αναστοχασμός και η προγραμματική μας ανασύνταξη δεν μπορεί να διεξαχθεί ερήμην των μελών του κόμματος, που ενδεχομένως θα κληθούν να επικυρώσουν κάποια στιγμή αποφάσεις της ηγεσίας. Γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε ανοιχτά και ουσιαστικά.

7. Το κόμμα υπήρχε πριν από την ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης από την Αριστερά, και θα υπάρχει και στο μέλλον.

Μας ενδιαφέρει να είμαστε στην κυβέρνηση όσο οι κοινωνικές μας συμμαχίες μάς επιτρέπουν να παίζουμε τον ρόλο μας. Αν, με δική μας ευθύνη ή λόγω συνεχών εκβιασμών, χαθεί η σχέση μας με τα ασθενέστερα και λαϊκά κοινωνικά στρώματα, με τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα της κοινωνίας, αν διαρραγεί οριστικά η σχέση μας με τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα, ακυρώνεται και η παραμονή σε μια κυβέρνηση, που θα έχει χάσει, στην ουσία, την κοινωνική στήριξη. Σήμερα οι ασθενέστεροι και οι κοινωνικά αδύναμοι σε μεγάλο βαθμό, παρά τις αμφιβολίες και τις ενστάσεις τους, στηρίζουν ακόμα και μετά την κυβερνητική μας θητεία τις ελπίδες τους στον ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς επειδή αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι όλοι το ίδιο. Και γι’ αυτό άλλωστε σύσσωμο το μιντιακό και πολιτικό κατεστημένο επιτίθεται με σφοδρότητα στον ΣΥΡΙΖΑ.

8. Η ενδυνάμωση του κόμματος πάει πάντα παράλληλα με τη διαρκή πορεία ενίσχυσης των συλλογικών και δημοκρατικών διαδικασιών στο εσωτερικό του. Η επιμονή μας στα ζητήματα δημοκρατίας μέσα στο κόμμα θα κορυφωθεί ενόψει συνεδρίου, καθώς, παρά τα θετικά βήματα, υπολειπόμαστε κατά πολύ από μια λειτουργία που θα κατοχυρώνει τη συμμετοχή του μέλους και συνολικά του κόμματος στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Στο κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν έχουν θέση μονοπρόσωπα όργανα και πρακτικές ξεπερασμένων αρχηγοκεντρικών κομμάτων.

Και βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ένα κόμμα της Αριστεράς διέπεται από σαφείς κανόνες δεοντολογίας, που οφείλουν όλοι και όλες να τους τηρούν αυστηρά, χωρίς καμία εξαίρεση.

9. Η ευλαβική τήρηση των καταστατικών μας αρχών δίνει μια αίσθηση ασφάλειας στο μέλος του κόμματος και έναν αέρα αποτελεσματικής συμμετοχής στις κομματικές διαδικασίες. Η όσο το δυνατόν συντομότερη επεξεργασία των καταστατικών μας αρχών στο πλαίσιο του επικείμενου συνεδρίου θα αναβαθμίσει το υπάρχον καταστατικό, ενώ η συζήτηση που θα προηγηθεί θα συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της λειτουργίας των Ο.Μ. και των Ν.Ε.

10. Προφανώς σήμερα που ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην αντιπολίτευση ένα από τα μεγάλα του καθήκοντα είναι η επάνοδός του στην κυβερνητική εξουσία. Αυτή όμως προϋποθέτει και μια διαδικασία αναστοχασμού, αποτίμησης και αυτοκριτικής από εμάς τους ίδιους, ώστε όταν επανέλθουμε στην κυβέρνηση να αποφύγουμε τα ίδια λάθη αλλά και να έχουμε από τώρα χαράξει, όσο αυτό είναι δυνατόν, έναν οδικό χάρτη υλοποίησης της πολιτικής μας μετά από τις αναγκαίες διορθώσεις και πιθανές αναθεωρήσεις.

Γ. Ο καπιταλισμός δεν είναι η απάντηση, είναι η ερώτηση: Η ηγεμονία των ιδεών της Αριστεράς

Απ’ την εκδήλωση της πρωτοβουλίας Μελών ΣΥΡΙΖΑ «53+» “Αριστερός Δρόμος στον καιρό της κρίσης” 16.12.2015

Το 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε στην πράξη ένα μείζον ερώτημα που αφορά όλη την Αριστερά σε όλον τον κόσμο: αν και πώς μπορεί μια δύναμη της Αριστεράς να αναλάβει τη διακυβέρνηση σε μια (μικρή) χώρα μέσα στην καπιταλιστική Ευρώπη. Η κυβέρνηση και το κόμμα έδωσαν μια δύσκολη μάχη που, παρ’ όλο το ολοφάνερα θετικό αποτύπωμα που έμεινε στην ελληνική κοινωνία, με πιο αναλυτικό τρόπο μένει ακόμα να αποτιμηθεί και βέβαια να συζητηθεί και να αναλυθεί, ακόμα και εκτός των συνόρων της χώρας.

Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε πως η Αριστερά, οτιδήποτε και αν πράττει, όποια πολιτική και αν εφαρμόζει, οφείλει να προσπαθεί να την εντάσσει σε ένα συνολικό σχέδιο χειραφέτησης, οφείλει να κοιτάζει πάντα προς ένα διαφορετικό μέλλον, να διαμορφώνει τον οραματικό ορίζοντα του «μετά», να πλάθει το αυριανό αντιπαράδειγμα στον καπιταλισμό. Αυτός είναι άλλωστε ο δρόμος για να αντισταθεί στις σειρήνες της ενσωμάτωσης σε ένα πολιτικό σύστημα που έχει δείξει τα όριά του.

Καθώς συγκροτείται ένα «νέο» αυταρχικό μπλοκ, που επιδιώκει την περιστολή των ελευθεριών, των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, ακριβώς γιατί είναι ο μόνος δρόμος για να περάσουν, στη συνέχεια σε μια συνολική νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση. Η ιδεολογία, η ηγεμονία συντηρητικών ιδεών, είναι το κλειδί για τη συνέχεια. Άλλωστε η ΝΔ εκεί κυρίως ποντάρει. Στην αποδόμηση όχι μόνο της ιστορικής διαδρομή της Αριστεράς και του σοσιαλιστικού οράματος, αλλά και στην αποδόμηση των αξιών της: της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της συλλογικότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Αν σε αυτά τα ζητήματα κερδίσει η Δεξιά, αν επικρατήσει η λογική του ατομικού έναντι του συλλογικού, της τάξης και ασφάλειας έναντι της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της ξενοφοβίας έναντι της αλληλεγγύης, της αποθέωσης του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου, του κέρδους έναντι των αναγκών των ανθρώπων, τότε πολύ δύσκολα η Αριστερά θα επανέλθει στο προσκήνιο ως τέτοια, ως δύναμη δηλαδή καθολικής απελευθέρωσης.

Σε αυτό το πεδίο, λοιπόν, θα χρειαστεί να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση, χρόνο και κόπο, έτσι ώστε τα απελευθερωτικά μηνύματα της Αριστεράς να συντεθούν με τις ανάγκες της καθημερινότητας, με την ανάγκη για πειστικές και συνάμα ρεαλιστικές πολιτικές απαντήσεις.

Πρωτοβουλία Μελών 53+

Π. Σκουρλέτης: Στόχος μας ένα κόμμα ικανό

ΝΑ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΤΙΣ ΑΓΩΝΙΕΣ, ΤΙΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

«Στόχος μας είναι ένα πιο μαζικό, λαϊκό και κοινωνικά γειωμένο κόμμα, ικανό να εκφράζει τις αγωνίες, τις ελπίδες και τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Τα πρώτα μηνύματα είναι απολύτως ενθαρρυντικά»

FacebookTwitter

«Ο “πολιτικός τσαμπουκάς” εκ μέρους της κυβέρνησης, στο πλαίσιο της προανακριτικής, αποσκοπεί αφενός στο να μεταθέτει τη συζήτηση από τα αντικοινωνικά μέτρα που προωθούνται και αφετέρου στο να δημιουργεί εμπόδια στη διερεύνηση του πραγματικού σκανδάλου της Novartis» αναφέρει ο γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Σκουρλέτης,  στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής.

«Σε σχέση με την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού περιμένουμε τις τελικές προτάσεις της κυβέρνησης» επισημαίνει ο Π. Σκουρλέτης, ενώ δηλώνει ότι «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τοποθετηθεί υπέρ της επανεκλογής του σημερινού Προέδρου εφόσον και ο ίδιος το επιθυμεί».

«Βρισκόμαστε στην αρχή μιας πολύμορφης πολιτικής εξόρμησης, μιας άμεσης επικοινωνίας με τους φίλους, τα μέλη αλλά και όσους συμπορεύτηκαν μαζί μας τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε να αποτυπώσουμε στη δομή του κόμματος, ποσοτικά και ποιοτικά, αυτό που ζήσαμε από τις αρχές τις δεκαετίας του 2010. Στόχος μας είναι ένα πιο μαζικό, λαϊκό και κοινωνικά γειωμένο κόμμα, ικανό να εκφράζει τις αγωνίες, τις ελπίδες και τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Τα πρώτα μηνύματα είναι απολύτως ενθαρρυντικά» αναφέρει ο Π. Σκουρλέτης,

Η συνέντευξη του γραμματέα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής:

Κύριε Σκουρλέτη, η σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης λίγους μήνες μετά τις εκλογές είναι σφοδρή, με κορύφωση και τις εξελίξεις γύρω από την προανακριτική. Ήταν αναπόφευκτη;

Δεν θεωρώ τα όσα έγιναν εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας σε σχέση με την προανακριτική ως την κορυφαία σύγκρουση των τελευταίων μηνών. Ασφαλώς αποτελεί μια αντιδημοκρατική και αυταρχική επιλογή εκ μέρους της κυβέρνησης και των συνοδοιπόρων της, αλλά σημαντικότερη ήταν η σύγκρουση, με αφορμή τις διατάξεις του υποτιθέμενου αναπτυξιακού νόμου, οι οποίες σχετίζονται με τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας. Αναφέρομαι, ενδεικτικά, στην κατάργηση της προσφυγής στη διαιτησία και στην υπονόμευση των συλλογικών συμβάσεων που μαθηματικά, όπως επιβεβαίωσε και η Τράπεζα της Ελλάδος, οδηγούν στη μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Άλλωστε, ο «πολιτικός τσαμπουκάς» εκ μέρους της κυβέρνησης, στο πλαίσιο της προανακριτικής, αποσκοπεί αφενός στο να μεταθέτει τη συζήτηση από τα αντικοινωνικά μέτρα που προωθούνται και αφετέρου στο να δημιουργεί εμπόδια στη διερεύνηση του πραγματικού σκανδάλου της Novartis. Όποτε, λοιπόν, θα βρισκόμαστε απέναντι σε πολιτικές κατάφωρα αντικοινωνικές ή συγκάλυψης πραγματικών σκανδάλων, η σύγκρουση θα είναι σφοδρή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως βάζει στο στόχαστρο και το ΚΙΝΑΛ. Τι του καταλογίζετε;

Δυστυχώς το ΚΙΝΑΛ έχει επιλέξει να συντονίζει την πολιτική του παρουσία με αυτήν της ΝΔ. Η στάση του αυτή είναι συνέπεια μιας ολόκληρης πορείας όσων δυνάμεων από τον χώρο της Κεντροαριστεράς έχουν υιοθετήσει τις νεοφιλελεύθερες λογικές εδώ και δεκαετίες. Βέβαια να μην υποτιμήσουμε τις διαφοροποιήσεις που υπήρξαν στο εσωτερικό του γύρω από το συγκεκριμένο θέμα της προανακριτικής.

Υπάρχει περίπτωση εκτόνωσης, δεδομένου ότι ακολουθούν νομοθετήματα όπως η ψήφος των αποδήμων, η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης και η προεδρική εκλογή;

Σε σχέση με την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού περιμένουμε τις τελικές προτάσεις της κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, από τις μέχρι τώρα συζητήσεις προκύπτει ότι η λύση που θα επιλέγει θα πρέπει να θωρακιστεί συνταγματικά. Η κυβέρνηση δεν έχει ανοίξει ακόμη τα χαρτιά της και όπως φαίνεται θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί τα θέματα της εκλογής του Προέδρου, της συνταγματικής αναθεώρησης, του εκλογικού νόμου και της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού για να εξυπηρετήσει τους ιδιοτελείς κομματικούς σχεδιασμούς της.

Στον ΣΥΡΙΖΑ επιμένετε στην θέση σας για επανεκλογή του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας;

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τοποθετηθεί υπέρ της επανεκλογής του σημερινού Προέδρου εφόσον και ο ίδιος το επιθυμεί.

Η συγκρότηση της Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης ανοίγει περαιτέρω τον δρόμο του μετασχηματισμού του κόμματός σας;

Πρόκειται για ένα αναγκαίο βήμα στην πορεία προς το συνέδριό μας. Θα αποτελείται από τα σημερινά μέλη της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και συντρόφους από τον ευρύτερο προοδευτικό και αριστερό χώρο που πορευτήκαμε μαζί τα τελευταία χρόνια.

Οι τόνοι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ έχουν μετριαστεί, όμως πολλοί ανησυχούν ότι μπορεί να επαναληφθούν φαινόμενα εσωστρέφειας που οδηγούν την προσπάθεια της ανασυγκρότησης προς τα πίσω. Ισχύει;

Νομίζω πως τα ρεπορτάζ που αναφέρονται στον διάλογο και τους προβληματισμούς εντός του ΣΥΡΙΖΑ υπερβάλουν πολλές φορές. Δεν θεωρώ ότι είναι τυχαίο. Σας θυμίζω ότι όλες οι αποφάσεις που έχουν παρθεί το τελευταίο διάστημα από την ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ είναι ομόφωνες. Ίσως είναι η περίοδος εκείνη κατά την οποία δεν υπάρχουν στρατηγικού χαρακτήρα διάφορες εντός του ΣΥΡΙΖΑ, όπως σε άλλες περιόδους. Ωστόσο πολλοί έχουν συμφέρον και επιδιώκουν να παρουσιάσουν μια εικόνα ενός αλληλοσπαρασσόμενου ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε παρά πολλά να πούμε για τις προηγούμενες εμπειρίες μας αλλά και πολλά να κάνουμε από εδώ και εμπρός, στο χέρι μας είναι. Όταν ασχολείσαι με τα πραγματικά επίδικα και δεν σκιαμαχείς, τότε και ο κόσμος καταλαβαίνει και κάτι καλύτερο μπορεί να προκύψει. Το βέβαιο είναι πως μαζικοποίηση με σκοπό την επανεκκίνηση και την κοινωνική γείωση δεν επιτυγχάνεις με λογικές ξεκαθαρίσματος λογαριασμών.

Τι έχουν ανάγκη περισσότερο σε αυτήν την φάση οι αριστεροί και προοδευτικοί πολίτες;

Πρώτα απ’ όλα, όσοι μας ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές θέλουν να μας βλέπουν δίπλα τους, να λειτουργούμε ως ασπίδα απέναντι στην νεοφιλελεύθερη αντικοινωνική πολιτική που αρχίζει να υλοποιεί η ΝΔ. Θέλουν όμως και ένα διαφορετικό παράδειγμα πολιτικής παρέμβασης, που θα εμπνέει και θα συσπειρώνει. Ιδιαίτερα οι νεότερες ηλικίες, που μας τίμησαν με πάρα πολύ υψηλά ποσοστά, δεν αρκούνται σε μισόλογα. Θέλουν να μας δουν να αγωνιζόμαστε μαζί τους για την προστασία του περιβάλλοντος πριν είναι πολύ αργά. Απαιτούν από εμάς να είμαστε μια δύναμη υπεράσπισης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Θέλουν να είμαστε σαφείς, ειλικρινείς και συγκεκριμένοι, ενώ ταυτόχρονα θα διατυπώνουμε την ανάγκη υπέρβασης της σημερινής τάξης πραγμάτων.

Οι εγγραφές στον ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζονται. Ποια τα συμπεράσματά σας;

Βρισκόμαστε στην αρχή μιας πολύμορφης πολιτικής εξόρμησης, μιας άμεσης επικοινωνίας με τους φίλους, τα μέλη αλλά και όσους συμπορεύτηκαν μαζί μας τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε να αποτυπώσουμε στη δομή του κόμματος, ποσοτικά και ποιοτικά, αυτό που ζήσαμε από τις αρχές τις δεκαετίας του 2010. Στόχος μας είναι ένα πιο μαζικό, λαϊκό και κοινωνικά γειωμένο κόμμα, ικανό να εκφράζει τις αγωνίες, τις ελπίδες και τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Τα πρώτα μηνύματα είναι απολύτως ενθαρρυντικά.

Πολύς λόγος γίνεται για τον κίνδυνο κατά ορισμένους ή την επιθυμία κατά άλλους «μόλυνσης» του ΣΥΡΙΖΑ από νέο «αίμα». Σας ανησυχούν οι πολιτικές «μεταγγίσεις»;

Προτιμώ μια πιο ανοιχτή, ευθεία και οργανωμένη συζήτηση γύρω από απόψεις και προβληματισμούς που αφορούν το μέλλον του κόμματός μας, τον χαρακτήρα του και τις προοπτικές του, από το να μιλάμε με διφορούμενους όρους. Για μένα έχει σημασία να δούμε την ταυτότητα της Αριστεράς της εποχής μας, το πρόγραμμά μας στις νέες συνθήκες, την συγκρότησή μας σε μια συλλογική δημοκρατική βάση, έτσι ώστε να διαμορφώσουμε μια νέα σχέση των μελών και των φίλων μας με την πολιτική. Η αποπολιτικοποίηση με ανησυχεί και οι κατασκευασμένες αντιπαραθέσεις που εξυπηρετούν την διαμόρφωση ομαδοποιήσεων, όχι ο συντροφικός και βαθιά πολιτικός διάλογος για όλους και για όλα.

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Η απώλεια της πρόσφατης μνήμης του Πολ Τόμσεν

Τη μάχη που έδινε η κυβέρνηση φέρνει στο προσκήνιο με τη καυστική απάντηση στον Πολ Τόμσεν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπενθυμίζοντας έξι σημεία που διαφεύγουν της προσοχής του διευθυντή του ευρωπαϊκού τμήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Με ευκαιρία την ομιλία του Π. Τόμσεν στο London School of Economics, ο τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ θυμίζει τα εξής:

«1) Ότι δεν «συμφωνήσαμε» υψηλά πλεονάσματα οικειοθελώς, αλλά κάτω από την πίεση των πιστωτών. Και παρά την πίεση αυτή ήταν σαφώς χαμηλότερα από αυτά που είχαν συμφωνήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

2) Ότι η υπέρβαση των συμφωνημένων στόχων δεν ήταν επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης αλλά αποτέλεσμα των συστηματικών αστοχιών στις «επιστημονικές» προβλέψεις των στελεχών του ΔΝΤ, που οδηγούσαν στην επιβολή περισσότερων μέτρων.

3) Ότι η παρέμβαση του ΔΝΤ ήταν πάντα ασύμμετρη, και πήρε την απόφαση του να μην συμμετέχει στο πρόγραμμα την τελευταία στιγμή. Μέχρι το τέλος του προγράμματος «συμβούλευε» τους πιστωτές να μειώσουν τα πλεονάσματα και να κάνουν περισσότερα για το χρέος, αλλά ποτέ αυτή η πίεση δεν είχε δόντια – δεν υπήρχε απειλή ότι αυτό πρέπει να γίνει έγκαιρα για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του ΔΝΤ.

4) ‘Ότι αντιθέτως, η απειλή σε μας ήταν συστηματική, με κορυφαίο παράδειγμά το 2017 με την επιβολή νομοθετικής παρέμβασης μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου, που τελικά καταφέραμε να αποτρέψουμε το 2018.

5) Ότι η εμμονή του κ. Τόμσεν για χαμηλότερες συντάξεις και χαμηλότερο αφορολόγητο έκανε και κάτι ακόμα. Ζημίωσε το επιστημονικό κύρος του ΔΝΤ. Με προβλέψεις για ανάπτυξη και πλεονάσματα που δεν στηριζόταν στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, αλλά χρησιμοποιούταν για άσκηση πίεσης για αντιλαϊκές πολιτικές. Ακόμα και στις αρχές του 2018 προέβλεπαν πρωτογενές πλεόνασμα 1% (!).

6) Κι ένα τελευταίο. Ας αποφασίσει κάποτε το ΔΝΤ αν το αφήγημα στο υψηλό επίπεδο για inclusive growth και άμβλυνση των ανισοτήτων είναι μόνο για το θεαθήναι. Γιατί η πίεση της ομάδας του κ. Τόμσεν την περίοδο 2015-2018 μόνο το inclusive growth και τη μείωση των ανισοτήτων δεν εξυπηρετούσαν»

Ευκλείδης Τσακαλώτος

Πηγή: Η Αυγή

«Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι νέες προκλήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη»: Η εκδήλωση με τους Ευ. Τσακαλώτο, Ε. Αχτσιόγλου, Σ. Κούλογλου (βίντεο)

Για τη διεύρυνση και ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού προγράμματος διακυβέρνησης απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, συζήτησαν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η Έφη Αχτσιόγλου σε ανοιχτή εκδήλωση του tvxs.gr με συντονιστή τον Στέλιο Κούλογλου, στο Τριανόν το βράδυ της Πέμπτης 19/9

301122-ekdilositvxs.jpg

Με στόχο το διάλογο για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ και του προοδευτικού χώρου, το Tvxs.gr διοργάνωσε στον κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ, μια διαδραστική συζήτηση με τη συμμετοχή του κοινού και ομιλητές τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Ευκλείδη Τσακαλώτο και Έφη Αχτσιόγλου, και συντονιστή τον ευρωβουλευτή Στέλιο Κούλογλου.

Δείτε τη συζήτηση όπως μεταδόθηκε – έναρξη στο 30’00”

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, την προώθηση πολιτικών στην Ευρώπη, που δημιουργούν στασιμότητα στους μισθούς, έλλειψη εργασιακής ασφάλειας και επαγγελματικής ανόδου και υπογράμμισε ότι αυτό δεν θα αλλάξει «με τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Βρούτση», αντίθετα θα εξακολουθεί να είναι στο περιθώριο ο κόσμος της εργασίας.

Από την πλευρά της, η Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τόνισε ότι μεγάλες μάζες πληθυσμού στην Ευρώπη «γύρισαν την πλάτη» στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, γιατί δεν μπορούσαν να δουν ότι αφορά τη ζωή τους, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με εθνικιστική αναδίπλωση. Τόνισε δε την ανάγκη ενοποίησης των προοδευτικών δυνάμεων, με πολιτικό στόχο τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και πολύ συγκεκριμένα αιτήματα, όπως η σύγκλιση των μισθών προς τα πάνω, που είναι «ένα κορυφαίο αίτημα». 

Την ανάγκη σύγκλισης και άλλων δυνάμεων για τη μείωση των ανισοτήτων, «γιατί η Αριστερά μόνη της δεν μπορεί να τα καταφέρει» τόνισε και ο Στ. Κούλογλου, προσθέτοντας ότι η Αριστερά είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ, σε μια δεξιά Ευρώπη.

Απαντώντας στο ζήτημα της αυτοκριτικής από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ – στο πλαίσιο ερωτήσεων που τέθηκαν στους ομιλητές και στις οποίες είχε τη δυνατότητα να απαντήσει και το κοινό, μέσω του κινητού τηλεφώνου- η κ. Αχτσιόγλου είπε ότι «οφείλαμε να κάνουμε κάτι περισσότερο» τονίζοντας ότι η  επαφή του πολίτη με το κράτος είναι από τα κορυφαία ζητήματα, συμπληρώνοντας ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε χάος «πέρα από κάθε φαντασία» τουλάχιστον στο ασφαλιστικό.

Για το ίδιο θέμα, ο κ. Τσακαλώτος προσέθεσε ότι κάποια ζητήματα ήταν «εκτός των ραντάρ μας» αναφέροντας τον πολιτισμό, ενώ για το οικολογικό ζήτημα, είπε ότι «κάναμε πολιτικά λάθη. Ήταν πολιτικό λάθος οι εξορύξεις. Πρέπει κάποτε να το πούμε αυτό» τόνισε.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τα λάθη που έγιναν, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αναφέρθηκε και στην ΕΡΤ, λέγοντας ότι «δεν το πήραμε σοβαρά». Όπως εξήγησε, «το όραμά μου για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, δεν είναι να έχουμε έναν αριστερό Μπάμπη Παπαδημητρίου και έναν αριστερό ‘Αρη Προτοσάλτε. Θέλουμε μία δημόσια ραδιοτηλεόραση αντικειμενική και εκεί δεν τα πήγαμε καλά». Τόνισε επίσης, ότι πρέπει να ξεχωρίζει η είδηση από την άποψη και «να ξέρουν όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, ότι στη δική τους τηλεόραση, στη δημόσια τηλεόραση, θα μάθεις την είδηση, ασχέτως αν θα μάθεις μετά το σχόλιο».

Για «στρατηγική αποτυχία» στην ΕΡΤ μίλησε από την πλευρά του ο Στ. Κούλογλου, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων δημοκρατικών θεσμών και στο θέμα της δημόσιας τηλεόρασης.

Όσον αφορά τον κίνδυνο «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσακαλώτος είπε ότι δεν φοβάται, γιατί αυτό «δεν το θέλουν ούτε οι συριζαίοι, αυτοί που έρχονται», αλλά και διότι «δεν υπάρχει χώρος για κεντρώα πολιτική», προσθέτοντας ότι η κεντρώα πολιτική Ρέντζι, Μπλερ, Σημίτη, «πουθενά δεν εμπνέει». Πρόσθεσε ότι οι πολιτικές διαφορές είναι «ελεγχόμενες» και σημείωσε ότι η διαδικασία διεύρυνσης θα διαρκέσει πολύ καιρό, μέχρι το συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί τους πρώτους μήνες του 2020, πιθανόν τον Φεβρουάριο.

Από την πλευρά της, η Έ. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι ένα κόμμα που θέλει να ονομάζεται αριστερό, δεν μπορεί να φοβάται να γίνει μαζικό και πρόσθεσε ότι δεν έχει «κανένα άγχος ιδεολογικής επιμόλυνσης του ΣΥΡΙΖΑ».

(με πληροφορίες από ΑΠΕ_ΜΠΕ