Αρχείο κατηγορίας H Επόμενη Μέρα Από Τα Αριστερά

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Η απώλεια της πρόσφατης μνήμης του Πολ Τόμσεν

Τη μάχη που έδινε η κυβέρνηση φέρνει στο προσκήνιο με τη καυστική απάντηση στον Πολ Τόμσεν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπενθυμίζοντας έξι σημεία που διαφεύγουν της προσοχής του διευθυντή του ευρωπαϊκού τμήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Με ευκαιρία την ομιλία του Π. Τόμσεν στο London School of Economics, ο τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ θυμίζει τα εξής:

«1) Ότι δεν «συμφωνήσαμε» υψηλά πλεονάσματα οικειοθελώς, αλλά κάτω από την πίεση των πιστωτών. Και παρά την πίεση αυτή ήταν σαφώς χαμηλότερα από αυτά που είχαν συμφωνήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

2) Ότι η υπέρβαση των συμφωνημένων στόχων δεν ήταν επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης αλλά αποτέλεσμα των συστηματικών αστοχιών στις «επιστημονικές» προβλέψεις των στελεχών του ΔΝΤ, που οδηγούσαν στην επιβολή περισσότερων μέτρων.

3) Ότι η παρέμβαση του ΔΝΤ ήταν πάντα ασύμμετρη, και πήρε την απόφαση του να μην συμμετέχει στο πρόγραμμα την τελευταία στιγμή. Μέχρι το τέλος του προγράμματος «συμβούλευε» τους πιστωτές να μειώσουν τα πλεονάσματα και να κάνουν περισσότερα για το χρέος, αλλά ποτέ αυτή η πίεση δεν είχε δόντια – δεν υπήρχε απειλή ότι αυτό πρέπει να γίνει έγκαιρα για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του ΔΝΤ.

4) ‘Ότι αντιθέτως, η απειλή σε μας ήταν συστηματική, με κορυφαίο παράδειγμά το 2017 με την επιβολή νομοθετικής παρέμβασης μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου, που τελικά καταφέραμε να αποτρέψουμε το 2018.

5) Ότι η εμμονή του κ. Τόμσεν για χαμηλότερες συντάξεις και χαμηλότερο αφορολόγητο έκανε και κάτι ακόμα. Ζημίωσε το επιστημονικό κύρος του ΔΝΤ. Με προβλέψεις για ανάπτυξη και πλεονάσματα που δεν στηριζόταν στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, αλλά χρησιμοποιούταν για άσκηση πίεσης για αντιλαϊκές πολιτικές. Ακόμα και στις αρχές του 2018 προέβλεπαν πρωτογενές πλεόνασμα 1% (!).

6) Κι ένα τελευταίο. Ας αποφασίσει κάποτε το ΔΝΤ αν το αφήγημα στο υψηλό επίπεδο για inclusive growth και άμβλυνση των ανισοτήτων είναι μόνο για το θεαθήναι. Γιατί η πίεση της ομάδας του κ. Τόμσεν την περίοδο 2015-2018 μόνο το inclusive growth και τη μείωση των ανισοτήτων δεν εξυπηρετούσαν»

Ευκλείδης Τσακαλώτος

Πηγή: Η Αυγή

«Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι νέες προκλήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη»: Η εκδήλωση με τους Ευ. Τσακαλώτο, Ε. Αχτσιόγλου, Σ. Κούλογλου (βίντεο)

Για τη διεύρυνση και ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού προγράμματος διακυβέρνησης απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, συζήτησαν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η Έφη Αχτσιόγλου σε ανοιχτή εκδήλωση του tvxs.gr με συντονιστή τον Στέλιο Κούλογλου, στο Τριανόν το βράδυ της Πέμπτης 19/9

301122-ekdilositvxs.jpg

Με στόχο το διάλογο για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ και του προοδευτικού χώρου, το Tvxs.gr διοργάνωσε στον κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ, μια διαδραστική συζήτηση με τη συμμετοχή του κοινού και ομιλητές τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Ευκλείδη Τσακαλώτο και Έφη Αχτσιόγλου, και συντονιστή τον ευρωβουλευτή Στέλιο Κούλογλου.

Δείτε τη συζήτηση όπως μεταδόθηκε – έναρξη στο 30’00”

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, την προώθηση πολιτικών στην Ευρώπη, που δημιουργούν στασιμότητα στους μισθούς, έλλειψη εργασιακής ασφάλειας και επαγγελματικής ανόδου και υπογράμμισε ότι αυτό δεν θα αλλάξει «με τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Βρούτση», αντίθετα θα εξακολουθεί να είναι στο περιθώριο ο κόσμος της εργασίας.

Από την πλευρά της, η Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τόνισε ότι μεγάλες μάζες πληθυσμού στην Ευρώπη «γύρισαν την πλάτη» στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, γιατί δεν μπορούσαν να δουν ότι αφορά τη ζωή τους, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με εθνικιστική αναδίπλωση. Τόνισε δε την ανάγκη ενοποίησης των προοδευτικών δυνάμεων, με πολιτικό στόχο τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και πολύ συγκεκριμένα αιτήματα, όπως η σύγκλιση των μισθών προς τα πάνω, που είναι «ένα κορυφαίο αίτημα». 

Την ανάγκη σύγκλισης και άλλων δυνάμεων για τη μείωση των ανισοτήτων, «γιατί η Αριστερά μόνη της δεν μπορεί να τα καταφέρει» τόνισε και ο Στ. Κούλογλου, προσθέτοντας ότι η Αριστερά είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ, σε μια δεξιά Ευρώπη.

Απαντώντας στο ζήτημα της αυτοκριτικής από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ – στο πλαίσιο ερωτήσεων που τέθηκαν στους ομιλητές και στις οποίες είχε τη δυνατότητα να απαντήσει και το κοινό, μέσω του κινητού τηλεφώνου- η κ. Αχτσιόγλου είπε ότι «οφείλαμε να κάνουμε κάτι περισσότερο» τονίζοντας ότι η  επαφή του πολίτη με το κράτος είναι από τα κορυφαία ζητήματα, συμπληρώνοντας ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε χάος «πέρα από κάθε φαντασία» τουλάχιστον στο ασφαλιστικό.

Για το ίδιο θέμα, ο κ. Τσακαλώτος προσέθεσε ότι κάποια ζητήματα ήταν «εκτός των ραντάρ μας» αναφέροντας τον πολιτισμό, ενώ για το οικολογικό ζήτημα, είπε ότι «κάναμε πολιτικά λάθη. Ήταν πολιτικό λάθος οι εξορύξεις. Πρέπει κάποτε να το πούμε αυτό» τόνισε.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τα λάθη που έγιναν, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αναφέρθηκε και στην ΕΡΤ, λέγοντας ότι «δεν το πήραμε σοβαρά». Όπως εξήγησε, «το όραμά μου για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, δεν είναι να έχουμε έναν αριστερό Μπάμπη Παπαδημητρίου και έναν αριστερό ‘Αρη Προτοσάλτε. Θέλουμε μία δημόσια ραδιοτηλεόραση αντικειμενική και εκεί δεν τα πήγαμε καλά». Τόνισε επίσης, ότι πρέπει να ξεχωρίζει η είδηση από την άποψη και «να ξέρουν όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, ότι στη δική τους τηλεόραση, στη δημόσια τηλεόραση, θα μάθεις την είδηση, ασχέτως αν θα μάθεις μετά το σχόλιο».

Για «στρατηγική αποτυχία» στην ΕΡΤ μίλησε από την πλευρά του ο Στ. Κούλογλου, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων δημοκρατικών θεσμών και στο θέμα της δημόσιας τηλεόρασης.

Όσον αφορά τον κίνδυνο «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσακαλώτος είπε ότι δεν φοβάται, γιατί αυτό «δεν το θέλουν ούτε οι συριζαίοι, αυτοί που έρχονται», αλλά και διότι «δεν υπάρχει χώρος για κεντρώα πολιτική», προσθέτοντας ότι η κεντρώα πολιτική Ρέντζι, Μπλερ, Σημίτη, «πουθενά δεν εμπνέει». Πρόσθεσε ότι οι πολιτικές διαφορές είναι «ελεγχόμενες» και σημείωσε ότι η διαδικασία διεύρυνσης θα διαρκέσει πολύ καιρό, μέχρι το συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί τους πρώτους μήνες του 2020, πιθανόν τον Φεβρουάριο.

Από την πλευρά της, η Έ. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι ένα κόμμα που θέλει να ονομάζεται αριστερό, δεν μπορεί να φοβάται να γίνει μαζικό και πρόσθεσε ότι δεν έχει «κανένα άγχος ιδεολογικής επιμόλυνσης του ΣΥΡΙΖΑ».

(με πληροφορίες από ΑΠΕ_ΜΠΕ

«Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει μια εποικοδομητική και μαχητική αντιπολίτευση»

ΤΣΙΠΡΑΣ-ΧΑΡΙΤΣΗΣ-ΔΕΘ

«Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει στόχο να ασκήσει μια εποικοδομητική, ταυτόχρονα μια μαχητική αντιπολίτευση» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. «Δεν είμαι απ αυτούς που πιστεύουν ότι εμπειρία και ωρίμανση σημαίνει δεν διεκδικούμε μαχητικά» προσέθεσε ο κ. Τσίπρας. Τόνισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια μακρά εμπειρία στην πολιτική ζωή τού τόπου και κυβερνητική εμπειρία, και δεν πρόκειται να καταφύγει σε κασσανδρολογία και καταστροφολογία.

«Θα μπορούσαμε να είμαστε σε ένα πιο πράσινο προσανατολισμό»

«Θα μπορούσαμε να είμαστε σε ένα πιο πράσινο προσανατολισμό» σημείωσε ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφερόμενος στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Και προσέθεσε: «Θα ανοίξει στο ΣΥΡΙΖΑ ενόψει του μετασχηματισμού του, της ανασυγκρότησης του, μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει πράσινη πολιτική». Σε ό,τι αφορά το θέμα των εξορύξεων, ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι είναι ένα θέμα η αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της χώρας, άρα έπρεπε να γίνουν έρευνες για να δούμε ποια είναι τα κοιτάσματα, ποιος είναι ο φυσικός μας πλούτος, και είναι άλλο θέμα αν θα στραφούμε στην αξιοποίηση του.

Το βιβλίο του Γ. Βαρουφάκη έχει μόνο 1/3 πραγματικά γεγονότα
«Την ταινία του κυρίου Γαβρά βεβαίως και θα την δω», σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Α. Τσίπρας. «Έχω την αίσθηση ότι θα είναι μια καλή ταινία όπως οι περισσότερες του μεγάλου Ελληνα σκηνοθέτη, του κυρίου Γαβρά».
Ο κ. Τσίπρας πρόσθεσε όμως ότι η ταινία, όπως και το βιβλίο του πρώην υπουργού Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, στο οποίο βασίζεται, «θα αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα με μια εγωκεντρική βάση».
Το βιβλίο του κ. Βαρουφάκη, όπως είπε, είναι 1/3 πραγματικά γεγονότα, 1/3 διαστρεβλωμένα γεγονότα και 1/3 μυθοπλασία.
«Η ταινία θα κριθεί από το κεντρικό μήνυμα που θέλει να βγάλει, σημείωσε ο κ. Τσίπρας που είπε, όπως του εξήγησε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, αναφέρεται στη σύγκρουση μιας μικρής χώρας να βρει το δίκιο της απέναντι στο ισχυρό παγκόσμιο κατεστημένο.
Τέλος, σχολιάζοντας σχετική δήλωση του κ. Βαρουφάκη, ότι μετάνιωσε για την παρουσία του στην πρώτη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ο Α. Τσίπρας επεσήμανε: «Δεν ήξερα ότι οι υπουργοί αίρουν την ευθύνη τους στον πρωθυπουργό», προσθέτοντας πως θα το λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του για το μέλλον.

«Η απόφαση «ούτε αρχαία ούτε μετρό» πρέπει να ανατραπεί»

Αναφερόμενος στο μετρό Θεσσαλονίκη, ο Αλ. Τσίπρας είπε ότι ο πρωθυπουργός ως μη όφειλε ήρθε και προκατέλαβε αποφάσεις, όπως την απόφαση του ΚΑΣ, προσθέτοντας πως το «σημαντικότερο ατόπημα είναι ότι παραδεχόμενος (ο κ. Μητσοτάκης) ότι υπάρχουν καθυστερήσεις -που δεν υπάρχουν- δίνει το πάτημα στο νέο εργολάβο να διεκδικήσει αποζημιώσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ». Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ είπε επίσης ότι ο νέος εργολάβος που ανέλαβε το έργο διεκδίκησε λίγες μέρες μετά την προκήρυξη των εθνικών εκλογών ζήτησε αύξηση των τιμών των διοδίων στην εθνική οδό. Υποθέτω, είπε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ότι αυτό μπορεί να ήταν και προσυνεννοημένο με την τότε αξιωματική αντιπολίτευση, ώστε να δημιουργήσει τετελεσμένο και να πει η επόμενη κυβέρνηση ότι φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως είπε, τα όποια κέρδη δεν κατάφερε να διεκδικήσει, θέλησε να προσπαθήσει να τα αποκομίσει από τις αποζημιώσεις από την καθυστέρηση στο μετρό, που οφείλεται «στην από το πουθενά έμπνευση του πρωθυπουργού να ξανανοίξει ζήτημα με τον σταθμό Βενιζέλου το οποίο είχε λυθεί». Καταλήγοντας είπε ότι «το ψευτοδίλημμα ή αρχαία ή μετρό εμείς καταφέραμε να το μετατρέψουμε στο και αρχαία και μετρό» και «σήμερα ξαναγυρνάμε στο ούτε αρχαία ούτε μετρό». Τόνισε δε ότι η εξέλιξη αυτή πρέπει να ανατραπεί.

«Διαφωνούμε κάθετα με το αναπτυξιακό μοντέλο της ΝΔ και θεωρούμε ότι δε μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη»

«Και διαφωνούμε κάθετα με το αναπτυξιακό μοντέλο της ΝΔ και θεωρούμε ότι δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην ανάπτυξη» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας. «Το μοντέλο αυτό το έχουμε δοκιμάσει», συμπλήρωσε. Το νομοσχέδιο που βγαίνει σε διαβούλευση πέραν του ότι περνά σε αντεργατικές ρυθμίσεις, που δείχνει την άποψή της κυβέρνησης για ανάπτυξη, επιδοτεί κλάδους που δεν είναι παραγωγικοί, σημείωσε ο κ. Τσίπρας, προσθέτοντας: «Αντί να επιδοτούμε παραγωγικούς κλάδους θα δίνουμε χρήματα σε φίλους και κολλητούς, θα επιδοτούμε τις ταχυμεταφορές, τα ντελίβερι, την εξαγωγική δραστηριότητα και θα επιδοτούμε το μονοπώλιο στη διακίνηση Τύπου».

«Όλοι καταλαβαίνουμε για πιο λόγο γίνονται αυτές οι διατάξεις που δεν έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα. Τα ζήσαμε όλα αυτά», είπε.  Σημείωσε ότι δεν είναι δυνατό να δίνεται η αρμοδιότητα, η εξουσία στον υπουργό Ανάπτυξης να δίνει περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις και τόνισε: «Ναι στην ανάπτυξη αλλά με συγκεκριμένο προσανατολισμό, με διαφάνεια, με κανόνες που προστατεύουν την πολιτιστική μας κληρονομιά. Όχι στην ασυδοσία, η ασυδοσία δε θα οδηγήσει στην ανάπτυξη».

«Η λύση του ΣΥΡΙΖΑ για πρωτογενή πλεονάσματα δεν είχε λόγο να τεθεί προς διαπραγμάτευση»

«Προσφέραμε μια λύση χωρίς να παραβιάζουμε τη συμφωνία στο οικονομικό της σκέλος. Αυτή η λύση δεν είχε λόγο να τεθεί προς διαπραγμάτευση προς τους εταίρους μας», επισήμανε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφερόμενος στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. «Προφανώς και τους ενημερώσαμε, και διεξοδικά» προσέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας και σημείωσε ότι αν οι θεσμοί είχαν τρομερή διαφωνία «θα το μαθαίνατε». «Θα είχαμε τη δυνατότητα με περίπου 2 δισ. κατ΄ έτος να κάνουμε περισσότερες ελαφρύνσεις» είπε ο. κ. Τσίπρας και σημείωσε: «Ενώ το 2020 θα πηγαίναμε σε μια λύση που θα είχε πλεονάσματα 2,5% με απόλυτη ευθύνη της κυβέρνησης πηγαίνουμε πάλι στο 3,5%».

«Προκαλώ τον κ. Μητσοτάκη να κάνει ειδικό δικαστήριο για τη Novartis»

«Φωνάζει ο κλέφτης αλλά δεν θα φοβηθεί ο νοικοκύρης» είπε ο Αλ. Τσίπρας, ερωτηθείς αν θα καταψηφίσει τυχόν αίτημα της ΝΔ για τη σύσταση προκαταρκτικής επιτροπής στη Βουλή, για την υπόθεση Novartis.  Όπως είπε, η υπόθεση αποτελεί ένα διεθνές σκάνδαλο με προεκτάσεις στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας. Ο Αλ. Τσίπρας, αφού έκανε μία συνοπτική αναδρομή στην υπόθεση, υπενθύμισε ότι υπάρχει εισαγγελικό πόρισμα, προσθέτοντας ότι «δεν μπορεί κανείς να μιλάει για σκευωρία». «Προκαλώ τον κ. Μητσοτάκη να κάνει εξεταστική επιτροπή, προανακριτική επιτροπή, ειδικά δικαστήρια, ό,τι ταιριάζει, για να θυμηθεί ο ελληνικός λαός ποιο είναι το σκάνδαλο και ποια η σκευωρία» είπε και πρόσθεσε ότι η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στον πρωθυπουργό.

«Είμαστε εδώ για να αποτρέψουμε το ξήλωμα των κατακτήσεων που με πολύ κόπο καταφέραμε»

Ερωτηθείς για την προοπτική να ζητήσει πρόωρες εκλογές, όπως ο νυν πρωθυπουργός όταν ήταν στην αξιωματική αντιπολίτευση, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, απάντησε: «Εμένα με λένε Τσίπρα, δεν με λένε Μητσοτάκη».  Ο Αλ. Τσίπρας διαβεβαίωσε ότι καμία κυβέρνηση δεν προχωρά σε εκλογές επειδή το ζητά η αντιπολίτευση και προσέθεσε ότι ο κ. Μητσοτάκης ζητούσε εκλογές, γιατί ήθελε να δημιουργήσει τοξικό πολιτικό κλίμα με τη βοήθεια ΜΜΕ αλλά κυρίως για «να συσπειρώσει το κόμμα του». Είπε ότι ο ίδιος δεν έχει τέτοια προβλήματα και δεν τον ενδιαφέρει να διχάσει και τόνισε ότι «θέλουμε να είμαστε εδώ για να αποτρέψουμε το ξήλωμα των κατακτήσεων που με πολύ κόπο και θυσίες καταφέραμε όλο το προηγούμενο διάστημα».

«Ο ΠτΔ δεν μπορεί να είναι κομματάρχης»

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι κομματάρχης» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας αναφερόμενος στο ζήτημα της εκλογής ΠτΔ με 151 ψήφους. «Είναι μια αντιθεσμική και ανεύθυνη στάση αυτή. Είναι ένα θέμα κατά πόσο έχει βάση συνταγματικά αυτό», ανέφερε και προσέθεσε: «Εδώ βρισκόμαστε σε ένα θεσμικό ατόπημα και καλώ τον πρωθυπουργό να μην επιμείνει σε αυτό το θεσμικό ατόπημα». Είπε ότι έχει δικαιωθεί από την επιλογή του να προτείνει τον Προκόπη Παυλόπουλο. «Δεν συμφωνούσαμε πάντα αλλά είναι ένας κάλος Πρόεδρος και γι’ αυτό δε βρίσκω λόγο γιατί να μην ανανεωθεί η θητεία του», σημείωσε. «Το 2015 θα μπορούσα να βάλω ένα οποιοδήποτε στέλεχος από την Αριστερά» πρόσθεσε ο κ. Τσίπρας. «Και στη συνταγματική αναθεώρηση είχα την ευκαιρία να πω οκτώ μήνες θα έχετε κυβέρνηση μετά θα έχουμε εκλογές. Δεν το έκανα».

«Βεβαίως πρέπει να υπάρχουν φοροελαφρύνσεις στη μεσαία ταξη, δεν τις βλέπω»

«Η μεσαία τάξη ξεκίνησε να βλέπει ελαφρύνσεις απ΄ το Σεπτέμβριο του 2018. Δεν θα προβαίναμε σε ελαφρύνσεις, θα προβαίναμε σε περαιτέρω ελαφρύνσεις» σημείωσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη ΔΕΘ. «Η προσπάθειά μας αυτή θεωρώ ότι έδωσε σημαντική ανάσα στη μεσαία τάξη» προσέθεσε λέγοντας ότι υπήρξε, μεταξύ άλλων, επιδότηση του ενοικίου, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, στην ενέργεια, μια σειρά παρεμβάσεις που αφορούσαν τη μεσαία τάξη, όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ. «Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήρθε και ανακάλυψε ένα μαξιλάρι 0.1% του προϋπολογισμού που είχαμε υπολογίσει […] Αυτά τα 250 εκατ. ευρώ παραπάνω δεν τα δώσανε στη μεσαία τάξη- το να δώσεις μείωση του ΕΝΦΙΑ σε ακίνητα άνω των 500.000 ευρώ δεν θεωρώ ότι είναι μεσαία τάξη», «όπως επίσης δεν θεωρώ ότι η σπουδή να μειωθεί άμεσα ο φόρος των επιχειρήσεων από το 28% στο 24% είναι μεσαία τάξη» είπε ο κ. Τσίπρας και σημείωσε: «Βεβαίως και πρέπει να υπάρχουν φοροελαφρύνσεις σε αυτό που ονομάζουμε μεσαία τάξη, δεν τις βλέπω. Βλέπω να κατευθύνονται στους ισχυρούς».

«Υπερασπιστήκαμε το δημόσιο συμφέρον στο Ελληνικό»

Ερωτηθείς για την επένδυση στο Ελληνικό, ο Αλ. Τσίπρας είπε ότι φτάσαμε σε ρεκόρ επενδύσεων το 2018, ενώ η χώρα ήταν σε φάση αποεπένδυσης, και σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο έργο «παραλάβαμε απλά μία σύμβαση» και υπενθύμισε ότι από το 2001 μέχρι το 2014 «έρχονταν και φεύγανε σχέδια επί χάρτου». Όπως είπε, για το έργο αυτό, «διαπραγματευτήκαμε, αλλάξαμε τη σύμβαση, τη φέραμε προς κύρωση στη Βουλή», σημειώνοντας ότι η προσπάθεια που έγινε ήταν πολύ προσεκτική ώστε να είναι σύμμαχος το Συμβούλιο της Επικρατείας. «Φέραμε μία υπόθεση που ήταν κοντά στο μηδέν, στο 90% της ολοκλήρωσης» είπε και τόνισε ότι σε όλη τη διαδικασία η τότε κυβέρνηση εργάστηκε για το δημόσιο συμφέρον και όχι για τα συμφέροντα των επενδυτών. «Δεν βάλαμε εμείς αρμόδιο υπουργό, στέλεχος της επιχείρησή του» (σσ επενδυτή) να διαπραγματεύεται, σημείωσε. «Θέλουμε επενδύσεις, θέλουμε επενδυτές, αλλά δεν πρέπει να δίνουμε την αίσθηση ότι το ελληνικό Δημόσιο, η ελληνική Πολιτεία δεν έχει κανόνες και δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου» τόνισε.

«Να σταματήσει η σπέκουλα με τους μετακλητούς»

«Να σταματήσει η σπέκουλα με τους μετακλητούς», σχολίασε ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στη ΔΕΘ, σημειώνοντας ότι «ο κ. Μητσοτάκης ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης είχε 54 μετακλητούς, ενώ η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου πριν δυο μήνες είχε 12 μετακλητούς».  Όσον αφορά την απόφαση της κυβέρνησης για τη Νομική Πάτρας, ο κ. Τσίπρας είπε ότι «είναι ακατανόητη απόφαση της νέας κυβέρνησης- και δεν ξέρω αν αυτό είναι με κριτήριο την Πάτρα, μια τιμωρία στο λαό της Αχαΐας που δεν ψήφισε τον κ. Μητσοτάκη». «Πιστεύω ότι είναι μια εμμονή ιδεολογικού χαρακτήρα» προσέθεσε. Αναφερόμενος στο έργο Πάτρα- Πύργος σημείωσε «ελπίζω να μη γίνει και αυτό σαν το μετρό της Θεσσαλονίκης, ανέκδοτο».

«Δίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ μια δεύτερη ευκαιρία»

«Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα […] όμως είναι ένα φαινόμενο πολιτικό, ένα κόμμα του 4% βρέθηκε στο 36%» σημείωσε ο Αλέξης Τσίπρας, ερωτηθεί σχετικά και προσέθεσε: «Μας δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία που δεν προλάβαμε να αξιοποιήσουμε την περίοδο της βίαιης ωρίμανσης που βρεθήκαμε από το 4% στο 36%. Μια ευκαιρία να ασχοληθούμε με την προσπάθεια να αντιστοιχηθεί ο κομματικός με τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ». Σημείωσε ότι το κόμμα θα αναλογιστεί τι σημαίνει κομματική ένταξη στην εποχή μας, ποιο πρέπει να είναι το μοντέλο, να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό, να δώσει απαντήσεις. Και επισήμανε: «Αφορά όλους, κυρίως όμως αφορά τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες στους οποίους πολύ σύντομα θα απευθύνουμε ένα πλατύ κάλεσμα».

«Η Συμφωνία των Πρεσπών θα μείνει στην ιστορία»

Ο Αλ. Τσίπρας δήλωσε υπερήφανος για τη Συμφωνία των Πρεσπών η οποία, όπως τόνισε «θα μείνει στην ιστορία», είπε ότι δεν οπισθοχώρησε μπροστά στο προφανές πολιτικό κόστος, ενώ έκανε λόγο για υποκρισία από την πλευρά του Κ. Μητσοτάκη. Τόνισε ότι με τη συμφωνία λύθηκε ένας γόρδιος δεσμός στην εξωτερική πολιτική, μπήκαν οι βάσεις για την ειρήνη και καλή γειτονία και κερδίσαμε την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Μιλώντας για το πολιτικό κόστος, είπε πως όσοι υποδαύλισαν τις αντιδράσεις και υποκίνησαν τους ακραίους θα το βρουν μπροστά τους στο μέλλον. «Είμαστε υπερήφανοι που αναλάβαμε το πολιτικό κόστος, γιατί κάναμε ένα βήμα μπροστά για την Ελλάδα και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της» ανέφερε και κατέληξε ότι «το καλό που κάναμε εμείς θα το βρούμε μπροστά μας και το κακό που έκαναν αυτοί, επίσης θα το βρουν μπροστά τους».

«Θα ευχηθώ στον κ. Μητσοτάκη καλά ξεμπερδέματα»

«Το φάρμακο συνολικά στην Ελλάδα είναι από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα, μαζί με τα εξοπλιστικά και τις προμήθειες του Δημοσίου που ευθύνονται και για την κρίση» είπε απαντώντας σε ερώτηση για την υπόθεση της Novartis ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας. Και σημείωσε ότι η Novartis αποτελεί διττό σκάνδαλο, καθώς υπάρχει και η προσπάθεια συγκάλυψης.  Διαβάζω σε editorial δύο μεγάλων εφημερίδων, η μία να παροτρύνει να προχωρήσει στη σύσταση επιτροπής και η άλλη να μη το κάνει, γιατί θα είναι βούτυρο στο ψωμί της αντιπολίτευσης, ανέφερε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και προσέθεσε:  «Αντιλαμβάνομαι ότι θα έχει διάφορα εσωτερικά θέματα ο κ. Μητσοτάκης. Εγώ θα του ευχηθώ καλά ξεμπερδέματα και θα του υπενθυμίσω ότι είμαι εδώ, είμαστε εδώ».

«Επιστροφή στον πυρήνα της μνημονιακής πολιτικής χωρίς μνημόνιο»

«Δυστυχώς θα οδηγηθούμε ξανά σε ένα πλαίσιο που ήταν ο πυρήνας της μνημονιακής πολιτικής χωρίς πλέον να υπάρχει μνημόνιο» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αναφερόμενος στις διατάξεις για τα εργασιακά που περιλαμβάνονται στο αναπτυξιακό νομοσχέδιο. «Τα μνημόνια αποτέλεσαν ένα μέσο να εφαρμοστούν πολιτικές που ήταν στον πυρήνα κάποιων πολιτικών δυνάμεων», ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας. Και σημείωσε ότι μέσα σε λίγους μήνες κατ΄ εντολή και καθ΄ υπαγόρευσιν του ΣΕΒ ανατρέπονται κεκτημένα στα εργασιακά που είχαν θεσμοθετηθεί το προηγούμενο διάστημα, προσθέτοντας ότι πολύ σύντομα θα οδηγηθούμε σε μια ασυδοσία των εργοδοτών, σε μια συμπίεση των μισθών.

«Μπορεί να είχαμε την αυταπάτη, όμως δεν διακινήσαμε μία συνειδητή πολιτική απάτη»

Για τη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλ. Τσίπρας είπε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει ότι δεν εμπεδώθηκαν τα μέτρα αυτά. Ανέφερε ότι η αίσθησή του είναι ότι ο κ. Μητσοτάκη, στο θέμα της φορολογίας, δημιούργησε πολύ μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες πολύ γρήγορα θα διαψευστούν. «Θα κριθούμε όλοι» είπε και προσέθεσε ότι οι υψηλές προσδοκίες θα γυρίσουν μπούμερανγκ, διότι η πραγματικότητα των πολιτών δεν μπορεί να διαμορφώνεται με επικοινωνιακούς όρους, καθώς θα δουν αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ και άλλες αυξήσεις με έμμεσο τρόπο. Τόνισε μάλιστα ότι τότε η οργή του πολίτη θα είναι πολλαπλάσια. Είναι προτιμότερο να υπόσχεσαι αυτά που μπορείς να κάνεις, παρά να δημιουργείς τεράστιες προσδοκίες, σημείωσε. Μιλώντας δε για το τι έκανε ο ίδιος το 2015, είπε: «Εμείς υποσχεθήκαμε να διεκδικήσουμε αυτόν τον άλλο δρόμο μέχρι τέλους. Και αυτό δεν ήταν ψέμα. Ήταν μία υπόσχεση που τηρήσαμε μέχρι τέλους».

«Μέχρι τέλος του μήνα η πολιτική διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ»

«Αν με αφορά κάτι σήμερα και θέλω να αγωνιστώ για αυτό είναι όχι ένα κόμμα αρχηγικό αλλά ένα ακόμα πιο βαθιά δημοκρατικό, συμμετοχικό» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Σκιαγραφώντας τα βήματα για το μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι το ερχόμενο διάστημα θα συνεδριάσει η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ και μέχρι τέλος του μήνα θα είναι έτοιμη η πολιτική διακήρυξη του κόμματος. Το επόμενο τρίμηνο θα τρέξει καμπάνια, κάλεσμα για το μετασχηματισμό του κόμματος. «Τους πολίτες θέλουμε να τους κάνουμε συμμέτοχους και συνοδοιπόρους» είπε ο κ. Τσίπρας και προσέθεσε ότι η πορεία της καμπάνιας θα δείξει πολλά για τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας. «Σύντομα θα έχουμε τα πρώτα δείγματα γραφής μιας καμπάνιας που ελπίζουμε ότι θα πλαισιωθεί από πολλούς χιλιάδες δημοκρατικούς πολίτες […] (Για έναν ΣΥΡΙΖΑ) που θα έχει φιλοδοξία όχι μόνο να επανέλθει στην εξουσία, αλλά θα έχει το σχέδιο και την εμπειρία για να αλλάξει την Ελλάδα σε μια κατεύθυνση προοδευτική και δημοκρατική» τόνισε.

«Όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο»

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το πόθεν έσχες των πολιτικών, με αφορμή την αγορά κατοικίας στο Παρίσι από την σύζυγο του πρωθυπουργού, ο Αλ. Τσίπρας είπε ότι σε ό,τι αφορά τα οικονομικά στοιχεία πρέπει να είναι όλα διαφανή, να ελέγχονται και να δίνονται πειστικές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, τονίζοντας ότι όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο. Προσέθεσε επίσης, ότι ο πρωθυπουργός, τον οποίο αφορά το ερώτημα σχετικά με την προέλευση των χρημάτων, θα κληθεί να το απαντήσει.

«Ξαναγυρνάμε στην «κανονικότητα», στον χώρο των ΜΜΕ, αυτοί οι οποίοι χορηγήσανε επικοινωνία να ανταμειφθούν»

«Αν θέλει κανείς σήμερα να αναρωτηθεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ συγκρούστηκε με πολιτικό κόστος με αυτό που εσείς ονομάσατε μιντιακό κατεστημένο, αν θέλει να το διαπιστώσει αυτό, αρκεί να ανοίξει τις τηλεοράσεις του και να παρακολουθήσει δελτία ειδήσεων» ανέφερε ο Α.Τσίπρας απαντώντας σε ερώτηση για τις μονοπωλιακές καταστάσεις στο χώρο των ΜΜΕ. «Το αν υπάρχει πλουραλισμός, το αν ακούγονται όλες οι απόψεις, το αν τα μέσα κρατάνε τα προσχήματα αυτό είναι ζήτημα δημοκρατίας» σημείωσε. «Εμείς δεν επιδιώξαμε αυτές τις σχέσεις διαπλοκής […] Καταφέραμε κάτι σημαντικό, εφαρμόστηκε το Σύνταγμα πληρώνονται τα μέσα ενημέρωσης για τις άδειες, πληρώσανε φόρο διαφήμισης».  Και εκτίμησε: «Ξαναγυρνάμε στην… κανονικότητα, (δηλαδή) αυτοί οι οποίοι χορηγήσανε επικοινωνία στην προεκλογική περίοδο, στην προηγούμενη περίοδο, να ανταμειφθούν για αυτό»

Επίσης ο κ. Τσίπρας σε σχετική ερώτηση σημείωσε ούτε ο Τσίπρας θα ήταν ο Τσίπρας χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε το αντίστροφο. «Είναι μια πορεία αλληλεπίδρασης που δεν μπορεί κανείς να την ξεχωρίσει».

«Ο κ. Καμμένος “ δεν μπορεί να συγκαταλέγεται στις προοδευτικές δυνάμεις αυτού του τόπου”»
Από τη στάση και μόνο στο κρίσιμο θέμα των Πρεσπών «ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας τοποθέτησε τον εαυτό του στην πολιτική γεωγραφία: δεν μπορεί να συγκαταλέγεται σε αυτό που ονομάζεται προοδευτικές δυνάμεις αυτού του τόπου» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Αλέξης Τσίπρας ανέφερε ότι «δεν απασχολεί τους πολίτες και την πολιτική ζωή του τόπου η επιστολή του πρώην υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά» για τον Πάνο Καμμένο και τόνισε: «Το ιστορικό πεπραγμένο είναι ότι πετύχαμε αυτή τη συμφωνία, ο κ. Κοτζιάς έπαιξε ένα καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη συμφωνία. […] Αυτή η συμφωνία δε θα υπήρχε αν δε υπήρχε η πολιτική βούληση όλης της κυβέρνησης […] παρά το πολιτικό κόστος».

«Επιχειρήσεις φιάσκο στα Εξάρχεια»Για το θέμα της ασφάλειας ο κ. Τσίπρας είπε ότι η ΝΔ ανέδειξε ως μείζον το θέμα των Εξαρχείων προεκλογικά. Είπαν ότι σε μία εβδομάδα «θα έχουν καθαρίσει», ενώ «το μόνο που βλέπουμε είναι επιχειρήσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα, που καταλήγουν πολλές φορές και σε εικόνες φιάσκο, ντροπής θα έλεγα» ανέφερε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Είπε ότι το πρόβλημα δεν είναι η μάνα με το παιδάκι της, αλλά οι σπείρες της εγκληματικότητας και των ναρκωτικών, που έχουν κάνει την περιοχή καταφύγιο. Αναφερόμενος στις προσπάθειες της κυβέρνηση του, μίλησε για τρείς επιτυχίες της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία εξάρθρωσε σπείρες διακίνησης και αρκετά κιλά ναρκωτικών. Παραδέχθηκε ωστόσο, ότι το πρόβλημα δεν λύθηκε γιατί χρειάζεται μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και τη συμμετοχή των πολιτών. Προσέθεσε επίσης ότι η εύκολη επικοινωνιακή στάση που επιδεικνύει η σημερινή κυβέρνηση, πολύ σύντομα θα την φέρει μπροστά σε αδιέξοδα, ενώ την κατηγόρησε ότι «ρίχνει λάδι στη φωτιά».

«Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοιχτές διαδικασίες χωρίς ομερτά»

«Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοιχτές διαδικασίες» και «δεν υπάρχει και αυτή η ιδιότυπη ομερτά που υπάρχει σε άλλα κόμματα» σημειώνει ο Αλέξης Τσίπρας απαντώντας σε ερώτηση για την ηγεσία του κόμματος, προσθέτοντας ότι σε άλλα κόμματα όταν κάποιος χάνει οι μέχρι πρότινος σύντροφοι τον εγκαταλείπουν.  Επισήμανε ότι στην πορεία προς την ανασυγκρότηση και το συνέδριο όλα τα ζητήματα, και για τον πρόεδρο και για τον γενικό γραμματέα, όλα τα ζητήματα είναι ανοιχτά και θα συζητηθούν ανοιχτά. Πρόσθεσε δε ότι μέχρι το συνέδριο θα υπάρχει «ένα κόμμα πιο μαζικό».

«Απαξιώνουν την ΔΕΗ για να την πουλήσουν»

Στο μάνιουαλ του νεοφιλελευθερισμού είναι να απαξιώνεις μία επιχείρηση για να μπορέσεις να την πουλήσεις, είπε ο Αλ. Τσίπρα σε ερώτηση που του τέθηκε σχετικά με τη ΔΕΗ. Κατηγόρησε τον κ. Χατζηδάκη ότι προσπαθεί να κερδίσει κοινωνική συναίνεση, «αλλά δεν μπορεί να την βρει από την πλειοψηφία της κοινωνίας», προσθέτοντας ότι το ίδιο έκανε και με την Ολυμπιακή και το μόνο που κατάφερε είναι «να μεταφερθούμε από το μονοπώλιο του Δημοσίου, στο μονοπώλιο του ιδιωτικού τομέα». Είπε ακόμα, ότι τα προβλήματα δεν προέκυψαν από την κοινωνική πολιτική της διοίκησης κατά την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κατά τη διακυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ από το 2010 και μετά.

Όπως σημείωσε, τότε υπήρξε γιγάντωση του δανεισμού της επιχείρησης και τρομακτική επιβάρυνση του μέσου καταναλωτή, με αύξηση των τιμολογίων κατά περίπου 60%, ενώ κατά την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε μείωση κατά 12% και κοινωνική πολιτική και ο δανεισμό μειώθηκε κατά 1 δισ. ευρώ. Είπε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε σχέδιο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ΔΕΗ, το οποίο δεν θα επιβάρυνε τους καταναλωτές και σχέδιο για νέες επενδύσεις και εξορθολογισμό των δαπανών της. Κατηγόρησε δε την κυβέρνηση ότι προετοιμάζει μεθοδικά, μέσω της απαξίωσης, την πώληση σε ιδιώτες, των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, που έχουν αξία και χαρακτήρισε άδικη την αύξηση των τιμολογίων για τους καταναλωτές, τονίζοντας ότι αυτοί που θα υποστούν τις αυξήσεις ανήκουν στη μεσαία τάξη.

«Δεν κάναμε δειλά βήματα, αλλά ουσιαστικά στο διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους»

«Δε συμμερίζομαι την άποψη οτι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε βήματα στην κατεύθυνση εξορθολογισμού Εκκλησίας-Κράτους», σημείωσε ο κ. Τσίπρας απαντώντας σε σχετική ερώτηση.

«Δεν έγινε σε διαδικασία μετωπικής σύγκρουσης και δε μετανιώνω γι αυτό». «Δεν κάναμε δειλά βήματα, αλλά ουσιαστικά […] Μπορεί να υπάρχουν αντίθετες απόψεις στο εσωτερικό και θα το συζητήσουμε», προσέθεσε.

Όπως επισήμανε ο κ. Τσίπρας, η προηγούμενη κυβέρνηση κατέληξε σε μια συμφωνία που ήταν ένα βήμα μπροστά για τη χώρα, άνοιγε το δρόμο για ένα πια διακριτό ρόλο, ενίσχυε οικονομικά την Εκκλησία, άφηνε την Εκκλησία να μην εμπλέκεται στα του κράτους και το αντίστροφο.

Ανέφερε ότι την επόμενη μέρα όλοι έμειναν έκπληκτοι, η ΝΔ μέσω του γραφείο Τύπου της είπε ότι ήταν μια θετική εξέλιξη, «και τη μεθεπόμενη οι ακραίες δυνάμεις το τράβηξαν στα άκρα, όπως έκαναν και στο Μακεδονικό». «Υποδαυλίσανε τη συμφωνία» είπε και προσέθεσε:

«Η αναγκαιότητα να υπάρξει εξορθολογισμός Κράτους-Εκκλησίας παραμένει, είναι στον πυρήνα ενός προοδευτικού προτάγματος. […] Δεν μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να μας λέει ότι είναι προοδευτικός και να ακολουθεί την πολιτική της κ. Κεραμέως»

«Θετικό ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν τόλμησε να πει ότι παρέλαβε χάος»

Υπάρχουν θετικά σημεία στην πορεία της κυβέρνησης μέχρι τώρα σημείωσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απαντώντας σε σχετική ερώτηση.

«Για παράδειγμα έχει διακηρύξει και θα τιμήσει τη συμφωνία των Πρεσπών και ότι θα κινηθεί στην ίδια πάνω κάτω γραμμή στην εξωτερική πολιτική». «Όπως επίσης το ότι δεν τόλμησε ο κ. Μητσοτάκης να πει ότι παρέλαβε χάος» επισήμανε.

Και σημείωσε «Όταν λέω ότι θα είμαστε εποικοδομητικοί εννοώ ότι δε θα κάνουμε το άσπρο μαύρο, να πούμε ότι η οικονομία δεν πάει καλά, ενώ πάει, προσθέτοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κάνει έντονη αντιπολίτευση στα σημεία που διαπιστώνεται βάναυση κακοποίηση των κεκτημένων και της ισονομίας.

«Προσπάθεια εκφοβισμού δικαστικών λειτουργών από τον Α. Σαμαρά, κατήγγειλε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ»

«Ο κ. Σαμαράς έχει απειλήσει όλους τους δικαστικούς λειτουργούς που εμπλέκονται στην υπόθεση Novartis», σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Α. Τσίπρας κάνοντας λόγο για προσπάθεια εκφοβισμού.

«Δε μπορεί να ειναι αλα καρτ σκευωρία όταν για καποιους ασκείται ποινική δίωξη, αλλά η δικαστική ηγεσία να είναι άξια συγχαρητηρίων όταν βάζει τις υποθέσεις στο αρχείο», συμπλήρωσε.

Ο κ. Τσίπρας επεσήμανε ότι θέλει να είναι αισιόδοξος ότι η χώρα «έχει τους θεσμούς εκείνους για να διαλευκάνει την υπόθεση αυτή και να μάθει ο λαός την αλήθεια».  ΑΠΕ-ΜΠΕ

«Συμμαχία από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα»;

in Αναδημοσιευσεις / by epohi / on October 23, 2018 at 9:14 am /

Τέσσερις τρόποι για να μην ηττηθούν Ακροδεξιά και εθνικισμός

Του Σωτήρη Βαλντέν*

Παρακολουθούμε με αμηχανία, αλλά και με πανικό την αδιάκοπη ενίσχυση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού στον δυτικό κόσμο. Πρόκειται για ένα πραγματικό τσουνάμι που θέτει σε κίνδυνο θεμελιώδεις αξίες και κατακτήσεις μας και θυμίζει δεκαετία του 1930.

Ακροδεξιοί και εθνικιστές βρίσκονται ήδη στην εξουσία σε ΗΠΑ, Ιταλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία, Τσεχία, Σλοβακία και αλλού, κέρδισαν το δημοψήφισμα του Brexit, ενώ ενισχύονται απειλητικά και σε πολλές άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Σουηδία.

Για την αντιμετώπιση του υπαρξιακού αυτού κινδύνου οι δημοκρατικές και αντιεθνικιστικές δυνάμεις φαίνεται να στερούνται στρατηγικής ή η στρατηγική τους είναι λαθεμένη.

Η ανάγκη για ένα πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στην Ακροδεξιά είναι επιτακτική. Και η πρόταση που διατυπώθηκε για μια συμμαχία «από τον Μακρόν ώς τον Τσίπρα» ακούγεται ελκυστική, παραπέμποντας μάλιστα στα αντιφασιστικά μέτωπα περασμένων δεκαετιών. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα για τη γραμμή πάνω στην οποία θα πρέπει να οικοδομηθεί μια τέτοια συμμαχία.

Δυστυχώς, οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις αναζητούν τα αίτια και τους υπευθύνους γι’ αυτές τις εξελίξεις οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί όπου κυρίως βρίσκονται, στις πολιτικές που οι ίδιες εφαρμόζουν. Μας ζητούν δεν συχνά να συσπειρωθούμε εναντίον των εχθρών της δημοκρατίας με πολιτικές που, αντί να τους εξασθενούν, τους ενισχύουν. Ιδού τέσσερις πολιτικές που, κατά τη γνώμη μου, βοηθούν αντί να πολεμούν την Ακροδεξιά και τους εθνικιστές:

Εμμονή στον νεοφιλελευθερισμό ως όπλο κατά του λαϊκισμού της Ακροδεξιάς

Μια από τις κύριες -αν όχι η κύρια- αιτίες της κρίσης των δημοκρατιών μας και της Ευρώπης είναι ο νεοφιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών, με την ακραία λιτότητα, την υψηλή ανεργία, τις σκανδαλώδεις ανισότητες και την ανασφάλεια που επιφέρει. Η ενσωμάτωση μάλιστα του μεγαλύτερου μέρους της Σοσιαλδημοκρατίας σε αυτές τις πολιτικές έχει στερήσει τους εργαζόμενους από τους κυριότερους φυσικούς τους εκπροσώπους.

Η Ακροδεξιά το γνωρίζει και εμφανίζεται συχνά πολέμια του νεοφιλελευθερισμού (Ιταλία, Γαλλία, Ουγγαρία κλπ.). Πολλά από όσα λέει εν προκειμένω είναι σωστά, τα λέει ή θα έπρεπε να τα λέει πρώτη η Αριστερά, σοσιαλδημοκρατική και μη. Όμως πολλοί -ακόμη και προοδευτικοί- επικεντρώνουν την πολεμική τους στον «λαϊκισμό».

Η Ακροδεξιά είναι βέβαια συνώνυμη του άκρατου λαϊκισμού. Και ασφαλώς εναντιωνόμαστε απόλυτα στο να «πετάνε το μωρό μαζί με τα απόνερα» σε θέματα όπως η Ε.Ε., η παγκοσμιοποίηση, το ελεύθερο εμπόριο, η διεύρυνση ή η δημοσιονομική πειθαρχία.

Όμως «απόνερα» υπάρχουν, και πολλά. Και το να «χαρίζουμε» στους εχθρούς της δημοκρατίας την πάλη για να αλλάξουν πολιτικές που αποδεικνύονται ολοένα και πιο καταστροφικές και αδιέξοδες κοινωνικά και οικονομικά, το να εμφανίζουμε την υπεράσπισή τους ως μάχη κατά της Ακροδεξιάς αποτελεί αυτοκτονική στρατηγική.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ιταλία. Η ακροδεξιά / λαϊκιστική κυβέρνηση διεκδικεί χαλάρωση της λιτότητας, μεγαλύτερη ευελιξία στα δημοσιονομικά και εξισορρόπηση των ισοζυγίων με τη Γερμανία. Πώς να το κάνουμε, σ’ αυτά έχει βασικά δίκιο.

Όμως το κατεστημένο των Βρυξελλών, που μόλις τέλειωσε έναν υποκριτικό γύρο αυτοκριτικής για τα εγκληματικά «λάθη» του στην Ελλάδα, επαναλαμβάνει τα ίδια σαν να μην έχει διδαχτεί τίποτε: άτεγκτη εμμονή στη δημοσιονομική «ορθοδοξία» και εκστρατεία εκφοβισμού (που ενισχύει και τις αναταραχές στις αγορές). Αλλά τα πράγματα είναι τώρα δυσκολότερα.

Το 2015 είχαν να κάνουν με μια μικρή οικονομία και μια αριστερή, φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση. Τώρα έχουν μπροστά τους την τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης και μια εν πολλοίς ακροδεξιά, ευρωσκεπτικιστική, χυδαία κυβέρνηση αγνώστων προθέσεων.

Μια υποχώρηση κινδυνεύει να φανεί ως υποχώρηση στην Ακροδεξιά, αλλά μια κάθετη σύγκρουση θα τινάξει στον αέρα το ευρώ και την Ευρώπη, και μάλιστα με το «ηθικό πλεονέκτημα» στην πλευρά των φασιστών! Θα ήταν καλύτερα αν η Ευρώπη και η Γερμανία είχαν δείξει ευελιξία το 2015. Όμως τώρα -που οι συσχετισμοί δεν τους επιτρέπουν να συντρίψουν το «άτακτο παιδί»- ας μην μας πάνε, υπνοβατούντες, στον γκρεμό.

Αλλά και στη Γαλλία η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μακρόν, που τον καθιέρωσε ως τον «Πρόεδρο των πλουσίων», κάθε άλλο παρά θωρακίζει από την επικράτηση της Ακροδεξιάς στις επόμενες εκλογές. Το πολιτικό κενό που διαμορφώνεται στη χώρα μόνο τη δημοκρατία δεν εξυπηρετεί. Ούτε βέβαια πολεμάμε πειστικά τον προστατευτισμό του Τραμπ όταν καλούμαστε να υπερασπιστούμε τα θηριώδη πλεονάσματα της Γερμανίας, αυτά ακριβώς που καταστρέφουν τον Νότο της Ευρώπης.

Μια αποτελεσματική στρατηγική κατά της Ακροδεξιάς θα συνδύαζε την απόρριψη του προστατευτισμού και του ευρωσκεπτικισμού με την πάλη για την προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρώπης και την αντίκρουση των αρνητικών πλευρών της παγκοσμιοποίησης, έχοντας συνείδηση πως το σημερινό ευρωπαϊκό και παγκόσμιο status quo ούτε υπερασπίσιμο είναι ούτε βιώσιμο.

Ακόμη θα ξεσκέπαζε την υποκρισία όσων στην Ακροδεξιά δηλώνουν «φιλολαϊκοί» αλλά ακολουθούν και αυτοί πολιτικές που ευνοούν τους πλούσιους (οικονομική πολιτική Τραμπ, φορολογική πολιτική Λέγκας, προγράμματα ακροδεξιών σε Γερμανία, Σουηδία, Ολλανδία και αλλού κ.λπ.).

Όμως, το διεθνές πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο φαίνεται να θέλει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο». Πρώτη του προτεραιότητα δεν είναι η απόκρουση της Ακροδεξιάς, αλλά η διατήρηση ανέπαφων των προνομίων του.

«Δανεισμός» από την ατζέντα της Ακροδεξιάς σε θέματα ταυτότητας

Η ανερχόμενη τάση στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης -πρώτιστα τις συντηρητικές, αλλά όχι μόνο- είναι να υιοθετούν μέρος της αντι-μεταναστευτικής και ξενοφοβικής πλατφόρμας της Ακροδεξιάς με το επιχείρημα πως έτσι θα συγκρατήσουν τους ψηφοφόρους τους.

Σε όλη σχεδόν την Ευρώπη (από τη Δανία, ώς τη Μόρια) επικρίνεται και ακυρώνεται η ανοικτή πολιτική του 2015, προτείνονται και υιοθετούνται μέτρα που προπαγανδίζει η Ακροδεξιά, παραγνωρίζεται το διεθνές και ανθρωπιστικό δίκαιο και επιδεικνύεται μια ανεκτικότητα σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές «ευαισθησίες» που μάταια θα την αναζητήσουμε στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.

Ασφαλώς στα θέματα αυτά η μάχη δεν έχει κριθεί. Υπάρχουν ακόμα ισχυρές αντιστάσεις στην Ακροδεξιά πολιτική κατά των προσφύγων και των μεταναστών. Ο Όρμπαν και το Βίσεγκραντ καταδικάζονται, το ίδιο και οι Ιταλοί όταν αφήνουν πρόσφυγες να πνίγονται στη Μεσόγειο. Όμως η υποκρισία περισσεύει. Η Ευρώπη βρίσκει κοινό παρονομαστή σε απραγματοποίητα και απάνθρωπα σχέδια για hotspots σε τρίτες χώρες.

Οι Ιταλοί κατηγορούνται πιο πολύ επειδή ζητούν την κατανομή των βαρών και σε άλλα κράτη – μέλη, παρά για την εγκληματική τους συμπεριφορά στους μετανάστες. H επιστροφή των αιτούντων άσυλο στις χώρες της πρώτης εισόδου, δηλαδή το «φόρτωμα» όλου του βάρους ενός ευρωπαϊκού προβλήματος στην Ιταλία και την Ελλάδα, εμφανίζεται ως προοδευτική πολιτική.

Η Ιστορία έχει αποδείξει πως η τακτική της υιοθέτησης ακροδεξιών πολιτικών σε ζητήματα ταυτότητας δεν αποδυναμώνει την Ακροδεξιά, την ενισχύει. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής ζωής προς την κατεύθυνσή της οδηγεί τους πολίτες να προτιμούν το αυθεντικό από τις απομιμήσεις. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη στη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και την Αυστρία.

Η υποχωρητικότητα στο μεταναστευτικό, ανοίγει τον δρόμο στη νομιμοποίηση και τον διάλογο με την Ακροδεξιά και στη συνέχεια στη διαμόρφωση συμμαχιών εξουσίας με αυτή. Ήδη τέτοιες τάσεις παρατηρούμε σε πολλές χώρες.

Η πάλη κατά της Ακροδεξιάς ως σταυροφορία κατά της Ρωσίας του Πούτιν

Διαβάζοντας τον φιλελεύθερο διεθνή Τύπο θα νόμιζε κανείς πως το κύριο πρόβλημα με τον Τραμπ είναι η συμπάθειά του για τη Ρωσία του Πούτιν και η στήριξή του από αυτήν. Το ότι ο Τραμπ κλιμακώνει καθημερινά την αντιρωσική σταυροφορία αγνοείται ή αποδίδεται στο ότι το «σώφρον» περιβάλλον του κατορθώνει να τον παρακάμψει. Ο «φιλορωσισμός» είναι και κεντρικό στοιχείο στο κατηγορητήριο κατά Ευρωπαίων ακροδεξιών (Λεπέν, Όρμπαν κ.λπ.). Θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε πως η βασική αιτία της ανόδου της Ακροδεξιάς είναι τα βρόμικα παιχνίδια και τα ρούβλια του Πούτιν.

Υπάρχει ασφαλώς μια αποκρουστική ιδεολογική και πολιτική συνάφεια του Πούτιν με τους ανά τον κόσμο ακροδεξιούς. Είναι επίσης σαφές πως η Μόσχα ενισχύει όλες τις δυνάμεις που μπορούν να εξασθενήσουν τη Δύση και την Ευρώπη στο πλαίσιο ενός σπιράλ κλιμακούμενου ψυχρού πολέμου. Όμως, η ικανότητα του Πούτιν να επηρεάσει τις εξελίξεις στις δυτικές χώρες προβάλλεται υπερβολικά, σε βαθμό καρικατούρας, και η συνωμοσιολογία τείνει να υποκαταστήσει την ανάλυση των αιτίων της ανόδου της Ακροδεξιάς και της κρίσης της Ευρώπης.

Το αφήγημα αυτό εντάσσεται στο από εικοσαετίας σχέδιο της Δύσης να περιθωριοποιήσει περαιτέρω τη Ρωσία. Η επιθετική δυτική στρατηγική είναι η κύρια αιτία του νέου ψυχρού πολέμου και ο Πούτιν εκφράζει τη θέληση της χώρας του να αμυνθεί, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό όλα τα πρόσφορα μέσα. Εξάλλου η δυτική επιθετικότητα (στην οποία μάλιστα πρωτοστατούν, ιδίως στις ΗΠΑ, οι φιλελεύθεροι) συμβάλλει στην ενίσχυση του καθεστώτος Πούτιν.

Το να αποδίδουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς στη δράση της Ρωσίας και όχι στα εσωτερικά προβλήματα των κοινωνιών μας δεν είναι αξιόπιστο. Οι δυνητικοί οπαδοί της Ακροδεξιάς δεν εκφοβίζονται από τη ρωσοφοβία του κατεστημένου. Μάλλον ενισχύεται η πεποίθησή τους ότι τους «δουλεύουν». Ίσως να ενισχύεται και η δημοτικότητα του Πούτιν. Και βέβαια η ταύτιση της πάλης κατά της Ακροδεξιάς με μια πολιτική που εξυπηρετεί τους εμπόρους του πολέμου και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη κάθε άλλο παρά ενισχύει το «ηθικό πλεονέκτημα» των δημοκρατικών δυνάμεων.

Δημοκρατικές «ζαβολιές» στο όνομα του πολέμου κατά των εχθρών της

Όλοι συμφωνούμε πως κάθε μέσο είναι θεμιτό για την άμυνα της δημοκρατίας έναντι μιας εκτροπής. Το ερώτημα είναι αν είναι θεμιτή και η παραγνώριση των δημοκρατικών κανόνων για να εμποδιστεί η με νόμιμα μέσα άνοδος στην εξουσία ή και διακυβέρνηση της Ακροδεξιάς. Η δημοκρατική απάντηση είναι, πιστεύω, «όχι», τουλάχιστον όταν η απειλή για την κατάλυση της δημοκρατίας δεν είναι έκδηλη και άμεση. Γιατί ποιος αποφασίζει πότε και πόσο απειλείται η δημοκρατία;

Δυστυχώς τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε όλο και πιο συχνά ενέργειες που παραβιάζουν κραυγαλέα τη δημοκρατική πρακτική, ακόμη και τη νομιμότητα, με αιτιολογία την καταπολέμηση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού.

Με ποια λογική ο ανεύθυνος Πρόεδρος της Ιταλίας νομιμοποιείται (πολιτικά ή και θεσμικά) να αποκλείει τον προτεινόμενο από την εκλεγμένη κυβέρνηση υπουργό Οικονομικών, επειδή εκτιμά πως ο τελευταίος είναι αντίθετος στο ευρώ; Πόσο δημοκρατικό είναι να ασκείται πίεση για επανάληψη ή ακύρωση δημοψηφισμάτων (Αγγλία, Ολλανδία) επειδή το αποτέλεσμα δεν αρέσει;

Πόσο θεμιτό είναι οι φιλελεύθεροι να πανηγυρίζουν όταν αποκαλύπτεται πως κάποιοι ανώνυμοι σύμβουλοι του δημοκρατικά εκλεγμένου Αμερικανού Προέδρου συνωμοτούν ενάντια στις αποφάσεις και τη θέληση του αφεντικού τους; Πόσο δημοκρατικό είναι οι μεγάλοι της Δύσης να θριαμβολογούν για το 91% του μακεδονικού δημοψηφίσματος, την ώρα που όλοι γνωρίζουμε πως οι αντίπαλοι του «ναι» απείχαν και η αποχή ήταν αισθητά μεγαλύτερη από ό,τι αναμενόταν;

Η «υπεράσπιση της δημοκρατίας» με τέτοια μέσα οδηγεί μαθηματικά στην υπονόμευσή της, αφού όλο και περισσότεροι πολίτες πείθονται πως οι κανόνες και οι αξίες της δημοκρατίας είναι ευκαιριακά προπετάσματα καπνού που χρησιμοποιούν οι ισχυροί όταν και μόνο τους συμφέρει.

Πλατιά ενότητα κατά της Ακροδεξιάς με ποια γραμμή

Η πρόσφατη πρόταση για διαμόρφωση ενός πανευρωπαϊκού πλατιού μετώπου κατά της Ακροδεξιάς «από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα» που διατυπώθηκε από στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος της Ιταλίας (ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που, σημειωτέον, με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του και την υπεροψία του ηγέτη του, συνέβαλε τα μέγιστα στην επικράτηση της Ακροδεξιάς και των λαϊκιστών) παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Με τον Αννίβα ante portas, σε ορισμένες στιγμές και καταστάσεις, όπως π.χ. στον δεύτερο γύρο των γαλλικών εκλογών, προέχει να του φράξουμε τον δρόμο, ακόμη και χωρίς προαπαιτούμενα.

Όμως, ως στρατηγική, η πλατιά ενότητα κατά της Ακροδεξιάς δεν μπορεί να ξεφύγει από το ερώτημα «σε ποια βάση», με ποια γραμμή. Νομίζω λοιπόν ότι φανερό πως μια ενότητα όπου ηγεμονεύουν όσοι εμμένουν στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, υποχωρούν στην ατζέντα της Ακροδεξιάς στο μεταναστευτικό, προσπαθούν να μετατρέψουν τον αντιφασιστικό αγώνα σε αντιρωσική σταυροφορία και δεν διστάζουν να μετέρχονται αντιδημοκρατικά κόλπα, περιφρονώντας βάναυσα τον κόσμο που υποτίθεται πως εκπροσωπούν, δεν θα εξασθενήσει την Ακροδεξιά, αλλά θα τη φέρει γρηγορότερα στην εξουσία. Η δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί να συναινεί σε ένα τέτοιο μέτωπο.

Χωρίς αλλαγή κατεύθυνσης στην οικονομική πολιτική και στις πολιτικές της Ευρώπης, χωρίς ασυμβίβαστο μέτωπο στον ρατσισμό και την ξενοφοβία, χωρίς μια φιλειρηνική πολιτική διεθνώς και χωρίς σεβασμό στους πολίτες και προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος που έχει προκληθεί ανάμεσα σ’ αυτούς και τη δημοκρατική πολιτική, οι δημοκρατίες μας και η Ευρώπη οδηγούνται στον γκρεμό.

Με αυτή και μόνο τη στρατηγική πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσέλθει η δημοκρατική Αριστερά σε οποιαδήποτε συζήτηση για το απαραίτητο νέο αντιφασιστικό μέτωπο.

* Ο Σωτήρης Βαλντέν διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

Πηγή: Αυγή

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Από την αρχή

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Από την αρχή I: Η κρίση

Πολύ συχνά η συζήτηση για μείζονα ζητήματα πολιτικής, όπως στην περίπτωσή μας το ζήτημα της στρατηγικής ανάπτυξης της Αριστεράς, παραβλέπει βασικά/αφετηριακά ιστορικά δεδομένα, με αποτέλεσμα αυτή να γίνεται ατελέσφορη. Ετσι, η όποια δημιουργική αντιπαράθεση υποβαθμίζεται σε μονολόγους ή έστω ανταλλαγές εκθέσεων ιδεών, που αν δεν εξυπηρετούν κοντόφθαλμες ιδιοτέλειες, οδηγούνται συνήθως σε προτάσεις και συμπεράσματα άκρατου βολονταρισμού. Πάρα τις σημαντικές και πολύ χρήσιμες εξαιρέσεις του σχετικού διαλόγου, έχω την εντύπωση ότι η συζήτηση για τη στρατηγική ανάπτυξη της Αριστεράς ξεχνά κάποια σημαντικά ιστορικά δεδομένα:

α) το βάθος και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κρίσης πολιτικής

και

β) τον δραματικό περιορισμό της δυνατότητας μετασχηματιστικών πολιτικών, συστατικό στοιχείο κάθε προσπάθειας που στέκεται απέναντι στις συστημικές διευθετήσεις.

Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή.

Κρίση πολιτικής

Αν πολιτική σημαίνει την προσωρινή διευθέτηση των κοινωνικών διαφορών, ανταγωνισμών, αντιθέσεων και συγκρούσεων σε θεσμικό και διοικητικό επίπεδο –πάντα φυσικά στο δεδομένο ηγεμονικό πλαίσιο–, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες βλέπουμε σχεδόν καθημερινά φαινόμενα βαθιάς πολιτικής κρίσης. Η παρατήρηση δεν είναι αποτέλεσμα διαίσθησης ή της όχι σπάνιας τάσης αριστερών να αναβαθμίζουν μικρο-δυσλειτουργίες σε κρίση. Αντιθέτως, η τρέχουσα κρίση είναι πολυεπίπεδη, απολύτως διεθνής και συνοδεύεται από φαινόμενα και πρωτοβουλίες ασυνήθιστες, οι οποίες εισάγουν νέες τεχνικές πολιτικής κινητοποίησης και που συνήθως παρακάμπτουν ή/και αμφισβητούν το όποιο δεδομένο σύστημα πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης.

Από το Σιάτλ, τη Γένοβα, τα κοινωνικά φόρουμ και τις εξεγέρσεις στο Παρίσι, στα δημοψηφίσματα ενάντια στο λεγόμενο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα αλλά και σε εκείνα στη Σκοτία, την Ιταλία και την Καταλονία, στο κίνημα των πλατειών και του Οccupy, στην «αραβική άνοιξη» και στο κίνημα των «κίτρινων γελέκων» και τέλος στις ριζικές αναδιατάξεις ιστορικών και παγιωμένων κομματικών και πολιτικών συστημάτων, που συχνά συνοδεύονται με την ενδυνάμωση της πολυποίκιλης Ακροδεξιάς, όλα αποτελούν αδιάψευστες καθημερινές υπενθυμίσεις της χρόνιας πλέον πολιτικής κρίσης.

Η ένταση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης, που εκδηλώνεται ως κρίση εκπροσώπησης, μπορεί να γίνουν κατανοητά αν κανείς λάβει υπόψη του: α) ότι οι πολιτικοθεσμικές προσπάθειες αντιμετώπισης της κατάστασης από τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις σε μικρή έστω κάμψη των φαινομένων κρίσης, β) την πλήρη αποτυχία των υπερεθνικών οργανισμών να αντιμετωπίσουν έστω και προσχηματικά τις συνέπειες της πολυεπίπεδης και αυξανόμενης ανισότητας και γ) ότι οι όποιες εναλλακτικές προσπάθειες για νέες πολιτικές διευθετήσεις, που θα εκτόνωναν την κρίση εκπροσώπησης, αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Κάτι που φαίνεται να συμβάλλει στην αναζήτηση πολιτικών λύσεων στον απλουστευτικό εθνικισμό της Ακροδεξιάς.

Κρίση «μετασχηματιστικής πολιτικής»

Οι παρατηρήσεις αυτές υπογραμμίζουν ότι το γεγονός της βαθιάς και χρόνιας πολιτικής κρίσης εκπροσώπησης είναι απολύτως συνυφασμένο με τον δραματικό περιορισμό της δυνατότητας «μετασχηματιστικών πολιτικών». Η πολιτική κρίση, λοιπόν, αναπαράγεται και βαθαίνει και λόγω της μη δυνατότητας εφαρμογής «μετασχηματιστικών πολιτικών». Πολιτικών, δηλαδή, που έχουν τη δύναμη και εμπράκτως επιδεικνύουν τη βούλησή τους να μετασχηματίσουν τις δεδομένες δομές και σχέσεις των κοινωνικοπολιτικών διευθετήσεων.

Αυτή η διάσταση της κρίσης δεν αποτελεί απλώς μάθημα από τη δραματική και διδακτική εμπειρία από την παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, όπως ίσως κάποιοι σκεφτούν, αλλά έχει επιβεβαιωθεί από τις πολιτικές σχεδόν όλων των κομμάτων της σοσιαλδημοκρατικής / κεντροαριστερής παράδοσης, τα οποία ανεξάρτητα από προθέσεις δεν κατάφεραν να «κάνουν τη διαφορά», που απελπισμένα απαιτεί η κρίση. Γεγονός που οδήγησε στη συρρίκνωσή τους και σε αρνητικές συνέπειες για το σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης και τη δημοκρατία.

Το φαινόμενο αυτό εύκολα διαπιστώνεται με μια απλή αναφορά στις προγραμματικές προτάσεις οικονομικού, πολιτικού ή και κοινωνικού εκδημοκρατισμού των νέων ριζοσπαστικών εγχειρημάτων σήμερα (λ.χ. Κόρμπιν, Ποδέμος, Μπόκο), αφού αυτές είναι σαφώς περιορισμένες και λιγότερο «φιλόδοξες» από εκείνες της λεγόμενης μεταρρυθμιστικής Αριστεράς της δεκαετίας του 1980 (λ.χ. το «Κοινό πρόγραμμα» Σοσιαλιστών – Κομμουνιστών στη Γαλλία το 1981, Το Μανιφέστο των Εργατικών το 1983 κ.α.). Αλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και πολιτικοί επιστήμονες του δεσπόζοντος ρεύματος επισημαίνουν ότι σήμερα οι διαχειριστικές πολιτικές (policy oriented) ουσιαστικά κυριαρχούν πλέον εκείνων που έχουν βάση τους τις κανονιστικές αρχές και αξίες (value oriented).

Η συρρίκνωση ή και η κατά περίπτωση εξαφάνιση της δυνατότητας μετασχηματιστικών πολιτικών δεν αποτελεί μόνο πρόκληση για τα κυβερνητικά κόμματα της Αριστεράς και της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, αλλά [ακόμα] και για τα κυρίαρχα κυβερνητικά κόμματα. Ωστόσο, για τη ριζοσπαστική Αριστερά η πρόκληση είναι μεγαλύτερη μια και οι πολιτικοί φορείς της παλαιάς πολιτικής και κρισοφόρας διευθέτησης ουσιαστικά εργαλειοποιούν τους δεδομένους κρατικούς μηχανισμούς, ενώ το γενετικό υλικό της Αριστεράς προϋποθέτει τη δυνατότητα και την προσπάθεια κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών. Η Αριστερά, λοιπόν, για να αποφύγει την ενσωμάτωση και την περιθωριοποίησή της δεν μπορεί παρά να αναζητά έμπρακτα εναλλακτικούς τρόπους πολιτικής εκπροσώπησης, που να διασφαλίζουν ωστόσο τον διαρκή μετασχηματισμό των πολιτικών, κοινωνικών και διοικητικών δεδομένων.

Οι μετασχηματιστικές πολιτικές είναι συνήθως το αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας, που οργανώνει, εκτελεί και θεσμοθετεί εναλλακτικές των υπαρχουσών κοινωνικοπολιτικών και διοικητικών δομών και σχέσεων. Οι διαδικασίες αυτές προϋποθέτουν τον εντοπισμό και την ιεράρχηση των πεδίων μετασχηματισμού καθώς και την ανάλυση των δυσκολιών και της αναμενόμενης θεσμικής και κοινωνικής αδράνειας ή/και αντίστασης. Φυσικά η συγκρότηση ενός μετασχηματιστικού ρεύματος, για την Αριστερά, δεν μπορεί παρά να απαιτεί κυρίως τη διατύπωση ενός κανονιστικού / αξιακού πλαισίου και οράματος. Ενός οράματος που θα λειτουργεί ως το οραματικό στοιχείο έμπνευσης και κινητοποίησης, της κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας στην οποία στηρίζεται ο πολιτικός φορέας, που, ως επισπεύδων, συντονίζει τις μετασχηματιστικές διαδικασίες.

Ο πολιτικός φορέας, η πολιτική συλλογικότητα, το κόμμα αποτελούν την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη ρεαλιστική αντιμετώπιση της κρίσης των «μετασχηματιστικών πολιτικών». Αρκεί φυσικά να μπορεί να υπηρετεί έμπρακτα τη στρατηγική μετασχηματισμών και να ανθίσταται στις σειρήνες και αδράνειες των κατεστημένων μεταδημοκρατικών δομών και σχέσεων που καρτελοποιούν ή, καλύτερα, κρατικοποιούν τα πολιτικά κόμματα.

Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να διασφαλιστεί με ποσοτικά εγχειρήματα εκλογικής (;) διεύρυνσης χωρίς την αποσαφήνιση της μετασχηματιστικής στρατηγικής. Και μια και όλη αυτή η συζήτηση έχει ως αφετηρία τον προβληματισμό για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί παρά να εξετάσει και να αξιοποιήσει κριτικά την εμπειρία του. Στο κάτω κάτω, πέρα από την όποια αξιολόγηση κάνει κανείς για την πορεία του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτελεί την πρώτη και μέχρι σήμερα τη μόνη δημοκρατική και αποτελεσματική κυβερνητική απάντηση στην κρίση, σε παγκόσμια κλίμακα τον 21ο αι.

Απάντηση, μάλιστα, σε πρωτόγνωρες σε διάρκεια και ένταση συνθήκες οικονομικής κρίσης. Τέλος, η συζήτηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει μια ευρηματική, πρακτική και αποτελεσματική οργανωτική πρόταση για τη μετάβαση και την ανάπτυξη του κόμματος στις νέες συνθήκες. Πρόταση που θα συμβάλει στην αντιμετώπιση τόσο της κρίσης πολιτικής όσο και των μετασχηματιστικών πολιτικών που τη συνοδεύουν. Αλλά γι’ αυτά θα επανέλθω.

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Από την αρχή ΙΙΙ: η οργανωτική προοπτική

Δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μην επιδιώκει τη διεύρυνση της επιρροής του, η οποία εκτός των άλλων περιλαμβάνει πρωτίστως την αύξηση του αριθμού των μελών του. Η διεύρυνση της βάσης των πολιτικών κομμάτων είναι με άλλα λόγια συνυφασμένη με τη φύση του θεσμού. Αν και όταν αυτό φαίνεται να μη συμβαίνει ουσιαστικά, ή τα «κόμματα» έχουν μεταλλαχθεί σε ομάδες πίεσης ή έχουν τόσο πολύ κρατικοποιηθεί ώστε να μπορούν να υποκαθίστανται από τους κρατικούς μηχανισμούς και άλλους ισχυρούς θεσμούς διαμόρφωσης κοινής γνώμης του ιδιωτικού τομέα.

Κατά συνέπεια η όποια συζήτηση για την προοπτική διεύρυνσης, αύξησης των μελών του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά επί της αρχής να είναι από όλους αποδεκτή. Φυσικά έχουν ήδη διατυπωθεί πολύ ενδιαφέρουσες επιφυλάξεις και φόβοι για ιστορικά λάθος κίνηση αν αυτή η διεύρυνση έχει μόνο ποσοτικά χαρακτηριστικά(1). Χαρακτηριστικά που θα υπονομεύσουν τη ριζοσπαστικότητα του ΣΥΡΙΖΑ οδηγώντας τον στο πολιτικό περιθώριο μιας άνευρης πολυσυλλεκτικής ασάφειας.

Ωστόσο η έκβαση αυτής της πρωτοβουλίας θα καθοριστεί κυρίως από τις οργανωτικές διαδικασίες που θα οδηγήσουν στο συνέδριο και όχι με δηλώσεις επιδιώξεων που εκ των προτέρων προδικάζουν κεντρώους, αριστερούς, συγκεντρωτικούς ή αρχηγικούς προσανατολισμούς.

Και τούτο γιατί η οργανωτική δομή και λειτουργία των κομμάτων είναι ένα απολύτως πολιτικό ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες ιστορικές εντάσεις, κρίσεις και διασπάσεις κομμάτων έχουν συνήθως ως αφορμή και βασικό επίδικο κάποιο οργανωτικό ζήτημα της συγκυρίας. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι μέχρι σήμερα τα διαδικαστικά ζητήματα τόσο της διεύρυνσης όσο και της οργάνωσης του προγραμματισμένου συνεδρίου μονοπωλούν τη σχετική συζήτηση. Ωστόσο θα πρέπει να πούμε ότι φαίνεται να υπάρχει μια σχετική σύγχυση, καθώς συζητιούνται όλα τα ζητήματα: η εντατικοποίηση της στρατολόγησης μελών, η οργανωτική προετοιμασία του συνεδρίου και οι (αναγκαίες) οργανωτικές βελτιώσεις και προσαρμογές του κόμματος στις νέες συνθήκες. Αν και αυτονόητα όλα αυτά συνδέονται, ας προσπαθήσουμε να τα ξεχωρίσουμε και να διατυπώσουμε κάποιες κριτικές σκέψεις και προτάσεις.

Η οργάνωση και επέκταση της στρατολόγησης μελών δεν μπορεί να έχει μόνο ποσοτικές στοχεύσεις. Τα προαναγγελθέντα επιθυμητά ποσοστά στρατολόγησης δεν φαίνεται να στηρίζονται σε κάποια μελέτη και τεκμηρίωση. Επομένως μια χωρίς κριτήρια ποσοτική αύξηση μελών μόνο πρόσκαιρα συμβολικά αποτελέσματα μπορεί να έχει, αφού τα πολιτικά κόμματα δεν είναι ληξιαρχεία. Αντίθετα το ατελέσφορο της αναγκαίας ενεργού και συστηματικής εγγραφής νέων μελών στο κόμμα μπορεί να αποφευχθεί αν ο σχεδιασμός, το πλάνο και η μεθοδολογία αποτελέσουν ευθύνη των Οργανώσεων Μελών (Ο.Μ.), οι οποίες σε συνεργασία με τις Νομαρχιακές Επιτροπές θα ορίσουν τις προτεραιότητές τους. Πέρα από το αναμενόμενο όφελος από την έστω και αναγκαστική ενεργοποίηση των υπολειτουργουσών Ο.Μ., η ένταξη των νέων μελών, εφόσον συνοδευτεί από ενημέρωση για δικαιώματα συμμετοχής και υποχρεώσεις, θα είναι πιο αποτελεσματική διασφαλίζοντας το καλύτερο δέσιμο των οργανώσεων. Κάτι που πάντα αποτελεί ζητούμενο για κάθε οργάνωση και συλλογικότητα.

Η προετοιμασία του συνεδρίου θα πρέπει να γίνει αποκλειστικά από επιτροπή μελών του κόμματος. Εδώ φυσικά, με δεδομένο την αναγκαιότητα αύξησης των μελών, κανείς δεν μπορεί να περιοριστεί από λογικές επετηρίδας, αλλά θα πρέπει να συμμετέχουν σε αυτή και νέα μέλη. Δεν είναι ωστόσο δυνατόν ο ΣΥΡΙΖΑ να οργανώσει το συνέδριό του με οργανωτική επιτροπή στην οποία συμμετέχουν στελέχη που όχι μόνο δεν είναι μέλη του κόμματος, αλλά ανήκουν σε άλλη πολιτική συλλογικότητα, όσο και αν αυτή φαίνεται ότι βρίσκεται στην ίδια με αυτόν τροχιά. Εκτός εάν το κόμμα αποφασίσει να διεκδικήσει μια παγκόσμια πρωτοτυπία.

Ο σχεδιασμός μιας καινοτόμου οργανωτικής λειτουργίας πρέπει να αποτελέσει επιτέλους σημαντικό μέρος της προβληματικής του συνεδρίου. Εδώ δυστυχώς ακούγονται ιδέες και προτάσεις που είτε έχουν δοκιμαστεί και οδήγησαν σε καταστροφικά για τους εμπνευστές τους αποτελέσματα (ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου κ.ά.) είτε αντιγράφουν πρότυπα και πρωτοβουλίες από κόμματα και κομματικά συστήματα που δεν έχουν καμιά ιστορική επαφή με το ελληνικό κομματικό και πολιτειακό σύστημα και, πολύ περισσότερο, ουδεμία σχέση με την ιστορική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτές οι απόψεις παραβλέπουν ότι μια αποτελεσματική κομματική οργάνωση οφείλει αφενός να ανταποκρίνεται στον δεδομένο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και αφετέρου να κρίνεται ότι μπορεί να υπηρετήσει τη στρατηγική του συγκεκριμένου κόμματος. Ετσι δεν μπορεί κανείς να μιλάει για άμεση εκλογή του προέδρου από την εκλογική βάση του κόμματος που ουσιαστικά θα καταργεί τη διάκριση μελών και φίλων / μη μελών. Πρακτική που αποτελεί εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια χαρακτηριστικό της καρτελοποίησης των κομμάτων και της συμβολή τους στη μεταδημοκρατική συνθήκη.

Το αντεπιχείρημα ότι έχουμε τέτοιες πρακτικές στις ΗΠΑ είναι σαθρό, γιατί όχι μόνο έχουμε να κάνουμε με άλλη ιστορική συγκρότηση του συγκεκριμένου κομματικού συστήματος, αλλά οι προκριματικές εκλογές (primaries) δεν πραγματοποιούνται χωρίς κομματικούς κανόνες και περιορισμούς. Ούτε να σπεύσουμε στην υιοθέτηση των οργανωτικών καινοτομιών του Εργατικού Αγγλικού Κόμματος, οι οποίες στόχευαν στην αντιμετώπιση και παράκαμψη μιας συντηρητικής και σκληρής κοινοβουλευτικοποιημένης κομματικής γραφειοκρατίας, χωρίς να έχει γίνει μια κριτική αποτίμηση της υπάρχουσας οργανωτικής εμπειρίας. Ούτε φυσικά να αναβαθμίζονται τα ψηφιακά μέσα από χρήσιμα και απολύτως αναγκαία για τη λειτουργική διευκόλυνση του κόμματος σε νονούς του μεταλλάσσοντας το σύγχρονο «μαζικό κόμμα» σε «ψηφιακό».

Από την έκβαση αυτής της οργανωτικής συζήτησης θα εξαρτηθεί σε ποιο βαθμό το εγχείρημα της προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ στις νέες συνθήκες της συγκυρίας θα τύχει μαζικής συμμετοχής, θα μιλήσει σε νέα νεανικά κοινωνικά στρώματα, θα επικαιροποιήσει την τόσο επιτυχημένη πολιτική στρατηγική του, ώστε να συνεχίσει να αποτελεί την πιο αποτελεσματική απάντηση στην κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, η οποία θα ξεπερνά τα εμπόδια για υλοποίηση «μετασχηματιστικών πολιτικών».

1. Βλ. ενδεικτικά τις παρεμβάσεις των Χρ. Τάσση και Δ. Γιατζόγλου σε ημερίδα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, «Προγραμματικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπραράταξη» (19/2/2019) και το άρθρο του τελευταίου «Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά», «Εφ.Συν.» 10/8/2019.

Ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης είναι Koσμήτορας Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, πρ. πρόεδρος της Επιτροπής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση – υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Θεωρίες χρήσης οικοδομικών υλικών και Αριστερά

«Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία», λέει ο ποιητής, ας κρατήσουμε νερό στο παγούρι που ξέρουμε ότι άντεξε στις κακουχίες της ανάβασης. Θα μας σώσει.

Στις φετινές διακοπές είχα την τύχη να φιλοξενηθώ στη Λευκάδα, σε ένα εξαιρετικά ανακατασκευασμένο λαϊκό πέτρινο σπίτι του 1860, που το μεράκι και οι επιδεξιότητες του φίλου, άσχετες εντελώς με την επιστήμη που διακονεί με ιδιαίτερη επάρκεια, το έχουν μετατρέψει σε ένα σύγχρονο μικρό «αρχοντικό» με ευφυείς λύσεις και λειτουργικές χωροθετήσεις.

Επισκεπτόμενος στη συνέχεια στο «χωριό μου», στην ορεινή Πελοπόννησο, το ανακατασκευασμένο παλιό πέτρινο σπίτι ενός φίλου «Αθηναίου», διαπίστωσα ότι και αυτός με προσθήκες και ευφυείς λύσεις μεγάλωσε και έκανε πιο λειτουργικούς τους χώρους του.

Και στις δύο περιπτώσεις είχαν αξιοποιηθεί πρωτίστως τα προϋπάρχοντα υλικά. Διατηρώντας το αρχικό περίγραμμα, είχαν εμβαθύνει τα παλαιά κατώγια, είχαν ανοίξει δρόμους και «ρίξει» πλατφόρμες χώρων συναθροίσεων, διευκολύνοντας τη χρηστικότητα και την επισκεψιμότητά τους.

Αυτή άλλωστε την αρχή της αξιοποίησης των προϋπάρχοντων υλικών και τη λειτουργική αναδιάρθρωση των κτισμάτων, με σεβασμό στην παράδοση, είναι που συμμερίζομαι και τη βρίσκω ευτυχώς ακόμη σε μεγάλο βαθμό στην ορεινή και τη νησιωτική χώρα παρά την επέλαση του μαζικού τουρισμού και του «επιδειξία» νεοπλουτισμού των ανερχόμενων μεσοστρωμάτων (πισίνα στο Κουφονήσι!!!).

Μ’ αυτές τις σκέψεις, διάβασα άρθρα περί «φθαρμένων υλικών» που χρήζουν άμεσης αντικατάστασης στον ΣΥΡΙΖΑ. Αποτελούν, λένε, «βαρίδια» στην ταχεία ανάπτυξή του, κάτι σαν τους παραδοσιακούς οικισμούς και τους χωροταξικούς περιορισμούς σε παραλίες και ορεινούς όγκους, που «εμποδίζουν» την προσέλκυση επενδύσεων μαζικού τουρισμού και «μπλοκάρουν την ανάπτυξη».

Η Αριστερά οφείλει να καινοτομήσει αν θέλει να επιζήσει, άλλωστε όλη η Ιστορία της είναι κυρίως ρόλος επιταχυντή των κοινωνικών και επιστημονικών (μην το ξεχνάμε αυτό) εξελίξεων. Η σταλινική εκτροπή ήταν μια ιστορική πιθανότητα, δεν ήταν η ντετερμινιστική απόληξη της μαρξιστικής θεωρίας.

Δεν μπορεί η αναγκαία ανανέωση και προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στα νέα δεδομένα -όχι μόνο στην προβληματική εσωτερική πολιτική κατάσταση αλλά και στις δυστοπίες που ολοένα και πιο απειλητικές παρουσιάζονται στο διεθνές περιβάλλον- να προβάλλεται κυρίως με «ένα ξεκίνημα για μια νέα αρχή» υποτιμώντας την ιστορικότητά του. Οφείλουμε να επιζητήσουμε μια τομή στη συνέχεια, με λειτουργικές και «αισθητικές» παρεμβάσεις στο κοινό μας σπίτι, με προσθήκες, εσωτερικούς εκβραχισμούς και εκχωματώσεις, αλλά και με ζωντανές τις ιστορικές μας αποσκευές και το αποτύπωμά μας στην κοινωνική και πολιτική εξέλιξη του τόπου και του κόσμου.

Αν κάτι μας δείχνει, πάνω απ’ όλα, η περιθωριοποίηση της άλλοτε κραταιάς ιταλικής (και όχι μόνο) Αριστεράς, είναι ότι η αγωνία κατάληψης του Κέντρου και η υποκατάστασή του από την Αριστερά, ως δείγμα κοινωνικού και πολιτικού ανοίγματος, δέσμευσε την Αριστερά στην αποδοχή της σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης. Απομείωσε το κοινωνικό της πρόσημο και συνέβαλε στην ιδεολογική -και όχι μόνο οικονομική- κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, του εξτρεμιστικού ατομισμού της καταναλωτικής ευδαιμονίας.

Την εποχή της κλιματικής αλλαγής και των οικολογικών καταστροφών, της υπερεξάντλησης των φυσικών πόρων και της ερημοποίησης ηπείρων, από τον καζινο-καπιταλισμό των χρηματαγορών τα ανακατασκευασμένα, ευφυή και οικολογικά, παλιά πέτρινα σπίτια είναι σίγουρα πιο ανθεκτικά στους νεοφιλελεύθερους σεισμούς και λιμούς. Επιβάλλουν, με το αποτύπωμά τους, να δούμε τον δρόμο για την αλλαγή αναπτυξιακού προτύπου, και μέσα από την «ηθική λιτότητα» και την «ολιγαρκή ευημερία», με σεβασμό δηλαδή στη φύση και στον άνθρωπο. Το παραγωγικό μας πρότυπο δεν μπορεί να είναι η εκτατική ανάπτυξη, που θα βαφτίζεται αειφόρος. Η κυκλική οικονομία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η 4η βιομηχανική επανάσταση οφείλουν να ενσωματωθούν στη δική μας πρόταση με σαφή τον ιδεολογικό αντίποδα στην κυρίαρχη αντίληψη, που τις αντιμετωπίζει σαν νέα πεδία εμπορευματοποίησης και ταξικής εκμετάλλευσης.

«Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία», λέει ο ποιητής, ας κρατήσουμε νερό στο παγούρι που ξέρουμε ότι άντεξε στις κακουχίες της ανάβασης. Θα μας σώσει.

*Τέως δήμαρχος Αιγάλεω

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η «διεύρυνση» και η προγραμματική ανασυγκρότηση

IN ΠΟΛΙΤΙΚΗ / BY EPOHI / ON SEPTEMBER 1, 2019 AT 9:43 PM /

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Η «Προοδευτική συμμαχία» είναι το σχήμα στο οποίο οργανώθηκαν οι ομάδες και οι μεμονωμένοι άνθρωποι που ενώθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ το 2019. Καταλύτης ήταν η συμφωνία των Πρεσπών. Κίνητρα ήταν η διαφαινόμενη από πέρσι εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ – το κίνητρο που εκμηδένισε εσωκομματικές αντιρρήσεις στον ΣΥΡΙΖΑ – και, πολύ περισσότερο, η επικράτηση της Δεξιάς – που κινητοποίησε πολιτικά στελέχη και πολιτικές ομάδες σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής χροιάς –, αφενός, και, αφετέρου, η αποτυχία του σχεδίου για συγκρότηση ενός αυτόνομου πολιτικού υποκειμένου μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, σχέδιο στο οποίο αυτές οι ομάδες και αυτοί οι μεμονωμένοι άνθρωποι – ή μάλλον το μεγαλύτερο τμήμα τους – δεν είχαν βάλει απλώς πλάτη, είχαν πρωτοστατήσει. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν αυτό το πολιτικό υποκείμενο θα ήταν σοσιαλδημοκρατικό ή κεντρώο-φιλελεύθερο ή ένα μείγμα από αυτά τα δύο. Σημασία έχει ότι αποδείχτηκε πως γι’ αυτό το σχέδιο δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις στην Ελλάδα. Ο λόγος που δεν υπάρχουν είναι βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γι’ αυτό πήγαν με τον ΣΥΡΙΖΑ

Χωράει πολλή συζήτηση αν η αποτυχία αυτού του πολιτικού σχεδίου ήταν αποτέλεσμα μονάχα της μνημονιακής πολιτικής της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και της ηγεσίας του Βαγγέλη Βενιζέλου ή αν ήδη η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου μετά το 1985 και προπάντων η πολιτική Σημίτη διέρρηξαν τους δεσμούς του ΠΑΣΟΚ με τις λαϊκές τάξεις – έστειλαν τον λαϊκό κόσμο, που το 1981 είχε βγει στο προσκήνιο, πίσω στην πολιτική αφάνεια. Πάντως, η συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ έφτιαξε τον υποδοχέα για τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η ελπίδα όσων από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απέμειναν ότι, ιδίως μετά τον συμβιβασμό της κυβέρνησης της Αριστεράς με τους δανειστές το 2015, θα μπορούσαν να «επαναπατρίσουν» τους ψηφοφόρους που είχε χάσει το ΠΑΣΟΚ αποδείχτηκε φρούδα. Ο λόγος είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν φύγει ως «ψηφοφόροι». Η συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, η αντίσταση στη μνημονιακή πολιτική 2010-2014 και το σύνθημα «Κυβέρνηση της Αριστεράς!» επανέφεραν τον λαϊκό κόσμο στο προσκήνιο. Γι’ αυτό πήγε με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο κόσμος δεν προσδοκούσε να είναι μάζα ψηφοφόρων, ήθελε να πρωταγωνιστήσει, και αυτή η προσδοκία και αυτή η επιδίωξη δεν χάθηκαν το καλοκαίρι του 2015. Γι’ αυτό, αλλά και επειδή το αστικό μπλοκ δεν είχε προλάβει να ανασυγκροτηθεί, και επειδή το δημοψήφισμα επέδρασε συσπειρωτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη διάσπασή του, κέρδισε και τις δεύτερες εκλογές του 2015.

Ο ρόλος της λαϊκής παράταξης

Το πεδίο στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πέτυχε ως σήμερα είναι η συγκρότηση αυτού του λαϊκού κόσμου σε παράταξη. Δηλαδή, η προσδοκία και η επιδίωξη που αναφέρονται πιο πάνω παρέμειναν ανεκπλήρωτες, αφού ο λαϊκός κόσμος είναι αδύνατο να πρωταγωνιστήσει εάν δεν συγκροτηθεί. Διαφορετικά μένει κατακερματισμένος: ο καθένας ή η κάθε ομάδα συμφερόντων εναντίον όλων, όπως ακριβώς το θέλει και το χρειάζεται ο αστισμός: οι λαϊκές τάξεις ανίκανες να παρεμβαίνουν στα πολιτικά πράγματα. Ο μόνος τόπος για να επιτευχθεί η συγκρότηση των λαϊκών τάξεων σε πολιτική παράταξη σήμερα είναι, κατά τη γνώμη μου, πρώτον, να οργανωθεί η υπεράσπιση όσων επιτεύχθηκαν στην πενταετία 2015-2019, δεύτερον, ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα διεκδικήσεων και πολιτικής προοπτικής – ρεαλιστικό, επειδή για τη συγκρότηση παράταξης χρειάζονται επιτυχίες – και, τρίτον, η ανασυγκρότηση του κόμματος. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν παρατίθενται ούτε αξιολογικά ούτε χρονικά – πρέπει να γίνουν όλα ταυτόχρονα.
Αυτός λοιπόν ο σκοπός, η λαϊκή παράταξη, πρέπει να επικαθορίζει όλα τα επιμέρους βήματα, όπως π.χ. τη διεύρυνση του κόμματος με τους ανθρώπους και τις ομάδες που συμπορεύτηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα και τον κόσμο που τον ψήφισε τον Ιούλιο. Δηλαδή, όσο χρήσιμη και αναγκαία είναι η συγκρότηση κοινών οργάνων ή/και ομάδων εργασίας για να προχωρήσει η διεύρυνση, αυτή θα μείνει άγονη, εάν δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονα βήματα σε επίπεδο οργανώσεων – σε Περιφέρειες, Δήμους, γειτονιές και χώρους εργασίας – για την εγγραφή νέων μελών και, προπάντων, για την εκπόνηση προγραμμάτων δράσης με τη συμμετοχή πολλών ανθρώπων σε αυτό το, ας το πούμε έτσι, κατώτερο επίπεδο.

Η προγραμματική ανασυγκρότηση

Εδώ, τώρα, φαίνεται η ζημιά που έγινε με την καθυστέρηση του καταστατικού συνεδρίου που είχε αποφασιστεί για το 2018 και τη συνακόλουθη καθυστέρηση της συγκρότησης κομματικών οργανώσεων περιφέρειας. Η περιφερειακή οργάνωση του κόμματος χρειάζεται να γίνει τώρα αμέσως, έστω και άτυπα. Ο λόγος είναι ότι η προγραμματική ανασυγκρότηση που καλείται να πληρώσει το προγραμματικό κενό, αφού ο προγραμματικός σκοπός της εξόδου από τα μνημόνια, ο οποίος επισκίαζε και επικαθόριζε τα πάντα, έχει πια εκπληρωθεί, αυτή η προγραμματική ανασυγκρότηση, λοιπόν, δεν μπορεί να αρκεστεί σε γενικές προγραμματικές εξαγγελίες. Η σημαντικότερη ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η ήττα του στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Αυτή εξηγείται βέβαια με τον «αέρα νίκης» της Νέας Δημοκρατίας, εξηγείται και με σεχταριστικές ή καιροσκοπικές επιλογές της τελευταίας στιγμής, προπάντων όμως, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στην πλήρη απουσία περιφερειακού προγραμματικού λόγου και στην έλλειψη ικανότητας να συγκροτηθεί σε Περιφέρειες και Δήμους πολιτική κίνηση και ανάδειξη στελεχών – αυτά βλέπεις απαιτούν μακρόχρονη προετοιμασία και οργανωτική υποδομή, δηλαδή ισχυρές περιφερειακές οργανώσεις.
Είναι κατανοητή και ορθή η βιάση για το Συνέδριο ανασυγκρότησης και διεύρυνσης του κόμματος. Ωστόσο, η βιάση έχει τα ρίσκα της. Στο σύντομο χρονικό διάστημα μέχρι το τέλος του 2019 ή την αρχή του 2020, δηλαδή στους τέσσερις ή πέντε μήνες που απομένουν δεν μπορεί να γίνει η αναγκαία προετοιμασία, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να εμφανιστεί προγραμματικά και οργανωτικά ανανεωμένος και ισχυρός. Παρά ταύτα, αυτό το Συνέδριο δεν πρέπει να αναβληθεί: στους επόμενους μήνες χρειάζεται να καλλιεργηθεί η ορμή και η προσδοκία που μπορούν να επιφέρουν οι συνεργασίες που υπήρξαν και οι εξαγγελίες που έγιναν, να διοργανωθεί το Συνέδριο με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στην προσυνεδριακή διαδικασία και στην εκλογή αντιπροσώπων, να εγκριθεί νέο καταστατικό – τουλάχιστον να γίνουν απολύτως επείγουσες αλλαγές στο ισχύον –, να εκλεγεί νέα ηγεσία που θα αντικατοπτρίζει το νέο ξεκίνημα και να προγραμματιστούν τα επόμενα βήματα. Από εκεί και πέρα θα μπορεί να αρχίσει η δουλειά για την προγραμματική και οργανωτική ανασυγκρότηση του κόμματος. Με άλλα λόγια, στο επόμενο διάστημα, ίσως μέχρι το τέλος του 2020, θα χρειαστούν κι άλλα κομματικά σώματα, Συνέδρια των οργανώσεων των Περιφερειών, εννοώ κανονικά, με εκλεγμένους αντιπροσώπους, αποφάσεις, εκλογή οργάνων κλπ., και προγραμματικό Συνέδριο του κόμματος.
Συχνά λέγεται ότι συνεδριακές διαδικασίες είναι εσωστρεφείς. Εάν, ωστόσο, στους επόμενους μήνες η προσυνεδριακή διαδικασία γίνει ανοιχτή και δημόσια, με δεδομένο μάλιστα ότι η πολιτεία της δεξιάς κυβέρνησης στους πρώτους μήνες κάθε άλλο παρά ενθουσιασμό έχει προκαλέσει, μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τις υποθέσεις του κόμματος δημόσιες υποθέσεις.

Πριν αρχίσει η διαδικασία

Θα μπορούσε να πει κανείς «Ας αρχίσουμε, και βλέπουμε τι κόμμα θα βγει, πώς θα είναι η φυσιογνωμία του, η ιδεολογία του και οι προγραμματικές αρχές του». Και πράγματι, τέτοια εγχειρήματα δεν είναι ποτέ απολύτως ελέγξιμα, εφόσον είναι δημοκρατικά. Ωστόσο, ορισμένα σημεία και ορισμένες πλευρές χρειάζεται να συζητηθούν και να αποσαφηνιστουν εξαρχής. Το πρώτο και, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερο είναι ο υπερβατικός χαρακτήρας του κόμματος. Η ανατροπή του καπιταλισμού, για την οποία κάνει λόγο σε ένα σοφά διατυπωμένο χωρίο η ιδρυτική διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να ενισχυθεί και να αποκτήσει περισσότερο προγραμματικά παρά οραματικά χαρακτηριστικά. Ο λόγος είναι ότι η περίοδος 2015-2019, δηλαδή η περίοδος στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ηγεσία της κυβέρνησης, υπήρξε στο μεγαλύτερο μέρος της «ανώμαλη» περίοδος, υπό μνημονιακό καθεστώς. Γι’ αυτό η υπερβατική πλευρά του προγράμματός του είχε υποχωρήσει. Παρά ταύτα, σε αρκετά ζητήματα, π.χ. στην κοινωνική πολιτική, στην πολιτική ενέργειας, στην αυτοδιοίκηση με τον νόμο που ψηφίστηκε, ακόμα και στον τραπεζικό τομέα υπήρχαν έντονα στοιχεία μιας τέτοιας πολιτικής που χρειάζεται να μελετηθούν, να υπάρξει εμβάθυνση, ενίσχυση και κινηματική διάσταση.
Εάν δεν γίνει αυτό, εάν δηλαδή η πολιτική του κόμματος περιοριστεί σε μια «πιο κοινωνική», «πιο δίκαιη» διαχείριση του καπιταλισμού, η μοίρα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (στην Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ) στέκει απειλητική στη γωνία. Βλέπεις, κόμματα που φιλοδοξούν να είναι πυρήνας και πολιτική ηγεσία μιας λαϊκής παράταξης δεν μπορούν να μην είναι κόμματα της υπερβατικής ελπίδας. Η «δικαιότερη» διαχείριση του καπιταλισμού στη σημερινή νεοφιλελεύθερη, καθαρή, κατά τη γνώμη μου, μορφή του οδηγεί στον αστισμό αφού προηγουμένως καταστρέψει τις ελπίδες των λαϊκών ανθρώπων.

Περί “διεύρυνσης”

Από την ίδρυσή του ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να απαλλαγεί από μια «θρησκευτική» μορφή της υπερβατικής, αντικαπιταλιστικής πολιτικής – όπου όλα έχουν λυθεί με σοφά βιβλία και, προπάντων, με πολύ λιγότερο σοφά εγχειρίδια που γράφτηκαν ως απολογητικές πραγματείες στα καθεστώτα που κατέρρευσαν στην Ανατολική Ευρώπη. Εξαρχής ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβανόταν την ανατροπή της αστικής εξουσίας και του καπιταλισμού ως διαδικασία που προχωράει ψαχουλεύοντας με ρήξεις και τομές και δεν θεώρησε ποτέ ότι μπορεί να υπάρξει μια «στιγμή νύχτας» που θα τη διαδεχτεί το φως του σοσιαλισμού. Αντίθετα αυτή η διαδικασία περιέχει την «εμφύτευση» στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας που βεβαίως μπορεί να ανατραπούν – κι αυτό θα κάνει όσο μπορεί η νέα κυβέρνηση της Δεξιάς – όμως δημιουργούν και εστίες αντίστασης.
Τώρα, που ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πάλι σε μια μεταβατική φάση, εμφανίζονται απόψεις που θεωρούν, αν και όχι ρητά, ότι η «διεύρυνση» απαιτεί και αναθεώρηση αυτών των προγραμματικών του χαρακτηριστικών, ώστε να γίνει ελκυστικότερος για τον «μεσαίο» ή το «κεντρώο» χώρο. Αυτός ο χώρος ωστόσο δεν υπήρξε ποτέ ως συγκροτημένος ιδεολογικός χώρος, παρά τις προσπάθειες να κατασκευαστεί. Αυτό που υπάρχει είναι οι λαϊκές κοινωνικές τάξεις, ο «εργαζόμενος λαός», ο οποίος θεωρεί λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικά όσα τα πολιτικά κόμματα εκφράζουν πολιτικά. Και η τέχνη της επανάστασης σήμερα είναι ακριβώς αυτό το ρεαλιστικό παράδειγμα, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε σε αρκετά μεγάλον βαθμό να παρουσιάσει – τώρα πρέπει να το επεξεργαστεί, να το αναδείξει και να το εντάξει στο πρόγραμμα και στην πρακτική του. Αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος για να αποκρούσει τη διπλή τακτική του αστισμού: από τη μια να απομονώσει το κόμμα της Αριστεράς και από την άλλη να το ενσωματώσει.