Αρχείο κατηγορίας Πολιτικός Παράπλους

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

Δημήτρης Γιατζόγλου

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο… Το Πρόγραμμα… Η Ταυτότητα….

Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.

Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.

Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.

2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.

Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.

Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.

3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.

Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.

Το ζεύγος «μετασχηματισμός – ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.

4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.

Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;

Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα – ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα – αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.

Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.

5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».

Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.

Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.

Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.

Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.

Η χαμένη ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ για τα ΜΜΕ

Κατερίνα Μενεγάτου*

Είναι η πρώτη φορά τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια που ελληνική κυβέρνηση αφήνει στην επόμενη κυβέρνηση γεμάτα δημόσια ταμεία και πλεονασματικούς κρατικούς οργανισμούς.

Αν στο γεγονός αυτό, προστεθούν οι εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, εξαιτίας της χρεοκοπίας της χώρας, τότε η κυβέρνηση Τσίπρα κατόρθωσε αξιοθαύμαστα αποτελέσματα, εκεί που οι προηγούμενες κυβερνήσεις απέτυχαν ποικιλοτρόπως!

Και αυτό έγκειται στο γεγονός ότι τα γεμάτα κρατικά ταμεία συνοδεύτηκαν από την πολιτική που αντιμετώπισε την ανθρωπιστική κρίση, συγκράτησε τη φτώχεια και οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος.

Το στοίχημα της κυβέρνησης Τσίπρα δεν ήταν μόνο η διασφάλιση των δημοσιονομικών στόχων, προκειμένου η χώρα να βγει από τα μνημόνια-επίτευγμα καθόλου βέβαιο! Ήταν να θωρακίσει τη χώρα για τα επόμενα χρόνια, με ρύθμιση του χρέους, βιώσιμο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα και να εξασφαλίσει το <<μαξιλάρι>> των 37 δις. Ο κουμπαράς των 37 δις, προερχόμενος από τις θυσίες του ελληνικού λαού, έδινε τη δυνατότητα εξόδου της χώρας στις αγορές, χωρίς να χρειαστεί πιστοληπτική γραμμή στήριξης που θα απαιτούσε νέες δεσμεύσεις. Επιπλέον, εξασφάλιζε την αποπληρωμή του ΔΝΤ και με τη διάθεση 5,5 δις ευρώ στους δανειστές βοηθούσε στη μείωση του πλεονάσματος κατά μία μονάδα από 3,5% σε 2,5%, αρχής γενομένης από το 2020.  Τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν από τη μείωση των πλεονασμάτων θα διοχετεύονταν στην ανάπτυξη, την περαιτέρω μείωση της φορολογίας και της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους.

Παρόλα αυτά, η ετυμηγορία του ελληνικού λαού στις εθνικές εκλογές της 7ηΙουλίου του 2019, ήταν αρνητική για την κυβέρνηση Τσίπρα. Η ελληνική κοινωνία πρόκρινε το πρόγραμμα της ΝΔ, αντιλαϊκό και βαθιά συντηρητικό.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στα πρόσφατα παγκόσμια χρονικά που επιλέγει μετά τη δίνη της οικονομικής κρίσης, πολιτική και πολιτικούς που ευθύνονται για την πρόκληση της. Παρόμοιες περιπτώσεις κρατών είναι π.χ οι ΗΠΑ, Ιταλία, Αυστρία, Αργεντινή, κ.α.

Η Αριστερά όπου κλήθηκε να αναλάβει την ευθύνη διακυβέρνησης, επίλυσε χρονίζοντα προβλήματα. Έδωσε, χώρο και φωνή στα φτωχά κοινωνικά στρώματα. Διεκδίκησε ένα καλύτερο μέλλον με ανάπτυξη, δικαιοσύνη και δικαιώματα για την πλειοψηφία των πολιτών, που έμενε αδικημένη από τις πολιτικές που προασπίζονταν τα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών. Ο καπιταλισμός που προσφέρει οφέλη στην ισχυρή οικονομικά τάξη και επικρατεί επί σειρά ετών στην διακυβέρνηση κρατών παγκοσμίως, έχει βρει τους τρόπους, καθώς κατέχει το knowhow, να αποδυναμώνει την Αριστερά, όπου τείνει να γίνει ισχυρή και να επικρατήσει. Να στρέφει με μαεστρία τις κοινωνίες σε βαθιά συντηρητικούς δρόμους. Πατάει στον ατομικισμό που προσβλέπει στο προσωπικό οικονομικό συμφέρον, αδιαφορώντας για την ευημερία του κοινωνικού συνόλου και στο λαϊκισμό, ότι εάν υπάρχουν υπερκέδρη στο μεγάλο κεφαλαίο, μέρος τους θα διαχυθεί στα φτωχά και μεσαία στρώματα της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν το έχουμε δει ποτέ να συμβαίνει στα πολιτικά ιστορικά χρονικά.

Η κυβέρνηση Τσίπρα αποσπασμένη πλήρως στον αγώνα λείανσης των σκληρών μέτρων των δημοσιονομικών προγραμμάτων και εξόδου της χώρας από τα μνημόνια, υποτίμησε απόλυτα τα υπερόπλα που διέθετε καθημερινά και έστρεφε εναντίον της, ο πολιτικός της αντίπαλος. Η πλειοψηφία των ΜΜΕ στην ιδιοκτησία ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, καλλιεργούσε με μεθοδικότητα, νυχθημερόν το κλίμα για την εκλογική ήττα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

-Το έργο της θωράκισης και ανάκαμψης της οικονομίας θαβόταν, ή κρινόταν ανεπαρκές. Τα μέτρα στήριξης των φτωχών στρωμάτων θεωρούνταν αναδιανομή της φτώχειας και στερούσαν αναπτυξιακούς ρυθμούς από τη χώρα.

*Αφού είναι έτσι, τότε η ΝΔ γιατί δεν καταργεί άμεσα αυτά τα επιδόματα;

-Οι επενδυτές δεν έρχονται στη χώρα γιατί δεν μπορούν να έχουν αγαστή συνεργασία με τους κυβερνώντες, καθώς είναι κρατιστές και επιπλέον δεν διαθέτουν το know how των επενδύσεων.

*Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προεκλογικά δεσμεύτηκε ότι οι μπουλντόζες στο Ελληνικό θα μπουν τις πρώτες ημέρες διακυβέρνησης της ΝΔ. Μετεκλογικά, ο αρμόδιος για την ανάπτυξη υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης μετέθεσε το χρόνο για την έναρξη των έργων στη συγκεκριμένη επένδυση στα τέλη του 2019, λόγω πολυπλοκότητας των διαδικασιών. Αυτά συνέβησαν, αφού το κόμμα του από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε σηκώσει άπειρους τόνους σκόνης για τους λανθασμένους χειρισμούς στο Ελληνικό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που πρόδιδαν την αντιαναπτυξιακή πολιτική της.


-Η Ελλάδα πλήττεται ακόμα βαριά από την οικονομική κρίση, γιατί κυβέρνηση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ με τη ΝΔ τα καθημαγμένα

 φτωχά και μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα θα μπορούν σύντομα να αυξήσουν τους οικονομικούς τους πόρους και να ανέβουν οικονομική-κοινωνική βαθμίδα.

Το οικοδόμημα του αφηγήματος της ΝΔ, έμπλεου λαϊκισμού, πομφολύγων και ισχυρής προπαγάνδας για τον παράδεισο που έχανε η χώρα, επειδή στην κυβέρνηση ήταν οι μαδουροσυριζαίοι και όχι οι νεοδημοκράτες με το αδιαμφισβήτητο τεχνοκρατικό ταλέντο-ταμπεραμέντο τους απέκτησε ακροατήριο που με τον καιρό αυξανόταν και τελικά έδωσε αυτοδυναμία στη ΝΔ. Η παντοκρατορία ΜΜΕ του αντίπαλου ιδεολογικού-πολιτικού στρατοπέδου, ήταν ο μόνος λόγος που οφείλεται η ήττα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, θα αναρωτηθεί κάποιος. Όχι, βέβαια, καθώς λάθη, αστοχίες και ολιγωρίες υπήρξαν, όπως και φαινόμενα αλαζονείας αρκετών κυβερνητικών και μη στελεχών. Όμως, στο σύνολο τους, είναι αναντίστοιχα  της εκλογικής ήττας που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ και της επαναφοράς στην κυβέρνηση της πολιτικής και των πολιτικών που οδήγησαν τη χώρα στην χρεοκοπία με άμεση συνέπεια τα μνημόνια. Στη συζήτηση που έχει ανοίξει για τα λάθη που οδήγησαν στο εκλογικό αποτέλεσμα της ήττας και για το πώς πρέπει να βαδίσει ο   ΣΥΡΙΖΑ στο εξής, προκειμένου να αυξήσει την πολιτική του επιρροή στην κοινωνία, αναγκαίο είναι να εξεταστεί και ο τομέας των ΜΜΕ. Παρά τα σημαντικά βήματα που συντελέστηκαν, από την προηγούμενη κυβέρνηση στο χώρο των ΜΜΕ, προς ωφέλεια του δημοσίου συμφέροντος και των εργαζομένων <<οικονομικό τίμημα για τη χρήση δημόσιας συχνότητας στους ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών, βάσει νόμου στους Τ/Σ να εργάζονται 400 εργαζόμενοι, Μητρώο Ιστοσελίδων, κ.α, δεν προέβη σε ριζοσπαστικές τομές αντίστοιχες του αριστερού προστίμου που φέρει. Χάθηκε η ευκαιρία δημιουργίας νομοθετικού πλαισίου που θα έβαζε πλήρη τάξη στον άναρχο επί χρόνια χώρο των ΜΜΕ.
*Τη θέσπιση κανόνων για την τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ώστε να μη συναντάται η καθημερινή παραβίαση τους, που ντροπιάζει τη δημοσιογραφία και τσουβαλιάζει το σύνολο των δημοσιογράφων ως υπηρέτες κυρίαρχων συμφερόντων.

*Κίνητρα για να ανοίξει ο δρόμος για τη δημιουργία ανεξάρτητων-συνεταιριστικών ΜΜΕ και συνεργειών μεταξύ τους, με απώτατο στόχο την ανάδειξη ενός διαφορετικού μοντέλου ΜΜΕ, με σεβασμό στην πληροφόρηση των πολιτών και στις αξίες της δημοσιογραφίας.

Η διαμόρφωση του μοντέλου αυτού θα μπορούσε να αποκτήσει δυναμική, καθώς θα συντελούσε να γίνει πλήρως ξεκάθαρη η εικόνα των ΜΜΕ που έχουν λόγους να προασπίζονται πρόσωπα και καταστάσεις και εκείνων που στόχο έχουν να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των πολιτών. Η τεχνολογία μέσω του διαδικτύου, π.χ, παρέχει πλέον τρόπους δημιουργίας ΜΜΕ που είναι οικονομικοί σε σχέση με το παρελθόν. Ευρωπαϊκά κονδύλια υπάρχουν και τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν για αυτό το σκοπό. Πολιτική βούληση δεν υπήρχε!

Αφού αναγνωριστεί η ατολμία για αριστερές τομές στο θέμα των ΜΜΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επανασχεδιάσει τη θέση και τη στάση του για τα Μέσα Ενημέρωσης. Και μάλιστα σε μια συγκυρία, όπου η μονόπλευρη ενημέρωση θα επικρατήσει. Θα είναι ένα από καίρια στοιχήματα στην αντιπολιτευτική του θητεία.

* Δημοσιογράφος

«Στόχος μας μια νέα ανοιχτή πληθυντική Αριστερά»

Δημήτρης Κουκλουμπέρης

Ενα σύγχρονο, ανοιχτό, αριστερό κίνημα που θα πρωταγωνιστεί στα κοινωνικά μέτωπα και θα υπερβαίνει ό,τι μέχρι σήμερα κρατά τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από τον κόσμο και τα προβλήματά του, πρέπει να είναι ο στόχος της ανασυγκρότησης, σύμφωνα με την απερχόμενη περιφερειάρχη Αττικής και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ, Ρένα Δούρου.

«Τώρα οφείλουμε να προχωρήσουμε, χωρίς εκπτώσεις και φοβίες σε πρωτοβουλίες και ρήξεις με αριστερό, κοινωνικό πρόσημο», δηλώνει χαρακτηριστικά στην «Εφ.Συν.». Αφήνει αιχμές για συντρόφους της που βλέπουν την πολιτική με όρους καριέρας, ενώ παίρνει θέση για το θέμα της εκλογής αρχηγού από τη βάση

● Οι εκλογές τελείωσαν, το κόμμα σας έχασε, χωρίς να ηττηθεί στρατηγικά και περνά στην αντιπολίτευση, επιχειρώντας να ανασυγκροτηθεί. Νέα κατάσταση -νέα καθήκοντα, νέες εποχές-, νέα ήθη… Αυτό συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ ή μήπως όχι;

Η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια ριζικά νέα πολιτική περίοδο. Οι πολίτες εμπιστεύθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ την αξιωματική αντιπολίτευση. Από εδώ και στο εξής θα δοκιμαστούμε και θα δοκιμάσουμε. Γιατί κάθε είδους επανάπαυση ή θριαμβολογία είναι λάθος. Από τη μια τα προβλήματα των πολιτών και κυρίως των πιο αδύναμων εντείνονται μέρα με τη μέρα, εξαιτίας της διακυβέρνησης της Ν.Δ. Και τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να περιμένουν να ολοκληρώσουμε εμείς την αυτοκριτική ή τον οργανωτικό σχεδιασμό μας.

Τώρα οφείλουμε να προχωρήσουμε, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς φοβίες, στις πρωτοβουλίες, τις ρήξεις, τις αλλαγές, με αριστερό κοινωνικό πρόσημο, που θα κάνουν τον ΣΥΡΙΖΑ την εγγύηση εκείνων των πολιτικών που θα προστατεύουν όσα πετύχαμε και θα ανοίγουν παράλληλα και νέους δρόμους. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε αυτή τη φάση είναι η εσωστρέφεια, η επίδειξη αλαζονείας, η αναζήτηση λύσεων που αντιγράφουν χρεοκοπημένες πολιτικές τού χθες.

Σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε, απαιτείται αξιόπιστος, τεκμηριωμένος αριστερός, προοδευτικός λόγος, γιατί ήδη η κυβέρνηση Μητσοτάκη υλοποιεί το συντηρητικό, με αυταρχικά χαρακτηριστικά, πρόγραμμά της. Δεν είναι ώρα για μεμψιμοιρίες, αλλά για δράση.

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να χαθεί ούτε λεπτό για να κάνουμε τον ΣΥΡΙΖΑ το σύγχρονο αριστερό, ανοιχτό στους αγώνες και τις αγωνίες των πολιτών, κίνημα που επιχειρεί να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα της δίκαιης ανάπτυξης, του περιβάλλοντος. Της προάσπισης των δικαιωμάτων που η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεωρεί «πολυτέλεια». Το κίνημα που χρειάζεται ο τόπος και η Ευρώπη.

Βλέπουμε συντρόφους μας που, αφού δεν κατάφεραν να εκλεγούν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, μεταπήδησαν με ευκολία στον βουλευτικό θώκο

● Πώς έχετε πολιτικά στο μυαλό σας τους όρους «μετασχηματισμός» και «επανίδρυση», με τους οποίους περιέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας τη μετάβαση στη νέα φάση του κόμματός σας;

Το ζητούμενο είναι να υπερβούμε ό,τι κρατάει τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Τους όρους για την υπέρβαση αυτή πρέπει να τους διαμορφώσουμε όλοι μαζί, με αριστερό προγραμματικό λόγο και με στόχο μια νέα σχέση με την πολιτική, μέσα από την οικοδόμηση ενός νέου πολιτικού ήθους. Σε αυτό, όμως, δεν βοηθάνε συμπεριφορές που μαρτυρούν αντιμετώπιση της πολιτικής υπό το πρίσμα της καριέρας.

Για παράδειγμα, βλέπουμε συντρόφους μας που, αφού δεν κατάφεραν να εκλεγούν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, μεταπήδησαν με ευκολία στον βουλευτικό θώκο. Τέτοιες ενέργειες, που έρχονται σε αντίθεση με το δικό μας ηθικό υπόδειγμα, το παράδειγμα της Δύναμης Ζωής στην Περιφέρεια Αττικής, όπου δείξαμε ότι σεβόμαστε την υπόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χωρίς να εγκαταλείψουμε το μετερίζι της, εκπέμπουν ένα παλαιοκομματικό μήνυμα. Ενα μήνυμα που δεν συνάδει με την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ ως ελκυστικού πόλου συσπείρωσης των δημοκρατικών, προοδευτικών, αριστερών δυνάμεων.

Γιατί δεν αρκεί να κλίνουμε σε όλες τις πτώσεις τον επιθετικό προσδιορισμό «αριστερός». Χρειάζεται να τον κάνουμε πράξη καθημερινά, με το παράδειγμά μας. Γιατί το νέο ήθος με τη νέα οργάνωση είναι συγκοινωνούντα δοχεία: χωρίς το πρώτο, η νέα οργάνωση θα παραπέμπει στο παλιό, στην απομάκρυνση από την κοινωνία, την πολιτική ως καριέρα.

● Θα αναρωτηθεί κάποιος: Και γιατί η Κεντροαριστερά και η σοσιαλδημοκρατία να είναι ο προορισμός της διεύρυνσης; Από πότε αντιληφθήκατε ότι πρόκειται για μια «ελκυστική» πολιτικά δεξαμενή;

Αν η υπόθεση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ αφορά προσέλκυση ψήφων, τότε είναι χαμένη υπόθεση. Ο σκοπός είναι να αποδείξουμε ότι μπορούμε να οργανωθούμε έτσι ώστε να είμαστε χρήσιμοι στην κοινωνία, μακριά από καλούπια. Αυτό άλλωστε είναι και το συλλογικό μας στοίχημα. Να αλλάξουμε οργανωτικά, στηρίζοντας και προστατεύοντας παράλληλα ό,τι καταφέραμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια διακυβέρνησής μας σε οικονομικό, κοινωνικό επίπεδο, απέναντι στον νεοφιλελεύθερο οδοστρωτήρα πολιτικής και κοινωνικής οπισθοδρόμησης της Ν.Δ.

● Τα στελέχη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ και άλλες δυνάμεις και συμπράττουν με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσω Προοδευτικής Συμμαχίας, είναι ή θα γίνουν σύντροφοί σας ή είναι συνεργαζόμενοι και απλώς συνοδοιπόροι;

Στην ιστορία του προοδευτικού κινήματος, οι συναντήσεις διαφορετικών παραδόσεων ήταν πηγή ιδεολογικού πλούτου και πολιτικής έμπνευσης, όταν δεν επιδεικνύονταν ηγεμονισμοί και απόπειρες «καπελωμάτων». Ο στόχος μας είναι σήμερα κοινός και αφορά το πολιτικό και κοινωνικό μας στίγμα στη βάση της διάκρισης – πυξίδας για τους αγώνες του σήμερα και του αύριο, μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.

Οι ταξικές πολιτικές της Ν.Δ. αποδεικνύουν την επικαιρότητα και τη χρησιμότητα της διάκρισης αυτής. Αποδεικνύουν την ανάγκη οικοδόμησης ενός ευρύτατου κοινωνικού μετώπου με πρωταγωνιστή μια νέα, πληθυντική, ανοιχτή Αριστερά.

Μια Αριστερά που θα εμπνέει, φέρνοντας στο επίκεντρο την ανάγκη ριζικής ανακατανομής πλούτου και εισοδήματος, την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την προστασία του κόσμου της εργασίας, την κοινωνική αλληλεγγύη.

● Η εκλογή προέδρου από τη βάση διευκολύνει τον στόχο για ένα μαζικό-ανοιχτό κόμμα;

Τα θέματα αυτά κρίνονται από καταστατικά συνέδρια και όχι σε κλειστά γραφεία. Δεν μιλάμε για ενός ανδρός αρχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν και δεν είναι αρχηγοκεντρικό κόμμα. Και φυσικά, αν χρειαστεί, θα συζητήσουμε την εκλογή από τη βάση στο πλαίσιο οργανωμένης, ανοιχτής συζήτησης.

Σήμερα το ζητούμενο είναι ένα μαζικό-ανοιχτό κόμμα συνδεδεμένο με την κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα. Είτε πρόκειται για την Τοπική Αυτοδιοίκηση είτε για τα συνδικάτα ή τους επαγγελματικούς, επιστημονικούς συλλόγους. Γιατί το κρίσιμο είναι ο ριζικός προγραμματικός μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε δύναμη της κοινωνίας, σε εκφραστή μιας εναλλακτικής, συνεκτικής αριστερής πρότασης απέναντι στην ιδεολογική κατίσχυση της Δεξιάς.

● Παλαιότερα, τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, είχε ειπωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ωρίμασε βίαια. Τώρα, με δεδομένες τις προωθούμενες αλλαγές, μπορούμε να μιλάμε για ενηλικίωση; Συνήθως, όταν ενηλικιωνόμαστε, γινόμαστε και πιο συμβατικοί και η επαναστατικότητα υποχωρεί. Θέλει κάτι τέτοιο ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το κρίσιμο δεν είναι το ηλικιακό, αλλά η δημιουργία των συνθηκών για την ώριμη αποφασιστικότητα ενός κινήματος που θα διασφαλίσει ότι δεν θα πάνε χαμένες οι θυσίες και οι κόποι των πολιτών τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στο όνομα των ιδεοληψιών της Ν.Δ.

Σε αυτή την κατεύθυνση, αποτιμώντας χωρίς εξωραϊσμούς την κυβερνητική μας εμπειρία, οφείλουμε να υπερβούμε λογικές σεχταρισμού και εσωστρέφειας, που παραπέμπουν σε παιδικές ασθένειες. Να κάνουμε πράξη αυτό που έχω περιγράψει ως διπλό πρόταγμα.

Τη δομική ανασυγκρότηση με υπέρβαση των παθογενειών εσωστρέφειας και παράλληλα την ενεργητική υπεράσπιση όσων επιτεύχθηκαν από την κυβέρνησή μας, σε επίπεδο οικονομίας και κοινωνίας, μέσα από μια προγραμματική αντιπολίτευση.

«Η επιλογή μας δεν είναι αν θα έλθει η αλλαγή αλλά αν μπορούμε να θέσουμε την αλλαγή αυτή στην υπηρεσία των ιδανικών μας», παρατηρούσε πριν από δεκαετίες κορυφαίος Αμερικανός πολιτικός. Και ακριβώς αυτή είναι σήμερα η ιστορική, πολιτική και ηθική μας ευθύνη. Ευθύνη – πρόκληση για μια Αριστερά στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.

● Την Πέμπτη, μετά την απολογία σας για την τραγωδία στη Μάνδρα, κρούσατε τον κώδωνα του κινδύνου για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για ποιον λόγο;

Υπάρχει ορατός κίνδυνος, αν δεν αλλάξει ριζικά το θεσμικό πλαίσιο, να ακυρωθεί η αποτελεσματική λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αν συνεχίσει να διαιωνίζεται η φιλοσοφία του «εσαεί υπόλογου», αναφορικά με τους αιρετούς της Αυτοδιοίκησης, τότε αναιρείται στην πράξη κάθε προσπάθεια να γίνουν Δήμοι και Περιφέρειες παράγοντας ανάπτυξης.

Γιατί ο πέλεκυς μιας δικαστικής δίωξης σε συνδυασμό με το ασαφές πλαίσιο αρμοδιοτήτων, με τις αλληλοεπικαλύψεις και τη γραφειοκρατία, λειτουργούν εντέλει σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Οι καλές προθέσεις θα μένουν στα λόγια γιατί η υλοποίησή τους θα σκιάζεται από το ενδεχόμενο, ανά πάσα στιγμή, να βρεθεί ο αιρετός στη εδώλιο του κατηγορούμενου για ελλείψεις και παραλείψεις που έχουν να κάνουν με χρόνιες και δομικές παθογένειες… Και τραγωδίες σαν αυτή της Μάνδρας είναι ενδεικτικές τού πόσα πρέπει να αλλάξουν άμεσα και ριζικά στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Τ.Α.

Η “σκιώδης κυβέρνηση” του ΣΥΡΙΖΑ – Ποιους επέλεξε ο Τσίπρας για τομεάρχες

Πολιτική

Τη “σκιώδη κυβέρνησή” του ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για τα πρόσωπα που ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε για να παρακολουθούν το κυβερνητικό έργο ανά τομέα αρμοδιότητας.

Αναλυτικά:

Τομεάρχης Οικονομικών: Ευκλείδης Τσακαλώτος

Αναπληρωτές: Κατερίνα Παπανάτσιου, Τρύφωνας Αλεξιάδης

Τομεάρχης Οικονομίας: Νίκος Παππάς

Αναπληρωτής: Γιώργος Τσίπρας

Τομεάρχης Εξωτερικών: Γιώργος Κατρούγκαλος

Αναπληρώτρια ευρωπαϊκών υποθέσεων: Σία Αναγνωστοπούλου

Τομεάρχης Προστασίας του Πολίτη: Γιάννης Ραγκούσης

Αναπληρωτής για Μεταναστευτική Πολιτική: Γιώργος Ψυχογιός

Τομεάρχης Εθνικής Άμυνας: Θεόδωρος Δρίτσας

Τομεάρχης Παιδείας: Νίκος Φίλης

Αναπληρώτρια: Μερόπη Τζούφη

Τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης: Έφη Αχτσιόγλου

Αναπληρώτρια για Κοινωνική Πρόνοια: Θεανώ Φωτίου

Τομεάρχης Υγείας: Ανδρέας Ξανθός

Αναπληρωτής: Ανδρέας Μιχαηλίδης

Τομεάρχης Ενέργειας: Σωκράτης Φάμελλος

Αναπληρώτρια για θέματα Περιβάλλοντος: Χαρά Καφαντάρη

Τομεάρχης Πολιτισμού: Πάνος Σκουρολιάκος

Αναπληρωτής για θέματα Αθλητισμού: Γιάννης Μπουρνούς

Τομεάρχης Δικαιοσύνης: Σπύρος Λάππας

Τομεάρχης Εσωτερικών: Χρήστος Σπίρτζης

Αναπληρωτής: Παύλος Πολάκης

Αναπληρώτρια για θέματα Μακεδονίας – Θράκης: Δώρα Αυγέρη

Τομεάρχης Ψηφιακής Πολιτικής: Μάριος Κάτσης

Τομεάρχης Υποδομών – Μεταφορών: Γιώργος Βαρεμένος

Αναπληρώτρια για θέματα Μεταφορών: Θεοπίστη Πέρκα

Τομεάρχης Ναυτιλίας: Νεκτάριος Σαντορινιός

Τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης: Σταύρος Αραχωβίτης

Αναπληρωτής: Βασίλης Κόκκαλης

Τομεάρχης Τουρισμού: : Κατερίνα Νοτοπούλου

Συντονιστής ΕΠΕΚΕ: Αλέξανδρος Φλαμπουράρης

Γινόμαστε μπλε Τεχεράνη; Στα κρυφά Ο Άνθιμος επίτιμος διδάκτορας του Α. Π. Θ. (video)

Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που ίδρυσαν ο Γληνός, ο Τριανταφυλίδης κι ο Δελμούζος

Στα κρυφά, χωρίς να έχει υπάρξει σχετική ανακοίνωση, ανακηρύχτηκε την Δευτέρα επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α. Π. Θ.) ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος.

Αναρωτιέστε τι σχέση είχε ο πιονιέρος κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν με τον δόκτορα Α.Π.Θ. Άνθιμο;

Έχει σχέση η σιωπή των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών με τη γνώση που διδάσκουν;

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση της η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύτηκε στο romfea.gr:

«Σε μία λαμπρή τελετή, σήμερα Δευτέρα 15η Ἰουλίου 2019, στο Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ὁ Παναγ. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος ἀναγορεύθηκε Ἐπίτιμος Διδάκτωρ τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Άνθιμος Θεσσαλονίκης: Δεν υπάρχουν άλλοι πλανήτες, μόνο η Γη


Ο Άνθιμος αμφισβητεί όχι απλά στοιχειώδεις επιστημονικές αλήθειες αλλά και την κοινή λογική “…μην ακούτε τι σας λένε, ότι έχουν πάει στο φεγγάρι ή ότι υπάρχουν άλλοι πλανήτες. Ο συνομιλητής μου μού είπε ότι τα συμπεράσματα των νέων επιστημόνων δεν έχουν κατατεθεί ακόμα» επικαλούμενος τηλεφωνική συνομιλία του με διαπρεπή επιστήμονα, τον οποίο δεν κατονόμασε, είναι ένας από χωριό, δεν τον ξέρουμε!

Η εκλογική ταλάντωση του ΣΥΡΙΖΑ στις διπλές εκλογές του 2019

Μετά το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου, η νίκη της Ν.Δ. την περασμένη Κυριακή, ακόμα και η κατάκτηση της αυτοδυναμίας με ένα ποσοστό κοντά στο 40% δεν αποτέλεσε έκπληξη. Αντιθέτως, εντελώς απρόσμενο δημοσκοπικά, ακόμα και με βάση την αρχική εκτίμηση του ExitPoll, ήταν το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με 31,5% παρουσίασε μια ανάκαμψη κατά 8% περίπου σε σχέση με τις Ευρωεκλογές (23,8%), φτάνοντας σε έναν επίπεδο μόλις 4% χαμηλότερο από τη νίκη του το Σεπτέμβριο του 2015.

Η έντονη αυτή εκλογική μεταβλητότητα, που δίνει την εικόνα μιας σχεδόν πλήρους ταλάντωσης της εκλογικής του δύναμης (μείωση 580.000 ψήφων στις Ευρωεκλογές και στη συνέχεια αύξηση 430.000 στις Εθνικές) είναι λογικό να γεννά πολλαπλά ερωτήματα σχετικά με τη δομή της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και το κατά πόσον είναι συμπαγής. Σε μια πρώτη ανάγνωση, ωστόσο, το αποτέλεσμα της Κυριακής μπορεί να επούλωσε αρκετά από τα «τραύματα» που το κόμμα είχε υποστεί στις Ευρωεκλογές, χωρίς όμως να μεταβάλλει ριζικά κάποιες κρίσιμες αλλοιώσεις σε σχέση με το 2015, οι οποίες ουσιαστικά αποτέλεσαν και τις βασικές αιτίες της εκλογικής ήττας.

Συσπείρωση – διαρροές

Το κύριο ρεύμα που οδήγησε στην εκλογική ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η σημαντική αύξηση της συσπείρωσής του, που από 57% στις Ευρωεκλογές, τώρα εκτιμάται ότι υπερέβη το 70% (ως προς το 2015). Εξίσου, όμως, σημαντική ήταν και η άντληση μεγάλου μέρους ψηφοφόρων που δεν είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Γενικότερα, η ανάκαμψη της δύναμής του προήλθε κατά κύριο λόγο από τα ΛΟΙΠΑ κόμματα, προς τα οποία είχε ευρείες απώλειες τον Μάιο, ενώ τώρα κέρδισε περίπου 200.000 ψήφους από το 1.000.000 που συνολικά αυτά έλαβαν στις Ευρωεκλογές. Επίσης παρουσίασε και ισομερείς σχεδόν εισροές από τη Ν.Δ., το ΚΙΝ.ΑΛΛ., το ΚΚΕ και το Μέρα 25, σχεδόν 50.000 ψήφων από το καθένα.

Κρίσιμο παρόλα αυτά είναι το στοιχείο ότι την περασμένη Κυριακή δεν καταγράφτηκε ουσιαστική διεύρυνση των διαρροών του προς τη Ν.Δ., που από 12% στις Ευρωεκλογές τώρα έφτασαν συνολικά στο 14%, ροή δηλαδή περίπου ισοδύναμη με την αντίστροφη από τη Ν.Δ. προς το ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015. Παράλληλα, όμως, η συνεχής (και σε ένα βαθμό αμφίδρομη) ανταλλαγή ψήφων μεταξύ των δύο κομμάτων, μαζί με το άθροισμα των εκλογικών ποσοστών τους στο 71,5% (δηλαδή ανώτερο από το αντίστοιχο Ν.Δ. + ΠΑΣΟΚ στις Ευρωεκλογές του 2009), αποτελούν ίσως την ισχυρότερη ένδειξη της (ατελούς ακόμα) θεμελίωσης ενός νέου διπολισμού, με έναν εκλογικό πυρήνα του 55%-65% και ταυτόχρονα ένα ποσοτικά σταθερό μέρος (6%-8%) του εκλογικού σώματος που κινείται μόνο ανάμεσα στους δύο πόλους.

Παράλληλα, ο περιορισμός των διαρροών προς τη Ν.Δ. καταδεικνύει ότι ένα βασικό κριτήριο που λειτούργησε ανάμεσα στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις ήταν το «αντιδεξιό», λόγω της διαφαινόμενης επικράτησης της Ν.Δ. μετά τις Ευρωεκλογές, το οποίο σε έναν βαθμό αντιστάθμισε το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα που προηγουμένως είχε επικρατήσει σε αυτές και στις Αυτοδιοικητικές. Παρόμοια ένδειξη παρέχει και η κατανομή των αναποφάσιστων ψηφοφόρων, η οποία αυτή τη φορά (και ειδικά την τελευταία εβδομάδα) ήταν πλειοψηφική υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ (31% έναντι 26% της Ν.Δ.), ενώ στις Ευρωεκλογές παρουσιαζόταν αρκετά πιο ισορροπημένη (22% προς 20% αντίστοιχα).

Η επαναφορά των νέων ηλικιών και των γυναικών

Η εντυπωσιακότερη μεταστροφή στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις Ευρωεκλογές εντοπίζεται στην ολική επαναφορά των δυνάμεών του στις ηλικίες 17-34 (37%) σε επίπεδα απολύτως ισοδύναμα με εκείνα του 2015, όταν το Μάιο το ποσοστό του ήταν μόλις 21%.

Από την άλλη, φαίνεται σε ένα βαθμό να διατηρείται η μείωση της επιρροής του στις πιο δυναμικές ηλικίες (35-55), αφού εμφανίζεται κατά 6%-9% χαμηλότερη σε σχέση με το 2015. Σε αυτές μάλιστα φαίνεται ότι οι απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ εντοπίζονται κατά βάση στο ανδρικό κοινό (υποχωρεί σε ποσοστά της τάξης του 25%), με αποτέλεσμα την επαναφορά της διαφοροποίησής του μεταξύ ανδρικής και γυναικείας ψήφου (28%-36%) η οποία είχε καταγραφεί με ιδιαίτερη ένταση και το Σεπτέμβριο του 2015 (32%-40%), είχε όμως αμβλυνθεί σημαντικά στις Ευρωεκλογές (23%-25%).

Αντίθετα, το φαινόμενο της εκλογικής «επιστροφής» δεν φαίνεται να επηρέασε τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών με τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ να παραμένουν ίδια με εκείνα των Ευρωεκλογών (26%). Γεγονός που μπορεί να γεννά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο το «αντιδεξιό επιχείρημα» έχει το ίδιο περιεχόμενο σήμερα με αυτό του ιστορικού παρελθόντος.

Από την άλλη πλευρά, η εικόνα της επιστροφής των νέων ηλικιών δεν πρέπει να αναιρεί το γεγονός της χαμηλής ιδεολογικής εγγύτητας που αυτοί εκφράζουν προς το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ (λιγότερο από το 50% των ψηφοφόρων μέχρι 45 ετών δηλώνου ιδεολογικά κοντά του), γεγονός που άλλωστε επέτρεψε προς στιγμήν τη μαζική διαρροή τους προς άλλα (κατά βάση ΛΟΙΠΑ) κόμματα στις Ευρωεκλογές. Αν και το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει το γνωστό φαινόμενο της έντονης εκλογικής μεταβλητότητας των νέων, πρέπει να αποτελέσει ένα κρίσιμο σημείο προβληματισμού για το ΣΥΡΙΖΑ, δεδομένου ότι στις πρόσφατες αναμετρήσεις ύστερα από πολλά χρόνια καταγράφτηκε μια σημαντική διείσδυση της Ν.Δ. στα ίδια ηλικιακά κοινά (31% από 18% το 2015 στους 17-34 ετών και 35% από 16% στους Φοιτητές).

Οι αλλοιώσεις στον χώρο των εργαζομένων

Σε αντίθεση με τις ηλικίες όπου πολλά από τα δεδομένα των Ευρωεκλογών ανατράπηκαν, στις διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες η κατανομή σε γενικές γραμμές διατηρήθηκε, αλλά με σαφώς αυξημένα ποσοστά. Κυριότερη μεταβολή σε σχέση με το 2015 παραμένει η υποχώρηση της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ στους Μισθωτούς του Ιδιωτικού Τομέα (30% από 37% το 2015). Πρόκειται για μια βασική αλλοίωση, αφού σε όλη την περίοδο κατά την άνοδό του στην εξουσία η συγκεκριμένη ομάδα και δη τα πιο χαμηλόμισθα στρώματά της αποτέλεσαν το προνομιακό κοινό του ΣΥΡΙΖΑ στον εργαζόμενο πληθυσμό, στοιχείο που προσέδιδε και χαρακτηριστικά ταξικότητας στην ψήφο του. Το στοιχείο αυτό πλέον έχει υποχωρήσει, με τα ισχυρότερά ποσοστά του κόμματος να καταγράφονται στους Δημοσίους Υπαλλήλους (όπου υπερίσχυσε της Ν.Δ.), γεγονός που θυμίζει περισσότερο την παραδοσιακή εικόνα του ΠΑΣΟΚ από τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Επιπλέον, οι πρόσφατες εκλογές επιβεβαίωσαν το απόλυτο προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ στους Ανέργους (που τώρα επεκτάθηκε και στους Φοιτητές), αλλά και τη μείωση της επιρροής του στις Νοικοκυρές και στους Αγρότες, τις δύο δηλαδή κοινωνικές ομάδες στις οποίες είχε προς στιγμήν πλειοψηφήσει το Σεπτέμβριο του 2015. Αλλά και στους Συνταξιούχους η δυναμική του δεν φαίνεται να παρουσιάζει καμιά μεταβολή από το ποσοστό των Ευρωεκλογών. Ωστόσο, αξιοσημείωτη ήταν εν τέλει η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ στους Ελ. Επαγγελματίες, κάτι που για τα χαμηλότερα εισοδήματα (τεχνίτες και μικρεμπόρους) είχε διαφανεί και στο αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών, σηματοδοτώντας επίσης μια σημαντική διαφοροποίηση στην κοινωνιολογία της εκλογικής βάσης του και αμβλύνοντας την ανάλυσης περί απώλειας των μεσαίων στρωμάτων.

Η εκλογική γεωγραφία

Γενικότερα πάντως, η εκλογική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε μια σημαντική ανασύνταξη στο χώρο των λαϊκών στρωμάτων, κάτι που αποτυπώνεται και στην εκλογική γεωγραφία της Αττικής. Η εντονότερη πτώση (της τάξης του 15%) που στις Ευρωεκλογές είχε παρουσιάσει στις περισσότερο λαϊκές περιοχές της πρωτεύουσας (Β’ Πειραιά και δυτικές συνοικίες) σε σχέση με τις μεσοαστικές (π.χ. Βόρειος Τομέας), τώρα αντισταθμίστηκε πλήρως σχεδόν, με τη διπλάσια άνοδο των ποσοστών του στις πρώτες έναντι των δεύτερων. Αποτέλεσμα ήταν να αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική γεωγραφία του ΣΥΡΙΖΑ στην πρωτεύουσα, με σχεδόν ισορροπημένη πτώση κατά 3%-5% στις περισσότερες περιοχές, αλλά και σε μια βάση περισσότερο μικροαστική αυτή τη φορά, όπως προκύπτει από την ανάλυση των επαγγελμάτων.

Αλλά και στη γενικότερη γεωγραφία της χώρας, η κατανομή των ποσοστών του παραμένει αρκετά παρόμοια με την αντίστοιχη του 2015, αφού στις περισσότερες διοικητικές περιφέρειες εμφανίζει μια σχετικά ισορροπημένη μείωση κατά 2%-5%. Ανθεκτικότερη εμφανίστηκε η δυναμική του στην Κρήτη, αλλά και στη Δυτική Ελλάδα, όπου μάλιστα παρουσίασε οριακή άνοδο σε απόλυτο αριθμό ψήφων. Αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της γεωγραφικής ομοιότητας του ΣΥΡΙΖΑ με το παραδοσιακό αποτύπωμα του ΠΑΣΟΚ. Η ίδια ομοιότητα είχε εντούτοις παρατηρηθεί και στις εκλογές του 2015, όταν ήδη ο ΣΥΡΙΖΑ είχε επιτύχει μια απορρόφηση της μισής σχεδόν εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ του 2009, με αποτέλεσμα αυτή να αντιστοιχεί περίπου στα 2/3 της τωρινής εκλογικής του δύναμης (βλ. αναλυτικά, του γράφοντα, «Η εκλογική αντιστοίχιση 2012-2015: Από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ», στο Γ. Μπαλαμπανίδης (επιμ.), ΣΥΡΙΖΑ: ένα κόμμα εν κινήσει, εκδ. Θεμέλιο, 2019, σ. 41-75).

Η έντονη αυτή παρουσία του παραδοσιακού (κυρίως παπανδρεϊκού) ΠΑΣΟΚ στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφηκε εναργώς και σε αυτές τις εκλογές, ακόμα και σε αποτελέσματα της εσωτερικής σταυροδοσίας. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Β’ Πειραιά, με την υπερίσχυση της Ν. Κασιμάτη και του Γ. Ραγκούση. Παρόμοια άλλωστε ήταν και η περίπτωση των Χανίων, όπου η επικράτηση του Π. Πολάκη έναντι του Γ. Σταθάκη αντανακλά τον τοπικό «ανταγωνισμό» μεταξύ του αγροτικού – ημιαστικού (και παραδοσιακά περισσότερο «πασοκικού») ρεύματος έναντι του αστικού. Παρεμφερείς ενδείξεις παρέχουν και τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών, όπου σε δήμους και περιφέρειες η υποστήριξη σε υποψηφίους προερχόμενους από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ παρήγαγαν εκλογικές επιδόσεις συχνά πιο κοντά στην επιρροή που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε σημειώσει στις Ευρωεκλογές.

Το Μακεδονικό

Στα αποτελέσματα των εκλογών κατά περιφέρεια είναι πλέον φανερή η μείωση της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ στις περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας (κατά 7% συνολικά και από 6% έως 9% στις περισσότερες εκλογικές περιφέρειες αυτών των περιοχών). Μάλιστα η υποχώρηση των δυνάμεών του είναι ακόμα εντονότερη (περίπου κατά 20%) σε επίπεδο απόλυτου αριθμού ψήφων, λόγω και της μειωμένης συμμετοχής που καταγράφηκε και στις δύο αναμετρήσεις του 2019 σε σχέση με το 2015. Ένδειξη ότι στη Βόρεια Ελλάδα εντοπίζονται ίσως και οι βασικότερες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ προς την Αποχή. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, οι απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ δεν φάνηκε να ενισχύουν περισσότερο τη Ν.Δ., σε σχέση με το σύνολο της χώρας (άνοδος 11%-12%), και σε επίπεδο ποσοστών ήταν μάλλον πιο συγκρατημένες από όσο πολλοί ανέμεναν.

Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι η εξαίρεση της Δυτικής Μακεδονίας, «κοιτίδας» του Μακεδονικού, όπου, όπως και στις Ευρωεκλογές, η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εμφανώς πιο συγκρατημένη (-2,6%), ακόμα και σε σχέση με τα εθνικά ποσοστά του. Έτσι, η διαφοροποιημένη δυναμική του μεταξύ των περιοχών της Μακεδονίας θα πρέπει να αναζητηθεί και στη λειτουργία των τοπικών οργανώσεων, που αντικατοπτρίστηκε και στις εντελώς αντίστοιχα ανισομερείς επιδόσεις των υποψηφίων στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, που στη Δυτική Μακεδονία κινήθηκαν πολύ πιο κοντά στα κομματικά ποσοστά. Γενικά, οι αδυναμίες στην επαρκή υποστήριξη των τοπικών υποψηφιοτήτων ενδεχομένως να επηρέασαν αρνητικά και το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών, σε συνδυασμό με την ψήφο της (συσσωρευμένης επί τέσσερα χρόνια) διαμαρτυρίας. Υπόθεση που εν τέλει δικαιώνει την επιλογή για ετεροχρονισμένη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών.

Το νέο πολιτικό σκηνικό

Σε κάθε περίπτωση, η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ και η επαναφορά του σε αρκετές περιπτώσεις στην εικόνα των εκλογικών δυνάμεων του 2015 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εντυπωσιακή για τα δεδομένα του πολιτικού πλαισίου των εκλογών, αλλά και για εκείνα ενός κόμματος με τόσο απότομη άνοδο στην εξουσία.

Σε μία πρώτη φάση, δύο βασικά στοιχήματα των βουλευτικών εκλογών φαίνονται κερδισμένα, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε αφενός να μειώσει τη διαφορά από τη Ν.Δ. και αφετέρου να βελτιώσει τον συσχετισμό των δυνάμεών του ως προς το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Γεγονός που τον διατηρεί σε προνομιακή θέση στον αγώνα για την κυριαρχία στο χώρο της Κεντροαριστεράς.

Παρόλα αυτά, η χαμηλή ιδεολογική εγγύτητα που εξακολουθεί να καταγράφει στους ψηφοφόρους του (50%-60% σε όλες τις αναμετρήσεις από το 2012) και η σημαντική μεταβλητότητα που εμφάνισε στις αναμετρήσεις των δύο τελευταίων μηνών, μπορούν ακόμα να αμφισβητούν την ποιοτική συνοχή της διευρυμένης εκλογικής του βάσης και να διακρίνουν την εκλογική από την πραγματική κοινωνική του επιρροή, η οποία έως τώρα αδυνατεί να εκφραστεί το ίδιο ισχυρά σε επίπεδο π.χ. τοπικής αυτοδιοίκησης ή συνδικαλιστικής αντιπροσώπευσης. Αυτά τα ζητήματα φαίνεται ότι θα αποτελέσουν κεντρικά θέματα για την εσωκομματική συζήτηση της επόμενης μέρας.

Ο Παναγιώτης Κουστένης είναι Δρ Πολιτικής Επιστήμης

Πηγή: Η Αυγή