Αρχείο κατηγορίας Αρχιτεκτονική

Αρχιτεκτονική και δήμος

Βαρκελώνη :Μέσα σε ένα Superblock

πηγή www.citybranding.gr

Σε ένα από τα δημοφιλέστερα κείμενα που έχουμε δημοσιεύσει στο blog μας παρουσιάσαμε την ιδέα των superblocks στη Βαρκελώνη. Το σχέδιο να μειωθεί η κυκλοφορία των αυτοκινήτων μέσα σε μια γειτονιά και να αποκτήσουν προτεραιότητα οι πεζοί, οι ποδηλάτες και δευτερευόντος τα αυτοκίνητα των κατοίκων και των επαγγελματιών της γειτονιάς δεν είναι χωρίς αντιδράσεις.Αυτοί που επιμένουν στη χρήση του αυτοκινήτου είδαν να μεγαλώνει ο χρόνος μετάβασης από το ένα σημείο στο άλλο. Οι μετασχηματισμοί που στηρίζονται στις αρχές της Βιώσιμης Κινητικότητας έχουν συνεπάρει πολεοδόμους, αστικές αρχές, κατοίκους σε πολλές πόλεις του κόσμου.Όμως υπάρχουν και αντιδράσεις.
# Κείμενο της LAURA BLISS ,  7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018 στο CITYLAB
Μια ταινία μικρού μήκους αποκαλύπτει τις εσωτερικές λειτουργίες των περίφημων και αμφιλεγόμενων αναβαθμίσεων των δρόμων της Βαρκελώνης.

Barcelona’s Superblocks: Change the Grid, 
Change your Neighborhood from STREETFILMS on Vimeo.


H υπέρβαση της κυκλοφορίας, αδιευκρίνιστη ρύπανση, έλλειψη χώρου πρασίνου: Τα προβλήματα αυτά δεν είναι μοναδικά για τη Βαρκελώνη.Αλλά η απάντηση της πόλης είναι.

Τα Superblocks, χώροι έκτασης περίπου 40 acres σε μορφή πλέγματος δρόμων μετασχημάτησαν το περιβάλλον της πόλης σε φιλικό για τους πεζούς, έχουν εκτοξεύσει την πρωτεύουσα της Καταλονίας στην αιχμή του αστικού σχεδιασμού από τότε που η Δήμαρχος Ada Colau ανέλαβε καθήκοντα το 2015. Σχεδίαση έμπνευσης από το ιστορικό σχέδιο της πόλης, η Colau επικέντρωσε την πολιτική μεταφορών γύρω από την ευρεία πεζοδρόμηση της πόλης, με στόχο τη μείωση χρήσης των ιδιωτικών αυτοκινήτων και της χρήσης δίκυκλων κατά 21%.

Ένα νέο σύντομο ντοκιμαντέρ από το Streetfilms προσφέρει μια οικεία ματιά στο superblock Poblenou, το πρώτο από αυτό το νέο κύμα παρεμβάσεων στους δρόμους που άνοιξε το 2016. Μόλις πριν από λίγα χρόνια, πολλαπλές λωρίδες έσπρωξαν τα οχήματα έξω από το μπλοκ σε αυτή τη βιομηχανική γειτονιά, που φιλοξενεί οικογένειες και καλλιτέχνες . Τώρα μια μόνο στενή λωρίδα  δρόμου χωρίς διαχωριστικά οδηγεί τα αυτοκίνητα σιγά-σιγά γύρω από την περίμετρο ενός τετραγώνου που αποτελείται από εννέα μικρότερα  μπλοκ ( τρία επί τρία ) . 

Ο υπόλοιπος χώρος είναι ελεύθερος για τους πεζούς, τους ποδηλάτες και τα παιδιά να μετακινούνται ανάμεσα σε ποδήλατα, ανοιχτά μονοπάτια, δέντρα, γλυπτά, αστικό εξοπλισμό και εξοπλισμό παιδικών χαρών.
Το οπτικό αποτέλεσμα αυτών των μεγάλων, συνδεδεμένων διαδρόμων του δημόσιου χώρου με πολλαπλές χρήσεις είναι κάπως υπερβολικό. Σε αντίθεση με ένα μικρό «πάρκο τσέπης» ή ακόμα και ένα εμπορικό κέντρο σχεδιασμένο για καταναλωτές, στο οποίο το περιβάλλον δίκτυο εξακολουθεί να απομακρύνει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, η λογική του superblock είναι ότι, ενώ τα αυτοκίνητα μπορούν να εισέλθουν, οι άνθρωποι έρχονται πρώτοι. Άλλες πόλεις παρακολουθούν τη Βαρκελώνη με μεγάλο ενδιαφέρον .


» Το είδος των πραγμάτων που θα κάνατε όταν περπατάτε γύρω από μια γειτονιά, είναι ότι στη μέση αυτών των δρόμων, θα  κάνετε τα ίδια πράγματα που θα κάνατε στο χώρο του πάρκου», λέει στην ταινία ο Mike Lydon, ο συγγραφέας του οδηγού για τον αστικό σχεδιασμό  Tactical Urbanism .
Η ιδέα του superblock δεν είναι εντελώς νέα. Ο πρώτος μεγάλος πεζόδρομος ήρθε στην συνοικία El Born της πόλης το 1993. Αλλά το σχέδιο της Colau είναι πολύ πιο ολοκληρωμένο, με ένα όραμα για περίπου 500 superblocks που θα κάλυπταν σχεδόν όλη τη Βαρκελώνη. Αυτό δεν θα είναι εύκολο – οι διαμάχες που έχει προκαλέσει το έργο στη γειτονιά Poblenou, με κάποιους κατοίκους να διαμαρτύρονται για τους περιορισμούς της κυκλοφορίας και μόνο λίγα νέα superblocks έχουν ανοίξει από το 2016. 

Μερικοί από τους κατοίκους της  Βαρκελώνης ανησυχούν για το τι θα φέρουν οι αστικές αναπλάσεις  που μπορούν να φέρουν τα «πράσινα» έργα αναδιαμόρφωσης. (Στο Poblenau, το superblock βρίσκεται ανάμεσα σε κατοικίες με επιδοτούμενο ενοίκιο )

Αναρτήθηκε από Κωστής Μοχιανάκης στις Πέμπτη, Αυγούστου 16, 2018

Ετικέτες ΑΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ , ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ , ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Τεχνικές Φυσικής Δόμησης

Κείμενο από την εισήγηση στο περιβαλλοντικό πάρκο «Βιότοποι Κρήτης» που έγινε από Σακελλάρης Γιώργος

Η φυσική δόμηση περιλαμβάνει μια σειρά από μεθόδους, υλικά κατασκευής κτηρίων και άλλων δομών που δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στην αειφορία και στην αυτάρκεια. Οι τεχνικές αυτές είναι , είτε παραδοσιακές και χρησιμοποιούνται εδώ και χιλιάδες χρόνια είτε συνδυασμοί παραδοσιακών μεθόδων με νέες ιδέες και τεχνολογίες.

Στην φυσική δόμηση χρησιμοποιούμε ανθεκτικά φυσικά υλικά που συνήθως δεν έχουν υποστεί βιομηχανική επεξεργασία και βρίσκονται σε αφθονία στο άμεσο περιβάλλον της οικοδομής. Το κυριότερο υλικό είναι το χώμα και ανάλογα με την τεχνική που χρησιμοποιείται απαιτείται και διαφορετική σύσταση του. Το γεγονός αυτό καθιστά δυνατή την κατασκευή οικημάτων από όλους τους ανθρώπους όπου και αν ζουν, καθώς το χώμα υπάρχει παντού σε αφθονία. Διαφορετικοί τύποι χώματος είναι κατάλληλοι για διαφορετικές τεχνικές Φυσικής Δόμησης.

Για την θέρμανση και την ψύξη εφαρμόζουμε όλες τις μεθόδους που βασίζονται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην εξοικονόμηση φυσικών πόρων . Χρησιμοποιούμε καθαρά, παλιά υλικά που προορίζονται για την ανακύκλωση .

Με την φυσική δόμηση κατασκευάζουμε βιώσιμα ή αλλιώς βιοκλιματικά σπίτια, που για την κατασκευή και τη χρήση τους,απαιτούν την ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας και φυσικών πόρων και χρημάτων.

Η συμβατική κατασκευή σπιτιών προϋποθέτει την αθρόα χρήση τσιμέντου. Το τσιμέντο είναι ένα υλικό, που για να παραχθεί επιβαρύνει εντονότατα το περιβάλλον.Συνεπώς, η κατάργηση ή η ελαχιστοποίηση της χρήσης του στα φυσικά σπίτια, θα μπορούσε να αποτελέσει σπουδαία συμβολή στην αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού προβλήματος.
Το αντίστοιχο ισχύει και για το ξύλο. Τεράστια τμήματα των δασών αποψιλώνονται καθημερινά και το μεγαλύτερο μέρος ξυλείας, καταναλώνεται στην βιομηχανία κατασκευής σπιτιών. Με Φυσική Δόμηση η χρήση ξύλου μπορεί να περιοριστεί σημαντικά. Ένα φυσικό σπίτι θα χρειαστεί λιγότερη δαπάνη ενέργειας στη χρήση του από ότι ένα συμβατικό. Αυτό συμβαίνει αρχικά, διότι βασικό κομμάτι της ΦΔ είναι η βέλτιστη χρήση των φυσικών φαινομένων, ήλιου, ανέμου και ηλιοφάνειας για να επιτευχθούν άριστες και υγιεινές συνθήκες διαβίωσης μέσα στο σπίτι, επειδή τα φυσικά υλικά εξασφαλίζουν καλύτερη διαχείριση της θερμότητας.

Τα σπίτια που κατασκευάζονται με αυτήν την φιλοσοφία επιτυγχάνουν χαμηλό κόστος κατασκευής, με αποτέλεσμα ο περιοριστικός παράγοντας να είναι συνήθως ο αριθμός εργατικών χεριών και όχι η ποσότητα των υλικών.

Ένας φτωχός άνθρωπος μπορεί με την παρέα του και την οικογένεια του, να κατασκευάσει το σπίτι του , με μικρό κόστος 2.000-5000 και σε αρκετά μικρό χρονικό διάστημα μερικών εβδομάδων.Ο υπερπληθυσμός, οι πόλεμοι, τα φυσικά φαινόμενα, η παγκόσμια οικονομική κρίση και άλλες αιτίες έχουν οδηγήσει στην ύπαρξη εκατομμυρίων αστέγων. Αυτοί οι άνθρωποι με ελάχιστη εκπαίδευση και μια μικρή οικονομική βοήθεια, θα μπορούσαν να στεγαστούν, κατασκευάζοντας το σπίτι τους μόνοι τους ή με την βοήθεια φίλων και εθελοντών.

Στην φυσική δόμηση εφαρμόζονται απλούστερες κατασκευαστικές μέθοδοι που χρειάζονται ελάχιστη εξειδίκευση. Οι μέθοδοι φυσικής δόμησης μπορούν να εφαρμοστούν από τον καθένα.

Το ότι ζούμε στην εποχή της εξειδίκευσης, μας κάνει πολλές φορές να αμφιβάλλουμε αν μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε άλλο εκτός της ειδικότητάς μας. Κι όμως ο άνθρωπος είναι κατεξοχήν πολυπράγμων, όπως έχει αποδείξει και το παρελθόν του. Έφτιαχνε μόνος του αυτά που σήμερα θεωρούμε ότι χρειάζονται κάποιον ειδικό. Δεν πάνε πολλά χρόνια από την εποχή που όλη η γειτονιά μαζευόταν για να χτίσει το σπίτι ενόςσυγχωριανού. Αν οι άνθρωποι τότε, μπορούσαν στηριζόμενοι στην παράδοση και στον κοινό νου, να κάνουν κάτι τέτοιο στο παρελθόν, ας φανταστούμε τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα, που η πληροφορίες είναι άφθονες και η επικοινωνία πανεύκολη.Σίγουρα σήμερα μπορούμε να χτίσουμε μόνοι μας, ασφαλή φθηνά και βιώσιμα σπίτια.

Σε όλους σχεδόν τους τόπους η φύση μας εξασφαλίζει τα δομικά υλικά που χρειαζόμαστε. Επειδή τα υλικά αυτά χρειάζονται ελάχιστη επεξεργασία και μεταφορά, τα οικονομικά και περιβαλλοντολογικά κόστη είναι χαμηλά. Μερικά από αυτά τα υλικά είναι ανανεώσιμα (όπως τα δένδρα και το άχυρο) και κάποια άλλα(όπως οι πέτρα και το χώμα) υπάρχουν σε τέτοια αφθονία που είναι πρακτικά ανεξάντλητα. Ένα ακόμα από τα πλεονεκτήματα του να κτίζει κάποιος με τοπικά υλικά είναι ότι το κτίριο βρίσκεται σε πλήρη οπτική αρμονία με το περιβάλλον. Η φυσική δόμηση έχει την τάση να βασίζεται περισσότερο στην ανθρώπινη εργασία, παρά στην τεχνολογία. Αυτό εξαρτάται από τοπική οικολογία,τη γεωλογία, το κλίμα της συγκεκριμένης περιοχής, από το χαρακτήρα του συγκεκριμένου οικοπέδου και τέλος τις ανάγκες και τις προσωπικότητες των κατασκευαστών και των ιδιοκτητών.

Η φυσική δόμηση και η βιοκλιματική αρχιτεκτονική, είναι δύο πρακτικές που έχουν σαν αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πόρων και ενέργειας, η πρώτη στην φάση της κατασκευής μιας κατοικίας ενώ η δεύτερη στην διατήρηση σταθερών συνθηκών διαβίωσης σε αυτήν.Και οι δύο καταλήγουν σε τεράστιο περιβαλλοντολογικό αλλά και οικονομικό όφελος. Η φυσική δόμηση είναι ένας αρκετά νέος όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια δομική προσέγγιση προσανατολισμένη στη χρήση τοπικών, προσεκτικά επιλεγμένων και ανακυκλωμένων υλικών, απλών εργαλείων και τεχνικών.Αντίθετα από τα οικολογικά βιομηχανικά δομικά υλικά, τα φυσικά υλικά εμπεριέχουν καθόλου ή ελάχιστη επεξεργασία.

Η ιδεολογία της φυσικής δόμησης είναι η ανάγκη να ελαχιστοποιηθεί, η αρνητική επίδραση των συμβατικών κτιρίων και των συστημάτων υποστήριξης τους στο περιβάλλον, χωρίς να θυσιαστεί η άνεση, η υγεία και η αισθητική. Εκτός από ότι βασίζεται σε φυσικά υλικά, η έμφαση στο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό γίνεται περισσότερο αισθητή. Θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον έχουν ο προσανατολισμός του κτιρίου, η εκμετάλλευση του τοπικού κλίματος, η έμφαση στον φυσικό αερισμό μέσω του σχεδιασμού και η μείωση των λειτουργικών δαπανών. Επίσης σημαντικές είναι, η επί τόπου διαχείριση της παραγόμενης ενέργειας, η επί τόπου συλογή τουνερού, η εναλλαγή τους μετην επεξεργασία των λυμάτων και την επαναχρησιμο-ποίηση παραγόμενου νερού. Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ότι τα κτήρια τα οποία ακολουθούν τουςόρους της φυσικής δόμησης, έχουν τομικρότερο οικολογικό αποτύπωμα στην περιοχή.

Υλικά- εφαρμογές

Τα κοινά υλικά στους μεθόδους φυσικής δόμησης είναι ο πηλός και η άμμος. Όταν αναμειγνύονται με νερό και ίνες, συνήθως άχυρο, τότε μείγμα αυτό μπορεί να μορφοποιηθεί σε μπάλες ή πλιθιά. Άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται σε διάφορες τεχνικές είναι : χώμα για την τεχνική της συμπιεσμένη γη και σε αυτή των γαιοσάκων , ξερά κομμάτια κορμών είτε βιομηχανικό ξύλο στην cordwood τεχνική, άχυρο σε αχυροκατασκευές , και πέτρα στην λιθοδομή. Τα υλικά που επαναχρησιμοποιούνται ή ανακυκλώνονται και χρησιμοποιούνται ευρέως στη φυσική δόμηση είναι, κομμάτια σκυροδέματος που απορρίπτονται και επαναχρησιμοποιούνται, λάστιχα αυτοκινήτων , πεταμένα μπουκάλια και άλλο ανακυκλωμένο γυαλί, χαρτί από χαρτοκιβώτια συσκευασίας. Περιστασιακά μπορεί να χρησιμοποιηθούν και άλλα υλικά σε μικρές ποσότητες αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της αειφορίας. Μερικά από αυτά είναι, ο ασβέστης, ο περλίτης, ηε λαφρόπετρα, η σκωρία, η καζεΐνη η ποζολάνη , Τα μαλλιά κατσικιών. η γλουτένη , πολτός από διάφορα φύλλα θάμνωνκ.α.

Πολλά υλικά δεν χρησιμοποιούνται πλέον από πολλούς επαγγελματίες οικοδόμους που προσεγγίζουν την οικοδόμηση με αυτό τον τρόπο. Αυτό οφείλεται σεσημαντικά αρνητικές επιπτώσεις των υλικών αυτών στο περιβάλλον ή την υγείατους. Αυτά περιλαμβάνουν τηνβιομηχανική υλοτομημένη ξυλεία (νοβοπαν mdf μοριοσανίδες κλπ), τατοξικά συντηρητικά ξύλου, το τσιμέντο Portland, τα χρώματα και άλλα επιχρίσματα που περιέχουν ρητίνες με πτητικές οργανικές ενώσεις, ορισμένα πλαστικά και ιδιαίτερα το πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC ή «βινύλιο») και τέλος αυτά που περιέχουνεπιβλαβείς πλαστικοποιητές ή ορμονικής δράσης σκευάσματα.

Τεχνικές φυσικής δόμησης

Πολλές παραδοσιακές μέθοδοι, τεχνικές και υλικά, αναβιώνουν σήμερα, όμως η σχετική δημοτικότητα των τεχνικών αυτών, διαφέρει από χώρα σε χώρα σε όλο τον κόσμο.

1.Πλιθιά (Adobe)

Μία από τις παλαιότερες μεθόδους δόμησης κτιρίων, το πλιθί ή Adobe, είναι το μίγμα αργιλοχώματος , άμμου και νερού.Μερικές φορές προστίθεται κομμένο άχυρο, άλλες ίνες ή κατσικότριχα για μεγαλύτερη ενίσχυση. Το μείγμα αναμιγνύεται και στη συνέχεια αφήνεται ναστεγνώσει στο επιθυμητό σχήμα. Συνήθως στη adobe διαμορφώνονται παραλληλεπίπεδα τούβλα που μπορούν να στοιβάζονται σε παλέτες αφού πρώτα στεγνώσουν στον ήλιο.Κτίζονται όπως τα ψημένα τούβλα. Υπάρχουν διάφορες συνταγές για την αναλογία άμμου και χώματος. Το καλύτερο χώμα για πλιθιά πρέπει να περιέχει 20- 30% από πηλό για να δέσει το υλικό καλά. Το υπόλοιπο ποσοστό είναι επί το πλείστον άμμος και μικρά χαλίκια. Με περισσότερο πηλό το μίγμα θα συρρικνωθεί υπερβολικά και θα κάνει ρωγμές, ενώ σε μικρότερη αναλογία θα τρίβεται και θα είναι σαθρό. Μερικές φορές το χώμα για πλιθιά σταθεροποιείται με μια μικρή ποσότητα τσιμέντου ή άσβεστη σκόνη 5-10%(σταθεροποιημένο χώμα) και μπορεί να επαλειφθεί με ασφαλτικό υδροδιαλυτό γαλάκτωμα ή με κόπρανα ζώων, για καλύτερη αντοχή στις καιρικές μεταβολές. Το μίγμα για τα τούβλα τοποθετείται σε καλούπια το οποία αποξεραίνονται στον ήλιο, ή συμπιέζονται σε χειροκίνητη ή υδραυλική πρέσα. Πλιθιά χρωματισμένα ή γυαλισμένα με φυσικό λάδι(λινέλαιο και κερί μέλισσας) και διαμορφωμένα σε πλάκες δημιουργούν ένα πανέμορφο, ελκυστικό και ανθεκτικό πάτωμα.

Για την προστασία των τοίχων και μείωση της συντήρησης, τα πλινθόκτιστα κτίρια έχουν συνήθως ένα μεγάλο γείσο που προεξέχει πριν την σκεπή και λιθόκτιστες βάσεις που φτάνουν 25-35cm πάνω από την επιφάνεια του εδάφους . Οι πλινθόκτιστοι τοίχοι μπορεί να σοβατιστούν με φυσικό χωμάτινο σοβά, με σταθεροποιημένο με ασβέστη χώμα ή και με απλό ασβεστοκονίαμα με αναλογία άμμου : ασβέστη 3:1 ή 4:1, τόσο για την εμφάνιση όσο και για την προστασία. Οι πλινθόκτιστοι τοίχοι έχουν μεγάλη θερμική μάζα, που σημαίνει ότι είναι αργοί στην μετάδοση της ζέστης ή του κρύου. Δεν είναι όμως ένα ιδιαίτερα καλό μονωτικό υλικό, και έτσι πρέπει να προστεθεί μόνωση κατά προτίμηση στο εξωτερικό,ή να κτιστεί ένας διπλός τοίχος με κενό χώρο ή κάποια μόνωση στο ενδιάμεσο. Τα παραδοσιακά πλινθόκτιστα σπίτια με παχιά τοιχώματα χωρίς μόνωση έχει αποδειχθείότι αποδίδουν καλύτερα σε περιοχές χωρίς σκληρούς χειμώνες ή όπου καθημερινά ήλιος είναι διαθέσιμος κατά τη διάρκεια των ψυχρών περιόδων. Τα πλίθινα κτίριαμε σωστά επιχρίσματα χρειάζονται γενικά πολύ λιγότερη συντήρηση από τα εκτεθειμένα. Σε μια προσπάθεια να προστατευθούν πολλά παλιά πλίθινα κτίριαέχουν σοφατιστεί εξωτερικά με τσιμέντο. Αυτή η μέθοδος έχει αποτύχει τελείωςγιατί όταν η βροχή διαπεράσει το τσιμέντο από κάποια σχισμή δεν μπορεί να εξατμιστεί εύκολα δεδομένου ότι το τσιμέντο εμποδίζει την διαπνοή. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το σκάσιμο του σοβά. Γενικά τα πλιθιά, κτίζονται με την ίδιαλογική με το τούβλο βέβαια πλεονεκτούν έναντι του Cob στην ταχύτητα κατασκευής αλλά μειονεκτούν στην συνοχή και τη στιβαρότητα του κτιρίου μιας και το Cob συμπεριφέρεται μονολιθικά.

2.Cob

Ο όρος cob χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα μονολιθικό σύστημα δόμησης που βασίζεται σε ένα μίγμα από πηλό, άμμο και άχυρο. Η κατασκευή δεν χρησιμοποιεί διαμορφωμένα τούβλα ή ξύλινο σκελετό. Είναι χτισμένη από το μηδέν συνήθως πάνω σε ένα απλό θεμέλιο. Διάφορες μορφές και σχήματα «λάσπης» έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλά μέρη του κόσμου για αιώνες, κάτω από διάφορες ονομασίες, από τουλάχιστον 10.000 χρόνια πριν στην κατασκευή κτιρίων. Είναι μία από τις πιο αρχαίες τεχνικές χτισίματος με γήινα υλικά, στην οποία , χρησιμοποιούνται τα χέρια και τα πόδια για να σχηματιστούν μάζες πηλού αναμεμιγμένου με άμμο και άχυρο οι οποίες τοποθετούνται η μία πάνω στην άλλη διαμορφώνοντας έτσι μονολιθικές κατασκευές με μεγάλη σταθερότητα. Η λέξη cob προέρχεται από μια παλιά αγγλική λέξη που σημαίνει σβώλος.

Όσο οι μάζες είναι ακόμη υγρές τοποθετούνται απευθείας με τα χέρια, χωρίς τη
χρήση εργαλείων ή καλουπιών, πάνω στα θεμέλια συνήθως από πέτρα, μέχρι να σχηματιστεί μια ενιαία στρώση, η οποία πρέπει να στεγνώσει και να στερεοποιηθεί σχετικά, ώστε να υποστηρίξει την επόμενη στρώση. Η ίδια τεχνική εφαρμόζεται διαδοχικά, ως το τελικό ύψος του τοίχου, που θα υποδεχτεί τη στέγη. Οι τοίχοι συνήθως, έχουν πάχος από 40 έως 60 εκ. Μια γενική συνταγή είναι : 1-2 μέρη χώμα, 3μέρη άμμος οικοδομής ή ποταμίσια , αρκετό άχυρο ή κατσικότριχα. Η αναλογία σεχώμα και άμμο είναι περίπου 1:3, το οποίο βέβαια ποικίλει, ανάλογα με την περιεκτικότητα του χώματος σε άμμο και άργιλο, η οποία καθορίζεται με συγκεκριμένα τεστ (μέθοδος μηχανικής ανάλυσης με το βάζο). Το κατάλληλο χώμα για να χρησιμοποιηθεί σε μίγματα cob πρέπει να περιέχει 25-45% πηλό.

Κτίρια από Cob άρχισαν να χρησιμοποιούνται στην Αγγλία πριν από το 13ο αιώνα, και αρχίζουν να αναβιώνουν ξανά την σημερινή εποχή. Η κατασκευή με Cob είναι μια από τις απλούστερες και λιγότερο ακριβείς διαθέσιμες τεχνικές κατασκευής κτιρίων, αν και απαιτεί συνήθως πολύ εργασία. Άλλο μεγάλο πλεονέκτημα του Cob είναι η πλαστικότητα και ευελιξία των μορφών. Μπορεί εύκολα να διαμορφωθεί και να πάρει οποιαδήποτε μορφή. Τα μίγματα Cob χρησιμοποιούνται επίσης σαν σοβάς εξομάλυνσης ή πλήρωσης σε διάφορες μεθόδους της φυσικών δόμησης , όπως το Adobe, οι γαιόσακοι, το cordwood ,και οι αχυρόμπαλλες. Η διαφορά του cob,από το κτίσιμο με πλίνθους συνίσταται στην ευκολία της κατασκευής και την ελευθερία του σχεδιασμού. Εφόσον δεν απαιτούνται ίσιες φόρμες ή καλούπια το ίδιο το υλικό οδηγεί σε οργανικά σχήματα: καμπύλοι τοίχοι, θόλοι και αψίδες.

Κτίζοντας με το Cob είναι μια εμπειρία παρόμοια με γλυπτική με πηλό. Τα γήινα σπίτια είναι δροσερά το καλοκαίρι και ζεστά τον χειμώνα. Η αντοχή τους σε μια μεγάλη γκάμα καιρικών συνθηκών τα κάνει άνετα και βιώσιμα στα πιο κρύα κλίματα αλλά και συνθήκες ερήμου. Οι τοίχοι με πάχος που κυμαίνεται από 40 έως και 60 εκατοστά έχουν τεράστια θερμική μάζα και επαρκή μόνωση ειδική για χρήση παθητικών ηλιακών συστημάτων θέρμανσης. Απαιτείται ελάχιστη πρόσθετη θέρμανση τον χειμώνα και καθόλου ψύξη ακόμη και τις πιο ζεστές μέρες.

Η αναγέννηση του cob ξεκίνησε στην Αμερική όπου απολαμβάνει μια συνεχώς αυξανόμενη δημοσιότητα όχι μόνο λόγω των παραπάνω αναφερομένων πλεονεκτημάτων αλλά και από την δυνατότητα που προσφέρει στον ιδιοκτήτη – κατασκευαστή να αποφύγει τατεράστια οικονομικά φορτία και τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται η αγορά κατοικίας.

Πλεονεκτήματα του cob

Έχει την μεγαλύτερη διαπνοή από οποιοδήποτε άλλο δομικό υλικό, γεγονός που
επιτρέπει την πολύ καλή εξισορρόπηση της υγρασίας στο εσωτερικό της κατοικίας. Πολύ μεγάλη θερμική μάζα και ικανοποιητική μόνωση. Η θερμότητα αποθηκεύεται στο υλικό και αποδίδεται σταδιακά. Εξισορρόπηση θερμοκρασίας, ώστε τα σπίτια να είναι δροσερά το καλοκαίρι και ζεστά τον χειμώνα. Λειτουργεί άριστα στη βιοκλιματική αρχιτεκτονική, με παθητικά συστήματα θέρμανσης και ψύξης και τεχνικές εξοικονόμησης ενέργειας.

Δεν προκαλεί μόλυνση ή άλλη επιβάρυνση στο περιβάλλον. Η ενέργεια που απαιτείται για να χτιστεί είναι περίπου το 1-2% της ενέργειας που απαιτεί η παραγωγή, μεταφορά και εφαρμογή των τούβλων ή του σκυροδέματος. Τα υλικά μπορούμε να τα παίρνουμε από τη γύρω περιοχή. Είναι πλήρως ανακυκλώσιμο υλικό, απόλυτα συμβατό με τη φύση.

Δημιουργεί μονολιθικές κατασκευές. Για το λόγο αυτόν, μια κατασκευή με cob και καμπύλους τοίχους,θεωρείται ότι έχει καλύτερη συμπεριφορά σε σεισμική δραστηριότητα από κατασκευές μη μονολιθικές. Είναι από τις πιο ανθεκτικές κατασκευές της αρχιτεκτονικής με χώμα. Η πρώτη ύλη είναι άφθονη στη φύση. Είναι ιδανικό για ιδιοκατασκευή και συλλογική δουλειά.

Περιορισμοί & θέματα που πρέπει να προσεχθούν

Η σύσταση του αργιλοχώματος, δηλ. η περιεκτικότητά του χώματος σε άργιλο (πηλό), & ιλύ , άμμο και πέτρες, δεν είναι ίδια από τόπο σε τόπο. Το χώμα δεν είναι τυποποιημένο υλικό. Επομένως, το σωστό μείγμα πρέπει κάθε φορά να ελέγχεται και να προστίθεται ότι χρειάζεται.

Για να εκδοθεί οικοδομική άδεια,σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στην Ελλάδα, πρέπει να υπάρχει ένας φέρων οργανισμός (π.χ. ξύλινος σκελετός). Τοιχοποιία από cob δεν επιτρέπεται να φέρει φορτία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως υλικό πλήρωσης.

Χρειάζεται προστασία από το νερό.Με κατάλληλα θεμέλια, στέγη και σοβά όμως, η συντήρηση που απαιτεί είναι ελάχιστη.

3.Κτίσιμο με καυσόξυλα (Cordwood)

H κατασκευή με καυσόξυλα είναι μια μέθοδος φυσικής δόμησης κτιρίων στην οποία μικρά κομμάτια αποφλοιωμένου δέντρου μήκους 30-50cm κτίζονται σταυρωτά με αρμό τοιχοποιίας (ασβεστοκονίαμα) ή μείγματα cob για την κατασκευή ενός τοίχου. Συνήθως τοποθετείται ένα ξύλινο πλαίσιο για να πληρωθεί με τα κτισμένα κομμάτια. Η τοποθέτηση του συνδετικού κονιάματος γίνεται σε δύο παράλληλες γραμμές εξωτερικά και εσωτερικά του τοίχου και το ενδιάμεσο διάστημα που σχηματίζεται γεμίζεται με μονωτικό υλικό, συνήθως περλιτη ή λεπτο τεμαχισμένο άχυρο. Η τοιχοποιία με cordwood μπορεί να συνδυαστεί με άλλες μεθόδους (π.χ. rammed earth , cobή vertical clayγια την παραγωγή ελκυστικού αισθητικού αποτελέσματος . Η μέθοδος αυτή παρέχει μια σχετικά υψηλή θερμική μάζα , η οποία βοηθά να ελαχιστοποιηθούν οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας.Έχει όμως υψηλό κόστος λόγω του ότι απαιτείται αρκετό ξύλο, εργαλεία και χρειάζεται στατικό σκελετό, ιδιαίτερα σε κατασκευές μεγάλης επιφάνειας. Συνήθως εφαρμόζεται κοντά σε νόμιμα υλοτομουμένα δάση και αυτό μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό μειονέκτημα.

4.Δομημένη- συμπιεσμένη γη (Pisé ή rammed earth ή χώμα σε καλούπια)

Η μέθοδος αυτή είναι τόσο παλιά όσο και το σινικό τείχος. Είναι αρκετά όμοια με
τα πλιθιά και το Cob διότι το μίγμα της είναι άμμος και πηλός. Η διαφορά είναι ότι το υλικό, το οποίο είναι απλό χώμα, ελάχιστα υγρό , συμπιέζεται σε καλούπια τα οποία συνήθως δημιουργούν πολύ συμπαγείς επίπεδες και κάθετες επιφάνειες. Το χώμα εξορύσσεται από το υπέδαφος και συμπιέζεται σε επίπεδα στο εσωτερικό ενός καλουπιού. Μετά τη συμπίεση, το καλούπι αποσυναρμολογείται και τοποθετείται σε νέα θέση πάνω από το τελευταίο επίπεδο του τοίχου που έγινε ή σε μια άλλη νέα θέση. ‘Έτσι το κτίριο χτίζεται κατά ύψος και κατά μήκος. Συνήθως χρησιμοποιούνται βάριά μηχανήματα για να μετακινήσουν και να συμπιέσουν το υλικό. Οι τοίχοι έχουν τουλάχιστον 35 εκατοστά φάρδος για να είναι σταθεροί και να έχουν ικανοποιητική θερμική μάζα. Ο τοίχος στη μέθοδο αυτή θα πρέπει να έχει μια βάση και μια στέψη. Δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με το έδαφος και θα πρέπει να προστατεύεται από τη βροχή. Θα πρέπει να στηρίζεται σε θεμέλια. Η πέτρα ή τομπετόν θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο των θεμελίων της βάσης και η στέψη θα μπορούσε να είναι από μέταλλο ή ξύλο. Είναι προτιμότερο να μονώνεται η εξωτερική πλευρά του κτιρίου για να διατηρείται σταθερή η εσωτερική θερμοκρασία. Πολύ συχνά το χώμα είναι σε μίγμα 10% μετσιμέντο ή σκόνη ασβέστη. Τα σπίτια που φτιάχνονται με καλουπωμένο χώμα έχουν μια πολύ σταθερή αίσθηση. Μειονεκτούν σε σχέση με τις περισσότερες άλλες φυσικές μεθόδους στο ότι απαιτούν επεξεργασία με μηχανικό εξοπλισμό ο οποίος ανεβάζει πολύ το κόστος. Από την άλλη μεριά βέβαια αυτό γίνεται προς όφελος της ταχύτητας. Το μίγμα είναι υγρό και συμπιέζεται με ειδικούς δονητές μέσα στα καλούπια σε διαδοχικές στρώσεις με πάχος 10-25cm.Το καταλληλότερο χώμα γι΄αυτή τη μέθοδο έχει μηχανική σύσταση 70% άμμος,& μικρά χαλίκια και 30% πηλός. Για τον μεταχρωματισμό των ζωνών προστίθεται στο έδαφος φυσικό χρώμα. Μετά την αφαίρεση των καλουπιών η κατασκευή αυτή μπορεί να διαρκέσει 1000 χρόνια.

5.Αχυρόσπιτα

Τα διάφορα χόρτα και τα άχυρα έχουν χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους για την οικοδόμηση από τα προϊστορικά χρόνια, σε όλο τον κόσμο. Η ανακάλυψη όμως της μηχανής που κατασκευάζει μπάλες άχυρου βοήθησε στην χρήση των αχυρόμπαλων σαν δομικό στοιχειό στην κατασκευή των σπιτιών. Το αχυρόσπιτο αποτελείται συνήθως από σειρές μπαλών από άχυρο που έχουν τοποθετηθεί ή μια πάνω στην άλλη, και όλες μαζί πάνω σε μια υπερυψωμένη βάση. Οι τοίχοι από αχυρόμπαλες είναι συχνά δεμένες πάνω σε ξύλινο σκελετό, από μπαμπού ή ξύλο, ήμε πλέγματα στις πλαϊνές επιφάνειες. Στη συνέχεια σοβαντίζονται με τσιμεντοκονίαμα, ή φυσικό σοβά με χώμα άμμο & πηλό. Το άχυρο σαν οικοδομικό υλικό αποτελεί ανανεώσιμη πηγή, έχει εξαιρετικές μονωτικές δυνατότητες,καλύτερες από οποιοδήποτε άλλο υλικό και είναι πολύ εύκολο στο κτίσιμο. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο να κρατηθεί το άχυρο στεγνό γιατί αλλιώς θασαπίσει. Γι΄αυτόν το σκοπό πρέπει οι τοίχοι από άχυρο να αναπνέουν. Επί πλέον κάθε διαρροή υγρασίας στον τοίχο έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή φθορά του.Τέλος τα έντομα και τα τρωκτικά είναι άλλοι πιθανοί εχθροί του άχυρου έτσι τα επιχρίσματα πρέπει να αντέχουν στις επιθέσεις τους.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες αχυρόσπιτων. Αυτά στα οποία οι τοίχοι δέχονται το βάρος της οροφής και αυτά που έχουν ξύλινο σκελετό.

Η κατασκευή τοίχων από άχυρο είναι εξαιρετικά γρήγορη ενώ το κόστος του που μπορεί να είναι σχετικά υψηλότερο από κάποιες άλλες πρακτικές, αξίζει σίγουρα τα λεφτά του λόγω της εξαιρετικής μόνωσης που παρέχει. Τέλος, λόγω της μηδενικής θερμοχωρητικότητας που έχουν οι τοιχοποιίες από άχυρο, δεν μπορούν ναχρησιμοποιηθούν για παθητικά ηλιακά συστήματα.

6. Άχυρο με πηλό (Vertical clay)
Το άχυρο με πηλό χρησιμοποιείται για τοιχοποιίες που δεν φέρουν φορτία. Κατασκευάζεται από άχυρα, κατά προτίμηση με μακριά ίνα τα οποία αναμιγνύονται με διάλυμα πηλού ο οποίος παίζει και τον συνεκτικό ρόλο.

Το άχυρο εμποτίζεται με πηλό ο οποίος είναι διαλυμένος σε νερό και στη συνέχεια συμπιέζεται σε καλούπια με μέγιστο ύψος 0,50 μέτρα. Μόλις το υλικό στεγνώσει χτίζουμε παραπάνω. Τα πλεονεκτήματα αυτής της μεθόδου είναι η ταχύτητα κατασκευής και η εξαιρετική θερμομόνωση. Στα μειονεκτήματα συγκαταλέγεται το υψηλότερο κόστος κατασκευής λόγω της ανάγκης χρήσης σκελετού στο κτίριο. Είναι η ιδανική μέθοδος για γρήγορη κατασκευή εσωτερικών τοίχων και άλλων στοιχείων στο εσωτερικό των σπιτιών.

7.Μέθοδοι Δόμησης με γαιόσακους (Earthbag)
SUPERADOBE & HYPERADOBE

Η κατασκευή κτηρίων με γαιόσακους (earthbags) φέρνει στο νου μας οχυρωματικά
έργα του στρατού. Από αυτόν έχουν χρησιμοποιηθεί σάκοι με άμμο για τη δημιουργία ισχυρών, προστατευτικών φραγμάτων για τον έλεγχο των πλημμυρών, για την αντιστήριξη πρανών σε δρόμους και για την δημιουργία κτηρίων προστασίας προσωπικού και εξοπλισμού. Εάν αντί άμμου χρησιμοποιηθεί αργιλόχωμα , το οποίο θα συμπιεστεί χειρονακτικά ή μηχανικά, καταλήγουμε στην μέθοδο των γαιοσάκων.

Σήμερα χρησιμοποιούνται σάκοι από πολυπροπυλένιο πυκνής ύφανσης, που έχουν καλύτερη αντοχή και διάρκεια, εφόσον το φως του ήλιου δεν αποδομεί το υλικό κατασκευής, με την δράση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Για μόνιμη προστασία των σάκων θα πρέπει να καλύπτονται οι κατασκευές ,με κάποιο είδος σοβά.

Οι τοίχοι των κτηρίων που κατασκευάζονται με αυτή την μέθοδο , είναι σταθεροί, έχουν αρκετό πλάτος, αντιστέκονται και αντέχουν σε όλων των ειδών τις αντίξοες επεμβάσεις πχ τις κακές καιρικές συνθήκες , φωτιά, σεισμούς υγρασία και μπορούν να κτιστούν απλά και γρήγορα με άμεσα διαθέσιμα υλικά που βρίσκονται εύκολα κοντά στον τόπο της κάθε οικοδομής.

Η μέθοδος των γαιοσάκων και η βελτίωσης της που λέγεται SUPERADOBE αναπτύχθηκε από τον αρχιτέκτονα Nader Khalili,του ινστιτούτου Cal-Earth, που βρίσκεται στην Καλιφόρνια. Αυτός ανέπτυξε νέες μεθόδους για τις κατασκευές κτιρίων με earthbag , και άρχισε να πειραματίζεται με σάκους με χώμα, άμμο, σκόνη ασβέστη και τσιμέντο (σταθεροποιημένη γη). Χρησιμοποίησε ως δομικά στοιχεία σάκους από πολυπροπυλένιο, και δημιούργησε τρούλους, θόλους και καμάρες κτηρίων ,τοποθετώντας αγκαθωτό σύρμα σαν συνδετικό δομικό στοιχείο μεταξύ των ζωνών των γαιοσάκων .

Οι ιδέες και οι μελέτες του Khalili για τα κτίρια με earth bags, καταλήγουν σε σπίτια με πολύ υψηλή αντοχή και πλαστικότητα μορφής, με ιδανικές συνθήκες για την ανθρώπινη διαβίωση, με πολύ χαμηλό κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας όμως και άλλες μεθόδους και τεχνοτροπίες φυσικής δόμησης.

Τα κτήρια που κατασκευάζονται με την μέθοδο αυτή δεν χρειάζονται στατικό σκελετό. Ο τρόπος τοποθέτησης των σακών μεταξύ τους, οι προεκτάσεις των τοιχίων στις γωνίες, και οι αποστάσεις των ανοιγμάτων (πόρτες, και παράθυρα) μεταξύ τους δημιουργούν μια στιβαρή ανθεκτική αντισεισμική κατασκευή , οι τοίχοι της οποίας μπορούν άνετα να αντέξουν το φορτίο της στέγης ή της οροφής.

Πιλοτικά κτήρια του έχουν κατασκευαστεί στην έρημο της Καλιφόρνιας στις ΗΠΑ έχουν αντέξει σε δόκιμες αντισεισμικότητας μέχρι 9,6 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ.

Για την θεμελίωση τους χρειάζεται ένα κανάλι διαστάσεων 60Χ40 εκ. βάθος, στο οποίο συνήθως τοποθετούνται σάκοι γεμάτοι με χόνδρο χαλίκι, ή σταθεροποιημένη γη ή σπάνια γεμίζεται με οπλισμένο μπετόν .

Οι υδραυλικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις τοποθετούνται εύκολα σκάβοντας τους στοιβαγμένους σάκους πριν το πρώτο στρώμα σοβά, και όλα το ηλεκτρομηχανολογικά δίκτυα διατρέχουν το δάπεδο.

Στην Super adobe αντί τσουβάλια χρησιμοποιείται δικτυωτός σωλήνας από πολυπροπυλένιο πυκνής ύφανσης και αγκαθωτό σύρμα σαν συνδετικό υλικό. Ο σωλήνας κόβεται σε τμήματα ανάλογα με το μήκος του στρώματος που θα τοποθετηθεί.

Για να καταστεί δυνατή η πρόσφυση μεταξύ των διαδοχικών στρωμάτων, τοποθετούνται μεταξύ τους, δύο ή τρεις, σειρές αγκαθωτό σύρμα, και για την καλύτερη πρόσφυση του σοβά, γίνεται καύση του πλαστικού σάκου στην επιφάνεια των τοίχων μετά την ολοκλήρωση τους, ώστε να αποκαλυφθεί το συμπαγές υλικό πλήρωσης.

Υπάρχει και μια νεότερη βελτίωση της μεθόδου SUPERADOBE που λέγεται
HYPERADOBE. Αυτή είναι η περισσότερο ευέλικτη μέθοδος φυσικής δόμησης. Μελετήθηκε και εφαρμόστηκε στην Βραζιλία από τον πολιτικό μηχανικό Fernando Soneghet Pacheco. Χρησιμοποιεί ένα αραιό δικτυωτό σωλήνα, με 20% μικρότερο πλάτος (35-40 cm), με πλέγμα παρόμοιο με το δίκτυ σκίασης, ο οποίος παράγεται από πολυπροπυλένιο υψηλής πυκνότητας. Το ίδιο υλικό χρησιμοποιείται σε σάκους φρούτων για συσκευασία. Αυτό οδηγεί ακόμα, σε αρκετά μικρότερο κόστος και ευκολία στην κατασκευή σε σύγκριση με τις προηγούμενες μεθόδους.

Με την μέθοδο αυτή έχει λυθεί πλήρως το πρόβλημα έλλειψης πρόσφυσης μεταξύ των διαδοχικών εδαφικών στρωμάτων, έχει βελτιωθεί πολύ, η ικανότητα πρόσφυσης του σοβά, και έχει μειωθεί η ποσότητα του χώματος που απαιτείται για το γέμισμα του σωλήνα. Έτσι έχουμε μεγαλύτερη ταχύτητα κατασκευής, ευκολότερη και λιγότερη εργασία και μεγαλύτερα κέρδη στην οικοδόμηση του κτιρίου, και τελικά μείωση του κόστους και αύξηση της αντοχής.

Η μέθοδος Hyperadobe είναι μια επαναστατική τεχνική για την κατασκευή τοίχων σε κτίρια στα οποία δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην αποτελεσματικότητα, το χαμηλό κόστος και την απλότητα. Τα στρώματα διαμορφώνονται στο χώρο του κτιρίου, και χτίζονται τοίχοι με υψηλή σταθερότητα,τοποθετώντας τη μια στρώση πάνω από τηνάλλη, στη σειρά καθ’υψος. Δεν απαιτεί εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό ήε ξελιγμένα εργαλεία υποστήριξης.

Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής, αποκαλύπτεται το συμπαγές υλικό πλήρωσης και επιτρέπεται πολύ καλύτερη πρόσφυση του κονιάματος του σοβά. Το εδαφικό μίγμα βγαίνει λίγο-λίγο έξω, μέσα από τις τρύπες του δικτυωτού σωλήνα, με αποτέλεσμα να υπάρχει καλύτερη φυσική πρόσφυση και μονολιθικότητα ,μεταξύ του ενός στρώματος και του άλλου, ακόμη και χωρίς τις σειρές του αγκαθωτού σύρματος, το οποίο είναι ακριβό, είναι δύσκολο να κοπεί , και δύσκολο να το πιάσεις. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τοίχου είναι ότι κατασκευάζεται από υλικό επιτρέπει στο κονίαμα του σοβά να προσφύεται πάνω του χωρίς καμία δυσκολία. Η κατανάλωση των πρώτων υλών, λόγω του μικρότερου πλάτος του δικτυωτού σωλήνα είναι περίπου 20% χαμηλότερη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα σημαντική μείωση της φυσικής προσπάθειας της εργασίας και εξοικονόμηση χρόνου για την κατασκευή, χωρίς όμως να χάσει σχεδόν τίποτα σε θερμομόνωση. Το πάχος του τοιχώματος, περίπου 35 -45 cm μετά απόσυμπίεση, είναι πλέον αρκετό για να εξασφαλίσει θερμική άνεση των ανθρώπων που κατοικούν μέσα στο σπίτι. Μετά τον εσωτερικό και εξωτερικό σοβά το τελικό πλάτος του τοίχου είναι μεταξύ 45&55cm.

Τελευταία έχουν παραχθεί δικτυωτοί σωλήνες αυτού του τύπου με διαφορετικά πλάτη, γεγονός που επιτρέπει την κατασκευή τοίχων με μικρότερα ή μεγαλύτερα τελικά πάχη (ιδανικά και για εσωτερικά χωρίσματα)

Καθώς ο ρυθμός της εργασίας είναι πολύ γρήγορος και πρέπει να χτιστεί στρώμα με στρώμα όλη περίμετρος της βάσης του κτηρίου και τα χωρίσματα του, είναι απαραίτητο ένα σύστημα, που επιτρέπει την πρόσβαση γρήγορα και με ασφάλεια προς τα ανώτερα τμήματα. Έτσι, μια σειρά από σκαλωσιές που μπορούν να τοποθετηθούν περιφερειακά, κατά μήκος των τοίχων, και μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθούν για ολόκληρο το έργο, είναι μια σημαντική προϋπόθεση για να είναι ευέλικτη και ασφαλής η κατασκευή.

Η τοποθέτηση του χώματος στο δικτυωτό σωλήνα μέσω του χωνιού

Ένας εργάτης κινείται ομοιόμορφα πάνω στον τοίχο, με το χωνί οδηγό στο χέρι, στο οποίο έχει περαστεί εξωτερικά κατάλληλο μήκος του δικτυωτού σωλήνα. Το άκρο του τελευταίου έχει δεθεί κόμπο και κρέμεται μέχρι την επιφάνεια του προηγούμενου στρώματος. Το χώμα μεταφέρεται με κουβάδες από τους βοηθούς στο σημείο που κατασκευάζεται ο τοίχος και τοποθετείται μέσα στο σωλήνα-χωνί. Στην συνέχεια με την βοήθεια του βάρους, ο σωλήνας γεμίζει ανεβαίνοντας προς τα πάνω. Μικρή ποσότητα από το χώμα βγαίνει έξω από το σωλήνα μέσω των οπών που έχει το δίκτυ. Αυτό είναι κρίσιμο, διότι αυτό είναι το συνδετικό υλικό μεταξύ των δυο διαδοχικών στρωμάτων. Ο χειριστής του σωλήνα-χωνιού με κάποιες κινήσεις προχωρεί μπροστά αφήνοντας πίσω του το σάκο που είναι πλέον γεμάτος.Έτσι έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο «κυλινδρικό λουκάνικο» . Από κάποια στιγμή και μετά ο χειριστής του χωνιού, θα είναι υψηλότερα στον τοίχο, από τους άλλους που βρίσκονται στο έδαφος. Έτσι, θα χρειαστούν ικριώματα & σκαλωσιές κατά μήκος του τοίχου που οικοδομείται. Επίσης άλλο ένα εργαζόμενος, πουθα περπάτα πάνω σε αυτά, θα παίρνει τους κουβάδες με το χώμα και θα γεμίζει μέσω του χωνιού τον δικτυωτό σωλήνα που κρατεί ο πρώτος χειριστής. Πάνω δηλαδή στην σκαλωσιά θα κινούνται μονό δυο άτομα. Αυτό είναι σημαντικό για λόγους ασφάλειας.

Συμπίεση

Το χώμα πρέπει να είναι υγρό όχι όμως λάσπη. Το υπερβολικά υγρό χώμα βγαίνει εύκολα μέσα από τις τρύπες του δικτυωτού σωλήνα σαν πηκτός πολτός .Η συμπίεση των κάθετων επιφανειών πρέπει να γίνεικαι προς τις δύο κατευθύνσεις εσωτερικά και εξωτερικά του τοίχου . Η οριζόντια συμπίεση πρέπει να γίνεται μόνο σε στρώματα που έχουν ήδη ευθυγραμμιστεί με τα προηγούμενα και με προσοχή ενώ είναι ακόμα υγρά.

Πρέπει να υπάρχει ένας εργαζόμενος με έργο την ευθυγράμμιση των στρωμάτων που άφησε ο χειριστής του σωλήνα χωνιού, πριν από την έναρξη της συμπίεσης. Ο χειριστής του σωλήνα χωνιού δεν μπορεί συνήθως να αφήσει απόλυτα ευθυγραμμισμένα τα στρώματα. Αυτή η ρύθμιση, πριν την έναρξη της συμπίεση ςείναι ζωτικής σημασίας για να διασφαλιστεί η σωστή ευθυγράμμιση του τοίχου. Σε αντίθεση με τα κτίρια με συμβατικό τούβλο, δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τις κατευθυντήριες γραμμές με σπάγκους που εξασφαλίζουν ευθυγράμμιση.

Πόρτες και παράθυρα

Οι πόρτες και τα παράθυρα θα πρέπει να σχεδιαστούν από πριν και να καθοριστεί η θέση τους πάνω στον τοίχο. Τα κασώματα των παραθύρων και των πορτών θα πρέπει να έχουν ήδη τοποθετηθεί στην τελική τους μορφή ευθυγραμμισμένα, με βαρίδι και αλφάδι. Προσωρινή υποστήριξη θα πρέπει να τοποθετηθεί για την αποφυγή πλευρικής συμπίεσης και την πρόληψη αποκλίσεων.Μπορεί να χρησιμοποιηθούν επίσης προσωρινά φόρμες ή καλούπια για να κάνουν τα τόξα και να αφαιρεθούν μετά από τη συμπίεση και την αποξήρανση του χώματος. Κατά τη στιγμή της τοποθέτησης των παραθύρων πρέπει το έργο να έχει σταματήσει, γιατί ξοδεύεται πολύς χρόνος σε αυτή τη ρύθμιση.

Πλάκα, Οροφή

Η τοποθέτηση της πλάκας κάλυψης θα πρέπει να ακολουθεί τα συμβατικά πρότυπα κατασκευής. Θα πρέπει να γίνει ένα φινίρισμα στο τελευταίο στρώμα του χώματος , με προσθήκη κατάλληλου υλικού. Αυτό συμβαίνει γιατί κατά κανόνα, χρειάζεται να προσαρμοστεί το τελικό επίπεδο δεδομένου ότι η τελευταία στρώση, συνήθως είναι σε διαφορετικά επίπεδα από το έδαφος, στα διαφορετικά τμήματα του τοίχου. Η διαδοχική τοποθέτηση σε στρώματα που δεν έχει πάντα ομοιόμορφη συμπίεση παράγει την παρατυπία αυτή.

Στέγη

Δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο που πρέπει να γίνει. Η οροφή της Hyperadobe είναι ένα πανομοιότυπο έργο με αυτό που θα μπορούσε να γίνει με οποιαδήποτε συμβατική κατασκευή .

Θολωτό Κτήριο

Μια από τις πιο παραδοσιακές χρήσεις της Hyperadobe είναι η εφαρμογή της σε θόλους. Ειδική μέριμνα, ωστόσο,θα πρέπει να ληφθεί στον ακριβέστατο έλεγχο των ακτινών του θόλου δεδομένου ότιτο πλάτος της σακούλας είναι λιγότερο στην Hyperadobe.Η επιφάνεια επαφής μεταξύ των διαδοχικών στρωμάτων και το κενό που έχουν το ένα στρώμα πάνω από ένα άλλο οριζόντια και εσωτερικά όταν αρχίζει να μορφοποιείται ο τρούλος είναι επίσης μικρότερη. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλούς θόλους. Οι τρούλοι μπορεί να γίνουν μόνο σε κυκλικά σχήματα βάσης. Οι τοίχοι πρέπει να είναι ευθύγραμμοι έως τουλάχιστον 1,60 μ.. Από εκεί, κάθε στρώμα πρέπει να τοποθετείται και μετατοπίζεται σε σχέση με τα παραπάνω, προς το κέντρο. Εάν αυτό το χάσμα είναι πολύ μεγάλο μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα του τοίχου.

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Σε αντίθεση με ό, τι φαίνεται, η Hyperadobe επιτρέπει την κατασκευή τοίχων που στέκονται καλά και έχουν καλό τελείωμα. Αν και η διαδικασία θυμίζει κάπως αγροτικό οικισμό, τα στρώματα του χώματος είναι δυνατόν, με ειδική φροντίδα, να πάρουν ορθές γωνίες, καμπύλες και ακριβείς μετρήσεις, και να δώσουν καλοφτιαγμένους και ευθύγραμμους τοίχους. Το πιο δύσκολο στοιχείο για την επιτυχία είναι η προσαρμογή των στρωμάτων, αλλά οι αποκλίσεις μπορούν να διορθωθούν κατά την διάρκεια ή και στο τέλος του έργου, ρυθμίζοντας ανάλογα το σοβάντισμα. Η ευθυγράμμιση με τα χέρια κάθε στρώματος που μόλις τοποθετήθηκε, και γίνεται από το αρμόδιο εργάτη , είναι απαραίτητο να καθοριστεί επακριβώς, και η συμπίεση να γίνει με αλφάδι και βαρίδι με τον τοίχο ακόμα υγρό, ώστε εάν η συμπίεση δεν είναι τέλεια, με το σοβά να αφαιρεθεί οποιαδήποτε ατέλεια, ώστε να εξασφαλιστεί τέλειο φινίρισμα της επιφάνειας.

Συμπερασματικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι η δόμηση με την Hyperadobe είναι μια δια βίου μάθηση. Αυτή είναι μια πολύ γρήγορη και εντατική τεχνική στην οποία παίζει σημαντικό ρόλο το ανθρώπινο δυναμικό. Κάθε ομάδα πρέπει να αναπτύξει μια συνεπή και αποτελεσματική λειτουργία, που θα είναι ανάλογη : με τις καιρικές συνθήκες, με τον αριθμό των ατόμων, την διαθεσιμότητα τους , τα ατομικά τους ταλέντα, την ποιότητα των πρώτων υλών και των εργαλείων,και τον απόλυτο συντονισμό όλης της ομάδας εργασίας. Κάθε έργο είναι διαφορετικό και θα είναι πάντα μια ευκαιρία για την ανάπτυξη νέων εργαλείων, νέων μεθόδων λειτουργίαςκαι διαχείρισης των φυσικών πόρων. Είναι μια μέθοδος όπου τα πάντα μπορούν ακόμα να τελειοποιηθούν. Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι η Hyperadobe διακρίνεται για την απλότητα της υλοποίησης, την ταχύτητα εκτέλεσης του έργου,την ευελιξία να προσαρμογής στις διαφορετικές καταστάσεις, το χαμηλό κόστος,την αντοχή και απαράμιλλη άνεση στις δημιουργούμενες συνθήκες διαβίωσης.

Κείμενο από την εισήγηση στο περιβαλλοντικό πάρκο «Βιότοποι Κρήτης» που έγινε τον προηγούμενο μήνα από Σακελλάρης Γιώργος

Πηγή

apenantioxthi

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ 2010 Σιωπηλές πλατείες

24 Ιούνιος, 2010

Σιωπηλές πλατείες

(A μέρος)

Σκέψεις για την ελληνική πλατεία (A μέρος)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Η πλατεία αποτελεί τον κοινόχρηστο χώρο που χαρακτηρίζει τις ελληνικές πόλεις και τους ελληνικούς οικισμούς. Εξυπηρετεί ανάγκες λειτουργίας του δομημένου χώρου, αλλά και κοινωνικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικολογικές ανάγκες. Λόγω της αποστολής της και των αξιών που κουβαλά (ιστορικών, κοινωνικών, πολιτιστικών κ.ά.), συμβάλλει -συνδυαστικά με τον περίγυρο- στη δημιουργία πολιτισμικού τοπίου, γεγονός που υποδηλεί τη σημαντικότητα τής παρουσίας της για τη συνέχεια ενός βασικού συνόλου, που διαμορφώνει ποιότητα και προοπτική.

Η πλατεία φτιάχτηκε για να λειτουργεί και να παράγει. Φτιάχτηκε για να είναι τόπος κι όχι χώρος1. Είναι το ανοικτό πεδίο, το κενό, το ξάγναντο, το διέξοδο, το άφορτο, ο ανασασμός. Ταυτόχρονα αποτελεί πεδίο δραστηριοποίησης των ανθρώπων, τόπο συνεύρεσης, συναναστροφής, αναψυχής κι ανεμελιάς. Είναι τόπος λόγου, πράξης, παραγωγής, άσκησης πολιτιστικής, πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας, πεδίο δράσης, αγώνων κι ανάπτυξης ιδεών. Είναι, γι’ όλα αυτά, το τοπόσημο που ανάχθηκε σε σύμβολο. Τούτο, που προέκυψε ως ανάγκη παραγωγής στο πεδίο2, αποτέλεσε το στοιχείο που έκαμε εμβληματική την ελληνική πλατεία (του 19ου αιώνα και του μεγαλύτερου μέρους του 20ου), γιατί την ταύτισε με γεγονότα, με ιδέες, με παραστάσεις, με καταστάσεις, με βιώματα, με πράξεις και συνήθειες. Το χαρακτηριστικό κτίριο (συνήθως, ο ναός ή το δημαρχείο) ή το μνημείο σε αυτήν και ο συγχρωτισμός τους με τον περίγυρο, απέδωσαν στην αστική πλατεία μια κεντρικότητα στο χώρο -που, σε αρκετές περιπτώσεις συνδυάστηκε με μνημειακότητα ή μεγαλοπρέπεια-, κάτι που ενίσχυσε την έννοια του τοπόσημου, πολύ δε περισσότερο του συμβόλου, που της αποδώθηκε.

Φωτ.: Πολιτικό δρώμενο σε αστική πλατεία. Συγκεκριμένα, συγκέντρωση στην πλατεία Ομονοίας στη γενική απεργία του Φεβρουαρίου του 1987 (αρχείο Ιστορίας Συνδικάτων).

Πάμε πλατεία;3

Η ετυμολόγηση της έννοιας «πλατεία», ως «πλατύς δρόμος, πλατιά οδός»4, τόπο ροής, κίνησης, διέλευσης -προφανώς κατά τις αρχές του λειτουργισμού (φονξιοναλισμού)-, γρήγορα ξεπεράστηκε, λόγω του ρόλου που στην πορεία απέκτησε, ως πεδίο ανθρώπινης παραγωγής -όπως αυτή κάθε φορά εννοούνταν. Το ζήτημα που σήμερα τίθεται, αφορά το ρόλο της πλατείας σε σχέση με το παρελθόν της. με άλλα λόγια, ποιο το παρόν και το μέλλον της, σε σχέση πάντα με την αποστολή της στο χώρο. Η πλατεία εξακολουθεί να «παράγει» όπως παλιά; Εξακολουθεί ν’ αποτελεί το ξάνοιγμα στο φτιαχτό χώρο, το κενό που γεμίζει με ανθρώπους, με ιδέες και δραστηριότητες; Έχει ρόλο στη λειτουργία της πόλης και της κοινωνίας, κι αν ναι, πώς εννοείται και πώς πραγματώνεται;

Ο νεολογισμός «πάμε πλατεία;»5, δύο πράματα μπορεί να σημαίνει. Αφενός χαρακτηρίζει συμπεριφορές ανθρώπων, ενδεικτικές του τρόπου της ζωής τους, όπου η ελαφρότητα, η αργία, η ευδαιμονία, η μακαριότητα βρίσκουν πεδίο έκφρασης (και) στο χώρο της πλατείας. Αφετέρου εννοείται ως ενσυνείδητη προτροπή για κοινωνικότητα και χορεία. Στην όλβια ακινησία της ανέγνωμης μάζας λοιπόν, αντιπαρατίθεται, μεμίγνεται ή παραλλήλως υπάρχει η ενέργεια της ζώσας κοινωνίας, που θέλει να εκφραστεί επικοινωνώντας κι όχι απλά συνευρισκόμενη. Τα παραπάνω συνθέτουν απλά την έκφραση στο δημόσιο χώρο, που, τελικά, αποτελεί τον καθρέπτη της κοινωνίας.

Φωτ.: Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα ως «πλατειά οδός».

Η αλλοτινή αστική πλατεία6 αποτελούσε πεδίο δραστηριοποίησης του ανθρώπου, αποτελούσε θα λέγαμε πεδίο ενέργειας, μέρος στο οποίο «ασκούνταν» ως ον κοινωνικό και πολιτικό. Ήταν σημείο αναφοράς, ήταν αφετηρία, πορεία και τέρμα ενεργειών, κέντρο-εστία του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού βίου του7. Οι επαναστάσεις στις πλατείες, οι συγκεντρώσεις σε αυτές, οι ατέλειωτες πολιτικές συζητήσεις στα ανθρώπινα πηγαδάκια των άοκνων αγορητών, οι συναντήσεις, οι συνευρέσεις εκεί, οι συνεχείς περιδιαβάσεις και το «λιώσιμο» των πλακών από τους επίμονους περιπατητές, δεν αποτελούσαν τίποτε περισσότερο από εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής του τοτινού αστού, που ικανοποιούσαν βασικές του ανάγκες: της συναναστροφής, της συλλογικότητας, της συνεύρεσης, της επικοινωνίας, της επαφής, της γειτονίας. Είχε, συνεπώς, βαθύτερο λόγο η ανθρώπινη παρουσία στις πλατείες, δεν τις γέμιζε απλά: τις πλάταινε, τις βάθαινε. Οι πλατείες, έτσι, μιλούσαν, αντηχούσαν, είχαν ενέργεια. κι αυτό γιατί ήταν κατάφορτες με γεγονότα, με παραστάσεις, με βιώματα, με συναισθήματα, με αξίες. Εκεί, στο κενό της πόλης, στο άνοιγμά της, μπορούσες ν’ ανασαίνεις κι ελεύθερος να αισθάνεσαι. να επικοινωνείς, να εκφράζεσαι, να δρας. Αυτή ήταν η χρήση, αυτός κι ο ρόλος της πλατείας παλιά, ένας ρόλος ουσιαστικός, τον οποίον η ελληνική κοινωνία είχε πολύ εκτιμήσει.

Φωτ.: Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, κατακλυσμένη από τραπεζοκαθίσματα το 1956 (χαρακτηριστική φωτογραφία του Δ. Α. Χαρισιάδη, αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Από την άλλη πλευρά, η σημερινή αστική πλατεία, λίγο «ανασαίνει», λίγο «μιλά». Άνθρωποι σιωπηλοί, τραγικοί -οι μετανάστες της απόγνωσης-, την καταλαμβάνουν, άνθρωποι λίθινοι, σκιές, γρήγοροι στανικοί διαβάτες, την προσπερνούν. Τα αναψυκτήρια, τα εστιατόρια, τα καφέ-μπαρ κ.ά. την πνίγουν, μέρος κι αυτά ενός ανούσιου, ψυχρού -επιχειρηματικού κατά το πλείστον- σκηνικού, στο οποίο οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, δε λογιάζουν, απλά ανεμελούν, απλά αδιαφορούν, απλά υπάρχουν, σκοτωμένοι από το δράμα των καιρών, σ’ έναν χώρο που κατά συνθήκη τον αποδέχονται. θα μπορούσαν για τον ίδιο λόγο να βρίσκονται κι αλλού. Η απουσία επικοινωνίας, ο μη διάλογος -αφενός του ανθρώπου με τα γύρω του, αφετέρου μεταξύ των στοιχείων που συνθέτουν το χώρο-, διαμορφώνουν μιαν αδιάφορη κατάσταση, στην οποία κυριαρχεί η κενότητα (η έλλειψη επικοινωνίας, η έλλειψη συναισθημάτων, η έλλειψη δράσεων κ.ά.) Η κενότητα, ως αφηρημένη γεωμετρική έννοια που είναι, γεμίζει το χώρο και τον χαρακτηρίζει. Στον ασφυκτικά περικλεισμένο χώρο, εξαντλείται κατά το μάλλον ή ήττον και η ιδέα του ανοικτού πεδίου, του ξάγναντου, αφού τα υπερμεγέθη για την κλίμακα της πλατείας κτίρια, την περισφίγγουν κατά τρόπο που η θέαση του ουρανού να εκλαμβάνεται ως οπή στο γκρίζο σκίαστρο της πόλης.

Οι σημερινές αστικές πλατείες, όπως και άλλες μορφές κοινοχρήστων αστικών χώρων, μετατρέπονται σε πεδία άσκησης επιχειρηματικών κι εμπορικών δραστηριοτήτων, με την κατασκευή -φαραωνικών διαστάσεων συνήθως για τη μικρή χωρική κλίμακα του ανοικτού πεδίου- αναψυκτηρίων, εμπορικών κέντρων, εγκαταστάσεων που μόνον κατ’ όνομα εξυπηρετούν τον αθλητισμό ή τον πολιτισμό κ.ά., μ’ αποτέλεσμα -εμμέσως πλην σαφώς- να χάνεται η πρωταρχική-ουσιαστική χρήση τους και ο προορισμός τους. Τούτο οδηγεί σε ιδιότυπη ιδιοποίηση του κοινόχρηστου χώρου, με παράλληλη αμφισβήτησή του ως δημοσίου αγαθού, αφού η ανταλλακτική αξία που του αποδίδεται, τον καθιστά πεδίο δραστηριοτήτων ιδιωτικοοικονομικής φύσης. Η ευρύτατη και -δυστυχώς- μη συνειδητοποιημένη ανατροπή που επιφέρεται, έχει να κάμει με τη φύση των σχέσεων που αναπτύσσονται στον κοινόχρηστο χώρο, αφού ο δέκτης-κοινωνός άνθρωπος μετατρέπεται σε πελάτη-καταναλωτή και περιβάλλεται με τα κριτήρια της ιδιωτικότητας και του κέρδους. Εντέλει, το δικαίωμα να δρας ως πολίτης, ασκώντας τα πολιτικά σου δικαιώματα στο δημόσιο χώρο, αντικαθίσταται από το δικαίωμα του πελάτη, βάσει του οποίου αναπτύσσεται σχέση συναλλαγής με αντικείμενο το εμπορικό-υλικό αγαθό, κάτι που οπωσδήποτε λειτουργεί καταχρηστικά έως κατασταλτικά στη λειτουργία του κοινοχρήστου χώρου ως δημοσίου αγαθού και στην απόλαυσή του ως τέτοιο8.

Φωτ.: Η μικρή πλατεία των Τριών Ναυάρχων στην Πάτρα κατειλημμένη σχεδόν στο σύνολό της από ταβέρνες και καφετέριες.

Είναι χαρακτηριστικό, ως μια πιο light εκδοχή της πλάνης της σύγχρονης αστικής πλατείας (ή της ανθρώπινης απόγνωσης;), το γεγονός που παρατηρείται, ότι πολλές -συνοικιακές κυρίως- πλατείες μετατρέπονται σε παιδότοπους, μετατρέπονται σε γήπεδα ποδοσφαίρου, σε αλάνες κατά μία έννοια (λόγω έλλειψης, προφανώς, αθλητικών χώρων στη γειτονική αστική περιοχή), απογινόμενες έτσι, αποκλειστικά πεδία διοχέτευσης της εγκλεισμένης ενέργειας των ελληνοπαίδων, πεδία χρήσης δηλαδή κι εξυπηρέτησης συγκεκριμένης ανάγκης, κι όχι πεδία παραγωγής, όχι πεδία παίδευσης, κατατριβής και κοινωνικής επαφής, όχι πεδία αναψυχής. Έτσι η αστική πλατεία παύει να είναι πολυλειτουργική, παύει να είναι πολλαπλώς χρηστική, αφού μία χρήση της (αυτή του παιχνιδιού) γίνεται κυριαρχική κι ενεργείται σε βάρος των άλλων9.

Η αστική πλατεία σήμερα δεν είναι βουλή10, δεν είναι θώκος, δεν είναι αυλή (με την έννοια της συμμετοχής των ανθρώπων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με την έννοια της γειτονίας). Είναι πεδίο, είναι πλάνο, είναι οδός. Δεν εξασκεί, δεν παιδεύει. κρυερά τέρπει, πληκτικά ξοδεύει, αόριστα υπάρχει.

Ο αντίθετος ισχυρισμός θα υποστήριζε τα εξής: η πόλη άνοιξε, χώρεσε τα πάντα μέσα της, τα ενέταξε, τα έκανε μέρος της, χωρίς να απαιτείται η διακριτή χρήση των κενών για να εκφραστεί. Τα στέκια, οι γειτονιές, οι αυλές, οι παρέες έχουν μετουσιωθεί (θα ήταν ορθότερο να λέγαμε ότι έχουν εξαφανιστεί) και δε θεωρείται πλέον ο δημόσιος χώρος λειτουργικό πεδίο άσκησης κοινωνικότητας, πολιτικής διαπάλης ή αναψυχής. Η συλλογικότητα, η επικοινωνία, η επαφή απαιτούν πλέον τη χρήση μέσων (ηλεκτρονικών ή μηχανικών) για να εκφραστούν, αφού τα χαρακτηρίζει η ευρύτητα, η απόσταση, η διάχυση, η συνεχής αναζήτηση. Ο στενός ορίζοντας ενός πεδίου (του δημοσίου χώρου) φαντάζει εξαιρετικά μικρός και περιοριστικός για τα τόσα που πρέπει να ειδωθούν και να εκφραστούν. Ας απελευθερωθούμε λοιπόν, ας πετάξουμε. Και σε τελική ανάλυση, θέλουμε φρούρια, θέλουμε κάστρα εντός της πόλης; Θέλουμε μικρές ουτοπίες σ’ έναν κόσμο που τον ρεαλισμό του ζει και προχωρά;

Η τεχνοκρατική (η νεωτερική) αντίληψη παραγωγής πόλης, παραπέμπει στη σκόρπια πόλη, που της αποδόθηκε (με σκωπτική διάθεση βεβαίως) ο όρος μετάπολη (Γ. Σημαιοφορίδης, 1998). Η πόλη πρέπει να «χυθεί», να απλωθεί, να φύγει μπροστά, χωρίς τείχη και φραγμούς. Πρέπει να πάψει να φυγομαχεί με τα όριά της, πρέπει ν’ αφεθεί. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες προσπάθειες ρήξης με το παρελθόν, αλλά και με το παρόν της πόλης, κρίνονται επιβεβλημένες. Όχι στην παραδοσιακή «ασφυκτική» πόλη, με τους δαιδάλους της και τ’ αδιέξοδά της, στην οποία το (κάθε) άνοιγμα (ο ελεύθερος χώρος) φαντάζει ως σωτηρία. Όχι στην προσκόλληση στο παρελθόν σ’ ότι αφορά στη δημιουργία, όχι στη συνέχεια. το νέο δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο παλαιό, η δημιουργία πρέπει ως γέννημα ν’ αναφανεί -αντί της μετάπολης, ο καθηγητής Δημήτρης Φατούρος προτείνει την πολυ-πόλη, η οποία είναι πολύ-πολική (οργάνωση κατά πόλους μικροπόλεων), με διαφορετικούς βαθμούς και τρόπους συγκρότησης.

Νάναι άραγε λόγος αυτός, που η πλατεία γνωρίζει την απαξίωση; Νάναι ότι πρεσβεύει -η αντίστασή της στη σύγχρονη πόλη, στο status της αταξίας ή της σκόρπιας οργάνωσης που επιδιώκεται-, αυτό που την κάμει ουτιδανή; Ο δημιουργός προχωρά καταιγιστικά. Ως υπέρβαση, ως επανάσταση το εννοεί. όμως, μην η τολμητία του είναι προϊόν της σύγχυσής του; Μην παρανοεί εξωθώνοντας το δημιούργημα στα όριά του, ξεπερνώντας τις αντοχές του συστήματος, υπερβαίνοντας τα μέλλοντα;11.

Φωτ.: Πλατεία Αγ. Μελετίου Σεπολίων στην Αθήνα. Ο νέος ναός (επάνω φωτογραφία) «πήρε» μέρος της κατάφυτης μικρής πλατείας, ενώ και ο παλαιός (κάτω φωτογραφία) παρέμεινε! Το αποτέλεσμα είναι να υφίστανται δύο ναοί στην πλατεία. Ελληνικό φαινόμενο;

Η επιστροφή στις ρίζες, σ’ ένα πρωτογενές θεμελιακό αξιακό σύστημα, παραγωγής και συντήρησης μικρών ελπίδων, μήπως τελικά διαμορφώνει την προοπτική μας; Ναι, λοιπόν, στις μικρές ουτοπίες -εάν έτσι τις θεωρήσουμε-, γιατί το όνειρο συντηρούν, γιατί το κρατούν ζωντανό: το όνειρο της λύτρωσης. Μια ποιότητα, ένα σκαλί κάθε φορά είναι η λύτρωσή μας, γι’ αυτό και πρέπει όρθιο να κρατείται ότι σε τούτο κατατείνει. Ο Le Corbusier είχε σοφά πει στη Χάρτα των Αθηνών: «Η πόλη, επειδή είναι μια «μικρή πατρίδα», είναι φορέας ενός ήθους που είναι αξεδιάλυτα δεμένο μαζί της». Το ήθος της πόλης λοιπόν πρέπει να διαφυλάξουμε, γι’ αυτό και τις ποιότητές της δεν πρέπει να καταστρέψουμε. Όχι στους ξερότοπους, όχι στους πνιγηρούς τόπους, τους υπόδουλους, που η σύγχρονη πόλη θέλει να προβάλει ως ικανούς για τη λειτουργία της. Όχι στην αφομοίωση που σβήνει την ομορφιά, που τη διαλύει κάτω από το φάσμα της σιδηράς, ψυχρής εξουσίας της. Στους τόπους τους μικρούς, η ελπίδα υπάρχει ως αντίσταση στη σκληρή, απόλυτη πόλη. Στους τόπους αυτούς, τους δημόσιους, μια συνείδηση χρέους θα πρέπει ν’ αναπτυχθεί. Μια συνείδηση που θα τους προστατεύσει, θα τους ανάγει, θα τους κάμει ιδικούς μας. Ναι, εντέλει, στα κάστρα εντός της πόλης, εάν σε τούτο οδηγούν: στο να γίνεται η πόλη περισσότερο ανθρώπινη, λιγότερο σκληρή, περισσότερο ζεστή κι άμεση. Χρειάζονται να υπάρχουν ως πηγές, ως ανάσες, ως αντίσταση. κι άμποτε να έλθει η μέρα, η ανθρώπινη πόλη να τα δεχθεί ως μέρος της, γιατί η ίδια, παρά τα όσα υποκριτικά ισχυρίζεται, τα αποβάλλει και τα φτονεί.

Ας δούμε και τούτον τον ισχυρισμό: οι καιροί έχουν αλλάξει, ο κόσμος τρέχει διαρκώς κι ακαταπαύστως, δαπανάται σε συλλογισμούς κι έγνοιες, αποσπάται σε θεάματα, ζει την έντασή του και φαίνεται -στο υλικό του πάθος- να την απολαμβάνει (sic). Ποία η χρεία της «νωχελικής» πλατείας λοιπόν, σ’ έναν κόσμο που η συνεχής δραστηριότητά του δεν του αφήνει χρόνο να αισθανθεί, να νιώσει το χώρο, πολύ δε περισσότερο να τον βιώσει; Γιατί η πλατεία να του είναι αναγκαία, όταν τα ελαφρά που τον αλαφρώνουν -και τού είναι σημαντικά στην πυρετική του ζήση-, τα βρίσκει στο άμεσο προσωπικό του πεδίο -τις περισσότερες φορές, με το πάτημα ενός κουμπιού- ή στις καθιερωμένες μορφές διασκέδασης, χωρίς ο ελεύθερος χώρος να του κινεί το ενδιαφέρον να τ’ αναζητήσει σε αυτόν; Υπό τούτη την έννοια, η πλατεία αποκτά την κυριολεκτική της σημασία, ως «πλατιά οδός» -πατιέται, δεν περπατείται-, γι’ αυτό κι ο άνθρωπος αδιαφορεί για το μέλλον της. η πλατεία αφήνεται στην τυχαιότητά της ή στην κακουργία των διαχειριστών της.

Όμως, πόσο ανέλπιστα αποζητιέται όταν οι αποκαμωμένοι αστοί συνειδητοποιήσουν τ’ αδιέξοδά τους, όταν η φθορά κινήσει βαθιά τους συναισθήματα και τους συγκινήσει, όταν η δολία ισοπέδωση παρασύρει κι αυτούς και νιώσουν απειλητικό τον κίνδυνο του πνιγμού στο τίποτα!.. Τότε θα επιζητήσουν το άϋλο, το απλό, το μικρό. Στο άφορτο, στην απλωσιά, στο ξάγναντο η ελπίδα. Εκεί όπου η ζωή εκφράζεται, σε χώρους ανθρώπινους, τους δημόσιους χώρους, το μέλλον…

Η σύγχρονη αστική πλατεία ως μη-τόπος

Γιατί θεωρούμε τη σύγχρονη αστική πλατεία ως μη-τόπο; Γιατί πικρά τη βλέπουμε; Γιατί σκληρά την κρίνουμε; Η απάντηση απλή: η σύγχρονη αστική πλατεία έχασε την ουσία της, έχασε την ψυχή της. Άχνωτη, κενή, παράταιρη στο σημερινό γίγνεσθαι -στο κατεστημένο της οικτρής υποταγής στη σκλήρυνση των καιρών-, αποξενωμένη από τα γύρω της, από την ιστορία και το φάσμα της, απομεμακρυσμένη από την αποστολή της, παραδέρνει στο υπόφαιο σκότος της εγκατάλειψής της.

Ας αναρωτηθούμε: Ποια η αξία ύπαρξης πλατειών χωρίς τους ανθρώπους της; Ποιος ο λόγος ύπαρξης του κενού όταν δε γεμίζει με ζωές. που όμορφα το πληρούν χωρίς να το κάμουν φορτικό. Οι σκιές, οι άψυχες ζωές -οι άδειες, οι χωρίς ενέργεια-, δεν το γεμίζουν, το αφήνουν τραγικά αδειανό. Ο χώρος απαιτεί πλήρωση, θέλει ενέργεια για να γεμίσει. Η έλλειψη αυτής, βαθαίνει το κενό, ανοίγει το χάσμα του.

Όταν ο χώρος διεκδικείται (κι «αξιοποιείται»!) ως τέτοιος κι όχι ως τόπος, τότε το σχήμα δε γεμίζει και δεν υψώνεται, δε μετουσιώνεται σε σώμα, και η αποστολή του κενού -στο να γεμίσει με ζωή-, έχει αποτύχει. Στην πόλη, μπορεί να δημιουργούμε κενά, που αποκτούν τα τυπικά -χωρικά και λειτουργικά- χαρακτηριστικά για να θεωρηθούν πλατείες, όμως, όταν αυτά δεν αποτελούν μέρος του ανθρώπινου γίγνεσθαι, του «λειτουργείν» και του «παράγειν», όταν αξιακά παραγράφονται και δεν εντάσσονται ενεργά στον κόσμο -και το βίο- του ανθρώπου, τότε παραμένουν -τραγικά- κενά.

Πότε ο χώρος γίνεται τόπος; Πότε το σχήμα γίνεται σώμα; Ο καθηγητής Ν. Κ. Μουτσόπουλος προσδιόρισε τον χώρο ως «τον τόπο που «χωράει», αλλιώς θα ήταν «αδιαχώρητος»»12. Όταν ο χώρος γεμίζει με ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, με συναισθήματα, με οράματα, με προσδοκίες, με όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος με αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, όταν -θα προσέθετα- είναι γεμάτος με ψυχές, τότε γίνεται τόπος (Στεφάνου Ι., 2005). Ο Marc Auge καθόρισε ως μη-τόπο το χώρο που δεν είναι ανθρωπολογικός, καθότι οι ανθρωπολογικοί χώροι δημιούργησαν έναν οργανικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων και των στοιχείων του χώρου, που διαχέεται σε αυτόν και τον καθορίζει (M. Auge, 1992). Όλα συνεπώς που κάμουν το χώρο να «μιλά», ν’ «ανασαίνει», κείνα που τον κάμουν ζωντανό, που τον γεμίζουν με περιεχόμενο, τον κάμουν τόπο.

Φωτ.: Που εχάθη η Ακρόπολη; Με το τοιχίο της αναμορφωμένης πλατείας Ομονοίας το 2002, εχάθη η θέα της Ακρόπολης από τη λεωφόρο της 3ης Σεπτεμβρίου. Παράδειγμα υποβάθμισης του αστικού ελεύθερου χώρου εξαιτίας της αναμόρφωσής του. Υπογραμμίζεται ότι η επιλογή της συγκεκριμένης θέσης κατασκευής της πλατείας Ομονοίας αποσκοπούσε στο να γίνεται ορατή από το σημείο αυτό η Ακρόπολη, ως έχουσα από εκεί την καλύτερη γωνία θέασης.

Τόπος είναι το δημιουργημένο, το ανθρώπινο. μια -κατά το μάλλον ή ήττον- ολότητα. ολότητα ζωής, ιστορίας, μνήμης, τέχνης (πολιτισμού γενικότερα), μύθου, κοινωνικότητας. Είναι το παραγόμενο που φτιάχτηκε για να μιλά, για να είναι ζωντανό, για να προσφέρει, για να αντλεί και να εκπέμπει. Ως τέτοιο έχει αξία, ως τέτοιο έχει αποστολή. Εάν αποφεύγεται, εάν για κάποιο λόγο μεταπίπτει σε αχρησία, εάν απαξιώνεται στη συνείδηση των δημιουργών του (του λαού, δηλαδή) και μεταπίπτει σε έρημο, τότε παύει να είναι ζωντανό, παύει να έχει αποστολή. Παύει, συνεπώς, να είναι τόπος, αφού ως δημιουργία αρχικά θεωρήθηκε, έπαυσε όμως στη συνέχεια ως τέτοια να υφίσταται13.

Ο άνθρωπος απουσιάζει από τις σημερινές αστικές πλατείες. Τις πατά, τις προσπερνά, δεν τις περπατά -«…στις σύγχρονες πόλεις έχει χαθεί το περπάτημα», διαπίστωνε το έτος 1943 ο εμβληματικός αρχιτέκτονας Le Corbusier στην πρώτη έκδοση της Χάρτας των Αθηνών. Τις διέρχεται, δεν τις περιηγείται. Η κίνηση και η στάση τις χαρακτηρίζει, στα πλαίσια όμως της πόρεψης, της περιπέτειας του ανθρώπου στους δαιδάλους της σύγχρονης πόλης. Η προσπελασιμότητα είναι το επιζητούμενο σε αυτές. γι’ αυτό και φροντίζεται ως αξιοθέατα να δομούνται. Δια τούτο, η κολακεία του οπτικού νεύρου είναι κυρίαρχη. Η οπτική φυγή του αστού στο κενό της πόλης, αναγκαία στο κλίμα της βιάσης και του πυρετού του, ικανοποιείται με τη δημιουργία και προβολή αισθητικών στοιχείων-συνθέσεων, που απαλύνουν την αίσθηση του κενού και γεφυρώνουν το χάσμα της επικοινωνίας του με το χώρο.

Από τον παραπάνω κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε και η ιστορική αστική πλατεία (όπως, π.χ., η πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο), αλλά ούτε και η δυτικότροπη πολιτιστική-μνημειακή αστική πλατεία (όπως, π.χ., η πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη), οι οποίες είθισται να λειτουργούν ως αξιοθέατα (ως atraction), αφού η αποστασιοποίηση του ανθρώπου από την ιστορία και το παρελθόν του τόπου, είναι δεδομένη. Βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι στις περιπτώσεις αυτές η ιστορικότητα ή το πολιτιστικό ενδιαφέρον των πλατειών αποπνέει μιαν ευλαβικότητα, έναν σεβασμό, μια μεγαλοπρέπεια, που μοιραία οδηγεί σε ανάταση, φορές σε εξύψωση –αν κι αυτό προϋποθέτει προηγούμενη σπουδή κι επίσκηψη. Ως εκεί φτάνει όμως η όποια ουσιαστική προσέγγιση του χώρου. Διότι συνήθως, με τον εμπλουτισμό του με αισθητικά στοιχεία για την εύκλεια προβολή του υλικού, επιδιώκεται η έλκυση του αδιάφορου και -τις περισσότερες φορές- απαίδευτου ανθρώπου-καταναλωτή, ώστε τούτο να γίνει αποδεκτό κι αισθητικά καταναλώσιμο. Μοιραία λοιπόν ο χώρος μετατρέπεται σε θέαμα, σε αξιοθέατο. Παύει η ιδέα σε αυτόν, ενώ έχει χαθεί και η υποβλητικότητα της λιτότητας και της δωρικότητάς του. Το βλέμμα υποκαθίσταται από τη ματιά, το συναίσθημα από την αίσθηση. Τούτο οδηγεί σε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, που είναι η ανάδειξη-προβολή της ιστορικότητας του χώρου, ακόμη και της μνημειακότητάς του, στα πλαίσια μιας δομικής ολότητας, αφού ο χώρος αποσυνέχεται, διασπάται κι αυτοαναιρείται, με τη σκηνική προβολή του. Έτσι, κείνο που αποκομίζεται από τον παρατηρητή είναι μια εντύπωση θαυμασμού, όχι για τη δημιουργία, αλλά για το κατασκεύασμα. Και τούτο διότι ο άνθρωπος δεν λειτουργεί ως συμμέτοχος, ως θεωρός, παρά ως καταναλωτής εικόνων, και φροντίζεται όμορφα αυτό που επιθυμεί να του προσφέρεται.

Ο άνθρωπος δεν «αισθάνεται» πια τις πλατείες, δεν τις νιώθει, δεν ενσκήπτει σε αυτές, ακριβώς γιατί δεν τις βιώνει, γιατί είναι αποστασιοποιημένος από τη φύση τους. Τις χρησιμοποιεί, είτε ικανοποιώντας λανθάνουσες ανάγκες του, καθιερωμένες απολαύσεις του, στα πλαίσια ενός βίου τακτικού-τεχνοκρατικού (η πλατεία ως πεδίο κατανάλωσης, διασκέδασης, διαφήμισης), είτε γιατί τα βήματά του στους λαβυρίνθους της πόλης τον φέρνουν σε αυτές, οπότε αναγκαστικά τις διέρχεται (η πλατεία ως πλατύς δρόμος). Όμως -τι ειρωνεία! -, τούτο που δημιουργήθηκε από τον ίδιο ως πεδίο διοχέτευσης της ενέργειάς του κι αποτέλεσε τη χωρική συνισταμένη πορειών και δράσεων, έχει αφεθεί στην αδιαφορία της διέλευσης: ταχέως ή χασμωδώς την προσπερνά, μη λογιάζοντας για τα σκόπιμα, τα ιδικά του -δεν είναι ξυπνητός με τα γύρω του, δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία τους.

Η πλατεία, στη συνείδηση του σύγχρονου αστού αποτελεί χρήση, κι αυτό την κάμει αδιάφορη. Δεν τη νιώθει (ο αστός) οικεία, δεν έχει ερεθίσματα γι’ αυτήν. Δεν είναι μέρος του περιβάλλοντός του, δεν είναι καν η εξοχή που επιθυμεί. Είναι απρόσωπη επίπεδη επιφάνεια, χωρίς περιεχόμενο, που τη χαρακτηρίζει η έλλειψη επικοινωνίας και διαλόγου του πολίτη με τα στοιχεία του χώρου, αλλά κι αυτών μεταξύ τους (υπάρχει έλλειψη επαφών, συναισθημάτων, δράσεων). Εντέλει, η πλατεία για τον αστό είναι έρημος, μια έκφραση της στειρότητας και σκληρότητας της πόλης. Αποτελεί μέρος ενός σκηνικού που αύριο μπορεί ν’ αλλάξει και να επαναδιαμορφωθεί. Είναι μέρος ενός συστήματος κι όχι μιας σχέσης, κάτι που κάμει τα γύρω να μοιάζουν ψυχρά υλικά συγκεκριμένης χρήσης. Η αντιμετώπιση αυτή καθιστά τον τόπο «άπληρο», ανεπαρκή, και η σύνολη κενότητα, τον καταβιβάζει σε χώρο.

Φωτ.: Η πλατεία των Ποιητών στο Περιστέρι τον χειμώνα του 2003, την περίοδο της κατασκευής της. Τόνοι μπετόν στη δύσμοιρη πόλη…

Επεκτείνοντας τον παραπάνω συλλογισμό, διερωτόμαστε: να είναι άραγε αυτός ο λόγος που οι πλατείες σήμερα φυτεύονται (έστω κι αν λειτουργούν ως ταρατσόκηποι, όπως, π.χ., η Ομόνοια), που γίνονται άλση, κήποι, πάρκα. λόγω της ανάγκης να γίνουν τόποι; Μήπως το κενό απαιτεί να γεμίσει με το έμψυχο που λείπει και στον άνθρωπο δεν ανευρίσκεται; Μήπως τελικά οι ίδιες οι πλατείες, ως κατασκευάσματα κι όχι ως δημιουργίες, με την εικόνα τους (τη διαμόρφωσή τους και τα υλικά τους), γίνονται ψυχρές κι άζωες, διώχνοντας τον άνθρωπο, γι’ αυτό και φυτεύονται. για να γίνουν ζεστές, ανθρώπινες, για να γίνουν τόποι;

Βέβαια, η φύτευση των αστικών πεδίων αποτελεί τη μια εκδοχή σ’ ότι αφορά στη λειτουργία της πόλης. Η άλλη, που κατά βάσιν είναι κυρίαρχη, παραπέμπει σε καταστροφή του πρασίνου των ελεύθερων χώρων και σε κατάληψή τους, χάριν της επιχειρηματικής εκμετάλλευσής τους, στην απώλεια της θέας και της προοπτικής των ανοικτών πεδίων, με χρήσεις ή κατασκευές αποκλεισμού τους, στην χρηστική -για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος!- εκμετάλλευσή τους στα πλαίσια της κοινοχρησίας τους (δημιουργία αθλητικών, πολιτιστικών κ.ά. εγκαταστάσεων σε αυτά) κ.τ.λ.

Τελικά, η σημερινή αστική πλατεία είναι αφιερωμένη στους ανθρώπους της; Είναι προορισμένη γι’ αυτούς; Οι ίδιοι απαντούν με την -πολλαπλώς εννοούμενη- απουσία τους! Έτσι, αφού η γενικώς εννοούμενη στειρότητα του χώρου, δε μπορεί να καλυφθεί με τους «ανύπαρκτους ανθρώπους», που δεν αισθάνονται και δεν ενεργούν στο χώρο αυτόν, φαίνεται ότι απαιτείται να εισέλθει η φύση στα κενά της πόλης για να τη γεμίσει.

Ο ρόλος του φυτού στην αστική πλατεία, άλλοτε και τώρα

Ο άνθρωπος με τη στάση του, με τον τρόπο ζωής του, παραχώρησε το δικαίωμά του, της πλήρωσης του χώρου, στη φύση. Σήμερα βλέπουμε τις πλατείες να φυτεύονται, και τη βλάστηση να προβάλει ως κυριαρχούν στοιχείο στο χώρο, κατά τρόπο που κάθε άλλο παρά ως αισθητική αισθητική παρέμβαση λογίζεται, αλλά ως συμπλήρωση με ζωή του άπληρου κι άζωου σκηνικού (βλέπε τις περιπτώσεις τέτοιων αστικών πλατειών στην Αθήνα, ήτοι: Ομόνοια, πλατεία Συντάγματος, πλατεία Βάθη, πλατεία Κολωνακίου, πλατεία Εξαρχείων κ.ά.) Τούτο φαίνεται να συμβαίνει: αφού η πλήρωση τού κενού δεν είναι από τον άνθρωπο θεμιτή/δυνατή, αφού τις ανάγκες του δεν εξυπηρετεί, αποδίδεται στη φύση, για ν’ αποκτήσει ο χώρος αποστολή. Κι αυτό εντέλει φαίνεται να είναι μια ωραία πρωτοβουλία, μια όμορφη παρέμβαση εις όφελος του αστού!..

Ο άνθρωπος «έδωσε τόπο» στο χώμα, στο φυτό, κι άφησε το φυσικό στοιχείο να καλύψει και να πληρώσει αστικά κενά (όπου, φυσικά, δεν αλλοιώθηκαν ή εξαφανίστηκαν αυτοί οι χώροι από αλλότριες χρήσεις). Αυτό προέκυψε αυθόρμητα, φυσιολογικά, διότι η πλακοστρωμένη πλατεία, από ένα σημείο και ύστερα, βαδίζοντας στα χνάρια του σύγχρονου και του ουτιδανού, φάνηκε ξένη στον αστό. η σφράγιση της γης τού φαινόταν εχθρική. Κι επιζήτησε ότι η άσφαλτός και το τσιμέντο τού στέρησαν: το γήινο. Σκέφτηκε: Γιατί οι πλατείες ν’ αποστερούν από το οικοσύστημα της πόλης το πολύτιμο έδαφός του, τα φυτά, τις ευωδιές και τα χρώματα της φύσης;14 Και τ’ αναζήτησε επαναφέροντας τη χαμένη φυσικότητα. Μια επιστροφή λοιπόν στο πρωτογενές, ένας τυραγνισμός για την αγνοημένη φυσική ζωή, ένας επανακαθορισμός της φυσικότητας, μια επανασύνδεση με το κοιμώμενο ορμέφυτο της δημιουργίας, μια ανάγκη για παραγωγή φύσης, στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού αντιλήψεων και προτύπων, για να συνεχίσει να υπάρχει ζωή στην πόλη. για τούτα, η πλατεία αναθεωρείται αποδιδόμενη στη φύση15.

Το φυτό στον αστικό χώρο δεν πρέπει να αγνοείται και ο ρόλος του να παραβλέπεται. Αυτό, με την κατάλληλη παρουσία, σύνθεση και διάταξη, προσφέρει οικολογικά, κλιματικά, αισθητικά, ενώ δεν πρέπει ν’ αγνοείται και η παιδευτική του σημασία, μέσω της καλλιέργειας ποιοτήτων (συναισθηματικών, ψυχικών, αισθητικών, οικολογικών), που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον αστό και ν’ αντικατοπτρίζονται στην πόλη του16. Στις σημερινές, όμως, τραγικές (ελληνικές) πόλεις -ακριβώς και λόγω της έλλειψης του πρασίνου-, ο αστός καταπνίγεται, μαραζώνει, φθίνει, σ’ ένα περιβάλλον ασφυκτικό κι άρρωστο. Καθίσταται, έτσι, επιτακτική η ανάγκη φύτευσής τους, για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Μοιραία επομένως προκύπτει το ερώτημα, κατά πόσον σ’ ένα τέτοιο αρμαγεδδωνικό αστικό περιβάλλον, η παρουσία ενός πεδίου (της πλατείας), ενός ανοίγματος από το οποίο απουσιάζει η βλάστηση, είναι αρμοστή, ενδεδειγμένη κι αποδεκτή. Απαιτείται βέβαια να υπάρχει, για τον αερισμό, για τον καθαρισμό και την αποσυμφόρηση της πόλης -πέραν της εξυπηρέτησης κοινωνικών κι άλλων λόγων, που προαναφέρθηκαν-, όμως η φύτευση των πλατειών στους σημερινούς «άπνοους» καιρούς, μήπως επιβάλλεται; Η πόλη, ναι, ανασαίνει στις πλατείες, εφόσον όμως λειτουργεί ορθώς οικοσυστηματικά, γεγονός που σημαίνει ότι το πράσινό της θα πρέπει να είναι επαρκές και σωστά κατανεμημένο. Διαφορετικά, ο οικολογικός ρόλος των πλατειών δεν εκπληρούται. Τούτο γίνεται εμφανές στις σημερινές αστικές πλατείες της Αθήνας, που οι μικρές εξ αυτών (μέχρι 1 στρέμμα) υπερθερμαίνονται κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας η θερμοκρασία τους μειώνεται ελάχιστα, μ’ αποτέλεσμα να μη διαφοροποιούνται από το γύρω δομημένο χώρο (η θερμική νησίδα στους συγκεκριμένους χώρους συντηρείται λόγω των συνθηκών που διαμορφώνονται). Οι δε μεγαλύτερες εξ αυτών (των 5 έως 10 στρεμμάτων) εμφανίζουν ιδιαίτερα αισθητή μείωση της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας στο κέντρο τους, ενώ με την απομάκρυνση προς την περιφέρειά τους, η αίσθηση της θερμοκρασιακής μείωσης εξαφανίζεται, χωρίς βέβαια η παρουσία τους να επιδρά στο γύρω δομημένο περιβάλλον. Το αντίθετο συμβαίνει όταν ο ελεύθερος χώρος είναι φυτεμένος και ιδιαίτερα όταν αποτελεί πάρκο ή άλσος (η ύπαρξη ξηροφυτικής βλάστησης σε πόλεις όπως η Αθήνα, είναι πολύ σημαντική, διότι δημιουργεί συνθήκες μειωμένης θερμοκρασίας κι αυξημένης υγρασίας, ιδιαίτερα κατά τη θερμή περίοδο του έτους). Στις περιπτώσεις αυτές παρατηρείται έντονη διαφοροποίηση των θερμοϋγρομετρικών συνθηκών από τον γύρω δομημένο χώρο, μ’ αποτέλεσμα να επηρεάζεται θετικά κι αυτός (οι μεγάλες θερμοκρασίες του θέρους αμβλύνονται στον δομημένο γύρω χώρο, λόγω της θετικής επίδρασης της βλάστησης).

Φωτ.: Η πλατεία των Ψηλών Αλωνίων στην Πάτρα, διαρρυθμισμένη σε πάρκο.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός της (διακριτικής συνήθως) φύτευσης της πλατείας μπορεί να το δούμε ως προσπάθεια αυτοπροβολής της, η οποία, για να κινήσει αισθήματα και να εγείρει εντυπώσεις, προσπαθεί με την εγκατεστημένη (φυτική) ζωή να παρακινήσει τον άνθρωπο εν αυτής. Ακόμη κι έτσι να το δούμε, δεν αποτελεί παρά απέλπιδα προσπάθεια του απονενοημένου αστού να κινήσει τον εαυτό του προς τα ένδον, προς τα αγνοημένα αξιακά του πρότυπα (της αισθητικής, της δημιουργίας, της ευαισθησίας κ.ά.), κάτι που ως θετικό μπορεί να λογιστεί, διότι δηλοί μια -έστω και παράωρη- αντίδραση σε αποδομήσεις και θυσιασμούς, μιαν αντίσταση στην απώλεια των ανθρώπινων ποιοτήτων.

Με τη φύτευση των πλατειών όμως, επέρχεται ουσιώδης μεταβολή στο χώρο. Το ανοικτό πεδίο κλείνει, τα φυτά το γεμίζουν και το μεταλλάσσουν σε χώρο κοινοχρήστου πρασίνου. Η πλατεία έτσι αποκτά τη μορφή πάρκου, άλσους ή κήπου και αλλάζει ο προορισμός της, μεταπίπτοντας (από ελεύθερο χώρο) σε αστικό πράσινο. Οι πλατείες, για να παραμένουν πλατείες, θα πρέπει η βλάστηση σε αυτές να μην κλείνει το πεδίο, το πλάτος τους να μην περιορίζεται, καθότι η ευρύτητα του πεδίου και η ανοιχτότητα τις χαρακτηρίζει, για να τις διέρχεται ο αστός, να κάμει τον περίπατό του, να παράγει και να ασκείται κοινωνικά σε αυτές.

Το ποιος προορισμός, της πλατείας ή του αστικού πρασίνου, είναι ωφελιμότερος για την πόλη, είναι σχετικό. Η πόλη, για λόγους οικολογικούς και κοινωνικούς, έχει ανάγκη το πράσινο, έχει όμως ανάγκη και τους ανοικτούς χώρους. Μολαταύτα, όταν οι ανοικτοί χώροι δεν επιτελούν το ρόλο τους και λειτουργούν ως έρημοι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) στην πόλη, ενώ, από την άλλη πλευρά, το αστικό πράσινο παραμένει απελπιστικά λιγοστό, τότε ωφελιμότερο είναι οι πλατείες να φυτεύονται και να γίνονται πάρκα ή άλση17.

Παλαιά οι αστικές πλατείες φυτεύονταν, ήταν κήποι18. Μια ματιά σε φωτογραφίες και επιστολικά δελτάρια κείνης της εποχής, το πιστοποιεί αυτό. Μάλιστα, τοτινά έγγραφα και δημοσιεύματα (του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου) αναφέρονταν στον Κήπο της Ομόνοιας ή στον Κήπο της Πλατείας Λουδοβίκου (που εχάθη άδοξα όταν ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς -Δήμαρχος Αθηνών το 1934 και Υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης το 1939- τον κατέστρεψε μετατρέποντας την έκταση σε «αληθινή» πλατεία, δηλαδή σε γυμνό τόπο!)19 Η τάση υπέρ του πρασίνου ήταν κυρίαρχη έναντι κάθε λογικής που αποσκοπούσε στο να γεμίσει ο κοινόχρηστος χώρος με -συνήθως ετερόκλητες- χρήσεις και να καταστεί (κατά την άποψη των επίδοξων αξιοποιητών του) πολλαπλά λειτουργικός. Η χρηστικότητά του «θυσιάζονταν» προς όφελος της προσφοράς του φυτού -είτε αυτό λογίζονταν ως οικολογική προσφορά, είτε ως αισθητική. Η φύση επιζητούνταν στο δημόσιο χώρο, τα φυτά «άνθιζαν» στις πλατείες. Τούτο μπορεί να εξηγηθεί ως προσπάθεια αποσύνδεσης από το στείρο παρελθόν (της Τουρκοκρατίας), όπου το φυτό απουσίαζε από τον κόσμο του Έλληνα, ή ως προσπάθεια πλήρωσης του κενού που η απουσία της φύσης δημιουργούσε στην πόλη. Ασυναίσθητα λοιπόν κυριαρχούσε η τάση υπέρ του φυτού, αφού επικρατούσε το ορμέφυτο της επαφής με τη φύση, με τη μάνα γη, έναντι της λογικής εκμετάλλευσης (με τη στενή ή ευρεία έννοια) του χώρου20.

Φωτ.: Η πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα. Είχε τη μορφή κήπου (από επιστολικό δελτάριο εποχής).

Με τούτο ως αρχή, στη μικρή πλατεία χωρούσαν-άρμοζαν το φυτό, ο άνθρωπος και οι δράσεις του. Εκείνο που κατά βάση τη γέμιζε και την ιδιαιτεροποιούσε ως ζωτικό χώρο, ήταν η ζωή. Γι’ αυτό και το φυτό αποτελούσε όχι μέρος του σκηνικού, αλλά βασικό-συστατικό στοιχείο του χώρου, αναγκαία παρουσία για τον άνθρωπο. Προσέφερε σκιά, προσέφερε δροσιά, προσέφερε προστασία, ήταν καταφυγή, ήταν συνήθεια, ήταν ο αέρας, ήταν η πνοή.

Φωτ.: Η πλατεία Εθνικής Αντίστασης (πλατεία Κοτζιά, αποκαλείται!) στην Αθήνα, μπροστά από το Δημαρχείο Αθηνών, άλλοτε και τώρα. Ο όμορφος κήπος με το εμβληματικό κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου (έργου του Τσίλερ) έγινε μια δυτικού τύπου «άγονη» πλατεία!

Παρά ταύτα, οι πλατείες δε «χάνονταν» με τα πολλά φυτά, δεν αναιρούνταν ο ρόλος τους στην πόλη, δεν έχαναν την αποστολή τους. Δε διαμερισματοποιούνταν με τις (λελογισμένες, ομολογουμένως, και μικρής κλίμακας) κηποτεχνικές τους διευθετήσεις, διατηρούσαν ενιαία δομή, είχαν μία-συνεχή παρουσία, ήταν ανοιχτές, πλέριες, ήταν -με μια αναλογικά αρμονική παρουσία φυτών κι ανοιγμάτων- πεδία και γέμιζαν με τη ζωή του ανθρώπου και της βλάστησης. Αυτό συνέβαινε διότι τα φυτά λειτουργούσαν ως κρίκοι ζωής, ως ανάσες του χώρου, δεν ήταν άψυχα στοιχεία, αισθητικές μόνο παρουσίες. Ο χώρος πληρώνονταν λειτουργικά κι όχι σκηνικά, ήταν κατάφορτος με ενέργεια, με αύρα. και τούτο τού έδινε μιαν υπέροχη ιδιαιτερότητα.

Η φύτευση των πλατειών αποτελεί θα λέγαμε μια επιστροφή στο παρελθόν, με την εξής διαφορά όμως: σήμερα οι πλατείες φυτεύονται για νάχουν ζωή, ενώ παλαιότερα τα φυτά συντρόφευαν τη ζωή. Παραταύτα, καλοδεχούμενα κι έτσι…21

Β Μέρος >>>

Σημειώσεις

1 Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΜΠ Ιωσήφ Στεφάνου: «Ο τόπος δεν είναι απλώς ένας χώρος. Ο χώρος είναι αφηρημένη γεωμετρική έννοια που αξιολογείται με κριτήριο τη χωρητικότητά του, τη δυνατότητά του σε περιεκτικότητα. Όσο ο χώρος γεμίζει ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, συναισθήματα, οράματα, προσδοκίες, όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, τότε αυτός γίνεται τόπος» (άποψη διατυπωμένη στο συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», επιμέλεια: Παναγιώτης Ν. Δουκέλλης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005).

2 Προέκυψε ως ανάγκη εξεύρεσης τόπου έκφρασης της πηγαίας ανθρώπινης ενέργειας, που εκφράζεται διαφόρως και προσδιορίζεται ως κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, οικονομική κ.ά. δραστηριοποίηση.

3 Με τη χρήση του όρου «πλατεία» στο παρόν κεφάλαιο, αναφερόμαστε αποκλειστικά στην αστική πλατεία (την πλατεία της μητρόπολης), την οποία αντιμετωπίζουμε διαφορετικά από την πλατεία του χωριού.

4 Βλέπε: Δημητράκου Δημ., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης», εκδ. Πρόοδος, Αθήνα 2008, στο λήμμα «πλατεία».

5 Έκφραση δανεισμένη από τη σατυρική τηλεοπτική εκπομπή του ηθοποιού Λάκη Λαζόπουλου με τον τίτλο «10 μικροί Μήτσοι», που παίχτηκε στην ελληνική τηλεόραση στη δεκαετία του ’90 και ως σλόγκαν, περιπαιχτικό των συμπεριφορών μας, χρησιμοποιήθηκε από τα χείλη των νεοελλήνων για τα επόμενα χρόνια.

6 Η έννοια του αλλοτινού εν προκειμένω επεκτείνεται μέχρι και τη δεκαετία του ’70.

7 Η έννοια της κεντρικότητας παλαιότερα, είχε ουσία, είχε περιεχόμενο, αφού σχετίζονταν με τη λειτουργία του χώρου, στα πλαίσια της δραστηριοποίησης του ανθρώπου σε αυτόν. Το κέντρο αποτελούσε το ζωτικό πυρήνα της πόλης, το σημείο αναφοράς της, την τομή των συνισταμένων δράσεων του ανθρώπου, και η πλατεία αποτελούσε την έκφραση του δεδομένου τούτου.

8 Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Προεδρικού Διατάγματος 23ης Φεβρουαρίου 1987, στους ελεύθερους χώρους αστικού πρασίνου επιτρέπονται αναψυκτήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, πολιτιστικά κτίρια και εν γένει πολιτιστικές εγκαταστάσεις και χώροι συνάθροισης κοινού. Δεν είναι βέβαια λίγες οι περιπτώσεις που, παρά την «ανεκτικότητα» της διάταξης ως προς την εκμετάλλευση του χώρου, αυτή προκλητικά καταστρατηγείται (ή με άλλη διάταξη αλλάζει ο χαρακτηρισμός του ελεύθερου χώρου), για να τύχει καλύτερης αξιοποίησης ο χώρος! Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Κτήματος Θων στους Αμπελόκηπους, που προοριζόταν σύμφωνα με το Ρυθμιστικό της Αθήνας ως χώρος πρασίνου, πλην όμως, η χρήση του άλλαξε για να δημιουργηθεί εκεί συγκρότημα γραφείων. Μάλιστα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, εντοπίζοντας το παραπάνω πρόβλημα σε μία από τις διαστάσεις του, έκρινε με την αριθ. 3447/2007 απόφαση ως παράνομες κι αντισυνταγματικές τις κάθε είδους μόνιμες ή κινητές κατασκευές που αναπτύσσουν τα αναψυκτήρια, τα εστιατόρια, οι καφετέριες κ.λπ. σε κοινόχρηστους χώρους.

9 Η έλλειψη μακροχρόνιας αστικής παράδοσης από τον Έλληνα, θεωρείται από ερευνητές του χώρου ως λόγος υποβάθμισης των αστικών πλατειών. Διαφωνούμε, καθότι οι συμπεριφορές δεν αποτελούν προϊόν παράδοσης, αλλά παιδείας.

10 Η συνήθεια της διατύπωσης δημόσια πολιτικής γνώμης και της πολιτικής αντιπαράθεσης των (μικροαστών ως επί το πλείστον) Ελλήνων σε πλατείες ή καφενέδες, έχει κατά το μάλλον ή ήττον εκλείψει, όχι τόσο γιατί έλειψαν αυτοί οι χώροι, αλλά μάλλον γιατί τα ενδιαφέροντα του κοινού στους εν λόγω χώρους άλλαξαν, λόγω -ως ένα βαθμό- και της μεταλλαγής των συγκεκριμένων χώρων.

11 Τούτο που είθισται να συμβαίνει, ποιητικά το απέδωσε ο ιδιόρρυθμος φιλόσοφος και δαιμόνιος μαθηματικός Πυθαγόρας ο Σάμιος, ως εξής: «Θα μάθεις πόσο οι άνθρωποι τες συμφορές μονάχοι / δημιουργούν και τ’ αγαθό δεν βλέπουν μήτε ακούουν…» (από τα «Χρυσά Έπη» του Πυθαγόρα του Σάμιου, απόδοση Σίμου Μενάρδου, περιλαμβανόμενο στην «Ανθολογία της αρχαίας ελληνικής ποίησης» του ιδίου, με την επωνυμία «Στέφανος», έκδοση δεύτερη, εκδ, Δίφρος, Αθήνα 1971).

12 Άποψη διατυπωμένη στο συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», επιμέλεια: Παναγιώτης Ν. Δουκέλλης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005.

13 Η έννοια «δημιουργία» έχει εν προκειμένω την ουσιαστική σημασία της, ως παραχθείσα από το λαό εργασία κι ως παραχθέν για το λαό έργο, προς ικανοποίηση των αναγκών του (βλέπε: Ανδριώτη Ν.Π., «Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, στο λήμμα «δημιουργία»).

14 Μία σκιά αναζητούσε ο Λουδοβίκος ο Α΄ της Βαυαρίας (ο πατέρας του Όθωνα) στην Αθήνα και δεν την έβρισκε. Γι’ αυτό και παρακινούσε να φυτεύονται οι ελεύθεροι χώροι της πόλης. Είναι γεγονός ότι ο σκληρός μεσογειακός ήλιος, κατά τις καυτές ημέρες του καλοκαιριού, κάνει τις μεσογειακές αστικές πλατείες ανυπόφορες. Τότε, μετ’ επιτάσεως ζητείται η σκιά ενός δένδρου… Το αντίθετο βέβαια συμβαίνει με τις πλατείες του ευρωπαϊκού βορρά, όπου εκεί ο ήλιος είναι επιζητήσιμος και η γυμνότητα του χώρου τον κάνει -ακριβώς για το λόγο αυτό- ελκυστικό.

15 Το αστικό πράσινο διαμορφώνει, στις περιοχές όπου υφίσταται, ιδιαίτερο μικροκλίμα, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ασφυκτιούσα πόλη. Οι αστικοί χώροι πρασίνου, για να δημιουργήσουν ιδιαίτερες μικροκλιματικές συνθήκες, απαιτείται να έχουν μέγεθος επαρκές, ενώ η ευεργετική τους επίδραση είναι μεγαλύτερη με την αύξηση της επιφανείας τους, με ελάχιστο επαρκές μέγεθος την επιφάνεια διαμέτρου 250 μέτρων (Sperber, 1974). Κλειστές επιφάνειες πρασίνου, με δένδρα αραιώς φυόμενα, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε επιφάνεια διαμέτρου 50 μέτρων και άνω (Finke, 1976). Οι χλοοτάπητες (γκαζόν), χωρίς δένδρα ή με την ύπαρξη αραιών και ελαχίστων, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε έκταση εμβαδού 10 στρεμμάτων και πάνω (Wilmers, 1985).

16 Όλο και περισσότερο σήμερα, λόγω των «αβίωτων» συνθηκών διαβίωσης στην πόλη, γίνεται επιτακτική η ανάγκη παρουσίας της βλάστησης (και ιδίως της υψηλής) στους ελεύθερους χώρους της, για να παίξει το σημαντικό λειτουργικό της ρόλο. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του σημαντικού Έλληνα αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα: «…και εδώ γίνεται αντιληπτή η σημασία του δημοσίου ελεύθερου χώρου, πυκνά φυτεμένου με υψηλόφυλλο πράσινο» (Δεκαβάλλα Κ., «Από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008, σελ. 15). Τα ίδια λέγει ο αρχιτέκτονας καθηγητής Δημήτρης Φατούρος: «Οι μεγάλοι κήποι λείπουν -το ψηλό πράσινο, τα νερά, το χώμα και οι πέτρες, κατάλληλα χρησιμοποιημένα. Τόποι για να περάσεις μέσα από αυτούς, να κερδίσεις χρόνο ή να κάνεις τον ίδιο χρόνο αλλά διαφορετικής ποιότητας, για το πρωί και το βράδυ, για συζήτηση, και βέβαια για να βοηθήσουν στο κατάλληλο κλίμα για τις κοντινές περιοχές της πόλης» (Φατούρος Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 318). Παλαιότερα ο Le Corbusier, στη Χάρτα των Αθηνών, είχε θεωρήσει την παρουσία του πρασίνου ως συστατικό στοιχείο της σύγχρονης πόλης, ενώ κρίσιμη παράμετρος για την ορθή λειτουργία της ήταν ο σεβασμός στα στοιχεία της φύσης και η ανάδειξή τους. Είχε πει: «Ο χώρος θα πρέπει να παρέχεται απλόχερα». Ενώ, σε άλλο σημείο της Χάρτας προσέθετε: «Πρέπει να χρησιμοποιούμε όσες επιφάνειες πρασίνου υπάρχουν, να τις δημιουργούμε αν δεν υπάρχουν, ή να τις αναπλάθουμε αν έχουν καταστραφεί… (…) …τα οικιστικά σύνολα θα έχουν την τάση να γίνουν πράσινες πόλεις» (Le Corbusier, «Η Χάρτα των Αθηνών», εκδ. Ύψιλον, β΄ έκδοση, Αθήνα 2003, σελ. 49, 58 και 68 αντίστοιχα).

17 Η μετάλλαξη ενός ελευθέρου αστικού χώρου-πλατείας σε πάρκο ή άλσος, αλλάζει τα δεδομένα της νομικής προστασίας του, αφού το πάρκο ή το άλσος προστατεύεται με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ ο ελεύθερος χώρος προστατεύεται με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και οι επιτρεπόμενες χρήσεις σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικές (με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας δεν είναι ανεκτές χρήσεις ψυχαγωγικού, αθλητικού και πολιτιστικού χαρακτήρα στα πάρκα και τα άλση). Η παραπάνω μετάλλαξη του χώρου, εάν πραγματοποιηθεί, είναι δεσμευτική ως προς τον προορισμό του, καθότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το εν τοις πράγμασι πράσινο σε κοινόχρηστο χώρο τον μεταβιβάζει σε πάρκο ή άλσος κι απαγορεύεται η αλλαγή του προορισμού του. Όμως, και ο ελεύθερος χώρος δε μπορεί να μεταβληθεί και να αλλάξει η χρήση του θίγοντας τη κοινοχρησία, διότι, σύμφωνα πάλι με το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν είναι επιτρεπτή η επιδείνωση των όρων διαβίωσης του πληθυσμού με την πρόβλεψη χρήσεων γης, δυσμενέστερων για το οικιστικό περιβάλλον (σχετική η αριθ. 3447/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που προαναφέρθηκε στην αριθ. 8 παραπομπή).

18 Η έννοια «παλαιά» εν προκειμένω προσδιορίζεται χρονικά μέχρι και τον Μεσοπόλεμο.

19 Διάβασα σχετικά την εξής -ομολογουμένως «περίεργη»- άποψη από παράγοντα του Δήμου Αθηναίων, για την Πλατεία Εθνικής Αντίστασης (την έμπροσθεν του Δημαρχείου της Αθήνας πλατεία, που οι αθηναίοι επιμένουν να την αποκαλούν Πλατεία Κοτζιά, με το όνομα δηλαδή του εκτελεστή της!): «…η πλατεία αυτή φτιάχτηκε για να είναι πέρασμα, για να τη διασχίζεις και να φεύγεις, όχι για τη γειτονιά. Σε διαφορετική περίπτωση, η βιωσιμότητα του πρασίνου θα ήταν επισφαλής. Ο κόσμος δε θα ήταν εύκολο να το σεβαστεί…» (περιοδικό «ΟΙΚΟ» της Καθημερινής, τεύχος 1ο, 15/9/2002).

20 Στην Ελλάδα, οι νέες αστικές πλατείες (του 20ου αιώνα), κατά κανόνα περιέλαβαν τη βλάστηση ως βασικό, δομικό και λειτουργικό στοιχείο τους, κι όπου φτιάχτηκαν γυμνές, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε σε πολλές πράσινο ή, τουλάχιστον, επιδιώχθηκε η παρουσία του, έστω με τη μορφή παρτεριών ή νησίδων με φυτά ή γκαζόν [βλέπε περιπτώσεις πλατειών Ομονοίας (στη μετεξέλιξή της), Κάνιγγος, Κλαυθμώνος κ.ά. στην Αθήνα]. Έτσι, κατά το μάλλον ή ήττον, αποκτούσαν προοπτικά μορφή κήπου, πάρκου ή ακόμη κι άλσους. Αντίστοιχα, οι (λαϊκές και κοσμικές) αστικές πλατείες του 19ου αιώνα (κυρίως του δευτέρου μισού) είχαν τη μορφή κήπου, όπως, π.χ., οι περιπτώσεις των πλατειών της Ομόνοιας (στην αρχική μορφή της), του Συντάγματος, της Ελευθερίας στην Αθήνα κ.ά., ενώ οι αποκαλούμενες ιστορικές και πολιτιστικές πλατείες ήταν γυμνές από βλάστηση, υπερτονίζοντας με στοιχεία και με τη σκοπούμενη επιβλητικότητά τους το συμβολικό κι εμβληματικό χαρακτήρα τους (βλέπε, π.χ., την περίπτωση της πλατείας Λουδοβίκου στο Ναύπλιο, μετέπειτα πλατεία Συντάγματος).

21 Σήμερα θα λέγαμε ότι επικρατεί ένας παραλογισμός σε σχέση με τις φυτεύσεις που πραγματοποιούνται στους κοινόχρηστους χώρους και τη φιλοσοφία τους. Πώς είναι δυνατόν να αγνοούνται τα μεσογειακά φυτά, που ως ξηροφυτικά είναι πλήρως εγκλιματισμένα στις συνθήκες του τοπικού περιβάλλοντος κι εναρμονίζονται με το τοπίο και τη φυσιογνωμία της περιοχής (εξαίρεση αποτελούν αστικές περιοχές της βόρειας Ελλάδας ή ορεινές, με ηπειρωτικό τύπο κλίματος), και να φυτεύονται είδη της «εσπερίας», απαιτητικά σε θρεπτικές ουσίες και υδροβόρα, που επιβαρύνουν ενεργειακά κι αισθητικά το περιβάλλον, και που -φυσικά- ουδόλως το αποφορτίζουν, ούτε το εκλεπτύνουν; Πώς είναι επίσης δυνατόν να συνδυάζεται το υδροβόρο φυτικό είδος με το ξηροφυτικό -σ’ έναν υπερβατικό θα λέγαμε συνδυασμό!-, ή το ξενικό φυτικό είδος με το ελληνικό, και να εμφανίζονται ως οικεία οικολογικά, με παρουσία αρμονική, που αναβαθμίζει το μικροπεριβάλλον της περιοχής; Ποία λογική μπορεί να ανεχθεί το πεύκο να φύεται καταμεσίς του γκαζόν και ποιο συναίσθημα μπορεί να εγερθεί όταν ο βραχυχίτωνας συνδυάζεται με το δενδρολίβανο; Αγνοείται το οικολογικό περιβάλλον της περιοχής, το τοπίο της, το φυσικό περιβάλλον της, η συνέχειά της. Αδικαιολόγητες μικρόνοιες, που όμως ανάγονται σε αμαρτήματα κατά της τοπικής φύσης, με αρνητικές -πλην μη συνειδητοποιημένες- συνέπειες για τη ζωή του αστού. Πέραν όμως του οικολογικού κριτηρίου, η συγκεκριμένη αντιμετώπιση θα πρέπει να κριθεί και πολιτισμικά, αφού τα φυτά του τόπου, τον χαρακτηρίζουν, συγκροτώντας το πνεύμα του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου (το genius loci), το οποίο παραπέμπει στην ιστορία και τον πολιτισμό αυτού. Αγνοώντας τα, αγνοούμε το πολιτισμικό πλαίσιο συγκρότησης του τόπου.

Πηγές

  • Αγγελίδης Μ., «Χωροταξικός σχεδιασμός και βιώσιμη ανάπτυξη», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 2000.
  • Acot P., «L’ histoire d’ ecologie», PUF, 1989.
  • Ανανιάδου-Τζημοπούλου Μ, Καραδήμου-Γερολύμπου Αλ. (επιμέλεια), «Πλατείες της Ευρώπης. Πλατείες για την Ευρώπη», Τμήμα Αρχιτεκτόνων – Πολυτεχνική Σχολή & Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονικής Τοπίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο & Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009.
  • Αραβαντινός Αθ., Κοσμάκη Π., «Υπαίθριοι χώροι στην πόλη: Θέματα ανάλυσης και πολεοδομικής οργάνωσης αστικών ελεύθερων χώρων και πρασίνου», εκδ. Συμεών, Αθήνα 1988.
  • Αραβαντινός Αθ., «Πολεοδομικός σχεδιασμός. Για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1997.
  • Brenner N., Keil R. (eds), «The global cities», Routledge, London and New York 2006.
  • Βώκου Δ., Παντής Γ., Σγαρδέλης Στ., «Οικολογία: Η αναγκαιότητα της σύνθεσης, η η γοητεία των σχέσεων», εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη αχρονολόγητο.
  • Γκουμοπούλου Γ. , «Ελεύθεροι χώροι πρασίνου στην πόλη. Η Περίπτωση των παιχνιδότοπων», http://www.monumenta.org/, 28/2/2007.
  • Δεκαβάλλας Κ., «Από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008.
  • Gaventa S., «New public spaces», Octopus Publishing Ltd, London 2006.
  • Jacobs J., «The death and life of great American cities», Modern Library Edition, New York 1993.
  • Καρύδης Δ., «Ανάγνωση πολεοδομίας, η κοινωνική σημασία των χωρικών μορφών», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1991.
  • Κοσμάκη Π., Λουκόπουλος Δ., «Αστικά κενά – Μικρά πάρκα», http://www.monumenta.org/, 10/6/2007.
  • Κούνδουρος Δ., «Αστικό πράσινο και υπόγειοι χώροι στάθμευσης σε συνθήκες πολεοδομικού κορεσμού», εισήγηση σε ημερίδα με θέμα «Ελεύθεροι χώροι και χώροι στάθμευσης», Αθήνα 22 Μαρτίου 2009, www.asda.gr/elxoroi.
  • Κρίκου Ν., «Η προσπελασιμότητα της πόλης, μέσα από τις αστικές πλατείες», http://www.greekarcitects,gr/, 4/4/2008.
  • Latimer Cl., «Parks for the people», Manchester City Art Galleries, Manchester 1987.
  • Le Corbusier, «The city of to-morrow and its planning», Dover Publications, New York 1987.
  • Le Corbusier, «Η Χάρτα των Αθηνών», εκδ. Ύψιλον, β΄ έκδοση, Αθήνα 2003.
  • Μαγκλίνης Ηλ., «Ο αργός θάνατος μιας αθηναϊκής πλατείας», εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 28ης-4-2009.
  • Μουτσόπουλος Ν., «Χώρος – κτίσμα και τοπίο στο Βυζάντιο», από το συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τοπίου», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.
  • Μπελαβίλας Ν., «Τόποι ανθρώπων. Σχόλια για το χώρο και την πολιτική», εκδ. «Ο Πολίτης», Αθήνα 2005.
  • Μπελαβίλας Ν., Βαταβάλη Φ., «Πράσινο και ελεύθεροι χώροι στην πόλη», WWF Ελλάς, Αθήνα 2009.
  • Πικιώνης Δ., «Κείμενα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000.
  • Ρηγόπουλος Δ., «Η πλατεία είναι γεμάτη με το νόημα…», εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 6ης-12-2009.
  • Ρωμανός Αρ., «Αθήνα: Το πολεοδομικό ζήτημα από τη σκοπιά του πολίτη», εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2004.
  • Σημαιοφορίδης Γ., «Η ελληνική πόλη και οι νέες αστικές συνήθειες», κείμενο από τον τόμο «Διελεύσεις», εκδ. METAPOLIS press, Αθήνα 2005.
  • Στεφάνου Ι., «Η φυσιογνωμία ενός τόπου. Ο χαρακτήρας της ελληνικής πόλης τον 21ο αιώνα», Εργαστήριο Πολεοδομικής Σύνθεσης Ε.Μ.Π., Αθήνα 2001.
  • Στεφάνου Ι., «Η φυσιογνωμία της πόλης», Ύλη και Κτίριο, Μάρτιος 2000.
  • Στεφάνου Ι. & Ι., «Η φυσιογνωμία της ελληνικής πόλης», από το συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τοπίου», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.
  • Σχίζας Γ., «Η πλατεία στα πλαίσια της ελληνικής πόλης. Σχέσεις επικοινωνίας και πολιτισμού», εισήγηση στο Πανελλαδικό Συνέδριο των περιοδικών, υπό τη διοργάνωση του περιοδικού Highlights, Χίος 1η-3-2006, http://www.greekarcitects,gr/, 5/6/2007.
  • Σχίζας Γ., «Πλατείας Εγκώμιον», http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?p=7237&mforum=pfor#7237, 18/11/2008.
  • Τερζόγλου Ι., «Ο χαρακτήρας των υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων», Ε.Μ.Π., Αθήνα 1987.
  • Τρούμπης Α., «Λογία Οικολογία», εκδ. Τυποθήτω, Αθήνα 1999.
  • Wilson E., «Biodiversity», National Academy Press, New York 1988.
  • http://www.aformi.woedpress.com/, «Το δικαίωμα στην πόλη», ντοκιμαντέρ, 1/2/2010.
  • Φατούρος Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008.
  • Fuller R. A., Gaston K. J., «The scaling of green space coverage in European cities», The Royal Society 2009.
  • Ψωμόπουλος Π., «Απολλώνιο», πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης και το έργο του» (Τ.Ε.Ε., 19-21 Ιανουαρίου 2007), τόμος Β΄, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2009.

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

Της Μαρίας Νίκα Η Καλαμάτα όπως την φαντάστηκε ο αρχιτέκτονας Κώστας Πουλόπουλος

Η Καλαμάτα όπως την φαντάστηκε ο αρχιτέκτονας Κώστας Πουλόπουλος

26 Οκτ 2015
 
«Οι καλοί καλλιτέχνες αντιγράφουν. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες κλέβουν!». Με μια ρήση του Πικάσο άνοιξε την ομιλία του ο Κώστας Πουλόπουλος την Κυριακή το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, καλεσμένος της εκδήλωσης «Φαντάσου την πόλη: Καλαμάτα 2015». Ως πετυχημένος αρχιτέκτονας «έκλεψε» και εκείνος ιδέες από άλλες μεσογειακές πόλεις, όπως η Βαρκελώνη, η Νίκαια και το Τελ Αβίβ και μας κάλεσε να φανταστούμε πώς θα ήταν η…
 
…Καλαμάτα με λιγότερο χώρο για το αυτοκίνητο και περισσότερο για τον άνθρωπο, με έναν κεντρικό αστικό άξονα που θα ξεκινούσε από το Κάστρο και θα κατέβαινε γραμμή στο τέρμα του λιμενοβραχίονα «καταλήγοντας αβίαστα στο νερό», με ένα μικρό πολύ ελαφρύ τραμ (τύπου βαγόνι Σαν Φρανσίσκο) που θα κινούνταν αργά στη Ναυαρίνου και το καλοκαίρι θα μπορούσες να πηδήξεις πάνω του με το μαγιό σου!

 

Μια κατεβασιά από το Κάστρο στη θάλασσα

Ξεκίνησε να μιλά έχοντας πίσω του ένα αφαιρετικό σχέδιο της πόλης της Καλαμάτας. Μια ευθεία γραμμή που ξεκινούσε από το Κάστρο, διέσχιζε την πόλη και το Πάρκο Σιδηροδρόμων, έφτανε στο λιμάνι και έμπαινε στη θάλασσα μέσω του λιμενοβραχίονα.
«Η συνέχεια του αστικού άξονα είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε» παρατήρησε ο Κώστας Πουλόπουλος, σημειώνοντας ότι το Πάρκο, όπως είναι σήμερα στο τέλος της Αριστομένους, αλλά και η οδός Κρήτης και το περιτοιχισμένο Πάρκο του Λιμενικού στη συνέχεια, αποκόπτουν την αστική ροή προς τη θάλασσα. Πρότεινε λοιπόν ένα είδος πάρκου που δεν θα σταματά την κίνηση προς τα κάτω (ημιπάρκο ή ημιπεζόδρομο) ώστε ο αστικός άξονας να συνεχίζει ευθεία και να φτάνει στον λιμενοβραχίονα. «Δε λέω να κόψουμε δέντρα. Κι εγώ αγαπώ το πράσινο. Τα δέντρα θα υπάρχουν, αλλά δεν θα καταργούν στην αστικότητα του χώρου» παρατήρησε ο Καλαματιανός αρχιτέκτονας με τη διεθνή καριέρα και έδειξε ως παράδειγμα τη Ράμπλα, τον διάσημο πεζόδρομο στην καρδιά της Βαρκελώνης που καταλήγει στη θάλασσα. Για τον κεντρικό αστικό άξονα της Καλαμάτας είπε ότι θα μπορούσε να καταλήγει στο τέρμα του λιμενοβραχίονα, όπου θα υπήρχε ίσως ένα κτήριο, στο οποίο κάτι θα γινόταν. Για παράδειγμα στη Βαρκελώνη υπάρχει ένα ενυδρείο.
«Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε έναν αστικό άξονα που θα δίνει νόημα στην πόλη» επέμεινε ο Κώστας Πουλόπουλος. «Η διαδρομή από το Κάστρο στον λιμενοβραχίονα θα είναι σαν ένα ταξίδι στο χωροχρόνο. Ξεκινάμε από την παλιά, παραδοσιακή Καλαμάτα και όσο κατηφορίζουμε η πόλη γίνεται πιο σύγχρονη, πιο μοντέρνα ώσπου φτάνει σε έναν πρωτοποριακό, κοσμοπολίτικο χώρο. Ένας περίπατος που καταλήγει κάπου».
 

«Κρυμμένη» μαρίνα

Για την περιοχή του λιμανιού ο Κώστας Πουλόπουλος έφερε ως παράδειγμα τη Νίκαια της Γαλλίας, με την κοσμοπολίτικη μαρίνα, της οποίας το σχήμα μοιάζει πολύ με το λιμάνι της Καλαμάτας. «Έτσι όπως είναι το λιμάνι σήμερα ελάχιστα αφορά τον άνθρωπο» σχολίασε και πρότεινε τη μετατόπιση του λιμανιού και στη θέση του μια μαρίνα που θα δημιουργεί ναυτική κουλτούρα. Είπε ότι η μαρίνα της Καλαμάτας ενώ θα έπρεπε να αποτελεί βιτρίνα, σήμερα είναι κρυμμένη, ξεχασμένη και ο επισκέπτης είναι αδύνατον να τη βρει.
Επικίνδυνη χαρακτήρισε ο Κώστας Πουλόπουλος την κατάσταση που επικρατεί στην Ανατολική Παραλία, προσθέτοντας ότι μπορεί να συμβεί σοβαρό ατύχημα ιδίως με τους σερβιτόρους που διασχίζουν συνεχώς κάθετα το δρόμο. Σε πρώτη φάση είπε ότι θα μπορούσε να μονοδρομηθεί, ενώ πρότεινε και το πέρασμα τραμ.
Ειδικά για το τραμ επισήμανε ότι σχετίζεται με την ιστορία της πόλης, υπήρχε από το 1920 και υφίστανται οι υποδομές για να ξαναλειτουργήσει ένα μικρό ελαφρύ σαν βαγόνι. «Δυο ράγες χρειάζονται» ανέφερε χαρακτηριστικά.
 

Χώρος για τον άνθρωπο

Έχοντας την εμπειρία του ποδηλάτη, από την Κοπεγχάγη όπου ζει τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά του, ο Κώστας Πουλόπουλος χαρακτήρισε την Καλαμάτα πόλη «αυτοκινητοκεντρική» και ελάχιστα «ανθρωποκεντρική». Είπε ότι είναι η πιο κατάλληλη πόλη για τη χρήση ποδηλάτου και έφερε ως παράδειγμα σύγκρισης το Όσλο, όπου ανακοινώθηκε πως σε τέσσερα χρόνια δεν θα κυκλοφορούν καθόλου αυτοκίνητα!
«Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος και έχουμε μείνει πίσω» σχολίασε ο Κώστας Πουλόπουλος, δείχνοντας έναν χάρτη με τις σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου.
Αναρωτήθηκε γιατί οι Δήμοι δεν κάνουν αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, αφού δεν έχουν οικονομικό κόστος και πρόσθεσε ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει έργο χωρίς να το έχει σχεδιάσει αρχιτέκτονας και χωρίς να έχει σοβαρή συμμετοχή σε αυτό. Αντίθετα, στην Ελλάδα, όπως είπε, φερόμαστε στους αρχιτέκτονες σαν να μην έχουμε τι να τους κάνουμε. Και αυτό έχει τις συνέπειες που βλέπουμε γύρω μας.
Τέλος, ο Κώστας Πουλόπουλος πρότεινε ανοιχτούς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, διάλογο και συναίνεση φορέων ώστε η διαδικασία σε κάθε έργο να είναι συμμετοχική για να μη βρίσκει στη συνέχεια αντίλογο.
Η βραδιά συνεχίστηκε με μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με το κοινό, ενώ τον Κώστα Πουλόπουλο στη χθεσινή διάλεξη προλόγισε ο πολιτικός μηχανικός Βασίλης Παπαευσταθίου από την ομάδα «ευ τόπος» που διοργάνωσε το «Φαντάσου την πόλη».
 

«ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

«ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» διοδια στη παραλίαΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ευαγγελία Αθανασίου
Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, evieath@arch.auth.gr
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Η εισήγηση αναδεικνύει πτυχές της σχέσης ανάμεσα στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης και τον στόχο της αστικής βιωσιμότητας . Όπως και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, η έννοια της αστικής βιωσιμότητας στοιχειοθετήθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του  ́90, ως μία πραγματιστική έννοια διαχείρισης και σχεδιασμού των πóλεων στο πλαίσιο του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης και óχι ως εναλλακτική, κοινωνικά μεταρρυθμιστική πρóταση. Συνέχεια ανάγνωσης «ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Για ποιά πόλη και για ποιό δικαίωμα σε αυτήν;

Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Γράφει: Θάνος Ανδρίτσος – ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ – 30/04/2014

Κτίριο κατοικιών του αρχιτέκτονα και ζωγράφου F.Hunderwasser, Αυστρία

«Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή που έχουν οι άλλοι Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι  κατασκευασμένες με υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας που, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια. Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ γουέστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ…» Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ, «Στην ίδια πόλη υπό βροχή»

αρχιτεκτονική τού Hundertwasser

 

 
 

 

Μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο. Ή ίσως μια μονομαχία στην κεντρική πλατεία. Σαν αυτές που δίνουμε κατά καιρούς; Ίσως μεγαλύτερη. Αυτοί ή Εμείς. Εμείς ενάντια σε Αυτούς.

Να μια πρόταση για την κεντρική μας λεωφόρο. Να μια πρόταση για τις πλατείες μας. Δεν ξέρουμε αν θα υλοποιηθεί, υπάρχουν άλλωστε πολλές προτάσεις για τις λεωφόρους, τις πλατείες, τις πόλεις και τις γειτονιές μας. Είδαμε πρόσφατα μια: σε μεγάλες οθόνες, χαρούμενες πολύχρωμες φιγούρες, κρατώντας σακούλες με ψώνια, να περπατάνε στο όμορφο πλακόστρωτο δίπλα στα μεγάλα νεοκλασικά κτίρια και τα ανθισμένα δέντρα, ενώ ρυάκια με νερό τούς ακολουθούσαν από κοντά.

Φαίνεται πώς όλοι νοιάζονται για την πόλη μας. Πρωτοσέλιδα έγραψαν για τις μεγάλες ευκαιρίες, για «ανάσες» στα δοκιμασμένα αστικά κέντρα. Διάσημοι αρχιτέκτονες έδωσαν διαλέξεις σε χλιδάτα μέγαρα, εκπληκτικά φωτορεαλιστικά σχέδια κολλήθηκαν σε ιλουστρασιόν πινακίδες, επίγειοι παράδεισοι με λίμνες, καζίνα, ξενοδοχεία και γήπεδα ήρθαν, για να απογειώσουν την ελληνική γη που βαλτώνει «αναξιοποίητη»

Τραπεζίτες και σεΐχηδες προετοιμάζουν, καπνίζοντας πούρα σε κτίρια από γυαλί, ουρανοξύστες και τουριστικά θέρετρα. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, αρκεί να φύγουν από μπροστά μας οι περιττοί, οι απόβλητοι, οι φτωχοί, οι μετανάστες, οι διαδηλωτές, οι ταραξίες. Οι παράνομοι.

 

Και πάλι εμείς και αυτοί. Η πόλη μας και η πόλη τους. Γιατί η δικιά μας πόλη είναι άλλη. Και πονάει, όπως πονάνε οι κάτοικοί της. Και πεθαίνει στη φτώχεια, και αυτοκτονεί από απόγνωση, και κρυώνει χωρίς στέγη, και μένει στις γραμμές του ΟΑΕΔ, όπως οι κάτοικοί της. Είναι μια πόλη πραγματική, όχι τρισδιάστατη αποτύπωση. Και είναι μια πόλη που σκοτεινιάζει. Όπως τα σπίτια χωρίς ρεύμα. Όπως οι παρατημένοι δημόσιοι χώροι, οι εγκαταλειμμένες παιδικές χαρές, οι διαλυμένες δημόσιες υπηρεσίες με τους απολυμένους εργαζόμενους. Μια πόλη, με άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με δήμους και γειτονιές, καταδικασμένους σε μια θηλιά που όλο στενεύει, ένα χρέος που δεν δημιούργησαν. Που είναι όλοι για πούλημα ή για σφαγή.

Έχει κι αυτή η πόλη τις χαρές της, μέσα στην καταχνιά. Στο παιχνίδι των άτακτων μαθητών, στη συνάντηση, στο δρόμο, στην αλληλεγγύη, στην ανεκτικότητα, στην απόφαση να μη το βάλεις κάτω. Στη γιορτή και την περιπλάνηση. Στον αγώνα, τη σφιγμένη γροθιά. Στις πλατείες, στη μουσική, στην ποίηση, στη φιλία και τον έρωτα. Και σε αυτήν την πόλη, άλλοι είναι οι απόβλητοι και οι περιττοί. Είναι αυτοί που της κόβουν την ανάσα και της κλέβουν τη ζωή, αυτοί που την πουλάνε και την αγοράζουν κάθε μέρα, οι ισχυροί, οι κυβερνήτες, οι κατακτητές της με τα κλομπ και τις στολές σε κάθε γωνία, οι ξυρισμένοι με τις μαύρες μπλούζες, αλλά και οι αξύριστοι με τα κυριλέ κουστούμια.

poli4

Ένας μάλιστα από τους ισχυρούς τής μεγαλύτερης πόλης προέρχεται από μια παράταξη με το όνομα «Δικαίωμα στην Πόλη». Τον συμβούλεψαν πριν λίγα χρόνια να χρησιμοποιήσει αυτό το σλόγκαν. Ίσως να ήξεραν και το βιβλίο από το οποίο προερχόταν, αλλά σίγουρα δεν αναφέρονταν σε αυτό. Αν διάβαζαν το έργο του Ανρί Λεφέβρ, απ’ τον οποίο έκλεβαν το σύνθημα, θα έπεφταν πάνω σε φράσεις όπως αυτήν:

«Το δικαίωμα στην πόλη εκδηλώνεται ως υπέρτατη μορφή των δικαιωμάτων: δικαίωμα στην ελευθερία, στην εξατομίκευση μέσα στην κοινωνικοποίηση, στην κατοικία και το κατοικείν. Το δικαίωμα στο έργο (στη συμμετοχική δραστηριότητα) και το δικαίωμα στην προσοικείωση  (εντελώς διαφορετικό από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία) εξυπονοούνται μέσα στο δικαίωμα στην πόλη».  (Ανρί Λεφέβρ, «Δικαίωμα στην Πόλη»)

Ξέρουν τίποτα από αυτό το δικαίωμα οι μνημονιακοί βρικόλακες που διοικούν τη χώρα και τις πόλεις μας; Όχι βέβαια, απλώς κλέβουν ένα τσιτάτο για να προσποιηθούν τους προοδευτικούς. Ίσως πάλι να έχει δίκιο και ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ όταν ξανασκέφτεται για το Δικαίωμα στην Πόλη, πιθανώς έχοντας στο μυαλό του άρπαγες του συνθήματος σαν τον κ. Καμίνη.

Έχει κι αυτή η πόλη τις χαρές της, μέσα στην καταχνιά. Στο παιχνίδι των άτακτων μαθητών, στη συνάντηση, στο δρόμο, στην αλληλεγγύη, στην ανεκτικότητα, στην απόφαση να μη το βάλεις κάτω.

«Το δικαίωμα στην πόλη είναι ένα κενό σημαίνον. Όλα εξαρτώνται από το ποιος θα του προσδώσει ένα νόημα. Οι επενδυτές και οι υπερεργολάβοι μπορούν να το διεκδικήσουν, και έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους άστεγους και τους χωρίς χαρτιά. Αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το ερώτημα τίνος τα δικαιώματα αναγνωρίζονται, ενώ παράλληλα καθίσταται σαφές ότι, όπως το έθεσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων κριτής είναι η δύναμη”». (Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Εξεγερμένες Πόλεις»)

Έτσι είναι. Αυτοί ή Εμείς που λέγαμε και στην αρχή. Διεκδικούμε κι εμείς το δικαίωμά μας στην πόλη, το διεκδικούν και αυτοί. Αυτοί το κατανοούν σαν το δικαίωμα να κερδίσουν, να βγάλουν χρήμα – όπως κάνουν με όλα τα άλλα – να διευρύνουν την εξουσία τους, να φιμώσουν κάθε διαφορετική φωνή, να τελειώνουν με κάθε ανορθογραφία ελεύθερης σκέψης και αντίστασης. Εμείς, ίσως, να το κατανοούμε λίγο διαφορετικά, όπως μάλλον και ο εμπνευστής του όρου:

«Το δικαίωμα στην πόλη δεν μπορεί να νοηθεί ως απλό δικαίωμα επίσκεψης ή επιστροφής στις παραδοσιακές πόλεις. Δεν μπορεί να διατυπωθεί, παρά μόνο ως δικαίωμα στην αστική ζωή, μετασχηματισμένη, ανανεωμένη». (Ανρί Λεφέβρ, «Δικαίωμα στην Πόλη»)

poli5

Σε αυτή τη γωνιά του διαδικτύου, μαζευτήκαμε άνθρωποι που μια τέτοια ζωή, μετασχηματισμένη, ονειρευόμαστε. Για μια άλλη, μετασχηματισμένη πόλη – και το δικαίωμα όλων σε αυτή- θα παλεύουμε και θα γράφουμε. Σε αυτή θα αφιερώνουμε τις αναρτήσεις μας. Για το δικαίωμα των δεκαπεντάχρονων αγοριών να πίνουν τη μπύρα τους χωρίς να τους σκοτώνουν οι μπάτσοι. Για το δικαίωμα στους πιτσιρικάδες να σουλατσάρουν στην πόλη χωρίς να τους οδηγούν στο θάνατο για ένα εισιτήριο. Για να μπορεί να κάνει το ποδήλατό του ανενόχλητος ο φίλος με το σκούρο δέρμα, χωρίς να τον εμποδίζουν οι εχθροί με τη σκούρα καρδιά. Για κάθε έναν και κάθε μια από εμάς που θέλει να αποφασίσει ο ίδιος για την εμφάνιση ή τη σεξουαλικότητά του. Για τον Παύλο. Για όλους εμάς που μας αξίζει να ζήσουμε μια διαφορετική ζωή, με αξιοπρέπεια.

Καλή μας αρχή λοιπόν. Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί.

* Ο Θάνος Ανδρίτσος είναι Αρχιτέκτονας Μηχανικός-Πολεοδόμος, υπ.Διδάκτορας Οικονομικής Γεωγραφίας. 

Sunshine & Boosterism: Αστικά τοπία της Μεσογείου, αφηγήσεις της ανάπτυξης και της κρίσης

article-2102074-11C3312A000005DC-604_634x423Δημήτρης Πούλιος, Ιών Σαγιάς

Η παρακάτω εισήγηση ανακοινώθηκε στο συνέδριο: “Μεταβολές και Ανασημασιοδοτήσεις του Χώρου στη Εποχή της Κρίσης”, Βόλος, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, 1-3/11/2013, σσ.337-343

Την οικονομική κρίση είναι δύσκολο να την αντιληφθείς, έγραφε πρόσφατα ένας αρθρογράφος του New Yorker (Paumgarten 2013). «Το χρέος δεν μοιάζει με τίποτα. Δεν έχει σχήμα. Αλλά με το χρόνο αφήνει ένα σημάδι. Στην Ισπανία, εμφανίστηκε αρχικά με τα άδεια σπίτια, τα μισοτελειωμένα έργα, και τις αδρανείς μηχανές. Σήμερα όλη η χώρα είναι ένα μουσείο καταδικασμένων έργων “αξιοποίησης”  – ένα σαφάρι λευκών ελεφάντων». Ακόμη πιο δύσκολο είναι να αντιληφθείς την ταχύτητα των μετασχηματισμών. Πώς, μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες η Ισπανία, γίνεται από πρότυπο αστικής αναγέννησης, μοντέλο κατάρρευσης? Τι σημαίνει άραγε αυτό για τις Αστικές Πολιτικές και τις στρατηγικές σχεδιασμού που εφαρμόστηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια? Είναι η σημερινή κρίση και κρίση των στρατηγικών αυτών, όπως υποστηρίζουν αρκετοί μελετητές (βλ. Arbaci & Tapada-Berteli 2012, Hatherlay 2012, Garcia 2012, Harvey 2011) ή η υπαιτιότητα βρίσκεται αποκλειστικά στην απληστία των τραπεζιτών και στην ασυδοσία των κερδοσκόπων του real estate. Για να ανιχνεύσουμε τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να δούμε την ευρύτητα του μοντέλου ανάπτυξης στο οποίο αναφερόμαστε. Η περίπτωση των Ισπανικών πόλεων, του “Barcelona Model” ή του “Bilbao Effect”,  είναι χαρακτηριστική για να περιγράψουμε μια σειρά ευρύτερων μετασχηματισμών που συνέβαιναν στις Ευρωπαϊκές πόλεις και αφορούσαν την κυριαρχία ενός αναδυόμενου τότε νεοφιλελεύθερου προτύπου και ενός Ευρωπαϊκού «τρίτου δρόμου» στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη των πόλεων. Προσεγγίζοντας αυτά τα πρότυπα ο πρώτος στόχος είναι να θέσουμε τους προβληματισμούς αναζητώντας νέες μεθοδολογίες ανάλυσης. Συνέχεια ανάγνωσης Sunshine & Boosterism: Αστικά τοπία της Μεσογείου, αφηγήσεις της ανάπτυξης και της κρίσης

Ένα πείραμα συμμετοχικού σχεδιασμού στη Θεσσαλονίκη

Ένα πείραμα συμμετοχικού σχεδιασμού στη Θεσσαλονίκη

#Ν. Καλογήρου
Καθηγητής Αρχιτεκτονικού και Αστικού Σχεδιασμού, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, ΑΠΘ
#Α. Χ. Συράκου
Εντεταλμένη διδασκαλίας Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης, ΑΠΘ, Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, ΑΠΘ
Ο συμμετοχικός σχεδιασμός έχει συσχετιστεί με έννοιες και χαρακτηρισμούς που παραπέμπουν σε δημοκρατικές διαδικασίες (διαπραγματευτικός, πολιτικός, διαμεσολαβητικός, δια βουλευτικός τύπος σχεδιασμού, μια ανοιχτή διαδικασία επικοινωνίας και συνεργασίας, κλπ). Ωστόσο οι εφαρμογές στον Ελληνικό χώρο είναι ακόμη ελάχιστες. Συνέχεια ανάγνωσης Ένα πείραμα συμμετοχικού σχεδιασμού στη Θεσσαλονίκη

Η αρχιτεκτονική των διατηρητέων της Καλαμάτας

Της Μαρίας Νίκα Η Έρευνα της Ιωάννας Σπηλιοπούλου Όσοι ζούμε και κινούμαστε στην πόλη της Καλαμάτας, τα βλέπουμε σχεδόν καθημερινά. Συνήθως τα προσπερνάμε dithriteaβιαστικά, χωρίς να τους δώσουμε σημασία. Θα υπάρχουν, όμως, φορές που έτυχε να σταθείτε μπροστά σε κάποιο από αυτά, για να θαυμάσετε το μπαλκόνι με το σιδερένιο περίτεχνο κιγκλίδωμα και τα μαρμάρινα φουρούσια του ή τη ζωγραφισμένη οροφή στο εσωτερικό του, καθώς φαινόταν από το ανοιχτό παράθυρο… Είναι τα διατηρητέα της Καλαμάτας, κτήρια με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, τα οποία παρουσίασε η επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κα Ιωάννα Σπηλιοπούλου, την περασμένη εβδομάδα, σε διάλεξη που έδωσε στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών της Καλαμάτας. «Εξέτασα την Καλαμάτα, γιατί είναι μια πόλη που απέκτησε τη φυσιογνωμία της κυρίως κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, δηλαδή μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και διαδοχικά μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου» σημειώνει η κα Σπηλιοπούλου, η οποία, έχοντας ως γνωστικό αντικείμενο την Αρχαιογνωσία και Ιστορία του Πολιτισμού, διδάσκει το μάθημα «Ο Νεοκλασικισμός και ο Πολιτισμός της Ελλάδας τον 19ο αιώνα».

Η ιδιαιτερότητα της Καλαμάτας Στη διάλεξη με θέμα την αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, η καθηγήτρια παρουσίασε στο κοινό ό,τι διδάσκει και στους φοιτητές της. Πώς από την περίοδο του Καποδίστρια έως και το τέλος της διακυβέρνησης του Όθωνα αναγεννάται η νέα Ελλάδα και πώς ο αθηναϊκός κλασικισμός περνά στην αρχιτεκτονική της περιφέρειας. «Η ιδιαιτερότητα στην Καλαμάτα είναι ότι, ενώ προϋπάρχει η τοπική αρχιτεκτονική παράδοση, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εμφανίζεται ένας μεταβατικός αρχιτεκτονικός τύπος, που συνδυάζει την προεπαναστατική παραδοσιακή αρχιτεκτονική με τον κλασικισμό, ο οποίος κρατά μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα». Προκλασικιστικά κτήρια Ως παράδειγμα του μεταβατικού αυτού τύπου η κα Σπηλιοπούλου έδωσε το Μπενάκειο, στο Ιστορικό Κέντρο της Καλαμάτας, όπου στεγάζεται η ΛΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και μέχρι τώρα το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, το οποίο πρόκειται να μεταφερθεί σύντομα στο ανακατασκευασμένο διπλανό κτήριο της Παλαιάς Δημοτικής Αγοράς. Το Μπενάκειο ανήκει στην κατηγορία των προκλασικιστικών ή πρώιμων κλασικιστικών κτηρίων, επειδή δείχνει τη μετάβαση από την προεπαναστατική παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Νεοκλασικισμό, όπως επίσης το Παλιό Γυμνάσιο Παραλίας, το κτήριο Τσίγκου, στο οποίο στεγάζεται η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου, και τα κτήρια Κρασσακόπουλου, Φιτσάλου – Κλείδωνα και Λαλέα. Κλασικιστικά Η ομιλήτρια αναφέρθηκε στη συνέχεια στον επόμενο τύπο, τα κλασικιστικά κτήρια ή κτήρια του ώριμου κλασικισμού, τα οποία χρονικά ενδεχομένως και να συμβαδίζουν με το μεταβατικό τύπο κτηρίων που μπορεί να αρχίζει στα 1850 ή λίγο πριν, ενώ παράλληλα, μερικές φορές, κρατά και μέχρι τα 1890. Εδώ αναφέρθηκαν δύο παραδείγματα: τα κτήρια Κατσουλέα και Πλεμματιά – Βογόπουλου. Υστεροκλασικιστικά Επόμενη κατηγορία, τα υστεροκλασικιστικά κτήρια ή κτήρια του όψιμου κλασικισμού. Και αυτά σε γενικές γραμμές ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του αθηναϊκού κλασικισμού. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα ξενοδοχεία «Αχίλλειον» και «Βασιλικόν», το κτήριο του «Λόχου» Παλαιού Στρατοπέδου του 9ου Συντάγματος στο Ανατολικό Κέντρο της πόλης, όπου στεγάζεται η Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου, καθώς και το κτήριο του «Διοικητηρίου» του, όπου στεγάζεται η διοίκηση της Σχολής. Επίσης, η οικία των Εφεσίων, όπου στεγάστηκε για χρόνια το Γαλλικό Ινστιτούτο, που μάλλον πρόκειται να γίνει Διαχρονικό Μουσείο της πόλης της Καλαμάτας. Στα υστεροκλασικιστικά παραδείγματα συγκαταλέγεται και η επονομαζόμενη οικία «Τσίλερ», τρανταχτό παράδειγμα, που σήμερα ανήκει στην οικογένεια Γαϊτανάρου. Το σπίτι έχει καταχωρηθεί ως έργο του διαπρεπούς Σάξονα αρχιτέκτονα και στη μονογραφία της Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη, για τον Ερνέστο Τσίλερ. Άλλα παραδείγματα, τα κτήρια του Δημοτικού Ωδείου Καλαμάτας και Κοτταρόπουλου, καθώς και η Πανταζοπούλειος Λαϊκή Σχολή (Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας), για την ανακατασκευή της οποίας βραβεύθηκαν οι δύο αρχιτέκτονές της, Ιωάννης Λιακατάς και Αναστασία Πεχλιβανίδου – Λιακατά. «Συνδύασαν τη μοντέρνα με την ιστορική αρχιτεκτονική. Κράτησαν τον παλιό πυρήνα του κτηρίου, ο οποίος παρουσιάζει τσιλεριανό απόηχο, και τον ένωσαν με μια νέα κατασκευή που έχει τη μορφή οκταγώνου και στεγάζει στον τελευταίο όροφο τη Λαϊκή Βιβλιοθήκη, μία από τις μεγαλύτερες της ελληνικής περιφέρειας, και στον 4ο την Πινακοθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης». Εκλεκτικιστικά Το επόμενο ρεύμα ήταν ο εκλεκτικισμός. Εδώ φαίνεται η διαφορά της Καλαμάτας σε σχέση με άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα κέντρα της περιφέρειας. Για παράδειγμα, η Σπάρτη ή η Τρίπολη παρουσιάζουν ένα στείρο νεοκλασικισμό, ακολουθώντας τα ακαδημαϊκά πρότυπα της πρωτεύουσας. Αντίθετα, η οικονομική ανάπτυξη της Καλαμάτας στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ού αιώνα, με την αποπεράτωση του λιμανιού, τη σιδηροδρομική σύνδεση με την Αθήνα, την κατασκευή του τροχιόδρομου (τραμ), ενός από τα μεγάλα τεχνικά έργα της εποχής, φέρνει μια πολιτισμική ανάπτυξη, που αποτυπώνεται και στα κτήριά της. Έτσι εμφανίζεται ο εκλεκτικισμός, ρεύμα που έρχεται από την Ιταλία, κυρίως όμως από τη Γαλλία της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, με τους Έλληνες αρχιτέκτονες και πολιτικούς μηχανικούς που έχουν σπουδάσει στο Παρίσι. Το νέο αυτό ρεύμα έχει στοιχεία νεομπαρόκ και νεοαναγεννησιακά. Τα εκλεκτικιστικά κτήρια με επιδράσεις κυρίως από την αναγέννηση, το μανιερισμό και το μπαρόκ, εκπροσωπούνται στην Καλαμάτα σε υψηλό ποσοστό. Πρόκειται για ρεύμα που προϋποθέτει μία πλέον παγιωμένη αστική τάξη, με λεπτά γούστα και προηγμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιλέξει αυτού του είδους το ρεύμα, το οποίο είναι πολυσύνθετο. Στον εκλεκτικισμό ανήκει το Δημαρχείο, πρώην οικία Ψάλτη, πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά και το περίφημο Ζουμπούλειο, που σήμερα στεγάζει τη Δημοτική Σχολή Χορού. Εκλεκτικιστικά με γοτθικές επιδράσεις Ακολούθησε αναφορά στα εκλεκτικιστικά κτήρια με γοτθικές επιδράσεις. «Η Καλαμάτα είχε πολλά από αυτά», όπως είπε η κα Σπηλιοπούλου. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που μου αρέσει πολύ, είναι το κτήριο Κυβέλου, επί των οδών Φαρών και Κρήτης. Τέτοια κτήρια εντοπίζονται κυρίως στη νεόδμητη περιοχή της παραλίας. Κτισμένα γύρω στα 1900 ως εξοχικές κατοικίες με κήπο, εκφράζουν τη ρομαντική διάθεση και την επίδραση του εξωτισμού. Παρουσιάζουν γοτθικά στοιχεία, δηλαδή κυρίως οξυκόρυφα τόξα στη στέψη των παραθύρων ή στη στέγη». Εκλεκτικιστικά με στοιχεία ρουστίκ Η επόμενη αναφορά ήταν στα εκλεκτικιστικά κτήρια με στοιχεία ρουστίκ. Το στοιχείο ρουστίκ εντοπίζεται σε αυτή την περίπτωση κυρίως στην αδρή λιθοδομή που έχουν τα κτήρια στις άκρες της τοιχοδομίας τους. Είναι και αυτά διάσπαρτα στις καινούργιες περιοχές της πόλης. Παραδείγματα αυτού του τύπου, το Λιμεναρχείο και το Τελωνείο στη δυτική παραλία, καθώς και το κτήριο Αναγνωστοπούλου. Αρτ νουβό ή γιούγκεν στυλ Άλλα αρχιτεκτονικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στην Καλαμάτα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, είναι «το γαλλικό αρτ νουβό και η απόκλισή του, το γιούγκεν στυλ, που επιχωριάζει στο γερμανόφωνο χώρο. Είναι το τελευταίο ιστορικό ρεύμα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, γιατί μετά περνάμε στο μοντερνισμό. Στην Καλαμάτα ένα τέτοιο κτήριο που προσανατολίζεται στην κατεύθυνση της γαλλικής αισθητικής σχολής (αρτ νουβό) βρίσκεται Αριστομένους και Βαλαωρίτου». Κτήρια της εποχής του Μεσοπολέμου Η κα Σπηλιοπούλου έκλεισε το κομμάτι της αρχιτεκτονικής των κτηρίων, με αυτά της περιόδου του Μεσοπολέμου, όπου εμφανίζεται πλέον το μπετόν. Η χρήση οπλισμένου σκυροδέματος είναι το νέο στοιχείο, που προσδιορίζει και τη νέα εποχή, την αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Παράδειγμα η Παλαιά Δημοτική Αγορά, στην πλατεία Αγίων Αποστόλων, που ανακατασκευάστηκε σύμφωνα με το προϋπάρχον κτήριο του 1927-1929 και σήμερα στεγάζει το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο, που αναμένεται να εγκαινιαστεί σύντομα. «Το κτήριο, σύμφωνα με δική μου εκτίμηση, ακολουθεί μάλλον με καθυστέρηση πρότυπα των παλαιών δημοτικών αγορών άλλων πόλεων της Ελλάδας, από τις οποίες έχει περάσει ο Τσίλερ. Η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Πάτρα, η Ερμούπολη, ο Πύργος απέκτησαν τέτοιες αγορές, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα». Η πολεοδομική εξέλιξη της Καλαμάτας Η καθηγήτρια αναφέρθηκε και στην πολεοδομική εξέλιξη της πόλης. «Παρά το γεγονός ότι η Καλαμάτα αναπτύχθηκε με σχέδιο από τα μέσα στου 19ου αιώνα, η πρώτη επίσημη πολεοδομική παρέμβαση έγινε μόλις το 1905, με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του σχεδίου αυτού. Ακολούθησε το ρυθμιστικό σχέδιο πόλης του 1985, έργο που είχε ανατεθεί στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Γρηγόρη Διαμαντόπουλου ήδη από το 1979, από τον τότε δήμαρχο Σταύρο Μπένο». Το σχέδιο αυτό, όπως είπε η κα Σπηλιοπούλου, αποτέλεσε και την προϋπόθεση να διαφυλαχθεί ο ιστορικός πυρήνας της πόλης και εν μέρει η πλούσια αρχιτεκτονική της κληρονομιά, μετά τους σεισμούς του 1986, αποτελούμενη από 300 διατηρητέα κτήρια, εκ των οποίων τα 150 επίσημα κηρυγμένα από το υπουργείο Πολιτισμού και το ΥΠΕΧΩΔΕ. Τον Ιούνιο, μάλιστα, του 1996 απονεμήθηκε στην πόλη το βραβείο της Europa Nostra για τη διάσωση του Ιστορικού της Κέντρου και την αναστήλωση των διατηρητέων κτηρίων της. Η ομιλία της κας Σπηλιοπούλου αποτελεί μέρος μελέτης της, που θα δημοσιευθεί στο συλλογικό τόμο της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών Καλαμάτας με τίτλο «Μεσσηνία. Πορεία μέσα στο χρόνο».