Σκοταδιστική απόφαση του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών

Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τις αποφάσεις Γαβρόγλου για τα προγράμματα σπουδών των θρησκευτικών – Κρίνει ακόμα πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές!

Σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τις αποφάσεις Γαβρόγλου για τα προγράμματα σπουδών των θρησκευτικών – τα οποία ωστόσο ήταν αποτέλεσμα εργασίας Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής. Να σημειωθεί ότι τα προγράμματα σπουδών για τα θρησκευτικά ήταν αποτέλεσμα χρόνιας διαβούλευσης μεταξύ του ΙΕΠ της Πολιτείας και εκκλησιαστικών παραγόντων για τον εκσυγχρονισμό του μαθήματος.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με μια άκρως συντηρητική απόφαση έκρινε αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) τις αποφάσεις του τέως υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Γαβρόγλου με τις οποίες καθορίσθηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση του ΣτΕ, με τις υπ΄ αριθμ. 1749 – 1752/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (προεδρεύων ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Ράντος και εισηγήτρια η Σύμβουλος Επικρατείας Παρασκευή Μπραΐμη) ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 και 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεις του υπουργού Παιδείας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΣτΕ που επικαλείται το ΑΠΕ – ΜΠΕ, ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 και 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεις του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τις οποίες καθορίστηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αφενός του δημοτικού και του γυμνασίου και αφετέρου του λυκείου.

Σε σχέση με τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. [σ.σ.: κι αυτό, ενώ το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει ότι η «η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό (…) την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», χωρίς ειδική αναφορά στην «ορθόδοξη»)

Σύμφωνα με το ΣτΕ, οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης. Η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος «ελεύθερης ώρας» (!).

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κατά το ΣτΕ, τα επίδικα προγράμματα σπουδών, όπως προκύπτει από τους σκοπούς και το περιεχόμενό τους, δεν αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών, διότι τα μεν προγράμματα του δημοτικού και του γυμνασίου δεν περιέχουν ολοκληρωμένη -και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών- διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας, το δε πρόγραμμα του λυκείου είναι αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία αυτή.

Αντιθέτως, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση είτε στην προβολή στοιχείων κοινών με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία είτε είναι αντικείμενο κυρίως άλλων μαθημάτων (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε είναι άσχετα ή και αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία (λύκειο).

Τελικά, κρίθηκε ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 16 παρ.2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και με την Αρχή της Ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρα 14 και 9 της ΕΣΔΑ).

Κώστας Γαβρόγλου: «Πίσω ολοταχώς –πολύ, όμως, πίσω» μας πάει η απόφαση του ΣτΕ για τα θρησκευτικά

«Η απόφαση του ΣτΕ Καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974», τονίζει ο πρώην υπουργός Παιδείας, επισημαίνοντας: «Το μάθημα των Θρησκευτικών, που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο, μετατρέπεται πια επίσημα σε άκρως επικίνδυνο αναχρονισμό».

Αναλυτικά η δήλωση του Κ. Γαβρόγλου:

«Η σημερινή απόφαση του ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών είναι αναμφισβήτητα μια ιστορική απόφαση. Καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974. Καταργεί τη συνειδητή προσπάθεια χιλιάδων Θεολόγων να κατακτήσουν στη συνείδηση των συναδέλφων τους αλλά και των μαθητών όπως και στην καθημερινή παιδαγωγική πράξη την πραγματική επιστημονική και παιδαγωγική ισοτιμία του μαθήματος των Θρησκευτικών με τα άλλα μαθήματα του ωρολογίου προγράμματος. Ακυρώνει τις προσπάθειες συννενόησης με την Εκκλησία, όπου τα νέα προγράμματα σπουδών είχαν και την αποδοχή της Ιεραρχίας.

Υπονομεύει, τέλος, την καθιέρωση μιας κουλτούρας διαλόγου ανάμεσα σε επιστημονικούς και θρησκευτικούς φορείς, με γνώμονα πάντοτε ότι την τελική εθύνη των μαθημάτων την έχει η Πολιτεία. Το μάθημα των Θρησκευτικών, σύμφωνα με την σημερινή απόφαση του ΣτΕ, δεν είναι πλέον μάθημα αλλά κατήχηση. Δεν είναι γνώση αλλά εξέταση για την πίστη των μαθητών και των γονιών τους.

Ένα μάθημα που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο, μετατρέπεται πια επίσημα σε άκρως επικίνδυνο αναχρονισμό».

Ν. Φίλης: Οι αποφάσεις του ΣτΕ γυρίζουν την εκπαίδευση στη σκοτεινή δεκαετία του ’50

«Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, όλα τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν μετά το 2000 δεν έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί, γιατί σε όλα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η επιταγή του Συντάγματος του 1975 για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεν ερμηνευόταν περιοριστικά ως κατήχηση στην Ορθοδοξία», τονίζει μεταξύ άλλων σε δήλωσή του για τη σημερινή απόφαση του ΣτΕ ο τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Αναλυτικά η δήλωση του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας και βουλευτή Α΄ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ:

Με την απόφασή του το ΣτΕ επαναλαμβάνει την προηγούμενη σύμφωνα με την οποία το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να έχει κατηχητικό χαρακτήρα. Πρόκειται για απόφαση που αντίκειται στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Είναι περίεργο ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, που έχει επιφορτιστεί με την αρμοδιότητα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των πολιτών, να νομολογεί επί θεολογικών και παιδαγωγικών ζητημάτων, ως να ήταν Οικουμενική Σύνοδος ή Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Με τα νέα Προγράμματα Σπουδών (τα επονομαζόμενα Φίλη και στη συνέχεια Γαβρόγλου), επιχειρήσαμε το μάθημα των θρησκευτικών να είναι μάθημα γνώσης και όχι πίστης, προβληματισμού και ουσιαστικής μάθησης και όχι κατήχησης και προσηλυτισμού. Αυτή η κατεύθυνση αντανακλά τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και ανταποκρίνεται σε ένα σχολείο κοσμικό και δημοκρατικό. Γι` αυτό, άλλωστε,  τα νέα προγράμματα παρά τον πόλεμο ορισμένων κέντρων, αγκαλιάστηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονέων.

Οι αποφάσεις του ΣτΕ γυρίζουν την εκπαίδευση στη σκοτεινή δεκαετία του `50 και στο «ελληνοχριστιανικό» Σύνταγμα του 1952. Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, όλα τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν μετά το 2000 δεν έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί, γιατί σε όλα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η επιταγή του Συντάγματος του 1975 για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεν ερμηνευόταν περιοριστικά ως κατήχηση στην Ορθοδοξία.
Η νομολογία του ΣτΕ θα  δημιουργήσει αδιέξοδο στην εκπαίδευση,  προκαλεί θέματα συνείδησης και τελικώς οδηγεί τα πράγματα, ώστε, το μάθημα των θρησκευτικών, με τη μορφή της κατήχησης να γίνει προαιρετικό.

Η ίδια αυτή νομολογία,  που μεθοδεύτηκε από εκκλησιαστικούς και παρεκκλησιαστικούς παράγοντες στο χώρο της Δικαιοσύνης, έρχεται σε αντίθεση με το ώριμο κοινωνικά αίτημα, του χωρισμού και της δημοκρατικής ρύθμισης των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην αποκοπή του ομφάλιου λώρου ανάμεσα στην Εκκλησία και την εκπαίδευση. Αυτό το δημοκρατικό αίτημα υπηρετείται μόνο με καθαρές αρχές και όχι με αυταπάτες και τακτικισμούς.

Αλ. Χαρίτσης: Μας πάει πίσω η απόφαση του ΣτΕ για τα Θρησκευτικά

Στο ραδιόφωνο του Αθήνα 9,84 και τον δημοσιογράφο Άρη Τόλιο μίλησε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Χαρίτσης. Στο μεταξύ, ερωτηθείς για την απόφαση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας των αποφάσεων του πρώην υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για τα Θρησκευτικά, ο Αλ. Χαρίτσης έκανε λόγο για «μια απόφαση που μας πάει πίσω και οδηγεί την ελληνική πολιτεία προς το παρελθόν». «Η προσπάθεια που κάναμε επί ΣΥΡΙΖΑ για να κατακτηθεί μια νέα συνείδηση για τη σύγχρονη παιδαγωγική, με επιστημονικούς όρους και παιδαγωγική ισοτιμία ακυρώνεται», είπε.

Όσο για την αλλαγή στάσης της νυν υπουργού Παιδείας, Ν. Κεραμέως περί της αναγραφής του θρησκεύματος στα απολυτήρια, έκανε λόγο για μια “σωστή απόφαση”, και παρέπεμψε στη σχετική δήλωση του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Το φάντασμα των Εξαρχείων και η σιωπή των συνθημάτων

Της Όλγας Αθανίτη*

– Οι ευθύνες των παραδοσιακών αντιεξουσιαστικών πόλων δεν είναι εύκολο ούτε χρήσιμο να αποσιωπηθούν. Όχι μόνο επειδή η παρέμβαση τους στις ομάδες των νεαρών είναι εξαιρετικά χλιαρή -ακόμη και σ’ αυτές που έχουν ως βάση το κτίριο του Πολυτεχνείου και φέρονται να υπολογίζουν προσωπικότητες του «χώρου» -αλλά και γιατί απέφυγαν για μεγάλο διάστημα να διαχωρίσουν την ελευθεριότητα από την καθαρή παραβατικότητα, φοβούμενοι πιθανότατα την υπόνοια συμπόρευσης τους με την ιδεολογία της καταστολής και των συστημικών πλαισίων δράσης.

Ασφυκτιώντας μεταξύ της πλαστής τηλεοπτικής Σπιναλόγκας και της φαντασιακής αντιεξουσιαστικής Νεφελοκοκκυγίας, τα Εξάρχεια διολισθαίνουν στις παρυφές του αστικού μύθου. Για όσους δεν μένουν ή δεν συχνάζουν εκεί. Όσοι μένουν καλούνται να αντιμετωπίσουν μία εύθραυστη καθημερινότητα, με πολλαπλές προκλήσεις και αντικρουόμενα στερεότυπα.

Τα Εξάρχεια παραμένουν παραδοσιακή γειτονιά. Με κάθε λογής μικρομάγαζα, περίπτερα, φούρνους και ψιλικατζίδικα, κομμωτήρια, υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, μαραγκούς και ταπετσιέρηδες, τσαγκάρικα και μεταποιήσεις ενδυμάτων. Τοπόσημο ισχυρό στην καρδιά της πόλης, γέφυρα μεταξύ της μακαριότητας του Κολωνακίου και των παριών της Ομόνοιας, ζουν ταυτότητες πολλαπλές, κουβαλώντας τις πληγές της ελληνικής κοινωνίας. Και της μνήμης της. Άρρηκτα συνδεδεμένα με τα πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, φέρουν αύρα φοιτητική, με τα βιβλία, τις εξερευνήσεις, τις συζητήσεις, την αμφισβήτηση, τα ξενύχτια, τις καλλιτεχνικές κοινότητες, το δημιουργικό πυρετό, τις εξεγέρσεις. Από τα «Σκιαδικά» και τα «Ευαγγελικά» του Ξενόπουλου, στην Αντίσταση και τα Δεκεμβριανά, τις μάχες της ΕΠΟΝ του Κούνδουρου και του Ξενάκη, τη Μπουμπουλίνας, τη Νομική και το Πολυτεχνείο του ‘73, το Χημείο της μεταπολίτευσης, κι όλα τα υπόλοιπα.

Ζουν διπλή ζωή: Γαλλικό Ινστιτούτο και Νομική βιβλιοθήκη, Γκαίτε και Αμερικανική Ένωση, Δραματική Σχολή του Κουν και κουκλίστικα καφέ, εκδοτικοί οίκοι και δισκάδικα για «ψαγμένους», γαστριμαργικές περιπλανήσεις, θέατρα, κινηματογράφοι, υπέροχες πράσινες γωνιές με περιστεριώνες και Bauhaus λεπτομέρειες, το Σχολείο του Πικιώνη και η εμβληματική Μπλε Πολυκατοικία, οι μουριές της Καλλιδρομίου, ο λόφος του Στρέφη και ο περιφερειακός του Λυκαβηττού.

Ταυτοχρόνως, η πλατεία και τα πέριξ. Χαριλάου Τρικούπη – Τοσίτσα, Καλλιδρομίου – Σόλωνος. Των σπασμένων πεζοδρομίων, της βρωμιάς, των αυτοσχέδιων τσιγαράδικων, των καμμένων κάδων, των συρράξεων μεταξύ αντιπάλων ναρκοσυμμοριών, της αγοραπωλησίας όπλων, των ληστειών, των πολλαπλασιαζόμενων κρουσμάτων έμφυλης και ρατσιστικής βίας, των ερειπωμένων κτιρίων, της εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου.

Παράλληλες πραγματικότητες, αν και συχνά όσοι εστιάζουν στη μία, αγνοούν την άλλη. Συμβάλλοντας στην ισχυροποίηση των υπερ-απλουστεύσεων, βολικών και επικίνδυνων.

Στη συνείδηση των περισσοτέρων τα Εξάρχεια είναι μία δυστοπική περιοχή. Ένα γκέτο ασυδοσίας, ένα άβατο κατά την καθιερωμένη περιγραφή, που υφίσταται μόνο στις ανακοινώσεις της αστυνομίας, των πολιτικών προϊσταμένων της και των συστημικών ΜΜΕ. Ο ισχυρισμός καταρρίπτεται από το ίδιο το γεγονός της απρόκλητης επίθεσης και εν ψυχρώ δολοφονίας ενός εφήβου από ειδικό φρουρό, μπροστά στα μάτια των φίλων του, περαστικών και περιοίκων. Πουθενά δεν είναι τόσο ορατές και προκλητικά παρούσες οι αστυνομικές δυνάμεις όσο στα Εξάρχεια. Μ’ ένα διάλειμμα ύφεσης (όχι όμως εξαφάνισης τους) την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ., κατοικοεδρεύουν στην περιοχή. Χωρίς καμία συμβολή στην εξάλειψη της παραβατικότητας, επιδιώκεται να ενσωματωθούν ως στοιχείο κανονικότητας της γειτονιάς, καθιστώντας τους κατοίκους της εξ ορισμού ύποπτους έκνομης δραστηριότητας και παγιώνοντας την αίσθηση του φόβου ή έστω της υποχρέωσης περιορισμού στο δημόσιο χώρο. Νομιμοποιώντας την ανύπαρκτη ανάγκη επιλογής μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας .

Μόνο που η νομιμοποίηση, για να εμπεδωθεί, χρειάζεται το αντίπαλο δέος. Το ταγκό θέλει δύο. Στην περίπτωση μας, ιδεώδης παρτενέρ αναδεικνύεται η συνεπώς επαναλαμβανόμενη εβδομαδιαία επαναστατική γυμναστική νεαρών που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιεξουσιαστές και συνεχιστές της δράσης του αναρχικού χώρου. Το ραντεβού του Σαββατόβραδου, σταθερό ως προς το χρόνο, τον τόπο και το περιεχόμενο, μπορεί να μην προσφέρει εκπλήξεις σε άλλους πλην των συμμετεχόντων, προσφέρει όμως άφθονο τοξικό καπνό από το καμένο περιεχόμενο των κάδων-οδοφραγμάτων και τις γενναιόδωρες ποσότητες χημικών κάθε σύνθεσης, και οπτικοακουστικό θέαμα κρότου-λάμψης. Αποκομμένες από κάθε ιδεολογική αναφορά, οι ομάδες του Σαββατοκύριακου ζουν την επαναστατική τους φαντασίωση, αδιαφορώντας για τη δυσφορία των κατοίκων και εκμεταλλευόμενες την αμήχανη αφωνία του εξωκοινοβουλευτικού και αναρχικού «χώρου» (οι παραδοσιακοί εκπρόσωποι του δεν παραλείπουν να τονίζουν την ανυπαρξία σχέσης με αυτές). Και μπορεί οι δράσεις αυτές να κλιμακώθηκαν σταδιακά την τελευταία δεκαετία, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, κανείς όμως δεν υποστηρίζει πως εκφράζουν την οργή και τα αιτήματα του νεολαιίστικου κινήματος του 2008.

Οι ευθύνες των παραδοσιακών αντιεξουσιαστικών πόλων δεν είναι εύκολο ούτε χρήσιμο να αποσιωπηθούν. Όχι μόνο επειδή η παρέμβαση τους στις ομάδες των νεαρών είναι εξαιρετικά χλιαρή -ακόμη και σ’ αυτές που έχουν ως βάση το κτίριο του Πολυτεχνείου και φέρονται να υπολογίζουν προσωπικότητες του «χώρου» -αλλά και γιατί απέφυγαν για μεγάλο διάστημα να διαχωρίσουν την ελευθεριότητα από την καθαρή παραβατικότητα, φοβούμενοι πιθανότατα την υπόνοια συμπόρευσης τους με την ιδεολογία της καταστολής και των συστημικών πλαισίων δράσης. Η στάση αυτή συνέτεινε στην αδράνεια των περισσότερων συλλογικοτήτων της περιοχής, τη μετατροπή της ανεκτικότητας σε απάθεια, και την εδραίωση των συμμοριών (κυρίως εμπορίας ναρκωτικών) και των βίαιων πρακτικών που αυτές υιοθετούν, ώστε τα φαινόμενα αυτά έφτασαν σε οριακά σημεία ως προς τη συχνότητα και την ακτίνα εμφάνισης τους.

Αποτέλεσμα: μεγάλος αριθμός κατοίκων εμφανίζεται να αλλάζει στάση απέναντι στην πιθανότητα γενικευμένων δράσεων καταστολής ως μόνης λύσης του προβλήματος, ενώ δεν λείπουν οι απόψεις απενοχοποίησης της αυτοδικίας, με όλες τις σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή.

Την κατάσταση επιδεινώνει μία ιδιότυπη ανάπτυξη του «επαναστατικού τουρισμού». Η όξυνση της οικονομικής κρίσης διευκόλυνε την εισαγωγή και εξάπλωση του φαινομένου βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων (aibnb) που μαστίζει πλέον την περιοχή και επιτείνει την κρίση στέγης και την εκτίναξη των ενοικίων (αν και οι τιμές τους ουδέποτε υπήρξαν χαμηλές, παρά τις δυσκολίες της καθημερινότητας των εξαρχειωτών). Η πελατεία είναι στην πλειοψηφία τους νέοι που έχουν ήδη μυηθεί στην ανατρεπτική γοητεία της γειτονιάς, που ενισχύεται πλέον με την παροχή ξεναγήσεων από ερασιτέχνες ξεναγούς, με ένα μείγμα γεγονότων, αφοριστικών ερμηνειών και μυθολογικών καρυκευμάτων, προκειμένου να κάνουν την επίσκεψη πραγματικά αξιομνημόνευτη και αντάξια του τιμήματος της. Ευρύτατα διαδίδεται πως, με κάτι τις παραπάνω, οι διοργανωτές εγγυώνται σε όσους ψάχνουν δυνατές εμπειρίες τη συμμετοχή στις εβδομαδιαίες συρράξεις της Μεσολογγίου ή της Αραχώβης. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει, οι πελάτες γοητευμένοι συστήνουν την επίσκεψη στους φίλους τους. Μία απρόσμενη πηγή εισοδήματος είναι ήδη εδώ.

Στον αντίποδα, οι αιχμάλωτοι της ευαλωτότητας. Πρόσφυγες και μετανάστες, θύματα trafficking ή αναλώσιμοι φτωχοδιάβολοι του εμπορίου της πλατείας, εύκολοι στόχοι των επιδείξεων ισχύος της επιστροφής στη συστημική «κανονικότητα» και της αυξανόμενης κοινωνικής δυσανεξίας, παγιδευμένοι σε ένα αβέβαιο πήγαινε-έλα στις διαδρομές της πόλης…

Όπως τόσες φορές στο παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελεύθερο παρόν μας, τα Εξάρχεια σπρώχνονται στην όξυνση και αφήνονται στην απαξίωση και την παραβατικότητα στοχεύοντας στην εγκατάλειψη του οικιστικού κυττάρου τους. Αναζητώντας άλλους προορισμούς, η μαζική αγοραπωλησία κατοικιών εμφανίζεται ως ευκαιρία για τον ιδιοκτήτη και ως πεπρωμένο για τον ενοικιαστή. Ο επαναπροσδιορισμός της χρήσης γής συν τη σχεδιαζόμενη επέκταση του μετρό είναι χρυσοφόρος για τους επενδυτές και θείο δώρο για την εξουσία, που χρόνια ονειρεύεται την εξάχνωση ενός άκρως ενοχλητικού αστικού θύλακα.

Ο διάλογος και ο σχεδιασμός για τη διάσωση και αναβάθμιση της γειτονιάς έχει νόημα μόνο στο βαθμό που είναι ολιστικός, αναδεικνύει το ρόλο των κοινωνικών εκπροσωπήσεων ως θεσμικού συνομιλητή, ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες αυτοδιαχείρισης και δικτύων πολιτισμού και αλληλεγγύης, εμπεριέχει το σεβασμό στην πολυσήμαντη έκφραση στο δημόσιο χώρο, οικοδομεί κουλτούρα συλλογικής και ατομικής ευθύνης απέναντι στην κοινή καθημερινότητα και την εξέλιξη της.

Η οριζόντια κατασταλτική πολιτική δεν έχει σ’ αυτόν καμία θέση. Επειδή, τελικά, πρόκειται για μία άκρως ιδεολογική και πολιτική επιλογή.

* Ηθοποιός, μεταφράστρια και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, κάτοικος Εξαρχείων

«Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι νέες προκλήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη»: Η εκδήλωση με τους Ευ. Τσακαλώτο, Ε. Αχτσιόγλου, Σ. Κούλογλου (βίντεο)

Για τη διεύρυνση και ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού προγράμματος διακυβέρνησης απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, συζήτησαν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η Έφη Αχτσιόγλου σε ανοιχτή εκδήλωση του tvxs.gr με συντονιστή τον Στέλιο Κούλογλου, στο Τριανόν το βράδυ της Πέμπτης 19/9

301122-ekdilositvxs.jpg

Με στόχο το διάλογο για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ και του προοδευτικού χώρου, το Tvxs.gr διοργάνωσε στον κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ, μια διαδραστική συζήτηση με τη συμμετοχή του κοινού και ομιλητές τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Ευκλείδη Τσακαλώτο και Έφη Αχτσιόγλου, και συντονιστή τον ευρωβουλευτή Στέλιο Κούλογλου.

Δείτε τη συζήτηση όπως μεταδόθηκε – έναρξη στο 30’00”

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, την προώθηση πολιτικών στην Ευρώπη, που δημιουργούν στασιμότητα στους μισθούς, έλλειψη εργασιακής ασφάλειας και επαγγελματικής ανόδου και υπογράμμισε ότι αυτό δεν θα αλλάξει «με τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Βρούτση», αντίθετα θα εξακολουθεί να είναι στο περιθώριο ο κόσμος της εργασίας.

Από την πλευρά της, η Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τόνισε ότι μεγάλες μάζες πληθυσμού στην Ευρώπη «γύρισαν την πλάτη» στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, γιατί δεν μπορούσαν να δουν ότι αφορά τη ζωή τους, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με εθνικιστική αναδίπλωση. Τόνισε δε την ανάγκη ενοποίησης των προοδευτικών δυνάμεων, με πολιτικό στόχο τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και πολύ συγκεκριμένα αιτήματα, όπως η σύγκλιση των μισθών προς τα πάνω, που είναι «ένα κορυφαίο αίτημα». 

Την ανάγκη σύγκλισης και άλλων δυνάμεων για τη μείωση των ανισοτήτων, «γιατί η Αριστερά μόνη της δεν μπορεί να τα καταφέρει» τόνισε και ο Στ. Κούλογλου, προσθέτοντας ότι η Αριστερά είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ, σε μια δεξιά Ευρώπη.

Απαντώντας στο ζήτημα της αυτοκριτικής από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ – στο πλαίσιο ερωτήσεων που τέθηκαν στους ομιλητές και στις οποίες είχε τη δυνατότητα να απαντήσει και το κοινό, μέσω του κινητού τηλεφώνου- η κ. Αχτσιόγλου είπε ότι «οφείλαμε να κάνουμε κάτι περισσότερο» τονίζοντας ότι η  επαφή του πολίτη με το κράτος είναι από τα κορυφαία ζητήματα, συμπληρώνοντας ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε χάος «πέρα από κάθε φαντασία» τουλάχιστον στο ασφαλιστικό.

Για το ίδιο θέμα, ο κ. Τσακαλώτος προσέθεσε ότι κάποια ζητήματα ήταν «εκτός των ραντάρ μας» αναφέροντας τον πολιτισμό, ενώ για το οικολογικό ζήτημα, είπε ότι «κάναμε πολιτικά λάθη. Ήταν πολιτικό λάθος οι εξορύξεις. Πρέπει κάποτε να το πούμε αυτό» τόνισε.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τα λάθη που έγιναν, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αναφέρθηκε και στην ΕΡΤ, λέγοντας ότι «δεν το πήραμε σοβαρά». Όπως εξήγησε, «το όραμά μου για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, δεν είναι να έχουμε έναν αριστερό Μπάμπη Παπαδημητρίου και έναν αριστερό ‘Αρη Προτοσάλτε. Θέλουμε μία δημόσια ραδιοτηλεόραση αντικειμενική και εκεί δεν τα πήγαμε καλά». Τόνισε επίσης, ότι πρέπει να ξεχωρίζει η είδηση από την άποψη και «να ξέρουν όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, ότι στη δική τους τηλεόραση, στη δημόσια τηλεόραση, θα μάθεις την είδηση, ασχέτως αν θα μάθεις μετά το σχόλιο».

Για «στρατηγική αποτυχία» στην ΕΡΤ μίλησε από την πλευρά του ο Στ. Κούλογλου, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων δημοκρατικών θεσμών και στο θέμα της δημόσιας τηλεόρασης.

Όσον αφορά τον κίνδυνο «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσακαλώτος είπε ότι δεν φοβάται, γιατί αυτό «δεν το θέλουν ούτε οι συριζαίοι, αυτοί που έρχονται», αλλά και διότι «δεν υπάρχει χώρος για κεντρώα πολιτική», προσθέτοντας ότι η κεντρώα πολιτική Ρέντζι, Μπλερ, Σημίτη, «πουθενά δεν εμπνέει». Πρόσθεσε ότι οι πολιτικές διαφορές είναι «ελεγχόμενες» και σημείωσε ότι η διαδικασία διεύρυνσης θα διαρκέσει πολύ καιρό, μέχρι το συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί τους πρώτους μήνες του 2020, πιθανόν τον Φεβρουάριο.

Από την πλευρά της, η Έ. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι ένα κόμμα που θέλει να ονομάζεται αριστερό, δεν μπορεί να φοβάται να γίνει μαζικό και πρόσθεσε ότι δεν έχει «κανένα άγχος ιδεολογικής επιμόλυνσης του ΣΥΡΙΖΑ».

(με πληροφορίες από ΑΠΕ_ΜΠΕ

Κλίμα: Οι μαθητές του κόσμου ενάντια στην απάθεια

«Αλλάξτε το σύστημα, όχι το κλίμα»: Το διεθνές κίνημα συντονίζεται και κλιμακώνει τις δράσεις του, εν όψει και της συνόδου του ΟΗΕ για το κλίμα

Η κλιματική κρίση είναι εδώ, και μάλιστα τα αποτελέσματά της επιταχύνονται με απρόβλεπτους ρυθμούς. Η ανθρωπότητα καλείται να την αποτρέψει πριν να είναι αργά.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο είναι εύκολο κάτι τέτοιο. Ο τρόπος παραγωγής και κατανάλωσης συντηρείται σήμερα από πανίσχυρα συμφέροντα. Τα κράτη δεν μπορούν και δεν θέλουν να πάρουν πολιτικές αποφάσεις ενάντια στα συμφέροντα αυτά.

Ο πολιτικός συντηρητισμός, που αναδύεται από την κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, αρνείται το πρόβλημα -με πρωταγωνιστή τον Τραμπ, τον ισχυρότερο άνθρωπο στη Γη, που θεωρεί τα περί κλιματικής αλλαγής θεωρίες συνωμοσίας. Και οι μεγάλες κοινωνικές πλειοψηφίες βυθίζονται στην απάθεια, καθώς το ζήτημα είναι πολύ μεγάλο για να νιώθει κανείς ότι μπορεί να κάνει κάτι. Έτσι οι πόλοι λιώνουν, ο πλανήτης θερμαίνεται, τα τροπικά δάση εξαφανίζονται, οι φυσικές καταστροφές πληθαίνουν και η ανθρωπότητα παρακολουθεί ακίνητη.

Όχι όλη. Εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές διαδήλωσαν και εχθές, στις «Παρασκευές για το μέλλον». Ο αγώνας τους ξυπνά συνειδήσεις, αφυπνίζει και κινητοποιεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Έχουν τη δύναμη αυτά τα παιδιά να σταματήσουν την πορεία προς το μη αναστρέψιμο. Μπορούν με την αγωνία τους να νικήσουν την απροθυμία κρατών, διεθνών οργανισμών και οικονομικών συμφερόντων;

Δεν ξέρουμε την απάντηση. Ξέρουμε όμως ότι ο κόσμος έχει αλλάξει πολλές φορές στην Ιστορία. Και έχει αλλάξει επειδή κάποιοι πρωτοπόροι οραματιστές βγήκαν μπροστά βάζοντας στόχους που όλοι οι υπόλοιποι θεωρούσαν ουτοπικούς και ανεφάρμοστους. Ο άνθρωπος υπάρχει πριν από την κλιματική κρίση. Αυτός την προκάλεσε. Μόνο αυτός μπορεί να την αποτρέψει.

Από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε λοιπόν. Τα παιδιά ξεκίνησαν ήδη. Ας τα ακούσουμε.

Γιώργος Μπουγελέκας: Σχολική ιστορία και βαρβαρότητα

Το σχολείο ήταν ανέκαθεν ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο στα χέρια εκείνων που έκαναν τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Ιδιαίτερα τα σχολικά εγχειρίδια απετέλεσαν το ουσιαστικότερο μέσο διάχυσης των απόψεων, από τις οποίες τα Ελληνόπουλα, σύμφωνα με τους κρατούντες, έπρεπε να εμφορούνται. Πάντα υπηρέτησαν πιστά τόσο το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας και ομοιογένειας του ελληνικού έθνους όσο και την αναπόφευκτη ιεράρχηση των πολιτισμών. Για το εκπαιδευτικό μας σύστημα το έθνος μας παρέμεινε ανά τους αιώνες αναλλοίωτο και ανέπαφο.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, όταν ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος το 1853 διατύπωσε με κατηγορηματικό τρόπο τη θεωρία της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνισμού στο έργο του Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, κυριαρχούσαν -ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια της εποχής- οι αντιλήψεις που θεωρούσαν το Βυζάντιο ως «περίοδο δουλείας για το ελληνικό έθνος». H άποψη του Παπαρρηγόπουλου ότι το Βυζάντιο δεν ήταν ένα εκφυλισμένο υπόλειμμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, αλλά αποτελούσε αναβίωση του ελληνισμού μέσα σε νέα σχήματα, απεδείχθη ηγεμονική στην επιστημονική κοινότητα και ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου. Ενώ, αντίθετα, η πένα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο βιβλίο του Οι έμποροι των Εθνών αδίστακτα χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς ως Ρωμαίους.

Αλλά και ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Φαίδων Κουκουλές, στο έργο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός περιέγραψε την καθημερινότητα της εποχής ως εξής: «…προς μεν τον αρχαίον ασθενέστερων συνδέεται, προς τον νεώτερο αυτό τούτο εν πλείστοις συμπίπτει» (Δ. Χατζή, Το πρόσωπο του νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005, σ.54)

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αντοχής της θεωρίας της συνέχειας του ελληνικού έθνους αποτελεί η κυριαρχία της μέχρι σήμερα στα σχολικά εγχειρίδια. Περιγράφει την εξέλιξη ενός έθνους και ενός πολιτισμού που περιλαμβάνει τρία στάδια: την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το σήμερα. «Η ελληνικότητα, με την έννοια της ταυτότητας και της συνείδησης, που είναι εθνική, θρησκευτική, γλωσσική και γενικότερα πολιτισμική, περιγράφεται έμμεσα αναλλοίωτη, εφόσον γενικώς υπάρχει και επί αιώνες καταφέρνει και διατηρείται ‘ως προς όλα της τα στοιχεία’ μέχρι την επανάσταση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους», σημειώνει το βιβλίο της ιστορίας της Γ’ γυμνασίου. (Φραγκουδάκη, 1997, σ.352). Στα βιβλία της σχολικής ιστορίας «η αξία της ομοιογένειας συμπληρώνει την αξία της διατήρησης» (Στο ίδιο, σ.353). Στα εγχειρίδια υπάρχει πλήρης απουσία αναφορών σε «εθνοτικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και πολιτισμικά πληθυσμιακά μίγματα που χαρακτηρίζουν όλες τις αυτοκρατορίες, εξίσου τη βυζαντινή και την οθωμανική» (Στο ίδιο).

Αποκρύπτεται επιμελώς το γεγονός, ότι «Η αρχαία Ελλάδα θα γίνει γνωστή και στους Νεοέλληνες, αφού περάσει μέσα από την Αναγέννηση» (Δ. Χατζή, Το πρόσωπο του νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005, σ.77).

Όταν η Θεσσαλονίκη, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος, το εβραϊκό στοιχείο πλειοψηφούσε στη σύνθεση του πληθυσμού της πόλης (Φραγκουδάκη, 1997, σ. 395). Το συμβάν αποκρύπτεται, ενώ επρόκειτο για μια από τις σημαντικότερες «εβραϊκές κοινότητες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» (Μαργαρίτης, 2005, σ.13). Η εθνική ανομοιογένεια έπρεπε με κάθε τρόπο να αποσιωπηθεί, γιατί για τα σχολικά εγχειρίδια είναι εμπόδιο στην ειρηνική επιβίωση του κράτους. Ιδεολογικό παράγωγο αυτών των απόψεων υπήρξε η Μεγάλη Ιδέα. Η μνεία της στο βιβλίο της ΣΤ’ δημοτικού «ως ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας γίνεται χωρίς άλλο σχόλιο, καθώς και η αποκλειστικά θετική της παρουσίαση χωρίς καμία νύξη στις αρνητικές πλευρές της ιδεολογικής της λειτουργίας απέναντι στα λαϊκά στρώματα ή στις τρομερές ήττες του ελληνικού κράτους, στις οποίες (το) οδήγησε» (Φραγκουδάκη, 1997, σ.365). Χριστιανοί και μουσουλμάνοι ξεριζώθηκαν και «η Ελλάδα και η Τουρκία απέκτησαν έτσι ένα πλήθος χαμένων πατρίδων» (Μαργαρίτης, 2005, σ. 12). Παράλληλα, τα σχολικά εγχειρίδια υπέπεσαν σε σημαντικές αντιφάσεις. Έτσι, ενώ δηλώνεται «η οικονομική ανάπτυξη» και «η άνθιση της παιδείας», ενώ παρουσιάζεται χάρτης των ελληνικών σχολείων από τον 17ο αιώνα, από την άλλη αφήνεται να εννοηθεί ότι «η οθωμανική αυτοκρατορία εμπόδιζε γενικά την ανάπτυξη της παιδείας» (Φραγκουδάκη, 1997, σ.357), με αποτέλεσμα να υπονοείται η λειτουργία του «κρυφού σχολειού».

Η αξία του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, κατά τα εγχειρίδια, βρίσκεται στη σχέση του με τον αρχαίο, ο οποίος εμφανίζεται ως αξία μοναδική και ανεπανάληπτη, αλλά ταυτόχρονα και ως κοιτίδα του σύγχρονου πολιτισμού στους τομείς της επιστήμης, της τέχνης και των ιδεών. Αυτή η αντιμετώπιση οδηγεί σε μια σαφέστατη κατάταξη των λαών και των πολιτισμών τους σε μια ιεραρχική κλίμακα, που αποδίδει στη δυτική Ευρώπη την πρώτη θέση, ενώ μέσω αυτής της κατάταξης ο ελληνικός πολιτισμός, ως πηγή του ευρωπαϊκού, βρίσκεται στο πιο ψηλό σκαλί του βάθρου των πολιτισμών του κόσμου. Αυτή η παρουσίαση του ελληνικού έθνους και του ελληνικού πολιτισμού δεν είναι άμοιρη επιπτώσεων, τόσο στους αλλοεθνείς όσο και στους Έλληνες μαθητές.

Η εικόνα των άλλων εθνών, όπως διαμορφώνεται από τα σχολικά βιβλία, «είναι κατοπτρική εικόνα του εθνικού εαυτού» (Στο ίδιο, σ. 395). Δηλαδή, ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας είναι αποφασιστικής σημασίας για τον τρόπο που βλέπουμε, αξιολογούμε και κρίνουμε τους «άλλους». Αυτή η αντίληψη θεωρεί και τα άλλα έθνη ως «φυσικά» διακριτές και ομοιόμορφες εσωτερικά ομάδες, ενώ παράλληλα αρνείται κάθε αλληλεπίδραση, που είναι βασικό χαρακτηριστικό της εξέλιξης. Αγνοεί πως ακόμα και αυτή η «ποικιλομορφία των πολιτισμών[…] δεν οφείλεται τόσο στην απομόνωση των ομάδων όσο στις σχέσεις που τις ενώνουν» (Levi-Strauss, 2003, σ. 37). Το αποτέλεσμα των περιεχομένων των εγχειριδίων και της διδασκαλίας, που τα συνοδεύει στις σχολικές τάξεις, είναι η περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός όσων δεν ταυτίζονται με το αμιγές εθνικό πρότυπο, ακριβώς λόγω της «διαφοράς» τους. Τα παιδιά των μεταναστών, των μειονοτήτων, των «ξένων» θεωρούνται απολύτως ομοιόμορφοι φορείς του δικού τους πολιτισμού. Έτσι, παραβλέπονται οι εσωτερικές -ταξικές, φυλετικές και πολιτισμικές- διαφοροποιήσεις μέσα στα πλαίσια των διαφόρων μειονοτήτων. Απολυτοποιούνται και παγιώνονται όλες οι εθνικές διαφορές και παραγνωρίζεται ο δυναμικός χαρακτήρας της όποιας ταυτότητας -επομένως και της εθνικής- που της δίνει τη δυνατότητα της διαρκούς διαπραγμάτευσης και επανεξέτασης των στοιχείων που τη συγκροτούν. Διαφοροποιήσεις και επαναδιαπραγματεύσεις που -σε πείσμα των εγχειριδίων- πραγματοποιούνται αενάως μέσα στο επίσης μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Από την άλλη μεριά, η εικόνα που εισπράττουν τα ελληνόπουλα για το έθνος τους μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια διαμορφώνεται από ανακριβείς και αντιφατικές πληροφορίες. Μαθαίνουν ότι οι σχέσεις του ελληνικού έθνους με τους εθνικούς άλλους ήταν πάντα συγκρουσιακές και ότι απ’ αυτούς τίποτα θετικό δεν αξίζει να αντλήσουμε. Το μόνο καθήκον που έχουμε απέναντί τους είναι να αμυνθούμε. Διαμορφώνουν την άποψη ότι οι Έλληνες δεν έχουν -ή τουλάχιστον δεν πρέπει να έχουν- κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές ή ακόμα και ταξικές διαφορές. Σύμφωνα με τα εγχειρίδια όποτε συνέβη κάτι τέτοιο το έθνος ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να μη καλλιεργείται η ιστορική κριτική σκέψη. Να εμποδίζονται να συνειδητοποιήσουν ότι η ιστορία είναι διαρκής ανασύνθεση του παρελθόντος. Να αδυνατούν να αντιληφθούν θετικά τις ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές με τους γειτονικούς κυρίως λαούς. (Φραγκουδάκη, 1997, σ. 400). Συμπερασματικά, ο Κλωντ Λέβι Στρως υποστηρίζει πως η τάση να απορρίπτουμε ό,τι δεν ταυτίζεται με αυτά που ταυτιζόμαστε έχει γερά ψυχολογικά θεμέλια. Μας θυμίζει πως «η αρχαιότητα συνέχεε στο ίδιο όνομα ‘βάρβαρος’ ό,τι δεν μετείχε στον ελληνικό (και κατόπιν ελληνορωμαϊκό) πολιτισμό». Σημειώνει πως «η ανθρωπότητα» συνηθίζει πολλές φορές να «σταματά στα όρια της φυλής, της γλωσσικής ομάδας, μερικές φορές ακόμα και του χωριού» και καταλήγει με καυστικότητα: «βάρβαρος είναι πρώτα πρώτα ο άνθρωπος που πιστεύει στη βαρβαρότητα» (Levi-Strauss, 2003, σ. 40).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ Γ., Τσάμηδες-Εβραίοι, ανεπιθύμητοι συμπατριώτες. Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας, Βιβλιόραμα, 2005.
ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ ΑΝΝΑ-ΘΑΛΕΙΑ ΔΡΑΓΩΝΑ, “Τι είν’ η πατρίδα μας;” Εθνοκεντρισμός στην Εκπαίδευση, Αλεξάνδρεια, 1997.
ΧΑΤΖΗΣ Δ., Το πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005.

LEVI-STRAUSS C., Φυλή και Ιστορία. Φυλή και πολιτισμός, , Πατάκη, 2003.

Ο Γιώργος Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Η Αυγή