Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου

UMBERTO ECO – ΜΕ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ – ΘΕΡΜΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΜΕ


Στην πορεία της πρόσφατης πολεμικής γύρω από της επιθέσεις του στους Γερμανούς, ο υφυπουργός Στέφανι προέβαλε, σαν απόδειξη των καλών προθέσεών του, το γεγονός ότι η πρώτη γυναίκα του ήταν Γερμανίδα. Αδύναμο επιχείρημα, στ’ αλήθεια: αν ήταν η τωρινή του γυναίκα, κάτι πάει κι έρχεται, αλλά, αφού ήταν η πρώτη (την οποία προφανώς παράτησε ή τον παράτησε), αυτό είναι προφανώς ένδειξη ότι ποτέ του δεν κατάφερε να τα πάει καλά με τους Γερμανούς.

Το επιχείρημα της συζύγου είναι πολύ σαθρό: αν θυμάμαι καλά, ο Σελίν είχε μια εβραία σύζυγο, ο Μουσολίνι είχε για πολύ καιρό μια εβραία ερωμένη, αλλ’ αυτό δεν εμπόδισε κανέναν απ’ τους δυο, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, να έχουν σαφέστατα αντισημιτικά συναισθήματα.

Υπάρχει μια έκφραση που, ιδίως στην Αμερική, έχει γίνει παροιμιώδης: «Some of my best friends» («Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου»)… Όποιος αρχίζει έτσι για να ισχυριστεί ότι μερικοί από τους καλύτερους φίλους του είναι εβραίοι (πράγμα που μπορεί να συμβεί στον καθένα) συνήθως συνεχίζει με ένα «αλλά» ή ένα «κι όμως» και αμέσως εξαπολύει έναν αντισημιτικό φιλιππικό. Στη δεκαετία του 70, ανέβηκε στη Νέα Υόρκη μια κωμωδία για τον αντισημιτισμό με αυτόν ακριβώς τον τίτλο Some of my best friends. Όποιος ξεκινάει έτσι παίρνει αμέσως τη σφραγίδα του αντισημίτη – τόσο που κάποτε, χάριν παραδοξότητας, αποφάσισα ότι για να αρχίσω μια αντιρατσιστική ομιλία, έπρεπε να ξεκινήσω ως εξής: «Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι αντισημίτες…»

To Some of my best friends αντιπροσωπεύει ένα παράδειγμα αυτού που στην κλασική ρητορική ονομαζόταν concessio ή παραχώρηση: αρχίζουμε μιλώντας καλά για τον αντίπαλο και δείχνοντας ότι συμμεριζόμαστε μια από τις  απόψεις του, κι έπειτα περνάμε στο καταστροφικό μέρος. Αν ξεκινούσα μια επιχειρηματολογία με το «μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Σικελοί», είναι βέβαιος ότι βάζω υποψηφιότητα για το Βραβείο Μπόσι.

Aς επισημάνουμε επί τροχάδην ότι, έστω κι αν είναι πιο σπάνιο, λειτουργεί εξίσου καλά και το αντίθετο τέχνασμα: δεν μπορώ να θυμηθώ αν έχω αγαπημένους φίλους στο Τέρμολι Ιμερέζε, στην Καμπέρα και στο Νταρ-ες-Σαλάμ (και είναι μάλλον εντελώς τυχαίο), αλλά αν ξεκινήσω μια ομιλία λέγοντας «δεν έχω φίλους στην Καμπέρα», κατά πάσα πιθανότητα αυτό που επακολουθεί είναι ένας ασυγκράτητος ύμνος για την αυστραλιανή πρωτεύουσα.

θα ήταν διαφορετική μια πολιτική επιχειρηματολογία, βάσει της οποίας, ας υποθέσουμε, ξεκινάμε αποδεικνύοντας με στατιστικά στοιχεία ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών ανατίθεται στον Μπους και η μεγάλη πλειοψηφία των Ισραηλινών ανατίθεται στον Σαρόν, και στη συνέχεια περνάμε στην κριτική αυτών των δύο κυβερνήσεων. Αλλά το μεμονωμένο παράδειγμα δεν αρκεί· δεν αρκεί να παραθέσουμε τον Άμος Οζ για το Ισραήλ και τη Σούζαν Σόνταγκ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη ρητορική, αυτό ονομάζεται exemplum και έχει ψυχολογική αξία, αλλά όχι αξία επιχειρήματος. Δηλαδή η αναφορά στο συγκεκριμένο, είτε πρόκειται για τη Σόνταγκ είτε για μερικούς από τους καλύτερους φίλους μου, δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει γενικά συμπεράσματα. Το γεγονός ότι μου έκλεψαν κάποτε το πορτοφόλι στο Άμστερνταμ δεν μου δίνει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι όλοι οι Ολλανδοί είναι κλέφτες (πράγματι, τέτοιου είδους συμπεράσματα βγάζει μόνο ένας ρατσιστής), παρ’ ότι είναι ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα να επιχειρηματολογείς ξεκινώντας απευθείας από το γενικό (όλοι οι Σκωτσέζοι είναι τσιγκούνηδες, όλοι οι Κορεάτες βρομούν σκόρδο), κάνοντας το πολύ πολύ μια υποχώρηση ότι, όλως παραδόξως, όλοι οι Σκωτσέζοι που γνώρισα πάντα με κέρασαν απλόχερα τα ποτά μου και μερικοί από τους καλύτερους  κορεάτες φίλους μου μυρίζουν μόνο ακριβά και ραφινάτα άφτερ σέιβ.

Οι ακροβασίες πάνω στο γενικό είναι πάντοτε επικίνδυνες και απόδειξη είναι το παράδοξο του Επιμενίδη από την Κρήτη που ισχυριζόταν ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Προφανώς, αν αυτό το λέει ένας Κρητικός, εξ ορισμού ψεύτης, τότε είναι ψέμα ότι οι Κρητικοί είναι ψεύτες· αλλά, αν κατά συνέπεια οι Κρητικοί είναι ειλικρινείς, τότε ο Επιμενίδης έλεγε αλήθεια ισχυριζόμενος ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. Στην παγίδα αυτή, έπεσε και ο Απόστολος Παύλος που ισχυρίστηκε ότι πράγματι οι Κρητικοί ήταν ψεύτες, αφού το παραδεχόταν ακόμα και ένας απ’ αυτούς.

Αυτά είναι αστειάκια ενός σεμιναρίου λογικής ή ρητορικής, αλλά αυτό που βγαίνει σαν συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να είμαστε καχύποπτοι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ξεκινάει με μια παραχώρηση. Και στη συνέχεια, θα ήταν ενδιαφέρον, ιδίως στην εποχή μας, να αναλύσουμε τις διάφορες μορφές παραχώρησης που ακούγονται στον πολιτικό στίβο, όπως οι διακηρύξεις σεβασμού (εν γένει) για τη δικαστική εξουσία, η αναγνώριση της εργατικότητας πολλών εξωκοινοτικών, ο θαυμασμός για τον μεγάλο πολιτισμό των Αράβων, οι εκφράσεις βαθύτατης εκτίμησης στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας και ούτω καθεξής.

Αν κάποιος ξεκινάει με μια παραχώρηση, προσέξτε τι θα επακολουθήσει. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

[I’espresso, Αύγουστος 2003.]

***

Umberto Eco – Με το βήμα του κάβουρα – Θερμοί πόλεμοι και λαϊκισμός των ΜΜΕ . Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη .Ελληνικά Γράμματα, 2006

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ηλίας Μπιτσάνης: ο ματωμένος επίλογος της Γερμανικής κατοχής στη Μεσσηνία

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα περπατούν, πλήθος και υπαίθριες δραστηριότητες
Στη φωτογραφία παρέλαση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλαμάτα στις 6/9/1944

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΆ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΑΚ

Στη Μεσσηνία σαν σήμερα πριν 75 χρόνια άρχισε να γράφεται ο ματωμένος επίλογος της Γερμανικής κατοχής, που λειτούργησε ως πρελούδιο του εμφυλίου πολέμου. Μετά από σκέψη αποφάσισα να ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό και μα σκοπό να φωτιστούν ορισμένες πλευρές που αγνοεί η συντριπτική πλειοψηφία ακόμη και των Μεσσηνίων.

Είναι δύσκολο να μιλάς για θανάτους, ο νεκρός κάθε οικογένειας είναι από τα ιερά της. Ο αναγκαίος ανθρώπινος σεβασμός όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε παραχάραξη της ιστορίας. Και η εκφορά του ιστορικού λόγου δεν μπορεί παρά να περιγράφει τα γεγονότα πέρα από την επίκληση πραγματικών ή φανταστικών περιστατικών μιας ταραγμένης εποχής. Αφορμή της ενασχόλησης κάποιοι σχολιασμοί σε προηγούμενη ανάρτηση και το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί μια απάντηση “επί προσωπικού” αλλά απάντηση σε αντιλήψεις που εκφράζουν είτε από άγνοια, είτε από συναισθηματισμό, είτε από μια βολική θεώρηση εκείνης της εποχής, πολύ μεγαλύτερες ομάδες πολιτών.

014 1944 9 10
14. Στην οδό Μητροπολίτη Μελετίου, την ώρα της ταφής, το παριστάμενο πλήθος γονατισμένο αποδίδει τιμή στους νεκρούς (10-9-1944).
015 1944 9 10
15. Κηδεία ανταρτών. Στο βάθος φαίνεται το περιτοίχισμα του περιβόλου της Μονής Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (10-9-1944).


Η προσέγγιση δεν μπορεί παρά να έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, άλλοι πολέμησαν τον κατακτητή και τον φασισμό (εν προκειμένω το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ) και άλλοι συνεργάστηκαν μαζί του (τα Τάγματα Ασφαλείας). Αδιαπραγμάτευτο σε ό, τι αφορά την αφετηρία της σκέψης, όλα τα υπόλοιπα υπό συζήτηση και μάλιστα υπό το πρίσμα της κοινωνικής κατάστασης εκείνη την και με φόντο τον φασιστικό αντικομμουνισμό του μεσοπόλεμου και τη δικτατορία του Μεταξά.
Το 1944 το ΕΑΜ πολιτικά κυριαρχεί στην Καλαμάτα και τη Μεσσηνία, ο ΕΛΑΣ διαφεντεύει τα βουνά και επιτίθεται στους Γερμανούς με τη βοήθεια του δικτύου πολιτικών συνδέσμων και των οργανώσεων σε πόλεις και χωριά. Για βοήθεια στα Γερμανικά στρατεύματα δημιουργούνται τα Τάγματα Ασφαλείας, μια προδοτική οργάνωση “ομόκεντρων κύκλων”. Στον πυρήνα τους οι φανατικοί διώκτες των κομμουνιστών στο μεσοπόλεμο, γύρω από αυτόν οι αλήτες και εγκληματίες που περιμάζεψε ο Νομάρχης Δ. Περρωτής για να υπηρετούν τους Γερμανούς κάνοντας… ντόλτσε βίτα στην πόλη, οι απάτριδες που εντάχθηκαν για φαΐ και τσιγάρο και εκείνοι που φοβήθηκαν να πολεμήσουν τους κατακτητές και όταν τους “ζόρισε” ο ΕΛΑΣ έτρεξαν να συνδράμουν Γερμανούς και συνεργάτες τους και αυτοί με το αζημίωτο. Απόκοντα οι διορισμένοι σε θέσεις ευθύνης γερμανόφιλοι και η “καλή κοινωνία” των καμπαρέ και της οικονομικής άνεσης του μαυραγοριτισμού, όλοι εκείνοι η οποία πούλησαν στη συνέχεια… ελληνοχριστιανικό εθνικοπατριωτισμό. Η σύγκρουση είναι καθολική, εκατοντάδες πατριώτες συλλαμβάνονται και εκτελούνται, η Μεσσηνία ζει τη θανάσιμη την τρομοκρατία Γερμανών και συνεργατών. Ετσι οι οργανωμένες επιθέσεις κατά των κατακτητών και των δοσίλογων συνοδεύονται και από στοχευμένα ή τυφλά χτυπήματα, η βία αντιμετωπίζεται με βία, πολλές φορές ο προσωπικός παράγοντας υποκαθιστά την πολιτική και πλήττει ακόμη και την αντίσταση.

11. Στον εξώστη των γραφείων της ΕΑΜ-ΝΕΜ. Στο βάθος διακρίνεται ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Καλαμάτας.


Η δικαίωση της αντίστασης και των ανθρώπων που πολέμησαν τον κατακτητή άρχισε να διαφαίνεται από τα τέλη Αυγούστου, όταν οι Γερμανοί παρουσιάζουν σημεία αναδίπλωσης και αφήνουν περισσότερο χώρο στους σύγχρονους “γενίτσαρους” των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η αναχώρηση από την Καλαμάτα γίνεται στις 6 Σεπτεμβρίου, δεν τους παίρνουν μαζί τους (άλλωστε αυτούς που πήραν τους εκτέλεσαν), τους χρησιμοποιούν ως πλαγιοφυλακή στη μετακίνησή τους, κόβουν όλες τις επικοινωνίας για να μην κινδυνεύουν οι ίδιοι αφήνοντας τους συνεργάτες τους στο κενό και τους αφήνουν “στο πόδι” τους ξεκινώντας από τις νοτιότερες περιοχές της Πελοποννήσου.

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

010 1944 9 10
10. Η πομπή με τις σορούς των ανταρτών ανηφορίζει την οδό Υπαπαντής (10-9-1944). αρχεία ΓΑΚ

Σε μια εποχή που ο εξυπνακιδισμός ως “επιχειρηματολογία” κυριαρχεί, θα πρέπει να δούμε ορισμένα στοιχεία από τα όσα προηγήθηκαν της μάχης που έγινε στην Καλαμάτα στις 9 Σεπτεμβρίου ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και τους ταγματασφαλίτες.
Το υλικό που ακολουθεί προέρχεται από τη σπουδαία έρευνα του αείμνηστου καλού φίλου Νίκου Ι. Ζερβή στο πολύτομο έργο του “Καλαμάτα-Κατοχή-Αντίσταση-Απελευθέρωση”. Είχαμε ριζικά διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και των καταστάσεων, αλλά η έρευνα που έχει κάνει αποτελεί μια μοναδική εργασία με πλήθος ιστορικών στοιχείων και μαρτυριών. Φθάνουμε λοιπό στο μεσοδιάστημα της αποχώρησης των Γερμανών (6 Σεπτεμβρίου) και της μάχης (9 Σεπτεμβρίου) και εκδηλώνεται μια κινητικότητα με προτάσεις του ΕΛΑΣ για την παράδοση των ταγματασφαλιτών. Σχετικά γράφει ο λοχίας Charles n. Kanes ασυρματιστής της Αμερικάνικης Στρατιωτικής Αποστολής αναφορά στον Απρίλιου του 1945 στην OSS όπου εξιστορεί την αποστολή και τη δράση του σταθμού HELOT: “Όταν οι Γερμανοί άρχιζαν να εμφανίζουν σημεία ότι θα εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή, κατά τα τέλη Αυγούστου, ο ΕΛΑΣ άρχισε να κινεί στρατεύματα πλησιέστερα προς την Καλαμάτα. Και όταν τελικώς, αποσύρθηκαν [οι Γερμανοί] στις 6 Σεπτεμβρίου, ο ΕΛΑΣ κύκλωσε πλήρως την πόλη. Οι Φατσέας και Σακελλαρίου πλησιάστηκαν τότε από τον ΕΛΑΣ και τους ζητήθηκε να κατέβουν στην Καλαμάτα και να προσπαθήσουν να παροτρύνουν τα Τάγματα Ασφαλείας να συνθηκολογήσουν και να αποφευχθεί ένας εμφύλιος πόλεμος, με την υπόσχεση ότι κανείς δεν θα υφίστατο κακόν μέχρις της αφίξεως και αναλήψεως της καταστάσεως από τα κυρίως στρατεύματα της Ελληνικής κυβερνήσεως ή τα Βρετανικά. Ο John (Fatseas) και ο Πάνος [Σακκελαρίου] πήγαν στην Καλαμάτα με τους όρους αυτούς, αλλά οι όροι δεν έγιναν αποδεκτοί”.
Πάντα βεβαίως υπάρχει το ερώτημα αν θα τηρούσε ο ΕΛΑΣ τις υποσχέσεις του ή όχι. Εχει ενδιαφέρον η απάντηση του Τζόν Φατσέα στο ερώτημα του Νίκου Ι. Ζερβή: “Πολλοί από τους αξιωματικούς του ΕΑΜ ήταν αξιωματικοί καριέρας, που εντάχθηκαν στο κίνημα του ΕΛΑΣ και ήθελαν να αποτρέψουν την αιματοχυσία. Ωστόσο ο Αρης χάρηκε και το έδειξε, που απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις. Αλλά πιστεύω ότι τελούσε υπό τις διαταγές του ΚΚΕ και θα τηρούσε μια συμφωνία, εάν είχε επιτευχθεί (όπως στην Τρίπολη)”.
Έχει σημασία να δούμε και τους όρους, όπως παρουσιάστηκαν από τον λοχαγό Lyall Wilkes στο περιοδικό “The NewStatesman and Nation”:
1. Το Τάγμα Ασφαλείας θα έπρεπε να διαλυθεί.
2. Οι απλοί στρατιώτες μέλη του Τάγματος θα έπρεπε να επιστρέψουν στις οικίες τους, εκτός εκείνων των ηγετών, οι οποίοι είχαν διαπράξει, πράγματι, εγκλήματα εναντίον του ελληνικού πληθυσμού, κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής.
3. Ως εγγύηση ότι δεν θα ελάμβανε χώρα κακόν στους ηγέτες τους, ο ΕΛΑΣ είχε συμφωνήσει να επιτρέψει στον Αμερικάνο αξιωματικό να παραμείνει μαζί τους μέχρι της αφίξεως στην Ελλάδα της Ελληνικής κυβερνήσεως”.
Σχετικά με το τι έγινε στο στρατόπεδο των ταγματασφαλιτών, υπάρχει η μαρτυρία του Σμηναγού της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας Πάνου Ε. Σακελλαρίου που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις: “Στη σύσκεψη που επακολούθησε στο Νομαρχιακό Κατάστημα ήταν παρόντες: Ο Νομάρχης Δημ. Περρωτής, ο Διοικητής Χωροφυλακής Μεσσηνίας Ταγματάρχης Ιωάν. Φραγκουδάκης, ο Αλεξ. Γαλόπουλος του Α2 Γραφείου του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμάτας, ο Νικόλ. Θεοφάνους ανθυπολοχαγός πεζικού. Στη σύσκεψη παρίστατο και ο Μητροπολίτης Γυθείου και Οιτύλου Χρυσόστομος (Δασκαλάκης).
Ανακοινώσαμε στους παριστάμενους ότι ενεργούμε εξ ιδίας πρωτοβουλίας, για να αποτρέψουμε την αδελφοκτόνο αιματοχυσία και, ακόμη, ότι έχουμε δεσμευθεί να μην αναφέρουμε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Τους είπαμε ακόμη ότι μπορούσαμε να τους δώσουμε την πληροφορία ότι επρόκειτο για μεγάλη δύναμη.
Ο Περρωτής φαινόταν διαλλακτικός, αλλά ο Θεοφάνους πρόβαλε αντιρρήσεις λέγοντας “έχουμε και εμείς δυνάμεις να τους αντιμετωπίσουμε” Θα πρέπει να προστεθεί ότι ο Θεοφάνους φορούσε πολιτικά και ήταν άψογος. Το γεγονός αυτό και οι αντιρρήσεις του με ανάγκασαν να του παρατηρήσω: “Με τέτοια εμφάνιση δεν αντιμετωπίζονται οι αντάρτες.
Επειδή στις συναντήσεις που είχαμε παρίσταντο και άλλα πρόσωπα, προτείναμε στο Νομάρχη Περρωτή να πάμε στο διπλανό γραφείο για να είμαστε μεταξύ μας. Πράγματι αποδέχθηκαν την πρόταση. Εκεί ανακοινώσαμε στους παρισταμένους, ότι αναλαμβάνουμε εμείς την ευθύνη για την ζωή τους και την ζωή των οικογενειών τους, αρκεί οι άνδρες του Τάγματος Ασφαλείας να περιορισθούν στους στρατώνες του 9ου Συντάγματος Πεζικού. Εκείνη μάλιστα τη στιγμή συμπτωματικά, ακούσαμε ένα ραδιόφωνο που ήταν συντονισμένο στην ελληνική εκπομπή του σταθμού του Καΐρου, να μεταδίδει την είδηση ότι αποδοκιμάζουν τα Τάγματα Ασφαλείας.
Παρ’ όλα αυτά επικράτησε και πάλι η γνώμη του Θεοφάνους ο οποίος πήρε με το μέρος του και τους υπόλοιπους συνομιλητές: Η άποψή τους ήταν, ότι δεν θεωρούσαν επαρκή την εγγύησή μας, ότι , δηλαδή, δεν θα μπορούσαμε να διασφαλίσουμε την ζωή τους και τη ζωή των οικογένειών τους έναντι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ”.
Η πλειοψηφία των αξιωματικών της Χωροφυλακής είχε ταχθεί υπέρ της συνεννόησης με τον ΕΛΑΣ, αλλά οι ταγματασφαλίτες είχαν διαφορετική γνώμη και επέβαλαν τη συστράτευση στο πλευρό τους. Σχετική είναι η μαρτυρία του Νικόλαου Τζάνε Ταγματάρχης Χωροφυλακής που παρέμεινε στην πόλη μετά τη μάχη (δικάστηκε από το ανταρτοδικείο και αθωώθηκε) και παραδόθηκε σε έκθεση: “Κατόπιν πολυώρου συσκέψεως εν τω γραφείω του Διοικητού Διοικήσεως επεκράτησεν η γνώμη της πλειοψηφίας των αξιωματικών, όπως επιζητήσωμεν σύνδεσιν μετ’ αξιωματικών του ΕΛΑΣ προς τερματισμόν της αδελφοκτονίας. Ο Διοικητής συμφωνήσας μετέβη πλησίον του τότε Νομάρχου Περρωτή προς συνεννόησιν και ανακοίνωσιν της ληφθείσης αποφάσεως των αξιωματικών της Χωροφυλακής. Ατυχώς όταν επέστρεψεν είχε διάφορον γνώμην, υποστηρίξας ότι η Χωροφυλακή, αποτελούσε νόμιμον όργανον του Ελληνικού Κράτους και δεχθείσα απρόκλητον επίθεσιν εντός των Αστυνομικών Καταστημάτων είχε υποχρέωσιν στοιχειώδους αμύνης να υπερασπισθεί τα Αστυνομικά Καταστήματα μέχρι εσχάτων”.

5. Ομαδική είσοδος κόσμου στην Καλαμάτα, στην προκείμενη περίπτωση από το χωριό Αλώνια της περιοχής του Άρι (10-9-1944).

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΙΓΑΛΑ

Η άρνηση της ηγεσίας των Ταγμάτων Ασφαλείας από την οποία άλλοι πίστευαν ότι μπορούν να κατατροπώσουν τον ΕΛΑΣ λόγω υπεροπλίας, άλλοι ήθελαν να κερδίσουν χρόνο και άλλα αναγκάζονταν να ακολουθούν εκόντες ακόντες, οδήγησε στην αιματηρή μάχη για την απελευθέρωση της Καλαμάτας με πολλούς νεκρούς και από την πλευρά του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες μετά την ήττα τους διέφυγαν προς το οχυρό του Μελιγαλά ακολουθώντας τη σιδηροδρομική γραμμή, η ηγεσία τους οδήγησε στη συνέχεια και τις οικογένειες σε εκείνο που φάνταζε απόρθητο μετά την αποτυχημένη ανοιξιάτικη επίθεση του ΕΛΑΣ, και το οποίο λειτούργησε ως παγίδα θανάτου.
Ο Σπύρος Ξιάρχος γράφει σχετικά στο βιβλίο του “Η αλήθεια για το Μελιγαλά: “Μετά την πτώση της Καλαμάτας έφθασε στο Μελιγαλά ο Νομάρχης Περρωτής με το διοικητή του λόχου Καλαμάτας ανθυπολοχαγό Θεοφάνους. Διοικητής του λόχου ήταν βεβαίως ο Θεοφάνους αλλά πέρα από αυτόν υπήρχε και η Περωττέικη “παρέα” Στους εκ Καλαμάτα αφιχθέντες υπήρχαν δύο τάσεις, οι ¨σκληροί” περί τον Περρωτή” και οι λογικοί περί τον “Θεοφάνους”. Η τοπική ηγεσία μόλις έφθασε εκεί ο Περρωτής, συσκέφθηκε για να βρει τρόπο να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Πρωτοστατούντος του Περικλή Μπούτου, του γιατρού Αλκιβιάδη Λατζούνη, του δικηγόρου Χρ. Μπένου και του Γιάννη Θεοφίλη κατέληξαν στην απόφαση να ζητηθεί από την ηγεσία του τάγματος να εγκαταλείψει το Μελιγαλά μετακινούμενο προς Τρίπολη ή προς Γαργαλιάνους […] Η πρόταση έγινε δεκτή από το διοικητή του τάγματος Μελιγαλά Διον. Παπαδόπουλο αλλά αποκρούστηκε από το Νομάρχη Περρωτή και την παρέα του αλλά και από το γυμνασιάρχη Π. Τσιτούρα”
Πριν τη μάχη του Μελιγαλά έγιναν διαπραγματεύσεις αλλά απέτυχαν όπως γράφει ο Σπύρος Ξιάρχος: “Το απόγευμα της παραμονής της επίθεσης φθάνει το Μελιγαλά ο Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος μαζί με το Βρετανό Ταγματάρχη Ουΐλκις, αργότερα βουλευτή του Εργατικού Κόμματος και το λοχαγό Γκίμπσον και προτείνουν στους ταγματασφαλίτες να παραδώσουν την πόλη και να μεταφερθούν με την εγγύηση των Αγγλων αξιωματικών σε στρατόπεδο για να παραδοθούν στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος η οποία θ’ αποφάσιζε για την τύχη τους.
Δυστυχώς οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν με πρωταγωνιστές τους περί τον Νομάρχη Δ. Περρωτή και το λοχαγό Θεοφάνους οι οποίοι είχαν φθάσει εκεί μετά τη μάχη της Καλαμάτας, δια της σιδηροδρομικής γραμμής. Αργότερα γυναίκες από τα γύρω χωριά Ανθούσα, Σολάκι, Ζευγολατιό, στάλθηκαν στο Μελιγαλά να πείσουν τους άνδρες και τους συγγενείς τους να εγκαταλείψουν την πόλη και τους δόθηκαν εγγυήσεις για τη ζωή τους, τονίζοντας ότι σε λίγες ημέρες θα αρχίσει η επίθεση και ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Η απάντηση ήταν αρνητική […] Ας σημειωθεί ότι η αποστολή του αρχιμανδρίτη Ιωήλ Γιαννακόπουλου και του άγγλου λοχαγού Γκίμπσον δεν μπήκε στο Μελιγαλά. Δεν της επέτρεψε ο Περρωτής να μπει στο Μελιγαλά. Συναντήθηκαν μόνον με τον ίδιο, τον εισαγγελέα Γαλόπουλο και τον ταγματάρχη Γρουσουζάκο και απέρριψαν κάθε ιδέα για συζήτηση [πυπό όρους”
Ακολούθησε η μάχη με μετωπική επίθεση σε ένα χώρο ο οποίος ήταν όχι μόνον οχυρός αλλά και ναρκοθετημένος με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες απώλειες των ανταρτών. Ο Στούπας διαισθανόμενος την πορεία των πραγμάτων είχε εγκαταλείψει το Μελιγαλά με ισχυρή δύναμη ανδρών και είχε εγκατασταθεί στους Γαργαλιάνους υπολογίζοντας ότι ο ΕΛΑΣ θα αργήσει να φθάσει εκεί. Ο Ζαμπάρας που τον έστειλαν για να του ζητήσει βοήθεια για το Μελιγαλά, κρύφτηκε στα βουνά της περιοχής και ο Θεοφάνους εξαφανίστηκε τις ώρες της μεγάλης μάχης. Τα όσα ακολούθησαν αποτελούν την ακραία μορφή αντεκδίκησης που εμφανίστηκε σε πολλές κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΤΟΥΣ ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΟΥΣ

Διαπραγματεύσεις έγιναν και πριν τη μάχη των Γαργαλιάνων που ακολούθησε και όπως γράφει σε άρθρο του στη “Σημαία” μεσούντος του εμφυλίου ο Θρασύβουλος Παναγιωτόπουλος 1947: “Την 20ην Σεπτεμβρίου έφθασε επιτροπή στην πόλη μας από το Στρατηγείον του ΕΛΑΣ και εζήτησε από τον Ταγματάρχην να παραδώσει τα όπλα. Ο Στούπας ηρνήθη…”. Ανάλογη αναφορά κάνει και ο Τζον Φατσέας, ενώ είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο περιβόητος αρχηγός, οργανωτής των Ταγμάτων Ασφαλείας και φανατικός γερμανόφιλος όταν αντιλήφθηκε υποχωρώντας στην Πύλο ότι δεν υπάρχει οδός διαφυγής, προτίμησε να αυτοκτονήσει.

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕ ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ

Ολη αυτή η αφήγηση είχε ως αφετηρία την αμφισβήτηση της πιθανότητας να υπήρχαν διαφορετικές εξελίξεις εφόσον οι ταγματασφαλίτες αποφάσιζαν να παραδοθούν. Η περίπτωση του Αγρινίου δείχνει ότι πράγματι μπορούσαν να είναι διαφορετικές οι εξελίξεις. Εκεί επιτροπή παραγόντων της πόλης και αξιωματικών των Ταγμάτων Ασφαλείας πήρε την πρωτοβουλία συνάντησης και συνθηκολόγησης και η παράδοση της πόλης έγινε αναίμακτα στις 14 Σεπτεμβρίου, τις ώρες που έπεφτε το οχυρό του Μελιγαλά και ακολουθούσε η αντεκδίκηση στην πιο “τυφλή” και ακραία μορφή της…

πηγή:

[Στη φωτογραφία παρέλαση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλαμάτα στις 6/9/1944]

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΕς ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ