Ο ΣΥΡΙΖΑ, η «διεύρυνση» και η προγραμματική ανασυγκρότηση

Sharing is caring!

IN ΠΟΛΙΤΙΚΗ / BY EPOHI / ON SEPTEMBER 1, 2019 AT 9:43 PM /

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Η «Προοδευτική συμμαχία» είναι το σχήμα στο οποίο οργανώθηκαν οι ομάδες και οι μεμονωμένοι άνθρωποι που ενώθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ το 2019. Καταλύτης ήταν η συμφωνία των Πρεσπών. Κίνητρα ήταν η διαφαινόμενη από πέρσι εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ – το κίνητρο που εκμηδένισε εσωκομματικές αντιρρήσεις στον ΣΥΡΙΖΑ – και, πολύ περισσότερο, η επικράτηση της Δεξιάς – που κινητοποίησε πολιτικά στελέχη και πολιτικές ομάδες σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής χροιάς –, αφενός, και, αφετέρου, η αποτυχία του σχεδίου για συγκρότηση ενός αυτόνομου πολιτικού υποκειμένου μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, σχέδιο στο οποίο αυτές οι ομάδες και αυτοί οι μεμονωμένοι άνθρωποι – ή μάλλον το μεγαλύτερο τμήμα τους – δεν είχαν βάλει απλώς πλάτη, είχαν πρωτοστατήσει. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν αυτό το πολιτικό υποκείμενο θα ήταν σοσιαλδημοκρατικό ή κεντρώο-φιλελεύθερο ή ένα μείγμα από αυτά τα δύο. Σημασία έχει ότι αποδείχτηκε πως γι’ αυτό το σχέδιο δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις στην Ελλάδα. Ο λόγος που δεν υπάρχουν είναι βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γι’ αυτό πήγαν με τον ΣΥΡΙΖΑ

Χωράει πολλή συζήτηση αν η αποτυχία αυτού του πολιτικού σχεδίου ήταν αποτέλεσμα μονάχα της μνημονιακής πολιτικής της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και της ηγεσίας του Βαγγέλη Βενιζέλου ή αν ήδη η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου μετά το 1985 και προπάντων η πολιτική Σημίτη διέρρηξαν τους δεσμούς του ΠΑΣΟΚ με τις λαϊκές τάξεις – έστειλαν τον λαϊκό κόσμο, που το 1981 είχε βγει στο προσκήνιο, πίσω στην πολιτική αφάνεια. Πάντως, η συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ έφτιαξε τον υποδοχέα για τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η ελπίδα όσων από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απέμειναν ότι, ιδίως μετά τον συμβιβασμό της κυβέρνησης της Αριστεράς με τους δανειστές το 2015, θα μπορούσαν να «επαναπατρίσουν» τους ψηφοφόρους που είχε χάσει το ΠΑΣΟΚ αποδείχτηκε φρούδα. Ο λόγος είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν φύγει ως «ψηφοφόροι». Η συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, η αντίσταση στη μνημονιακή πολιτική 2010-2014 και το σύνθημα «Κυβέρνηση της Αριστεράς!» επανέφεραν τον λαϊκό κόσμο στο προσκήνιο. Γι’ αυτό πήγε με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο κόσμος δεν προσδοκούσε να είναι μάζα ψηφοφόρων, ήθελε να πρωταγωνιστήσει, και αυτή η προσδοκία και αυτή η επιδίωξη δεν χάθηκαν το καλοκαίρι του 2015. Γι’ αυτό, αλλά και επειδή το αστικό μπλοκ δεν είχε προλάβει να ανασυγκροτηθεί, και επειδή το δημοψήφισμα επέδρασε συσπειρωτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη διάσπασή του, κέρδισε και τις δεύτερες εκλογές του 2015.

Ο ρόλος της λαϊκής παράταξης

Το πεδίο στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πέτυχε ως σήμερα είναι η συγκρότηση αυτού του λαϊκού κόσμου σε παράταξη. Δηλαδή, η προσδοκία και η επιδίωξη που αναφέρονται πιο πάνω παρέμειναν ανεκπλήρωτες, αφού ο λαϊκός κόσμος είναι αδύνατο να πρωταγωνιστήσει εάν δεν συγκροτηθεί. Διαφορετικά μένει κατακερματισμένος: ο καθένας ή η κάθε ομάδα συμφερόντων εναντίον όλων, όπως ακριβώς το θέλει και το χρειάζεται ο αστισμός: οι λαϊκές τάξεις ανίκανες να παρεμβαίνουν στα πολιτικά πράγματα. Ο μόνος τόπος για να επιτευχθεί η συγκρότηση των λαϊκών τάξεων σε πολιτική παράταξη σήμερα είναι, κατά τη γνώμη μου, πρώτον, να οργανωθεί η υπεράσπιση όσων επιτεύχθηκαν στην πενταετία 2015-2019, δεύτερον, ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα διεκδικήσεων και πολιτικής προοπτικής – ρεαλιστικό, επειδή για τη συγκρότηση παράταξης χρειάζονται επιτυχίες – και, τρίτον, η ανασυγκρότηση του κόμματος. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν παρατίθενται ούτε αξιολογικά ούτε χρονικά – πρέπει να γίνουν όλα ταυτόχρονα.
Αυτός λοιπόν ο σκοπός, η λαϊκή παράταξη, πρέπει να επικαθορίζει όλα τα επιμέρους βήματα, όπως π.χ. τη διεύρυνση του κόμματος με τους ανθρώπους και τις ομάδες που συμπορεύτηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα και τον κόσμο που τον ψήφισε τον Ιούλιο. Δηλαδή, όσο χρήσιμη και αναγκαία είναι η συγκρότηση κοινών οργάνων ή/και ομάδων εργασίας για να προχωρήσει η διεύρυνση, αυτή θα μείνει άγονη, εάν δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονα βήματα σε επίπεδο οργανώσεων – σε Περιφέρειες, Δήμους, γειτονιές και χώρους εργασίας – για την εγγραφή νέων μελών και, προπάντων, για την εκπόνηση προγραμμάτων δράσης με τη συμμετοχή πολλών ανθρώπων σε αυτό το, ας το πούμε έτσι, κατώτερο επίπεδο.

Η προγραμματική ανασυγκρότηση

Εδώ, τώρα, φαίνεται η ζημιά που έγινε με την καθυστέρηση του καταστατικού συνεδρίου που είχε αποφασιστεί για το 2018 και τη συνακόλουθη καθυστέρηση της συγκρότησης κομματικών οργανώσεων περιφέρειας. Η περιφερειακή οργάνωση του κόμματος χρειάζεται να γίνει τώρα αμέσως, έστω και άτυπα. Ο λόγος είναι ότι η προγραμματική ανασυγκρότηση που καλείται να πληρώσει το προγραμματικό κενό, αφού ο προγραμματικός σκοπός της εξόδου από τα μνημόνια, ο οποίος επισκίαζε και επικαθόριζε τα πάντα, έχει πια εκπληρωθεί, αυτή η προγραμματική ανασυγκρότηση, λοιπόν, δεν μπορεί να αρκεστεί σε γενικές προγραμματικές εξαγγελίες. Η σημαντικότερη ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η ήττα του στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Αυτή εξηγείται βέβαια με τον «αέρα νίκης» της Νέας Δημοκρατίας, εξηγείται και με σεχταριστικές ή καιροσκοπικές επιλογές της τελευταίας στιγμής, προπάντων όμως, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στην πλήρη απουσία περιφερειακού προγραμματικού λόγου και στην έλλειψη ικανότητας να συγκροτηθεί σε Περιφέρειες και Δήμους πολιτική κίνηση και ανάδειξη στελεχών – αυτά βλέπεις απαιτούν μακρόχρονη προετοιμασία και οργανωτική υποδομή, δηλαδή ισχυρές περιφερειακές οργανώσεις.
Είναι κατανοητή και ορθή η βιάση για το Συνέδριο ανασυγκρότησης και διεύρυνσης του κόμματος. Ωστόσο, η βιάση έχει τα ρίσκα της. Στο σύντομο χρονικό διάστημα μέχρι το τέλος του 2019 ή την αρχή του 2020, δηλαδή στους τέσσερις ή πέντε μήνες που απομένουν δεν μπορεί να γίνει η αναγκαία προετοιμασία, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να εμφανιστεί προγραμματικά και οργανωτικά ανανεωμένος και ισχυρός. Παρά ταύτα, αυτό το Συνέδριο δεν πρέπει να αναβληθεί: στους επόμενους μήνες χρειάζεται να καλλιεργηθεί η ορμή και η προσδοκία που μπορούν να επιφέρουν οι συνεργασίες που υπήρξαν και οι εξαγγελίες που έγιναν, να διοργανωθεί το Συνέδριο με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στην προσυνεδριακή διαδικασία και στην εκλογή αντιπροσώπων, να εγκριθεί νέο καταστατικό – τουλάχιστον να γίνουν απολύτως επείγουσες αλλαγές στο ισχύον –, να εκλεγεί νέα ηγεσία που θα αντικατοπτρίζει το νέο ξεκίνημα και να προγραμματιστούν τα επόμενα βήματα. Από εκεί και πέρα θα μπορεί να αρχίσει η δουλειά για την προγραμματική και οργανωτική ανασυγκρότηση του κόμματος. Με άλλα λόγια, στο επόμενο διάστημα, ίσως μέχρι το τέλος του 2020, θα χρειαστούν κι άλλα κομματικά σώματα, Συνέδρια των οργανώσεων των Περιφερειών, εννοώ κανονικά, με εκλεγμένους αντιπροσώπους, αποφάσεις, εκλογή οργάνων κλπ., και προγραμματικό Συνέδριο του κόμματος.
Συχνά λέγεται ότι συνεδριακές διαδικασίες είναι εσωστρεφείς. Εάν, ωστόσο, στους επόμενους μήνες η προσυνεδριακή διαδικασία γίνει ανοιχτή και δημόσια, με δεδομένο μάλιστα ότι η πολιτεία της δεξιάς κυβέρνησης στους πρώτους μήνες κάθε άλλο παρά ενθουσιασμό έχει προκαλέσει, μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τις υποθέσεις του κόμματος δημόσιες υποθέσεις.

Πριν αρχίσει η διαδικασία

Θα μπορούσε να πει κανείς «Ας αρχίσουμε, και βλέπουμε τι κόμμα θα βγει, πώς θα είναι η φυσιογνωμία του, η ιδεολογία του και οι προγραμματικές αρχές του». Και πράγματι, τέτοια εγχειρήματα δεν είναι ποτέ απολύτως ελέγξιμα, εφόσον είναι δημοκρατικά. Ωστόσο, ορισμένα σημεία και ορισμένες πλευρές χρειάζεται να συζητηθούν και να αποσαφηνιστουν εξαρχής. Το πρώτο και, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερο είναι ο υπερβατικός χαρακτήρας του κόμματος. Η ανατροπή του καπιταλισμού, για την οποία κάνει λόγο σε ένα σοφά διατυπωμένο χωρίο η ιδρυτική διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να ενισχυθεί και να αποκτήσει περισσότερο προγραμματικά παρά οραματικά χαρακτηριστικά. Ο λόγος είναι ότι η περίοδος 2015-2019, δηλαδή η περίοδος στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ηγεσία της κυβέρνησης, υπήρξε στο μεγαλύτερο μέρος της «ανώμαλη» περίοδος, υπό μνημονιακό καθεστώς. Γι’ αυτό η υπερβατική πλευρά του προγράμματός του είχε υποχωρήσει. Παρά ταύτα, σε αρκετά ζητήματα, π.χ. στην κοινωνική πολιτική, στην πολιτική ενέργειας, στην αυτοδιοίκηση με τον νόμο που ψηφίστηκε, ακόμα και στον τραπεζικό τομέα υπήρχαν έντονα στοιχεία μιας τέτοιας πολιτικής που χρειάζεται να μελετηθούν, να υπάρξει εμβάθυνση, ενίσχυση και κινηματική διάσταση.
Εάν δεν γίνει αυτό, εάν δηλαδή η πολιτική του κόμματος περιοριστεί σε μια «πιο κοινωνική», «πιο δίκαιη» διαχείριση του καπιταλισμού, η μοίρα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (στην Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ) στέκει απειλητική στη γωνία. Βλέπεις, κόμματα που φιλοδοξούν να είναι πυρήνας και πολιτική ηγεσία μιας λαϊκής παράταξης δεν μπορούν να μην είναι κόμματα της υπερβατικής ελπίδας. Η «δικαιότερη» διαχείριση του καπιταλισμού στη σημερινή νεοφιλελεύθερη, καθαρή, κατά τη γνώμη μου, μορφή του οδηγεί στον αστισμό αφού προηγουμένως καταστρέψει τις ελπίδες των λαϊκών ανθρώπων.

Περί “διεύρυνσης”

Από την ίδρυσή του ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να απαλλαγεί από μια «θρησκευτική» μορφή της υπερβατικής, αντικαπιταλιστικής πολιτικής – όπου όλα έχουν λυθεί με σοφά βιβλία και, προπάντων, με πολύ λιγότερο σοφά εγχειρίδια που γράφτηκαν ως απολογητικές πραγματείες στα καθεστώτα που κατέρρευσαν στην Ανατολική Ευρώπη. Εξαρχής ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβανόταν την ανατροπή της αστικής εξουσίας και του καπιταλισμού ως διαδικασία που προχωράει ψαχουλεύοντας με ρήξεις και τομές και δεν θεώρησε ποτέ ότι μπορεί να υπάρξει μια «στιγμή νύχτας» που θα τη διαδεχτεί το φως του σοσιαλισμού. Αντίθετα αυτή η διαδικασία περιέχει την «εμφύτευση» στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας που βεβαίως μπορεί να ανατραπούν – κι αυτό θα κάνει όσο μπορεί η νέα κυβέρνηση της Δεξιάς – όμως δημιουργούν και εστίες αντίστασης.
Τώρα, που ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πάλι σε μια μεταβατική φάση, εμφανίζονται απόψεις που θεωρούν, αν και όχι ρητά, ότι η «διεύρυνση» απαιτεί και αναθεώρηση αυτών των προγραμματικών του χαρακτηριστικών, ώστε να γίνει ελκυστικότερος για τον «μεσαίο» ή το «κεντρώο» χώρο. Αυτός ο χώρος ωστόσο δεν υπήρξε ποτέ ως συγκροτημένος ιδεολογικός χώρος, παρά τις προσπάθειες να κατασκευαστεί. Αυτό που υπάρχει είναι οι λαϊκές κοινωνικές τάξεις, ο «εργαζόμενος λαός», ο οποίος θεωρεί λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικά όσα τα πολιτικά κόμματα εκφράζουν πολιτικά. Και η τέχνη της επανάστασης σήμερα είναι ακριβώς αυτό το ρεαλιστικό παράδειγμα, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε σε αρκετά μεγάλον βαθμό να παρουσιάσει – τώρα πρέπει να το επεξεργαστεί, να το αναδείξει και να το εντάξει στο πρόγραμμα και στην πρακτική του. Αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος για να αποκρούσει τη διπλή τακτική του αστισμού: από τη μια να απομονώσει το κόμμα της Αριστεράς και από την άλλη να το ενσωματώσει.