Να αντιδράσουμε ως αυτοδιοικητικοί στην αναστολή της Κοινωφελούς Εργασίας

Sharing is caring!

Δήλωση του δημοτικού συμβούλου Σταμάτη Μπεχράκη

Θεωρούμε εγκληματική κίνηση την «επ΄αόριστον» αναστολή εφαρμογής του θεσμού της παροχής Κοινωφελούς Εργασίας. Κατά τη γνώμη μας πρέπει να αντιδράσουμε ως αυτοδιοίκηση δυναμικά όταν αρκετοί δήμοι έχουν εντάξει στην κοινωνική τους πολιτική την ζήτηση και αξιοποίηση των ατόμων με έκτιση των ποινών των πλημμελημάτων εναλλακτικά, δηλαδή με παροχή υπηρεσίας ή εργασίας από τους κατάδικους στην κοινωνία («κοινότητα») ή και στο ίδιο το «θύμα» , με σκοπό να αποφεύγονται οι συνέπειες του εγκλεισμού τους στις φυλακές, μέσα σε ένα περιβάλλον, που είναι ζητούμενο αν συμβάλει στο σωφρονισμό του, επιπλέον δε τίθεται και πρόβλημα υπερπληθυσμού.

Το θέμα αφορά τους Δήμους φυσικά κατά σημαντικό βαθμό και πέρα από την ανθρωποκεντρική προσέγγιση του «σωφρονισμού», γιατί οι συγκεκριμένοι κατάδικοι , εκτός των άλλων στην πράξη «απορροφώνται» από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους δήμους, κυρίως στις υπηρεσίες καθαριότητας και «πρασίνου».

Το άρθρο που ακολουθεί δίνει περιεκτικά το θέμα

Εγκληματεί η κυβέρνηση ουσιαστικά με την κατάργηση της Κοινωφελούς Εργασίας

Του Μανόλη Λαμτζίδη*

Η παροχή κοινωφελούς εργασίας όπως είχε νομοθετηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση ήταν σοβαρότατος παράγοντας -εκτός των άλλων- «αποφόρτισης» των φυλακών και αποφυγής έκδοσης συνεχώς καταδικαστικών αποφάσεων από το ΕΔΔΑ, που, πέρα από τις οικονομικές επιβαρύνσεις, αμαυρώνουν το πρόσωπο της χώρας διεθνώς

Ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας έχει εισαχθεί στη χώρα από το 1991 (ν. 1941/1991).

Άρχισε να εφαρμόζεται από το 1997, και ιδιαίτερα μετά το 2007, οπότε και άρχισαν να λειτουργούν οι Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής, οι οποίες είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες για την υλοποίηση του μέτρου.

Το περιεχόμενο του θεσμού είναι η έκτιση των ποινών των πλημμελημάτων εναλλακτικά, δηλαδή με παροχή υπηρεσίας ή εργασίας από τους κατάδικους στην κοινωνία («κοινότητα») ή και στο ίδιο το θύμα, με σκοπό να αποφεύγονται οι συνέπειες του εγκλεισμού τους στις φυλακές, μέσα σε ένα περιβάλλον που είναι ζητούμενο αν συμβάλλει στον σωφρονισμό του, ενώ επιπλέον τίθεται και πρόβλημα υπερπληθυσμού.

Με την «αναστολή για αόριστο χρονικό διάστημα» (ουσιαστική κατάργηση) (άρθρ. 98 ν. 4623/19), που ψήφισε πρόσφατα η σημερινή ελληνική κυβέρνηση, η Ελλάδα θα είναι η μόνη ίσως ευρωπαϊκή χώρα που δεν θα διαθέτει εναλλακτικό τρόπο έκτισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής, δηλαδή του εγκλεισμού σε σωφρονιστικά καταστήματα, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε, σημειώνεται «υπερπλήρωση» ή, διαφορετικά, «υπερπληθυσμός».

Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού

Από έρευνα-μελέτη που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2017, από τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του υπουργείου Δικαιοσύνης προκύπτει ότι, αν και οι θέσεις κράτησης σε φυλακές είναι συνολικά 9.815 (επί συνόλου κρατουμένων 9.573), υπήρχε υπερπλήρωση στις φυλακές κράτησης ενήλικων ανδρών.

Με βάση τις διεθνείς προδιαγραφές απαιτείται ελάχιστος χώρος 4 τ.μ. ανά κρατούμενο

Η αποφυγή του υπερπληθυσμού στις φυλακές αποτελούσε και αποτελεί διαχρονικά σταθερή επιδίωξη των υπουργών Δικαιοσύνης, τόσο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων, όσο και για τη διατήρηση των όρων ασφαλείας και εύρυθμης λειτουργίας σε αυτές.

Με τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, η δημιουργία νέων και σύγχρονων σωφρονιστικών καταστημάτων με την τήρηση όλων των προδιαγραφών δεν είναι εφικτή.

Κρατούμενοι συνεχώς προσφεύγουν διαμαρτυρόμενοι και συνεχώς ανακοινώνονται νέες καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για τις συνθήκες κράτησης στις φυλακές.

Ειδικότερα, όσον αφορά στις φυλακές Γρεβενών και Διαβατών Θεσσαλονίκης έχουν δημοσιευτεί αρκετές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που αφορούν τις συνθήκες κράτησης.

Ως προς τις φυλακές Γρεβενών, προσέφυγαν εναντίον του ελληνικού κράτους 31 άτομα (Έλληνες, Βούλγαροι και Αλβανοί), διαμαρτυρόμενοι, μεταξύ άλλων, για το μέγεθος των κελιών και τη διάρκεια των επισκεπτηρίων τους.

Το ΕΔΔΑ στις 27 από τις 31 περιπτώσεις έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής (άρθρο 13 της ΕΣΔΑ: «…παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των…») επιδικάζοντας το ποσό των 2.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους προσφεύγοντες ως αποζημίωση για ηθική βλάβη και το ποσό των 600 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Ως προς τις φυλακές Διαβατών, οι προσφεύγοντες ήταν 12 (Έλληνες, Αλβανοί, Βούλγαροι και Νιγηριανοί) και τα αιτήματά τους αφορούσαν και πάλι τις συνθήκες κράτησης, όπως π.χ. τον συνωστισμό στα κελιά, την ποιότητα του φαγητού, κ.ά.

Το ΕΔΔΑ έκανε δεκτές τις προσφυγές δύο ατόμων (ενός Έλληνα και ενός Νιγηριανού), καταδικάζοντας την Ελλάδα τόσο για παραβίαση του άρθρου 3 (απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση), όσο και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής), επιδικάζοντας στον Έλληνα υπήκοο το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη.

Με αυτά τα δεδομένα, η παροχή κοινωφελούς εργασίας, όπως είχε νομοθετηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση με τον ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α 95/11.6.2019, «Νέος Ποινικός Κώδικας») και με τα χαρακτηριστικά που διαθέτει, ήταν σοβαρότατος παράγοντας -εκτός των άλλων- «αποφόρτισης» των φυλακών και αποφυγής έκδοσης συνεχώς καταδικαστικών αποφάσεων από το ΕΔΔΑ, που, πέρα από τις οικονομικές επιβαρύνσεις, αμαυρώνουν το πρόσωπο της χώρας διεθνώς.

Μείζονα οπισθοχώρηση

Η παρούσα κυβέρνηση, υιοθετώντας ένα «σκληρό» και «αδιάλλακτο» πρόσωπο με κριτήρια -όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια- «οικονομίστικα» και με πρόσχημα τις «δυσκολίες εφαρμογής του μέτρου», το οποίο όμως θεωρούν «ευεργετικό» οι εμπλεκόμενοι φορείς (βλ. δηλώσεις Γ. Πατούλη Προέδρου ΚΕΔΕ), ανέστειλε για αόριστο χρονικό διάστημα (στην ουσία κατάργησε) τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως τρόπο μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής με ψηφισμένη διάταξη σε νόμο που αναφερόταν σε επείγοντα θέματα (άρθρο 98 του Ν. 4623/2019 – ΦΕΚ Τεύχος A’ 134/09.08.2019, «Ρυθμίσεις του υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και άλλα επείγοντα ζητήματα»).

Άραγε η ουσιαστική κατάργηση αυτού του σύγχρονου και προοδευτικού θεσμού ανήκε στα «επείγοντα ζητήματα» της νέας κυβέρνησης;

Η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο δεν οπισθοδρόμησε στον τομέα αυτό, αλλά δεν άκουσε:

Ούτε τις κραυγές αγωνίας της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που υποστήριξε ότι η αναστολή των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα συνιστά «μείζονα οπισθοχώρηση».

Ούτε του Δικηγορικού Σώματος, το οποίο κατά την ακρόαση των φορέων του νομοσχεδίου του υπουργείου Εσωτερικών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο διά στόματος του αντιπροέδρου της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά Γιώργου Σταματογιάννη υπερθεμάτισε στην καθιέρωση της προσφοράς κοινωφελούς εργασίας ως κύριου τρόπου έκτισης της ποινής στα πλημμελήματα ζητώντας παράλληλα από το υπουργείο Δικαιοσύνης – εφόσον αναστείλει την ισχύ του άρθρου 81 ΠΚ για λόγους κατάλληλης προετοιμασίας και υποδομής- να υπάρξει τουλάχιστον συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αναστολής για να μην καταστεί κενό γράμμα η προσφορά κοινωφελούς εργασίας.

Τέτοιο χρονοδιάγραμμα, όμως, δεν ανακοινώθηκε, διότι οι αληθινές προθέσεις της ήταν η ακύρωση αυτού του προοδευτικού θεσμού.

Ούτε έλαβε υπόψη ότι από τον Μάρτιο του 2010 το Συμβούλιο της Ευρώπης, με μία Έκθεσή του σχετικά με τον υπερπληθυσμό στις φυλακές της χώρας μας, πρόβαλε την ανάγκη απευθείας επιβολής από το δικαστήριο των εναλλακτικών τρόπων έκτισης των ποινών και μάλιστα ως κύριων ποινών, όπως είχε νομοθετήσει και η προηγούμενη κυβέρνηση.

Ταξική διάκριση

Ούτε έλαβε υπόψη την επισήμανση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής ότι «ακόμα και στα πλημμελήματα που επιφέρουν ποινή φυλάκισής τριών ετών, με την κατάργηση του μέτρου της κοινωφελούς εργασίας οι κατάδικοι θα πρέπει είτε να ΕΞΑΓΟΡΑΣΟΥΝ την ποινή είτε να παραμείνουν στη φυλακή»

Δηλαδή, εκ των πραγμάτων ενισχύεται η ταξική διάκριση στον τομέα αυτό μεταξύ εχόντων και μη εχόντων.

Πίσω από αυτή την αντιδραστική και αντισωφρονιστική στάση κρύβεται η βούληση της κυβέρνησης να αποφύγει ένα ειδικό «δημοσιονομικό βάρος», καθώς η προηγούμενη κυβέρνηση, το 2017, ορθότατα και με πολλή ευαισθησία είχε ψηφίσει διάταξη αναφορικά με την ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου ατυχήματος σε όσους παρέχουν κοινωφελή εργασία, με το κόστος να επιβαρύνει τον τακτικό προϋπολογισμό του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στη σχετική αιτιολογική έκθεση, αναγνωριζόταν η ανάγκη «…να παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου ατυχήματος στους καταδικασθέντες που θα παρείχαν κοινωφελή εργασία ως εναλλακτικό μέτρο έκτισης της ποινής…».

Πρόσωπα, ενήλικα ή ανήλικα, που παρείχαν κοινωφελή εργασία ως μέτρο έκτισης της ποινής ή ως αναμορφωτικό μέτρο, υπάγονταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ ως μισθωτοί κατά του κινδύνου του ατυχήματος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης.

Έχοντας ως δεδομένο ότι κατά τη διάρκεια πραγματικής παροχής κοινωφελούς εργασίας είχαν σημειωθεί πολλές φορές ατυχήματα -ακόμα και θανατηφόρα, όπως π.χ. στον Δήμο Καλαμαριάς-, η ρύθμιση αυτή ήταν και αναγκαία και κοινωνικά δίκαιη.

Μια τέτοια ρύθμιση θέλησε να αποφύγει η σημερινή κυβέρνηση.

Μία από τις σημαντικές καινοτομίες του νέου Ποινικού Κώδικα ήταν η παροχή κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής («αυτοτελής ποινή»), που τώρα ουσιαστικά καταργήθηκε.

Ο θεσμός αυτός συνηθίζεται και στο αγγλοσαξονικό δικαιϊκό σύστημα, εμπειρία την οποία επίσης αγνόησε η σημερινή κυβέρνηση.

Με τον παλιό Ποινικό Κώδικα (μέχρι την 1η Ιουλίου 2019), η παροχή κοινωφελούς εργασίας στην Ελλάδα αποτελούσε εναλλακτικό τρόπο έκτισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και μόνο για τους οικονομικά ασθενέστερους, που αδυνατούσαν να την εξαγοράσουν – κι αυτό εφόσον συμφωνούσε ή το ζητούσε εκείνος που καταδικάστηκε.

Με τον νέο Ποινικό Κώδικα είχε προβλεφτεί -πριν από τη θέση σε «επ’ αόριστον αναστολή»- ως κύρια ποινή σε πλημμελήματα «μικρής βαρύτητας” όπως π.χ. έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων, προσβολή συμβόλων άλλου κράτους, αντιποίηση δημόσιας υπηρεσίας, πρόκληση και προσφορά στην τέλεση πλημμελήματος, διασπορά ψευδών ειδήσεων από αμέλεια, πλαστογραφία πιστοποιητικών, παρακώλυση συγκοινωνιών από αμέλεια, παρακώλυση τηλεπικοινωνιών από αμέλεια, εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, σωματική βλάβη από αμέλεια, αυτοδικία, προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας, προσβολή μνήμης νεκρού, αντιγραφή προγραμμάτων υπολογιστών, κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας.

Ανθρωποκεντρική προσέγγιση του «σωφρονισμού»

Με τις διατάξεις αυτές οριζόταν ότι “η κοινωφελής εργασία θα πραγματοποιείται προς όφελος του κοινού σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ορίζονται με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων υπουργών” καθώς επίσης ότι “μπορεί να αφορά και σε παροχή υπηρεσιών προς τον παθόντα, αν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του”.

Έτσι, με την παροχή κοινωφελούς εργασίας ο κατάδικος παρέμενε μέσα -και όχι έξω- στην κοινωνία και μάλιστα πρόσφερε υπηρεσίες είτε προς την κοινωνία είτε ακόμα και στον ίδιο τον παθόντα για αποκατάσταση της βλάβης που προκάλεσε.

Αυτή η μορφή ποινής στη διεθνή εμπειρία έχει αποδειχθεί ένα από τα χρησιμότερα εργαλεία του δικαστικού και σωφρονιστικού συστήματος. Πρόκειται, στην ουσία, για μια καθαρά ανθρωποκεντρική προσέγγιση του ζητήματος του «σωφρονισμού», με πολύ ευεργετικά για όλους αποτελέσματα.

Οι συγκεκριμένοι κατάδικοι στην πράξη «απορροφώνται» από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους δήμους, κυρίως στις υπηρεσίες καθαριότητας και «πρασίνου».

Διαχρονικά, σύμφωνα και με τις υπουργικές αποφάσεις που κάθε φορά όριζαν τον αριθμό και το είδος των φορέων που συμμετείχαν στον θεσμό της παροχής κοινωφελούς εργασίας (και ανέρχονταν σε δεκάδες σε όλη τη χώρα) -και για ενήλικες και για ανηλίκους- ενδιαφέρον έδειχναν οι φορείς της Τ.Α., οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι δασικές υπηρεσίες, τα νοσοκομεία, τα γηροκομεία, οι κοινωνικές υπηρεσίες κ.ά. Σήμερα οι φορείς αυτοί και οι πολίτες που εξυπηρετούν θα στερηθούν των υπηρεσιών των «καταδίκων».

Η τόση μεγάλη ανταπόκριση αποδεικνύει το μέγεθος της κοινωνικής προσφοράς των «κατάδικων», αλλά και την ευκολία και ικανοποίηση με την οποία οι φορείς αποδέχονται τις υπηρεσίες τους.

Δεν εισακούσθηκαν οι φορείς

Για το ζήτημα αυτό, αντί άλλων, δανείζομαι την ίδια την τοποθέτηση του Γ. Πατούλη μέχρι τώρα προέδρου της ΚΕΔΕ, ο οποίος, ανατρέποντας την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης περί «μη εφαρμοσιμότητας» του μέτρου αυτού, υποστήριξε δημόσια ότι: «Μπορεί να εφαρμοστεί από την πλειονότητα των δήμων το μέτρο της κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτική ποινή έκτισης».

Ο ίδιος μάλιστα ζήτησε συνάντηση με την κυβέρνηση προκειμένου «…να συζητηθούν οι δυνατότητες διευρυμένης εφαρμογής του μέτρου στις δημοτικές δομές». Φυσικά, η κυβέρνηση ΔΕΝ ανταποκρίθηκε.

Ακόμα δήλωσε σχετικά:

«Εδώ και χρόνια ένα μεγάλο ποσοστό δήμων υλοποιεί το σχετικό μέτρο με θετικά αποτελέσματα, συμβάλλοντας στην κοινωνική επανένταξη των πολιτών που κάνουν χρήση της κοινωφελούς εργασίας» τονίζοντας, παράλληλα, ότι οι δήμοι μπορούν «με τις κατάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις και τη συστηματική συνεργασία με την κεντρική διοίκηση να διαμορφώσουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούν να απασχοληθούν στις δημοτικές δομές ακόμα περισσότεροι πολίτες που έχουν ενταχθεί στο μέτρο της κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτική ποινή».

Για ποιον λόγο λοιπόν δεν εισακούσθηκαν όλοι αυτοί οι φορείς, που εκφράζουν το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας;

Η κυβέρνηση με τη θέση για «επ’ αόριστον αναστολή» (κατάργηση ουσιαστικά) του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας έδειξε στον τομέα του σωφρονισμού ένα σκληρό και απάνθρωπο ταξικό πρόσωπο ενεργώντας και με συγκαλυμμένα ευτελή «οικονομίστικα» κίνητρα» (την εξοικονόμηση του κόστους της ασφάλισης των παρεχόντων κοινωφελή εργασία).

Δεν δίστασε να έρθει σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας, παραγνωρίζοντας και τις ανάγκες για μια σύγχρονη και αποτελεσματική πολιτική στον τομέα του σωφρονισμού με ανθρωποκεντρική θεώρηση.

Άραγε, υπάρχει περίπτωση η κυβέρνηση να «σωφρονιστεί» και η ίδια και να δείξει έγκαιρα μεταμέλεια γι’ αυτή την εγκληματική πράξη της;

* O Μανόλης Λαμτζίδης είναι πρ. πρόεδρος ΔΣΘ, μέλος Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Α Θεσσαλονίκης