Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

Δημήτρης Γιατζόγλου

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο… Το Πρόγραμμα… Η Ταυτότητα….

Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.

Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.

Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.

2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.

Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.

Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.

3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.

Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.

Το ζεύγος «μετασχηματισμός – ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.

4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.

Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;

Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα – ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα – αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.

Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.

5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».

Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.

Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.

Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.

Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.

Financial Times: Η εποχή της υπερσυγκέντρωσης πλούτου φτάνει στο τέλος της

Οι ψηφοφόροι και οι πολιτικοί συμφωνούν ότι έφτασε η ώρα για αναδιανομή της πίτας της οικονομίας

Της Rana Foroohar

Rana Foroohar Γεννήθηκε το 1970 στο Ιράν

Πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την τελευταία μεγάλη αλλαγή οικονομικού παραδείγματος στον ανεπτυγμένο κόσμο, την επανάσταση των οικονομικών της προσφοράς.

Οι φόροι στα κεφαλαιακά κέρδη μειώθηκαν. Ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν και η πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ ήρθαν σε κατά μέτωπο σύγκρουση με τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και τους ανθρακωρύχους. Η δύναμη των συνδικάτων εξασθένησε και αυτή των εταιρειών ενισχύθηκε. Ορισμένοι άνθρωποι έγιναν πολύ πλούσιοι. Αλλά η ανισότητα αυξήθηκε και στο τέλος η συνολική τάση της ανάπτυξης επιβραδύνθηκε.

Καθώς παρακολουθούσα τα ντιμπέιτ μεταξύ των διεκδικητών του χρίσματος των Δημοκρατικών για την Προεδρία, σκέφτηκα ότι είμαστε μάρτυρες της νέας μεγάλης αλλαγής παραδείγματος, από την εποχή της συσσώρευσης πλούτου σε μια εποχή αναδιανομής πλούτου. Μετριοπαθείς υποψήφιοι όπως ο Τζο Μπάιντεν και ο Τζον Ντιλέινι επιχειρηματολόγησαν για μια κεντρώα στάση σε ζητήματα όπως η υγεία και το εμπόριο.

Όμως τις εντυπώσεις έκλεψαν ο Μπέρνι Σάντερς και η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, οι οποίοι έχουν παρόμοιες θέσεις σε μια σειρά από θέματα, από τη στροφή της Αμερικής προς ένα δημόσιο σύστημα υγείας μέχρι την ανακούφιση των υπερχρεωμένων φοιτητών. Επίσης, και οι δύο επιζητούν υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους και πιο σκληρούς κανόνες για τις εταιρείες.

Aν και ελάχιστα από αυτά θα θεωρούνταν ριζοσπαστικά σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, για την αμερικανική πολιτική ήταν πραγματικά κάτι νέο. Κάποτε το σημείο εκκίνησης του διαλόγου, ακόμα και για τους Δημοκρατικούς, ήταν το πώς η κυβέρνηση θα μπορούσε να βοηθήσει τις αγορές να λειτουργήσουν καλύτερα. Σήμερα ξεκινούν από το πώς μπορεί να τιθασεύσει τις αγορές ο δημόσιος τομέας και να μοιράσει την οικονομική πίτα περισσότερο δίκαια.

Αλλά δεν είναι μόνο οι Δημοκρατικοί. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί αναζητούν και αυτοί αλλαγή παραδείγματος. Ο Μάρκο Ρούμπιο, ένας Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής με επιρροή, ο οποίος ελπίζει κάποια ημέρα να γίνει Πρόεδρος, δημοσίευσε πρόσφατα ένα άρθρο για τα προβλήματα του μετοχικού καπιταλισμού και για τα προτερήματα της βιομηχανικής πολιτικής.

Τα σημάδια ότι παρακμάζει το παράδειγμα των οικονομικών της προσφοράς είναι παντού γύρω μας. Δείτε την άνοδο των εταιρειών που σταθμίζουν το κέρδος με την κοινωνική προσφορά και την ανάπτυξη των επενδυτικών πρακτικών που λαμβάνουν υπόψη περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Στην κυβέρνηση είναι ορατός ένας ολοένα μεγαλύτερος ενθουσιασμός για πιο σκληρή αντιμετώπιση των μονοπωλίων και εκκλήσεις για εμπορικό προστατευτισμό, καθώς και προσπάθειες να πολιτικοποιηθεί ο ρόλος της Fed (Ομοσπονδιακή Τράπεζα). Δεν είναι μόνο τα μηνύματα του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Twitter με τα οποία ζητά μείωση των επιτοκίων, αλλά και οι προοδευτικοί Δημοκρατικοί που βλέπουν τη «σύγχρονη νομισματική πολιτική» σαν έναν τρόπο να πληρώσουν τις πολιτικές που έχουν σε προτεραιότητα χωρίς να τις χρηματοδοτήσουν με αυξήσεις φόρων στις οποίες θα πρέπει να συμφωνήσει το Κογκρέσο.

Oι αντιλήψεις αυτές αρχίζουν να αποτελούν μέρος του κυρίαρχου ρεύματος. Την περασμένη εβδομάδα δύο γερουσιαστές εισήγαγαν διακομματικό νομοσχέδιο το οποίο θα ανάγκαζε τη Fed να υποτιμήσει το δολάριο για να δώσει ώθηση στις εξαγωγές και να εξισορροπήσει το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα.

Σημείο καμπής

Δεν πρόκειται για έναν λαϊκισμό που θα περάσει, αλλά για κάτι μεγαλύτερο, υποστηρίζει ο Κίριλ Σοκόλοφ, ιδρυτής της 13D Global Strategy & Research, ο οποίος έχει κατά το παρελθόν διαγνώσει με επιτυχία σημεία καμπής και αλλαγών, από την άνοδο των οικονομικών της προσφοράς και την επιβράδυνση του πληθωρισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως την άνοδο της Κίνας και τη διάδοση των έξυπνων κινητών. «Αυτό που πρόκειται να δούμε είναι ένα κύμα αντίδρασης ενάντια στη δεύτερη χρυσή εποχή (gilded age) και θα έχει τεράστιο αντίκτυπο στον κόσμο και στις αγορές» τονίζει.

Μια πιθανή επίπτωση θα είναι η ύπαρξη βαθιών αλλαγών στο ποιος κατέχει τον πλούτο. Η κούρσα για το χρίσμα των Δημοκρατικών αντανακλά μια όλο και μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο βασικές ομάδες ψηφοφόρων στις ΗΠΑ: τη μεταπολεμική γενιά (baby boomers), που εκπροσωπείται από υποψηφίους όπως ο Τζον Μπάιντεν, και τη γενιά των millennials (του 1980-90) που στήριξαν τον Μπέρνι Σάντερς το 2016 και τώρα προτιμούν αυτόν και νεότερους υποψηφίους όπως ο Πιτ Μπάτιγκιγκ. Μια δεκαετία χαλαρής νομισματικής πολιτικής έχει ωφελήσει την πρώτη κατηγορία, που είδε να αυξάνονται τα περιουσιακά της στοιχεία εις βάρος της δεύτερης, που δεν μπορεί να αντέξει το κόστος αγοράς κατοικίας.

Μια από τις μεγάλες πολιτικές μάχες θα αφορά το πώς θα μοιραστεί η ολοένα και μικρότερη πίτα της ανάπτυξης από μια όλο και πιο αργά αναπτυσσόμενη παγκόσμια οικονομία.

Μια άλλη μάχη θα είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Οι αυξήσεις μισθών αφαιρούν ένα κομμάτι από τα εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ και η αλήθεια είναι πως έτσι θα έπρεπε να γίνει. Όταν οι καταναλωτικές δαπάνες αποτελούν το 70% της οικονομίας, χρειαζόμαστε λίγο πληθωρισμό στους μισθούς για να διασφαλίσουμε ότι ο κόσμος έχει λεφτά να ξοδέψει. Τούτο ισχύει ιδίως σε μια εποχή όπου οι κυβερνήσεις δεν επενδύουν και η στροφή από μια υλική σε μια άυλη οικονομία έχει οδηγήσει σε μείωση των κεφαλαιακών δαπανών στον ιδιωτικό τομέα.

Φορολόγηση του πλούτου

Χρειάστηκε όμως να ληφθούν μέτρα νομισματικής τόνωσης ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων για να επιτευχθεί μια σχετικά μικρή αύξηση μισθών. Και για πολλούς Αμερικανούς τα κέρδη εξανεμίζονται άμεσα από τις αυξήσεις στην υγειονομική ασφάλιση ή στις τιμές συνταγογραφούμενων φαρμάκων, που αποτελούν ακόμα δύο καυτά προεκλογικά θέματα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που υπάρχει τώρα ευρεία στήριξη για υψηλότερους φόρους στους πλουσιότερους.

Μένει να φανεί πότε και ποια μορφή θα πάρουν οι αυξήσεις φόρων. Αλλά η εποχή της αναδιανομής πλούτου έρχεται και θα έχει μεγάλες επιπτώσεις για τους επενδυτές. Η αξία των αμερικανικών μετοχών έχει πιθανότατα φτάσει στο ζενίθ και σκληρά στοιχεία ενεργητικού, όπως ο χρυσός, άλλα εμπορεύματα, οι κατοικίες, ακόμα και η τέχνη -οτιδήποτε προσφέρεται σε προκαθορισμένες ποσότητες- μπορεί να επωφεληθεί λίγο σε σχέση με τις μετοχές και το χρέος των πολυεθνικών εταιρειών.

Δεν είναι το τέλος του κόσμου -περνάμε συνεχώς από κύκλους συσσώρευσης πλούτου και αναδιανομής. Σημαίνει όμως ότι οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν για τους επενδυτές. Ορισμένες τιμές στοιχείων ενεργητικού μπορεί να πέσουν, αλλά είναι πιθανό ο ρυθμός αύξησης των εισοδημάτων να είναι υψηλότερος. Αυτό μπορεί να έχει από μόνο του κάποια πλεονεκτήματα, οικονομικά και πολιτικά.