Ταξικός λόγος, ταξικές θέσεις


IN ΠΟΛΙΤΙΚΗ / BY EPOHI

Του Κύρκου Δοξιάδη

«Οι επενδύσεις δεν φέρνουν μόνο θέσεις εργασίας, αλλά και φόρους υπέρ του Δημοσίου. Χρήματα, δηλαδή, για τα δημόσια νοσοκομεία, για τους δασκάλους και τους καθηγητές. Για τους αστυνομικούς στις γειτονιές. Και έσοδα στο Ασφαλιστικό Σύστημα, ώστε να έχουμε αξιοπρεπείς συντάξεις», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στην Πάτρα.
Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, ο λόγος της Δεξιάς είναι αναγκασμένος να σέβεται τις αρχές στις οποίες αυτές στηρίζονται. Όχι απαραίτητα επειδή τις πιστεύει, αλλά επειδή ένα κόμμα που θα έλεγε στον κόσμο ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα συμφέροντα της ανώτερης κοινωνικής τάξης, δηλαδή για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες, δεν θα είχε ποτέ του την παραμικρή ελπίδα να εκλεγεί στην κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, η ηγεμονία στη δημοκρατία καταχτιέται μόνο μέσα στο πλαίσιο που αυτή ορίζει. Οι (όποιοι) «πολλοί» πρέπει να πείθονται ότι τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετεί το κόμμα που θα εκλέξουν.

Ηγεμονία σε τρία αλληλοδιαπλεκόμενα επίπεδα

Την εποχή του ισχυρού κοινωνικού κράτους, ήτοι κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στη Δυτική Ευρώπη, τα πράγματα για τη Δεξιά ήταν σχετικά εύκολα. Δεδομένου ότι είχε και η ίδια αποδεχτεί ότι η κοινωνική μέριμνα για τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις αποτελεί απαράβατο κανόνα του δημοκρατικού παιχνιδιού. Δεν ήταν, λοιπόν, δύσκολο να πείσει πως ενδιαφέρεται για τους πολλούς.
Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δοκιμάστηκαν πρώτα σε ένα καθεστώς όπου δεν χρειαζόταν ηγεμονία – στη στυγνή και αιματοβαμμένη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή. Το ότι κατόρθωσε ο νεοφιλελευθερισμός να επικρατήσει και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης κατά τις επόμενες τρεις περίπου δεκαετίες οφείλεται σε μια ποικιλότροπα οργανωμένη νέα επιθετική στρατηγική του διεθνούς καπιταλισμού, που συνίστατο σε μια επισφαλή και πρόσκαιρη επίτευξη ηγεμονίας. Εντελώς επιγραμματικά, η εν λόγω «ηγεμονία», για όσο κράτησε, συγκροτήθηκε σε τρία αλληλοδιαπλεκόμενα επίπεδα.
Στο επικοινωνιακό, η ακατάπαυστη προβολή -με την επιστράτευση όλων των μέσων, από τη μυθοπλασία και τα «ρηάλιτυ» μέχρι τις νέες «φιλοσοφίες περί ζωής»- του ατομοκεντρικού ανταγωνισμού ως της μοναδικής αληθινής ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο οικονομικό, η συστηματική προώθηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως του πεδίου εκείνου όπου κάθε «ικανός και τολμηρός» μπορεί να διαπρέψει. Και στο πολιτικό επίπεδο, η εκμετάλλευση στο έπακρο της παταγώδους αποτυχίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ούτως ώστε να απαξιωθεί κάθε σοσιαλιστικό ιδεώδες αλλά και η πολιτική συμμετοχή γενικότερα – πράγμα που είχε ως περαιτέρω «παρενέργεια» την βαθύτατη υπονόμευση των ίδιων των δημοκρατικών θεσμών.

Χάριν του ασύδοτου καπιταλισμού

Την εποχή της κρίσης, το αφήγημα του «ανταγωνιστικού» και συνεπώς επιτυχημένου ατόμου, που μπορεί να είναι ο/η οποιοσδήποτε/οποιαδήποτε, έχει σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει. Και η δημοκρατία έχει μεν υπονομευθεί, αλλά εφ’ όσον εξακολουθούν να γίνονται εκλογές χρειάζεται μια νέα απεύθυνση στους «πολλούς» που να μπορεί να πείθει για την αναγκαιότητα του ασύδοτου καπιταλισμού. Αφού δεν μπορούμε λοιπόν όλοι να γίνουμε πλούσιοι, ας έχουν εμπιστοσύνη οι φτωχοί στους πλούσιους και κάτι θα κερδίσουν κι αυτοί. Επανερχόμαστε έτσι στην κυνική προτροπή του Χάγιεκ, που υποστήριζε πως πρέπει να πειστούν οι –πολλοί-«απασχολούμενοι» ότι η ελευθερία και η ευημερία τους εξαρτώνται, έμμεσα έστω, από την ελευθερία κινήσεων των –λίγων- επιχειρηματιών.
Φορολογικές ελαφρύνσεις στους πλούσιους, για να κάνουν επενδύσεις που θα φέρουν περισσότερες θέσεις εργασίας αλλά και… περισσότερους φόρους, ούτως ώστε να ωφεληθούν και οι φτωχοί. Αυτό δηλώνει τώρα πως θα πράξει ο Κ. Μητσοτάκης, και δύσκολα βλέπω τη ΝΔ να διατείνεται ότι δεν το εννοούσε ακριβώς έτσι. «Trickle-down economics» καλείται η σχετική θεωρία – «αργή ενστάλαξη των ωφελειών από την ανώτερη στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις» θα ήταν ίσως μια περιφραστική μετάφραση του όρου.

Η αμφισημία του όρου «μεσαία τάξη»

Ο ίδιος ο Χάγιεκ αναγνώριζε τη δυσκολία να είναι πειστική για τις κατώτερες τάξεις η εν λόγω θεωρία. Ωστόσο, τούτη η εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, καθ’ ότι πιο «κυνική» από την αφελέστερη εκδοχή του –«όλοι μπορούν να γίνουν πλούσιοι»-, έχει ένα πλεονέκτημα, που αφορά την αμφισημία του όρου «μεσαία τάξη». Αν η ΝΔ παραδεχόταν ευθαρσώς ότι την ενδιαφέρουν μόνο οι φοροελαφρύνσεις των ούτως ή άλλως κατά μέγα μέρος φοροφυγάδων μεγαλοεπιχειρηματιών, δύσκολα θα φαινόταν επαρκώς ελκυστική ώστε να κερδίσει τις εκλογές. Εκμεταλλευόμενη όμως την εκφρασμένη στις ευρωεκλογές δυσαρέσκεια της «μεσαίας τάξης» εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβάνει και δαύτην στην απεύθυνσή της όταν μιλάει για δραστικές φορολογικές ελαφρύνσεις που θα επιφέρουν την πανάκεια των επενδύσεων. Το ότι κάτι τέτοιο, όπως εξηγεί ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ανέφικτο χωρίς δραστική περικοπή δημόσιων δαπανών λίγο την απασχολεί. Αφού οι επενδύσεις θα φέρουν φόρους…

* Ο Κ. Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.