Αντέδρασε το Γερμανικό ΥΠΕΞ στις αξιώσεις για τις αποζημιώσεις

Η ρηματική διακοίνωση

"Πόρτα" του Γερμανικού ΥΠΕΞ στις αξιώσεις για τις αποζημιώσεις

Sharetwitter

Το Γερμανικό ΥΠΕΞ απέρριψε το αίτημα της Ελλάδας για άνοιγμα νέου γύρου διαπραγματεύσεων σχετικά με τις γερμανικές αποζημιώσεις για τα εγκλήματα που διαπράχθησαν κατά την Κατοχή αλλά και για το κατοχικό δάνειο, αναφέροντας πως το ζήτημα έχει διευθετηθεί από καιρό.

Εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ της Γερμανίας τονίζει:

“Περισσότερα από 70 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου και περισσότερα από 25 χρόνια μετά την συνθήκη 4+2 (για την εθνική κυριαρχία της επανενωμένης Γερμανίας), το ζήτημα των επανορθώσεων θεωρείται λήξαν τόσο από νομικής όσο και από πολιτικής απόψεως”.

“Οι Έλληνες θέλουν από εμάς 377 δις ευρώ!”

Στο θέμα αναφέρθηκε σήμερα εκτενώς και ο Γερμανικός Τύπος. Η Deutsche Welle σε άρθρο της με τίτλο “Οι Έλληνες θέλουν από εμάς 377 δις ευρώ!” καλύπτει τις εκτενείς αναφορές στο θέμα.

«Οι Έλληνες θέλουν από εμάς 377 δις ευρώ!», είναι ο τίτλος σχετικού άρθρου στην ηλεκτρονική έκδοση της Bild, η οποία αναφερόμενη στη ρηματική διακοίνωση κάνει λόγο για επιστολή-βόμβα.

Η Bild σχολιάζει ότι «η απαίτηση συνιστά προκλητική ύβρη εναντίον της Γερμανίας. Καμία άλλη χώρα δεν έχει αποζημιωθεί μετά το 1945 από τη Δυτική Γερμανία σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο η Ελλάδα. Οι γερμανικές πολεμικές οφειλές έχουν διευθετηθεί νομικά από το 1990 (Συνθήκη 2+4)». Η γερμανική εφημερίδα παραπέμπει στην πάγια θέση του Βερολίνου που θεωρεί «όλες τις απαιτήσεις λήξασες. Ήδη πριν την ψηφοφορία (στην ελληνική Βουλή) ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφεν Ζάιμπερτ είχε επισημάνει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει διευθετηθεί οριστικά, τόσο νομικά όσο και πολιτικά».

Η Handelsblatt αναφέρει: «Η Ελλάδα απαιτεί από τη γερμανική κυβέρνηση διαπραγματεύσεις για τις επανορθώσεις. Όπως αναφέρει η οικονομική εφημερίδα «[…] η γερμανική κυβέρνηση έχει επανειλημμένως απορρίψει το ενδεχόμενο να δοθούν μεγαλύτερες επανορθώσεις στην Ελλάδα για τα γερμανικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι όλες οι απαιτήσεις της Ελλάδας από την εποχή εκείνη έχουν διευθετηθεί».

Το Focus αναφέρει στην ιστοσελίδα του: «Η Ελλάδα απαιτεί τώρα δισεκατομμύρια από τη Γερμανία». Σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό, «με τη λεγόμενη διπλωματική ρηματική διακοίνωση η Ελλάδα καλεί τη Γερμανία σε διαπραγματεύσεις για επανορθώσεις λόγω πολεμικών καταστροφών κατά τη διάρκεια του Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό ανακοίνωσε το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών την Τρίτη».

«Η Ελλάδα θέλει να διαπραγματευτεί τις επανορθώσεις», είναι ο τίτλος στην ηλεκτρονική έκδοση της Die Zeit που αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «στις τάξεις των νομικών και ιστορικών οι απόψεις επί του ζητήματος διίστανται».

Η ρηματική διακοίνωση

Θυμίζουμε πως την Τρίτη, κατόπιν οδηγιών της αναπληρώτριας υπουργού Εξωτερικών, Σίας Αναγνωστοπούλου, ο πρέσβης της Ελλάδας στο Βερολίνο επέδωσε στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ρηματική διακοίνωση, με την οποία η ελληνική κυβέρνηση καλούσε τη γερμανική πλευρά να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση του εκκρεμούς ζητήματος των αξιώσεων της Ελλάδας από τη Γερμανία για την καταβολή πολεμικών επανορθώσεων και αποζημιώσεων από τον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η διπλωματική αυτή ενέργεια, όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του το υπουργείου Εξωτερικών, ακολούθησε της σχετικής συζήτησης σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών στην Ολομέλεια της Βουλής, στις 17 Απριλίου, και σε εκτέλεση της απόφασης που ελήφθη με ευρεία πλειοψηφία, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα – έκθεση της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών προς τη χώρα μας.

Οι ελληνικές αξιώσεις αφορούν αποζημιώσεις και επανορθώσεις για ζημίες που υπέστη η Ελλάδα και οι πολίτες της κατά τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, για πολεμικές αποζημιώσεις για τα θύματα και τους απογόνους των θυμάτων της γερμανικής Κατοχής, την αποπληρωμή του Κατοχικού Δανείου και την επιστροφή των λεηλατηθέντων και παράνομα αφαιρεθέντων αρχαιολογικών και άλλων πολιτιστικών αγαθών, όπως επισημαίνει το υπουργείο Εξωτερικών.

Η ελληνική κυβέρνηση καλούσε τη γερμανική κυβέρνηση σε διαπραγματεύσεις για την έμπρακτη ικανοποίηση των συγκεκριμένων αξιώσεων, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνικό λαό, ως ζήτημα ηθικό και υλικό.

Για την οργάνωση του χρόνου εργασίας

Δανάη Κολτσίδα, δικηγόρος–πολιτική επιστήμονας, διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Πολλή κουβέντα έγινε τις τελευταίες εβδομάδες – και τις δύο τελευταίες ημέρες, με τις συνεντεύξεις του πρωθυπουργού (4/6 στην ΕΡΤ) και του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης (3/6 στον ΑΝΤ1) – για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Απαντώντας σε όσους τον κατηγόρησαν ότι υποστηρίζει την επταήμερη εργασία, το να δουλεύει δηλαδή κάθε εργαζόμενος 7 μέρες τη βδομάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διευκρίνισε ότι μιλά για επταήμερη λειτουργία των επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, η επιχείρηση θα δουλεύει συνεχώς, Δευτέρα με Κυριακή, αλλά ο κάθε εργαζόμενος θα εξακολουθεί να δουλεύει 5 ή 6 μέρες τη βδομάδα, κατά περίπτωση, όπως και σήμερα, παίρνοντας, απλώς, ρεπό κάποια άλλη μέρα.

Απλώς; Καθόλου.

Πράγματι, σωστά ο πρωθυπουργός που επισήμανε ότι η επταήμερη λειτουργία προβλέπεται ήδη στη νομοθεσία – όχι βέβαια αδιακρίτως για όλων των ειδών τις επιχειρήσεις, αλλά για εκείνες που εκ της φύσης των δραστηριοτήτων τους προκύπτει η ανάγκη να λειτουργούν συνεχώς. Το πρόβλημα όμως είναι η ίδια η επταήμερη λειτουργία των επιχειρήσεων – κυρίως εάν αυτή γενικευτεί.

Η Κυριακή δεν είναι μόνο μέρα ξεκούρασης. Είναι κυρίως μέρα κοινωνικοποίησης και ευχαρίστησης. Η Κυριακή είναι ο χρόνος που διαθέτει ένας εργαζόμενος ή μία εργαζόμενη στην οικογένεια, στους φίλους, στον εαυτό του/της. Είναι η μέρα της εκδρομής, της διασκέδασης, του πολιτισμού – με δυο λόγια, όλων εκείνων που κάνουν τον ανθρώπινο βίο αξιοβίωτο. Ας φανταστούμε την εβδομάδα μιας οικογένειας, όπου η μητέρα θα είχε ρεπό την Τετάρτη και την Πέμπτη, αλλά ο πατέρας, ατυχώς, τη Δευτέρα και την Τρίτη. Πότε οι δύο αυτοί άνθρωποι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι οι δυο τους, ως ζευγάρι; Και, αλήθεια, με τα σχολεία των παιδιών – που, φαντάζομαι, θα εξακολουθούν να κλείνουν τα σαββατοκύριακα – τι θα γινόταν; Πότε τα παιδιά αυτά θα περνούσαν χρόνο με τους γονείς τους; Και βέβαια, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα, αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς το ζευγάρι αυτό θα κατάφερνε να πάει μια εκδρομή, παρέα με κάποιο άλλο φιλικό τους ζευγάρι (!)… Το γνωστό άσμα του Γιάννη Μηλιώκα (που κυκλοφόρησε, όχι τυχαία, το 1990) τώρα δικαιώνεται :

«Δεν μπορεί, δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθούμε / Δεν μπορεί, δεν μπορεί, στο ίδιο σπίτι ζούμε»

Το ίδιο ισχύει για μια σειρά άλλες, φαινομενικά «αθώες» προτάσεις σχετικά με την οργάνωση του εργάσιμου χρόνου. Για παράδειγμα, ο εβδομαδιαίος υπολογισμός του εργάσιμου χρόνου, κυρίως σε συνδυασμό με την εφαρμογή ενός «κυλιόμενου» ωραρίου. Με βάση την κληρονομιά του 20ου αιώνα, ένας εργαζόμενος ή μία εργαζόμενη δουλεύει 8 ώρες την ημέρα, για 5 (ή 6, σε μερικούς κλάδους) μέρες τη βδομάδα, επομένως 5 x 8 = 40 ώρες την εβδομάδα. Ποσοτικά, το ίδιο θα δούλευε κι αν είχε ένα πρόγραμμα κάπως έτσι, λόγου χάρη : 2 ώρες τη Δευτέρα το πρωί, καθόλου την Τρίτη, 15 ώρες την Τετάρτη, από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 3 τα ξημερώματα, 11 ώρες την Πέμπτη, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα, 1 ώρα το πρωί, από τις 7 έως τις 8, και 1 ώρα, από τις 8 ως τις 9, το βράδυ της Παρασκευής και άλλες 10 ώρες το Σάββατο, από τις 6 το πρωί ως τις 4 το μεσημέρι. Αν σας έχει πιάσει…τζετ λαγκ, μόνο προσπαθώντας να καταλάβετε πότε ακριβώς δουλεύει αυτός ο άνθρωπος, φανταστείτε να το ζείτε. Και όμως, υπάρχουν πολλοί και πολλές που το ζουν πια.

Αν σε αυτά προστεθούν οι «νέες» μορφές εργασίας, όπως κυρίως η τηλε-εργασία, από το σπίτι, καθώς και οι άτυπες μορφές εργασίας (το να λαμβάνει κανείς, λόγου χάρη, τα επαγγελματικά του e-mail στο κινητό του, κάθε μέρα, όλη μέρα, όπου και αν βρίσκεται είναι μια μορφή εργασίας), που καταργούν σταδιακά τη διάκριση ανάμεσα στον εργάσιμο και στον ελεύθερο χρόνο, ανάμεσα στη δουλειά και στο σπίτι, είναι πια ξεκάθαρη η πλήρης παράδοση της καθημερινότητας των ανθρώπων στις απαιτήσεις της εργασίας του καθενός.

Οι προεκτάσεις αυτής της κατάστασης δεν αφορούν μόνο – όχι φυσικά ότι είναι δευτερεύουσα – τη βιολογική κόπωση και φθορά των εργαζομένων. Αφορά τη διάρρηξη των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών. Αφορά, σε τελική ανάλυση, τη δημιουργία μιας κοινωνίας, της οποίας τα βιώματα θα είναι τόσο εξατομικευμένα, θα στερούνται σε τέτοιο βαθμό κοινών συλλογικών αναφορών που θα ματαιώνουν, εντέλει, κάθε προσπάθεια συλλογικής κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και δράσης.

Οι ραγδαίες μεταβολές στην οργάνωση του εργάσιμου χρόνου – ακόμα και η ίδια η αλλοίωση της ίδιας της έννοιας του τι συνιστά «εργάσιμο χρόνο» – και η συνακόλουθη αποδιάρθρωση της καθημερινότητας των ανθρώπων και των κοινωνιών είναι ήδη εδώ.Και η αναφορά του κ. Μητσοτάκη στο επταήμερο δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε αθώα. Όσο για την απάντηση σε αυτές τις τάσεις και αυτές τις πιέσεις; Δεν είναι καν η υπεράσπιση του «κλασικού» οκταώρου, αλλά κάτι πολύ πέρα από αυτό. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία έχουν αυξήσει, υποτίθεται, την παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας. Τι πιο λογικό, λοιπόν, από το να επωφεληθούν οι άνθρωποι από τα επιτεύγματα της σύγχρονης κοινωνίας, δουλεύοντας ολοένα και λιγότερο, έχοντας χρόνο για όλα τα υπόλοιπα;

* Για όλα αυτά και πολλά περισσότερα, «Για τη σημασία της καθημερινότητας» και την πολλαπλότητά της, ανάλογα και με διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, για το ρόλο της «επιτάχυνσης» και της «ελαστικοποίησης» στη σύγχρονη ζωή, έχει γράψει στο ομώνυμοβιβλίο της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νήσος» η Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα.

Η υπεράσπιση του βιωμένου χώρου. Καθημερινότητα και κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας

Εισαγωγή

Μαρία Χαϊδοπούλου Βρυχέα Δρ. Γεωγραφίας (Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο), καθηγήτρια-σύμβουλος Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ερευνήτρια σε θέματα Πολιτισμικής Γεωγραφίας, e-mail: marjavea@gmail.com

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να προσεγγίσει τα κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας από την οπτική της καθημερινότητας, ακολουθώντας το εξής θεωρητικό σχήμα: Η καθημερινή ζωή εκλαμβάνεται ως το σύνολο των χρόνων και χώρων ή αλλιώς χρονοχώρων των ατόμων που κινούνται, κατοικούν, ζουν σε μια περιοχή, ως μια συλλογική κατασκευή που δεν είναι στατική αλλά αντίθετα υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές, έστω και απειροελάχιστες (βλ. και Χαϊδοπούλου Βρυχέα, 2013). Να σημειωθεί ότι η έννοια των χρονοχώρων χρησιμοποιείται για να δηλώσει όχι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει το καθημερινό αλλά την ίδια την κατασκευή του (βλ. και Crang, 2001). Με αφετηρία το τριμερές σχήμα της παραγωγής του χώρου του H. Lefebvre (1974/1991), οι χρονοχώροι της καθημερινότητας νοούνται ως το αποτέλεσμα της διαλεκτικής σχέσης, δηλαδή της συνεχούς αλληλεπίδρασης, μεταξύ βιωμάτων (εμπειριών, σκέψεων, συναισθημάτων…), αναπαραστάσεων (ιδεών, αντιλήψεων, εννοιών, κατηγοριών…) και πρακτικών (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν οποιαδήποτε δραστηριότητα ή κατάσταση, όπως και τον υλικό χώρο, τα αντικείμενα, τα άλλα έμβια όντα…)1. Η καθημερινότητα, ως πεδίο παραγωγής αντιλήψεων και πρακτικών, αποτελεί στην ουσία χώρο έντονων πολιτικών διεργασιών. Οι χρονοχώροι αποτελούν δυνητικούς χώρους διαπραγμάτευσης ως αποτέλεσμα της συνάντησης καθημερινοτήτων και διαδρομών (βλ. και Massey, 2005)2.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα ποιες όψεις της καθημερινότητας φωτίζουν τα κινήματα πόλης και περιφέρειας. Οι παρατηρήσεις εν είδη υποθέσεων που προτείνονται ως απάντηση εστιάζουν: α) στο ρόλο των κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας ως προς την ενίσχυση μιας βιωματικής, και εν τέλει καθημερινής, αναπαράστασης για το χώρο και β) στους τρόπους που αρθρώνονται και επιδρούν οι κινηματικοί χρονοχώροι στο σύνολο της καθημερινότητας.

Α) Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΒΙΩΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΥ

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η καθημερινή ζωή αποτελεί τον πυρήνα των κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας, καθώς τα αίτια γένεσής τους άμεσα ή έμμεσα αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών που τα συγκροτούν3. Άρα ένα κοινωνικό κίνημα πόλης ή περιφέρειας προασπίζεται κάποια αξία που συνδέεται με συγκεκριμένους χρονοχώρους του «κάθε μέρα» ως βιώματα, ως πρακτικές, ως ανα- παραστάσεις. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του κινήματος ενάντια στην περίφραξη του λόφου του Φιλοπάππου στην Αθήνα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα κίνητρα για την κινητοποίηση συνδέονταν με τις πρακτικές που είχαν αναπτυχθεί σε σχέση με το λόφο, όπως οι χρονοχώροι βόλτας, αλλά και με αναμνήσεις, βιώματα και γενικότερες αναπαραστάσεις για το Φιλοπάππο ως ανοικτό χώρο. H πρακτική δηλαδή της κινητοποίησης μπορεί να εκληφθεί ως «απόδειξη» ότι ο συγκεκριμένος χρονοχώρος αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς της γειτονιάς, έστω και με διαφορετικούς τρόπους για τον καθένα και την καθεμία. Να διευκρινιστεί ότι η παραπάνω γενίκευση δεν οδηγεί στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι συγκρούεται η παραμονή σε μια κατάσταση ενάντια στην αλλαγή και το καινούργιο, καθώς ο λόγος, οι προτάσεις και οι πρακτικές που συνήθως αναπτύσσουν τα κινήματα καταρρίπτουν αυτή τη διχοτομία4. Σε ευρύτερο επίπεδο, κινήματα όπως αυτό που έχει αναπτυχθεί στις Σκουριές στη Χαλκιδική ενάντια στις εξορύξεις θα μπορούσαν να αναγνωστούν ως αντιστάσεις σε μια προσπάθεια επιβολής μιας ριζικής αλλαγής στο σύνολο των χρονοχώρων της καθημερινότητας.

Σύμφωνα με τον προηγούμενο συλλογισμό και αν θεωρήσουμε ότι οι αντιλήψεις βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία διαπραγμάτευσης, τότε η εμφάνιση ενός κινήματος αφορά ένα σημείο έντονης ορατότητας της σύγκρουσης μεταξύ μιας κυρίαρχης θεσμικά αντίληψης που προσπαθεί να επιβληθεί «από τα πάνω» και μίας άλλης που αφορά το συγκεκριμένο και καθημερινό. Εκφράζει, δηλαδή, μια αντίθεση σε επίπεδο αναπαραστάσεων μεταξύ αυτού που θεωρείται κυρίαρχο, ιδεολογικά και θεσμικά και κάποιων άλλων ιδεών που τελικά υπερισχύουν σε επίπεδο καθημερινότητας, τουλάχιστον όσον αφορά την ομάδα των ανθρώπων που συμμετέχει με διάφορους τρόπους στο κίνημα. Με άλλα λόγια η κινητοποίηση αναδεικνύει την υψηλή ιεράρχηση ενός ζητήματος, η αξία του οποίου δεν αναγνωρίζεται θεσμικά (τουλάχιστον στα δεδομένα χρονοχωρικά πλαίσια), υποτιμάται ή υποβαθμίζεται.

Αν θεωρήσουμε ότι η γειτονιά, η πόλη, κατασκευάζεται, εκτός από τις παρεμ- βάσεις «από τα πάνω», από το σύνολο των χρονοχώρων των κατοίκων που ζουν ή κινούνται στην περιοχή, τι τελικά υπερασπίζεται, και ως εκ τούτου ενισχύει και νομι- μοποιεί ένα κίνημα πόλης/περιφέρειας στην καθημερινότητα;

Η κυρίαρχη αυτή τη στιγμή θεώρηση για την καθημερινή ζωή την αντιμετωπίζει ως ένα άθροισμα κατακερματισμένων χρόνων και χώρων. Οι Lefebvre (1974/1991) και Giddens (1994), παρά τις σημαντικές διαφορές τους, συμφωνούν ότι κατά τη νεωτερικότητα ο χρόνος διαχωρίζεται από τον (κοινωνικό) χώρο. Ο χώρος ως επιφάνεια και απόσταση, ο χρόνος ως ποσότητα αποτελούν κάτι έξω από εμάς, τα υποκείμενα. Ο χρόνος και ο χώρος αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα, αγαθά, πόροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν. Σε αυτή τη θεώρηση στηρίζονται έννοιες όπως «παραγωγικότητα» ή «αποδοτικότητα» καθώς και όλη η κυρίαρχη αξιολόγηση πρακτικών. Οι τάσεις «επιτάχυνσης», «ελαστικοποίησης» και τελικά εντατικοποίησης που παρατηρούνται στην καθημερινότητα των αστικών κέντρων αποτελούν πρακτικές που εκφράζουν αυτές τις αφηρημένες αναπαραστάσεις για το χρόνο και το χώρο (βλ. και Χαϊδοπούλου Βρυχέα, 2013: 45-54). Όσο πιο τυποποιημένοι γίνονται οι χρόνοι και οι χώροι τόσο πιο «λειτουργικούς» χρονοχώρους δημιουργούν (βλ. και Ritzer, 1994), χαρακτηριστικές εκφράσεις των οποίων αποτελούν η ζωνοποίηση των πόλεων, τα εμπορικά κέντρα και ο πολλαπλασιασμός των μη χώρων (Auge, 1996). Η «αξιοποίηση» αφορά την ποσότητα δραστηριοτήτων (χρονοχώρων) ανά μονάδα χρόνου, γι’ αυτό έχουν καταστεί αναγκαία το ξεπέρασμα των «εμποδίων» του χώρου και η χρονοχωρική συμπίεση (Ηarvey, 1989).

Ο χώρος και ο χρόνος ως μέτρηση δε διαθέτουν συγκεκριμένα κοινωνικά και πο- λιτιστικά χαρακτηριστικά. Είναι όχι απλώς ομοιόμορφοι, αλλά και κενοί, άδειοι από περιεχόμενο και πλαίσιο (βλ. και Giddens 1994). Μόνο ως κενοί και αφηρημένοι μπορούν να μετρηθούν, να αξιοποιηθούν και να λειτουργήσουν ως μέσο ανταλλαγής (βλ. και Αdam, 1995: 90). Ο αφηρημένος χώρος δε διαθέτει χρόνο, δεν έχει παρελ- θόν και παρόν παρά μόνο μέλλον που μπορεί να σχεδιαστεί σύμφωνα με τις ανάγκες συγκεκριμένων ομάδων πληθυσμού (που συνήθως ανήκουν στις ελίτ). Η σύλληψη ενός χώρου αποκομμένου από τη συγκεκριμένη του διαδρομή προφανώς παραβλέπει ή/και αποκλείει όσους αποτελούν μέρος αυτής της διαδρομής, αυτούς και αυτές που συνήθως ορίζονται ως «χρήστες» και «χρήστριες».

Αυτή η θεώρηση μπορεί να είναι κυρίαρχη αλλά στην καθημερινότητα διαπλέκεται, συγκρούεται και βρίσκεται σε συνεχή διαπραγμάτευση με έννοιες και πρακτικές που αντιμετωπίζουν το χώρο και χρόνο ως εμπειρία, προσδίδουν δηλαδή στο αφηρημένο και άδειο συγκεκριμένα βιωμένα χαρακτηριστικά. Μία από τις εκφάνσεις αυτών των βιω- ματικών αναπαραστάσεων είναι και η ανάπτυξη οικειότητας (η αλλιώς η μετατροπή του «χώρου» σε «τόπο»). Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό που υπερασπίζονται τα κινήματα πόλης και περιφέρειας είναι η έννοια του βιωμένου χώρου από τους κατοί- κους, δηλαδή η ανάπτυξη μιας σχέσης με συγκεκριμένους χώρους. Ο βιωμένος χώρος αφορά μια διαδρομή, μια σχέση χρόνου και χώρου και κατ’ αυτόν τον τρόπο επανενώνει έννοιες που η κυρίαρχη αναπαράσταση διαχωρίζει (βλ. και Lefebvre 1990: 120-1). Ο βιωμένος χώρος δεν μπορεί παρά να αφορά χρονοχώρους. Η αναπαράσταση που υπε- ρασπίζονται, άρα και ισχυροποιούν, τα κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας είναι η υποστήριξη μιας άλλης σχέσης με το χώρο (και άρα και με το χρόνο) η οποία προϋπο- θέτει την ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή τους. Δεν είναι (μόνο) η αξία «χρήσης» που διακυβεύεται, με την έννοια της χρήσης του χώρου ως αντικειμένου, αλλά η ίδια η κατασκευή του. Η ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή ενός χώρου της καθημερινότητας σημαίνει διαμόρφωση μιας όψης, ενός χρονοχώρου, της πόλης. Στη συνέχεια θα φανεί ο τρόπος με τον οποίο οι κινηματικοί χρονοχώροι λειτουργούν σε αυτή τη διαδικασία.

Β) ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΧΩΡΟΙ ΚΑΙ Η ΑΝΑΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Τα κινήματα πόλης/περιφέρειας παράγουν δικτυώσεις, επηρεάζουν πρακτικές, συμ- βάλλουν στην αναζωογόνηση των υπό διεκδίκηση χώρων και αποτελούν φορείς δι- εργασιών ανασημασιοδότησης του χώρου της πόλης. Η δημιουργία ενός κινήματος πόλης ή περιφέρειας αφορά την κατασκευή ενός νέου κοινού χρόνου και χώρου στην καθημερινότητα της γειτονιάς, της περιοχής, της πόλης και περιφέρειας. Αν, λοιπόν, η καθημερινή ζωή βρίσκεται σε συνεχή κίνηση τότε η εμφάνιση ενός κινηματικού χρονοχώρου προκαλεί μια περαιτέρω αλλαγή. Ένας νέος χρονοχώρος σημαίνει νέες πρακτικές, νέα βιώματα και νέες ιδέες (το «νέο» εδώ νοείται ως έστω και ελάχιστα διαφορετικό από το προηγούμενο). Τα πολλές φορές αρκετά ετερόκλητα άτομα που συμμετέχουν ενεργά σε ένα κίνημα συνεργάζονται για τη συγκρότηση συγκεκριμέ- νων πρακτικών κινητοποίησης/αντίδρασης, πρακτική που σημαίνει όσμωση και δη- μιουργία κοινών αναφορών. Ως χώρος συνάντησης διαδρομών και καθημερινοτήτων συμβάλλει στην ανάπλαση ατομικών και συλλογικών αντιλήψεων σε διάφορα επίπε- δα, διαδικασία που εντείνεται από το βαθμό «ανοικτότητας» αυτού του χώρου στο διαφορετικό. Ο κινηματικός χρονοχώρος, εξάλλου, όπως και κάθε χρονοχώρος, βρί- σκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους χρονοχώρους της καθημερινό- τητας, τόσο σε ατομικό, όσο και συλλογικό επίπεδο, και γι’ αυτό η επιρροή του έχει διαφορετικά επίπεδα διάχυσης, στους άμεσα εμπλεκόμενους, σε θεσμικούς φορείς, στην ίδια τη γειτονιά και πόλη κ.λπ.

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η λειτουργία και η πορεία ενός κινήματος επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο νέος χρονοχώρος θα μορφοποιηθεί και θα συναρθρωθεί με τους υπόλοιπους. Για τους συμμετέχοντες και τις συμμετέ- χουσες ο κινηματικός χρονοχώρος απαιτεί κάποια αναδιάρθρωση του «κάθε μέρα», ο βαθμός της οποίας θα εξαρτηθεί από την εμπλοκή του καθενός και της καθεμίας. Ο νέος χρονοχώρος συνδέεται και πολλές φορές αναμετράται με τους υπόλοιπους, ατομικούς ή συλλογικούς χρονοχώρους (οικογενειακούς, εργασιακούς -έμμισθους και μη-, ξεκούρασης, διακοπών κ.λπ.)5. Εντάσσεται, δηλαδή, στις συχνά ρευστές ιε- ραρχήσεις που ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνική ομάδα (το φύλο, την ηλικία, την εργασιακή, οικογενειακή, οικονομική κατάσταση, την κοινωνική και εθνοτική προέλευση, κλπ.). Βάσει των παραπάνω αλλά και της συγκυρίας, οι κινηματικοί χρονοχώροι σε κάποιες περιόδους πιθανότατα να ιεραρχούνται υψηλότερα και σε άλλες χαμηλότερα· σε περιπτώσεις που εντείνονται οι κινητοποιήσεις ορίζουν ρυθμούς και χρόνους και θα καθορίσουν, έστω και εφήμερα, το «κάθε μέρα» τουλάχιστον γι’ αυτούς που συμμετέχουν πιο ενεργά. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα μπορούσα- με να υποστηρίξουμε ότι πέρα από εύκολα ή δύσκολα συναρθρώσιμος, ο συνολικός τρόπος που τελικά βιώνεται ένας κινηματικός χρονοχώρος (ως ανάγκη συμμετοχής ή/και ως καθήκον ή/και ως εργασία ή/και ως διασκέδαση, ή/και ως κοινωνικοποίηση ή/και κ.λπ.) θα επηρεάσει τις πρακτικές που συνδέονται με αυτόν.

Οι δυσκολίες που εμφανίζει η συνάρθρωση ενός επιπλέον, μη σταθερού χρονοχώ- ρου στην καθημερινότητα, ιδίως σε αστικά περιβάλλοντα που κυριαρχούν η επιτά- χυνση και η εντατικοποίηση, καθορίζουν ως ένα βαθμό και την «ανοικτότητα» ενός κινήματος. Η συνθήκη της τοπικότητας, που χαρακτηρίζει τα κινήματα πόλης/περι- φέρειας, το γεγονός ότι οι πρακτικές που αναπτύσσουν «χωροθετούνται» και βιώνο- νται στο πλαίσιο της γειτονιάς ή της ευρύτερης περιοχής κατοικίας και μετακίνησης, διευκολύνει τη συνάρθρωση, ιδίως για ομάδες των οποίων μεγάλο μέρος της καθη- μερινότητας συνδέεται με τη συγκεκριμένη περιοχή. Για παράδειγμα, μια συνάντηση σε παιδική χαρά, με καλό καιρό, μια Κυριακή απόγευμα, θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής γονιών με παιδιά και ιδίως μητέρων. Αυτό λειτουργεί και αντίστροφα. Όσοι και όσες συνδέουν μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς τους με την ευρύ- τερη περιοχή διεκδίκησης, άρα οι καθημερινές τους πρακτικές προϋποθέτουν την ανάπτυξη μιας σχέσης με το χώρο, είναι πιο πιθανό να αντιδράσουν σε μια έξωθεν παρέμβαση. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ένας από τους λόγους της διάρκειας και της δυναμικότητας πολλών κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας είναι οι ποικίλες εκφράσεις αυτής της τοπικότητας.

Οι νέοι χρονοχώροι ως πεδία διαπραγμάτευσης της εμπειρίας της καθημερινότη- τας, εκτός των άλλων, συμβάλλουν στη συνεχή (ανα)νοηματοδότηση του χώρου. Με αυτή την έννοια, ακόμα και όταν ο κινηματικός χρονοχώρος παύσει να υπάρχει, θα έχει επηρεάσει αλλά και θα συνεχίζει να επηρεάζει τις πρακτικές και τις αντιλήψεις όχι μόνο των άμεσα εμπλεκομένων, αλλά και ευρύτερων συνόλων πολιτών, θεσμι- κούς παράγοντες αλλά και την ίδια την πόλη και τις αντιλήψεις για το χώρο. Αυτό βέβαια συμβαίνει σε όλα τα κινήματα που αναπτύσσουν μια έντονη σχέση με συγκεκριμένους χώρους, άσχετα από το αν οι διεκδικήσεις αφορούν αστικά, με τη στενή έννοια, αιτήματα. Το κίνημα των πλατειών συνδέθηκε με ιστορίες, βιώματα, εικόνες και άλλαξε τη συλλογική αναπαράσταση για τις ίδιες τις πλατείες. Ο χρονοχώρος των κινητοποιήσεων του Συντάγματος επηρέασε με διαφορετικούς τρόπους ακόμα και αυτούς που δεν συμμετείχαν, αλλά απλώς άκουσαν ή είδαν εικόνες από το Σύνταγμα. Η οικειοποίηση του Συντάγματος από τα άτομα και τις συλλογικότητες που συμμε- τείχαν, οι πρακτικές που αναπτύχθηκαν δημιούργησαν μια διαφορετική πλατεία και κατ’ επέκταση άλλαξαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κάποιες αντιλήψεις περί δημόσιου χώρου. Η εικόνα των ανθρώπινων αλυσίδων που προσπαθούσαν να πλύ- νουν το Σύνταγμα από τα δακρυγόνα με μικρά μπουκαλάκια νερό, αυτή η φροντίδα για το βιωμένο χώρο, ήρθε ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής οικειοποίησης του δημό- σιου. Ο Σταύρος Σταυρίδης, προχωρώντας παραπέρα, διακρίνει σε αυτές τις πρακτικές την «επανεπινόηση του κοινού» (2011: 177).

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ

Λόγω της συνεχούς κίνησης της καθημερινότητας είναι δύσκολο να μελετήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής αντιλήψεων και ανανοηματοδότησης εννοιών. Επιπλέ- ον, αυτές οι διεργασίες είναι αόρατες, γιατί αφορούν αναπαραστάσεις αντίθετες με τις κυρίαρχες και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εξουσίας είναι η επιβολή της δικιάς της μονοδιάστατης πραγματικότητας. Στην καθημερινότητα, εξάλλου, όλα είναι εφήμερα και όλα αλλάζουν συνεχώς, έστω και κάθε φορά ανεπαίσθητα και οι αντιλήψεις εμφανίζουν ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς αλλαγής. Οι χρονοχώροι του παρό- ντος και του παρελθόντος επηρεάζουν το εδώ και το τώρα, αλλά και το μέλλον, και τα ορατά σημάδια δεν εκφράζουν απαραίτητα τις άπειρες διεργασίες που συντελούνται στο «κάθε μέρα». Αν η δράση των κινημάτων αποτελεί το πιο ορατό σημάδι μιας δια- δικασίας που ξεκινάει πριν την εμφάνισή τους και συνεχίζει να συντελείται και μετά την εξαφάνισή τους, τότε η μελέτη τους καθώς και η διερεύνηση των αλλαγών που πιθανώς επιφέρουν σε πρακτικές και αναπαραστάσεις μπορεί να φωτίσει ένα έστω μικρό κομμάτι της αργής αλλά συνεχούς πορείας αναδιαμόρφωσης αντιλήψεων.

Τα κοινωνικά κινήματα πόλης και περιφέρειας φωτίζουν τις αόρατες πολιτιστικές αλλαγές, τις αόρατες πολιτικές μάχες που συντελούνται στο «κάθε μέρα», καθώς αποτελούν ιδιαίτερα ορατές στιγμές σύγκρουσης μεταξύ αναπαραστάσεων κυρίαρ- χων/αφηρημένων και συγκεκριμένων, βιωμένων, καθημερινών. Τα κινήματα πόλης και περιφέρειας υπερασπίζουν το δικαίωμα στο συλλογικό ορισμό του καθημερινού προτείνοντας νέους ορισμούς του χώρου και μέσω αυτής της διαδικασίας νομιμοποιούν την αξία του βιωμένου. Υπό αυτό το πρίσμα εμφανίζουν συγκλίσεις με άλλα κινήματα, αγροτικά, οικολογικά, ιθαγενικά (βλ. και Zibechi, 2010). Η υψηλή αξιολό- γηση της σχέσης με το χώρο ως πρακτική, η ενίσχυση τελικά της αναπαράστασης του βιωμένου χώρου, ανατρέπουν τις κυρίαρχες ιεραρχήσεις και αμφισβητούν τη μονοσήμαντη αντίληψη του χώρου και του χρόνου ως αντικείμενα. Ευρύτερα, η διεκδίκηση της παραγωγής του καθημερινού, είτε αποσπασματική είτε συνολική, ως στοιχείο σύγκλισης μεταξύ διαφορετικών εγχειρημάτων και κινητοποιήσεων (βλ. και Mayer, 2009, Petropoulou, 2013, αλλά και Βαρκαρόλης, 2012) εμπλουτίζει τη συζήτηση για τη σχέση τοπικού – παγκόσμιου και τη συγκρότηση του glocal. Κυρίως, όμως, αυτές οι γειτνιάσεις δείχνουν τη δημιουργία μιας νέου είδους γενίκευσης «από τα κάτω» που συνδέει κινητοποιήσεις με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές πρακτικές αλλά και διαφορετικά βιώματα τοπικότητας. Η ανάδειξη χαρακτηριστικών της καθημερινής ζωής και μετατροπής τους σε πεδίο συλλογικής έκφρασης και διεκδίκησης φανερώνει τη νομιμοποίηση και ισχυροποίηση αξιακών ιεραρχήσεων που οικοδομούνται με βάση το δικαίωμα στη διαμόρφωση του καθημερινού χρόνου και χώρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι υπάρχουν δύο βασικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το σχήμα του Lefebvre: οι βιωμένοι χώροι δεν αντιμετωπίζονται ως παθητικοί και οι αναπαραστάσεις δεν περιορίζονται στις κυρίαρχες, στον λόγο δηλαδή των ειδικών. Αναλυτικότερα βλέπε: Χαϊδοπούλου Βρυχέα,

2008: 31-44.

2. Στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου της D. Massey ο όρος «trajectories» έχει αποδοθεί ως «τροχιές». Θεωρώ ότι η απόδοση ως «διαδρομές» είναι πιο ακριβής.

3. Ο Castells αναδεικνύει το σύνδεση μεταξύ καθημερινής ζωής και κινημάτων πόλης μέσα από την έννοια της «προβληματικής της πόλης» (Καστέλς, 1973/1980:11-12), ενώ ο Villasante (1984) βάζει στο επίκεντρο της έρευνάς του ακριβώς αυτή τη σχέση. Γενικότερα, η συνεισφορά του Lefebvre στο θέμα της σημασίας του καθημερινού για τη συγκρότηση του αστικού χώρου υπήρξε καθοριστική (για μια πιο σύγχρονη προσέγγιση βλ. Βαΐου, 2000).

4. Βλέπε χαρακτηριστικά τις ιστοσελίδες του Παρατηρητηρίου Ελεύθερων Χώρων Αθήνας-Αττικής (http://www.asda.gr/elxoroi/default.htm ) και των Λόφων Φιλοππάππου (http://filopappou.wordpress. com/) όπως και Καβουλάκος, 2008.

5. Όταν πια δεν υπάρχει ακριβής διαχωρισμός μεταξύ κινηματικών χρονοχώρων και υπόλοιπης καθημερινότητας, διαδικασία που σε κάθε περίπτωση είναι αργή και μακροχρόνια, τότε μπορούμε να μιλάμε για τη σταδιακή συγκρότηση μιας άλλης καθημερινότητας (ή αλλιώς την πλήρη πραγματοποίηση του «δικαιώματος στην πόλη»).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adam, B. (1995) Timewatch. The social analysis of time. Κέιμπριτζ: Polity Press. Augé, M. (1992/1996). Los ‘no lugares’. Espacios del anonimato. Una antropología de la sobremodernidad, μτφρ. M. N. Mizraji. Βαρκελώνη: Editorial Gedisa. Βαΐου, Ντ. (2000) Πόλη και πολίτες: Η καθημερινή ζωή και το «δικαίωμα στην πόλη». Στο: Μοδινός, Μ., Ευθυμιόπουλος, Η. (επιμ.). Η βιώσιμη πόλη. Αθήνα: Εκδόσεις Στοχαστής, 204-216. Βαΐου, Ντ. & Χατζημιχάλης, Κ. (2012). Ο χώρος στην αριστερή σκέψη. Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλατζάς – Εκδόσεις Νήσος. Βαρκαρόλης, Ορ. (2012). Δημιουργικές αντιστάσεις και Αντεξουσία. Εγχειρήματα και προβληματισμοί του ριζοσπαστικού κινήματος στον 21 αιώνα. Αθήνα: Καφενείον «Το Παγκάκι». Crang, M. (2001) Rhythms of the city. Temporalised space and motion. Στο: May J., Thrift N. (επιμ.). Timespace – geographies of temporality. Λονδίνο: Routledge, 187-207. Giddens, A. (1990/1994) Consecuencias de la modernidad, μτφρ. A. Lizón Ramón. Μαδρίτη: Alianza Editorial. Στα ελληνικά: Giddens A. (2001). Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική. Harvey, D. (1989) The condition of postmodernity. An enquiry into the origins of cultural change. Κέιμπριτζ: Blackwell. Στα ελληνικά: Harvey D. (2009). Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, μτφρ. Ελ. Αστερίου. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο. Καβουλάκος, Κ. Ι. (2008) Προστασία και διεκδίκηση δημόσιων χώρων: Ένα κίνημα της πόλης στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Στο: Εμμανουήλ Δ., Ζακοπούλου Έ., Καυταντζόγλου Ρ., Μαλούτας Θ., Χατζηγιάννη Α. (επιμ.). Κοινωνικοί και χωρι- κοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Αθήνα: ΕΚΚΕ, 387-426. Καστέλς, Μ. (1973/1980) Πόλη και κοινωνικοί αγώνες, μτφρ. Γ. Κόκκινος, Μ. Παγκάλου. Αθήνα: Εκδόσεις Αγώνας. Lefebvre, H. (1968/1977) Το δικαίωμα στην πόλη, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης, Κ. Λωράν. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. Lefebvre, H. (1974/1991) The production of space, μτφρ. D. Nicholson – Smith. Οξφόρδη: Blackwell Publishing. Lefebvre, H. (1975/1990) Μηδενισμός και αμφισβήτηση, μετ. Λ. Τρουλινού. Αθήνα: Εκδόσεις Ύψιλον. Λόφοι Φιλοππάππου. Διαθέσιμο στο: http://filopappou.wordpress.com/. Massey, D. (2005) For Space. Λονδίνο: Sage. Στα ελληνικά: Massey D. (2009). Για το χώρο, μτφρ. Ι. Μπιμπλή. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Mayer, Μ. (2009) The ‘Right to the City’ in the context of shifting mottos of urban social movements. City, 13(2-3), 362-374. Παρατηρηρητήριο Ελεύθερων Χώρων Αθήνας – Αττικής. Διαθέσιμο στο: http://www. asda.gr/elxoroi/default.htm. Petropoulou, Ch. (2013) “Alternative Networks of Collectivities” and “Solidarity- Cooperative Economy” in Greek cities: Exploring their theoretical origins. Journal of Regional Socio-Economic Issues, 3, 2: 61-85. Ritzer, G. (1994) The McDonaldization of society: Αn investigation into the changing character of contermporary social life. Θάουζαντ Όουκ: Pine Forge Press. Σταυρίδης, Στ. (2011) Πλατείες: Επινοώντας το κοινό, ανιχνεύοντας ξανά δρόμους προς τη συλλογική χειραφέτηση. Στο: Γιοβανόπουλος Χρ., Μητρόπουλος Δ. (επιμ.). Δημοκρατία under construction. Από τους δρόμους στις πλατείες. Αθήνα: Εκδόσεις Α/συνέχεια, 169-183. Villasante, Τ. R. (1984) Comunidades locales. Alálisis, movimientos sociales y alternativas. Μαδρίτη: Instituto de Estudios de administración Local. Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2008) Χρονοχώροι στην πόλη και καθημερινότητα. Συγκριτική μελέτη στην Αθήνα και την πόλη του Μεξικού, διδακτορική διατριβή. Αθήνα: Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Διαθέσιμο στο: http://thesis.ekt. gr/thesisBookReader/id/22483#page/1/mode/2up. Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2013) Για τη σημασία της καθημερινότητας. Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος. Zibechi, R. (2010) Αυτονομίες και χειραφετήσεις. Η Λατινική Αμερική σε κίνηση, μτφρ. Συλλογική. Αθήνα: Αλάνα.