«Η έρημος των Ταρτάρων»

Sharing is caring!

Ελπίζοντας κάτι που δεν θα έρθει ποτέ

Ντίνο Μπουτζάτι «Η έρημος των Ταρτάρων»
(μτφ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Επανεκδίδεται στα ελληνικά, πολλά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας, Η έρημος των Ταρτάρων, του Ντίνο Μπουτζάτι, στον οποίο έχει αναφερθεί ξανά η στήλη με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Ένας έρωτας. Η πρώτη ελληνική έκδοση της Ερήμου… είχε γίνει το 1991 (εκδ. Αστάρτη), σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη.

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο νεαρός υπολοχαγός Τζοβάνι Ντρόγκο, που τοποθετείται με τον πρώτο του διορισμό στο Οχυρό Μπαστιάνι, για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα, «δεν κατάφερνε ακόμη να το φανταστεί», γεγονός που στη χαρά του για τον διορισμό του («αυτή τη μέρα την περίμενε χρόνια, ήταν η έναρξη της πραγματικής του ζωής») δημιουργεί σκιές προβληματισμού, ειδικά όταν στην ατελείωτη πορεία του προς το οχυρό ανακαλύπτει πως μοιάζει να κατευθύνεται σχεδόν προς ένα φάντασμα («σε τούτα τα μέρη δεν υπάρχουν οχυρά», «δεν το έχω ξανακούσει ποτέ», «δεν υπάρχει πια οχυρό εδώ, είναι όλα κλειστά, πάνε καμιά δεκαριά χρόνια που δεν υπάρχει κανείς»).
Όταν τελικά, φτάνοντας στις εσχατιές της χώρας, αντικρίζει το οχυρό (για το οποίο μαθαίνει πως «είναι κομμάτι των νεκρών συνόρων» και «μπροστά υπάρχει μια μεγάλη έρημος, άνυδρη γη, τη λένε έρημο των Ταρτάρων») και συνειδητοποιεί πως «το Οχυρό δεν χρησίμευσε ποτέ σε τίποτα» και πως «όλα εκεί μέσα φανέρωναν παραίτηση», η πρώτη του αντίδραση είναι να ζητήσει να φύγει, «να γυρίσει πίσω». Πείθεται, ωστόσο, για να μη βλάψει ανεπανόρθωτα την καριέρα του, να παραμείνει ένα μικρό διάστημα – τέσσερις μήνες, μόνο.
Σύντομα αντιλαμβάνεται πως, αντί της συνήθους διετούς θητείας, όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί βρίσκονται εκεί για πολλά χρόνια –δεκαοκτώ, είκοσι δύο, δεκαπέντε– ενώ ο ίδιος αισθάνεται ότι έχει έρθει «ανάμεσα σε ανθρώπους άλλης φυλής, σε μια ξένη γη, σ’ έναν σκληρό και αχάριστο κόσμο», όπου «ένιωθε ολότελα μόνος». Ψιθυριστά, σχεδόν, ο Ντρόγκο ακούει από διάφορες πλευρές τη συμβουλή: «θα μείνουν εδώ μέχρι να τα τινάξουν, είναι κάτι σαν αρρώστια, προσέξτε όσο είναι καιρός, να φύγετε μόλις μπορέσετε, να μην κολλήσετε τη μανία τους, αν αφεθείτε να σας υποβάλουν θα καταλήξετε κι εσείς να μείνετε». Όσο για τους Τάρταρους, κανείς δεν τους έχει δει, λένε πως κάποτε υπήρχαν, «λένε ότι υπάρχουν ακόμη», αλλά κανείς δεν τους βλέπει ποτέ.
Κάποια στιγμή ο Ντρόγκο νιώθει πως αρχίζει να καταλαβαίνει: κάποιοι ελπίζουν πως πράγματι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν από τον βορρά οι Τάρταροι, θα έρθει επιτέλους «η θαυματουργή ώρα που τουλάχιστον μια φορά τυχαίνει στον καθένα» και εκείνοι θα μπορέσουν να εισέλθουν στο πάνθεον των ηρώων και της δόξας. Και στο τέλος των τεσσάρων μηνών, όταν φτάνει η στιγμή να κριθεί αν θα φύγει ή όχι, παίρνει την κρίσιμη απόφαση: «Θέλω να μείνω. Δεν μπορώ να φύγω».

Βουλιάζοντας στην ακινησία

Κι αρχίζει έτσι να βουλιάζει: στη ράθυμη συνήθεια, στην ελώδη ακινησία, στη δίνη του χρόνου που, όσο αργά κι αν κυλάει, τον ρουφάει κι αυτόν όπως και τους άλλους. Όταν, τέσσερα χρόνια μετά, παίρνει την πρώτη του άδεια και γυρίζει για λίγο στην πόλη, θα ανακαλύψει πως «όλα τα πράγματα που έτρεφαν την αλλοτινή του ζωή τού φαίνονταν τώρα ξένα», πως «ήταν ένας κόσμος που ανήκε σε άλλους», πως «δεν ήταν πια η ζωή του», οι άνθρωποί του έχουν ακολουθήσει αποκλίνουσες πορείες και έχουν φύγει πλέον μακριά του, κι έτσι, μόλις τελειώσει η άδειά του σπεύδει να επιστρέψει στο Οχυρό. Και, όταν οι περικοπές προσωπικού και η μείωση της φρουράς βυθίζουν σε ακόμη μεγαλύτερο βάλτο το Οχυρό, ενώ μια απόπειρα του Ντρόγκο να πάρει μετάθεση αποτυγχάνει, ο αξιωματικός «δεν επαναστάτησε, δεν υπέβαλε την παραίτησή του, κατάπιε την αδικία χωρίς να βγάλει άχνα, και επιστρέφει στο γνωστό μέρος», στο Οχυρό, «για να μείνει ποιος ξέρει πόσο καιρό ακόμα».
Κι έτσι, ανεπαισθήτως σχεδόν, χωρίς να ακουστεί κρότος κτιστών, ο Ντρόγκο χτίζει και το δικό του, επιπρόσθετο οχυρό μέσα στο Οχυρό, και περνούν τεσσεράμισι χρόνια, δεκαπέντε χρόνια, θα γίνει 54 ετών, θα ξεπεράσει τα τριάντα χρόνια στο Οχυρό… Θα πάρει άδειες από τις οποίες θα επιστρέψει νωρίτερα από το προβλεπόμενο, μιας και δεν έχει πια κανέναν δεσμό με την άγνωστη πλέον πόλη, θα συνειδητοποιήσει πως «χρόνο τον χρόνο έμαθα να επιθυμώ όλο και λιγότερα», θα νιώσει όλο και εντονότερα να μετατρέπεται η έλευση των Ταρτάρων και ο πόλεμος σε ελπίδα, και θα δει τη «λαθεμένη ζωή» του να συντήκεται με την «ακίνητη» πεδιάδα και τη «στάσιμη» ομίχλη.

Απειλή και προσδοκία

Και όταν τελικά θα πέσει το πετραδάκι που θα ταρακουνήσει τα στάσιμα νερά, ο Ντρόγκο θα βιώσει τη ματαίωση και θα νιώσει τη ματαιότητα, θα καταλάβει τα όρια ανάμεσα στην κοινότητα και την αποξένωση, θα συνειδητοποιήσει την ψευδαίσθηση των σχέσεων και των δεσμών με τους συντρόφους του.
Το μυθιστόρημα του Μπουτζάτι αποτυπώνει όλες τις αντιφατικές ψυχολογικές διαδρομές ενός ανθρώπου που ολόκληρη τη ζωή του πασχίζει –αγωνιωδώς αλλά μάταια– να βρει κάποιο νόημα για να πιαστεί και να δώσει περιεχόμενο στην ύπαρξή του. Οι Τάρταροι (όχι Τάταροι…), απειλή και προσδοκία συνάμα, μετατρέπονται έτσι στα δεσμά με τα οποία ο ίδιος ο Ντρόγκο δένει τον εαυτό του, καθώς αφήνεται να εγκλωβιστεί σε μια αυταπάτη που βαλτώνει όλο και περισσότερο καθώς η ζωή του περνάει. Έτσι, πραγματικός πρωταγωνιστής γίνεται ο χρόνος, ο χρόνος που κυλάει και φυλακίζει και φθείρει, ο χρόνος που έχει αναπότρεπτα περάσει, όταν «γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις πίσω σου μια σφαλιστή πόρτα, που φράζει τον δρόμο του γυρισμού».
Τα βιβλία του Μπουτζάτι –και ειδικά η Έρημος των Ταρτάρων– περιγράφονται συχνά ως «καφκικά», χαρακτηρισμός που ενοχλούσε τον συγγραφέα, όπως μας θυμίζει στο επίμετρό της η μεταφράστρια του βιβλίου: «Από τότε που άρχισα να γράφω, ο Κάφκα ήταν ο σταυρός μου. Μερικοί κριτικοί κατήγγελλαν ένοχες αναλογίες ακόμα κι όταν συμπλήρωνα τη φορολογική μου δήλωση».
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1940, την εποχή που στην Ευρώπη είχε αρχίσει ο εφιάλτης του πολέμου στον οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε η φασιστική Ιταλία, και θεωρείται το κορυφαίο βιβλίο του Μπουτζάτι. Αποτέλεσε παγκόσμια επιτυχία, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ το 1976 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

Κώστας Αθανασίου