Αριστερά και Τοπική Αυτοδιοίκηση

Sharing is caring!

Αλέξη Χαρίτση, υπουργός Εσωτερικών

Τα τελευταία εβδομήντα χρόνια οι θεσμοί της Τοπικής Αυτοδιοίκησης χαρακτηρίστηκαν αρχικά από υπανάπτυξη και στη συνέχεια από χαμένες ευκαιρίες. Στη δεκαετία της κρίσης, μάλιστα, η Αυτοδιοίκηση υπήρξε κατεξοχήν θύμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών: περικοπή χρηματοδότησης, μείωση προσωπικού, ασφυκτικός έλεγχος δραστηριοτήτων, πεδίο αποδιάρθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων και ανάδυσης ελαστικών μορφών εργασίας.

Από την ταραγμένη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι την πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης

Βασικά χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου είναι:

– Η υπανάπτυξη θεσμών Τ.Α. –  λίγες αρμοδιότητες και αντίστοιχα περιορισμένη κρατική χρηματοδότηση.

– Ο εξαρτημένος ρόλος του τοπικού πολιτικού προσωπικού από το κεντρικό πολιτικό σύστημα – “κάτω” κρίκος των διαδικασιών πολιτικής νομιμοποίησης των συστημικών δυνάμεων.

– Κυρίαρχη η πελατειακή διαμεσολάβηση που απέτρεπε την ανάπτυξη αυτόνομης τοπικής πολιτικής κοινότητας, με χειραφετημένο και διεκδικητικό χαρακτήρα.

– Η διευρυνόμενη αποξένωση του κόσμου και από την αυτοδιοίκηση.

O μη – εκσυγχρονισμός της τοπικής πολιτικής και διαχείρισης μετά το 1990:

Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 ως τη  μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Αυτοδιοίκηση . Παρά, ή ίσως και εξαιτίας, τη διαθεσιμότητα σημαντικών οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και την αναβάθμιση των ΟΤΑ στο πλαίσιο των πολιτικών της ΕΕ, η Τ.Α. παρέμεινε “στα χέρια” των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων και δέσμια των ιστορικών περιορισμών της. Αυτή την περίοδο ξεχωρίζουν:

– Οι διευρυνόμενες χωρικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ περιφερειών, νομών και δήμων – ακόμη και στο εσωτερικό των πόλεων.

– Η άνθηση του κατασκευαστικού κεφαλαίου και των “μεγάλων έργων” (με αποκορύφωμα την Ολυμπιάδα 2004) με διαδεδομένα φαινόμενα κακοδιαχείρισης πόρων και διαφθοράς – και στην τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και εκτεταμένης περιβαλλοντικής και χωροταξικής υποβάθμισης.

Η δεκαετία της κρίσης

Η Αυτοδιοίκηση υπήρξε κατεξοχήν θύμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών: περικοπή χρηματοδότησης, μείωση προσωπικού, ασφυκτικός έλεγχος δραστηριοτήτων, πεδίο αποδιάρθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων και ανάδυσης ελαστικών μορφών εργασίας.

Η στενή σχέση της Αριστεράς με την Αυτοδιοίκηση

Μοναδική εξαίρεση σε αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα υπήρξε η παρέμβαση της Αριστεράς, η οποία έχει να επιδείξει μια εξαιρετικά πλούσια παράδοση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: από τη δεκαετία του 1930, οπότε κατάφερε να εκπροσωπήσει την αναδυόμενη τότε εργατική τάξη αλλά και τους προσφυγικούς πληθυσμούς σε μια σειρά δήμους.

Στη συνέχεια, την περίοδο της Κατοχής με τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση, την ανάδειξη δηλαδή αρχών με άμεση εκλογή από τους κατοίκους των απελευθερωμένων χωριών, κωμοπόλεων και πόλεων, στην οποία για πρώτη φορά συμμετέχουν και οι γυναίκες χωρίς περιορισμούς.

Αργότερα, στο δύσκολο μετεμφυλιακό τοπίο, η παρέμβαση της Αριστεράς στην Τοπική Αυτοδιοίκηση συνεχίστηκε μέσα από διάφορα μετωπικά σχήματα με διττό στόχο: τον αγώνα για βελτίωση των συνθηκών ζωής των λαϊκών στρωμάτων στους λαϊκούς δήμους και την πάλη για δημοκρατία και δικαιώματα τα οποία αρνούνταν το μετεμφυλιακό κράτος.

Οι ειδικές αυτές συνθήκες «εξαίρεσης» σφυρηλάτησαν μια ισχυρή και ανθεκτική σχέση εκπροσώπησης της Αριστεράς με τα λαϊκά στρώματα, με προνομιακό πεδίο εκδήλωσης την Αυτοδιοίκηση, η οποία διατηρήθηκε μέχρι και αρκετά χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ύστερα, όμως, η σχέση αυτή άρχισε να ατονεί, για να συρρικνωθεί δραματικά τη δεκαετία του 1990, με την Αριστερά να χάνει τις περισσότερες από τις αυτοδιοικητικές θέσεις της.

Οι λόγοι είναι πολλοί: Η στρατηγική κρίση, η οργανωτική συρρίκνωση, η αδυναμία να επεξεργαστεί και να εφαρμόσει ένα διαφορετικό μοντέλο αυτοδιοικητικής πολιτικής που ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες της παγιωμένης δημοκρατίας, της άναρχης οικονομικής ανάπτυξης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Από τις αρχές του 2000, ωστόσο, το τοπίο αλλάζει. Έχουμε την ανάδυση νέων τοπικών κινήσεων, στις οποίες η Αριστερά πρωτοστατεί. Κινήσεις και σχήματα που οργανώνονται οριζόντια και δημοκρατικά, πρωταγωνιστούν στα κινήματα πόλης, επεξεργάζονται προωθημένες πολιτικές για τα αυτοδιοικητικά ζητήματα, λειτουργούν συμπεριληπτικά, αντανακλώντας τις πολλαπλές ταυτότητες που συναντά κανείς στις σύγχρονες πόλεις και μητροπόλεις.

Πάνω σε αυτή την πλούσια κινηματική και θεωρητική εμπειρία χτίζουμε σήμερα την παρέμβασή μας στην Αυτοδιοίκηση, πλαισιώνοντάς την και με την κρίσιμη εμπειρία της διακυβέρνησης του κράτους τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Όραμα και στρατηγική

1. Στο πεδίο της ενίσχυσης της τοπικής δημοκρατίας

Οι θεσμοί τοπικής πολιτικής και διακυβέρνησης αποτελούν σημαντικό πεδίο δράσης για την Αριστερά για να διεκδικούνται και να επιτυγχάνονται δίκαιες επιλογές σε κρίσιμα πεδία δημόσιας πολιτικής.

Εδώ και δεκαετίες διεθνώς έχουν προταθεί ή και εφαρμόζονται κοινωνικές καινοτομίες στη δημοκρατική διακυβέρνηση – συχνότερα από δυνάμεις της Αριστεράς και των κινημάτων με στόχο τόσο την εφαρμογή αποτελεσματικών και δικαιότερων πολιτικών, όσο και την πολιτική ένταξη και ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.

Τέτοιοι τοπικοί “θεσμικοί πειραματισμοί” μάς είναι περισσότερο αναγκαίοι σήμερα, ακόμη και ως πρακτική εκπαίδευσης στη δημοκρατία μεγαλύτερων ομάδων πολιτών και ενάντια στην αυξανόμενη αδιαφορία των λαϊκών στρωμάτων για την πολιτική.

Αναμφίβολα η εφαρμογή της απλής αναλογικής μπορεί να απελευθερώσει σημαντικό τοπικό δυναμικό και να επιτρέψει την πολιτική εκπροσώπηση μειοψηφικών κοινωνικών ομάδων που συνήθως αγνοούνται.

“Συμμετοχή με νόημα” στους θεσμούς που ανοίγουν τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης στους πολίτες: ανοιχτή διαβούλευση, εκπροσώπηση μέσω φορέων, δημοψηφίσματα κ.λπ.

2. Δημόσια διαχείριση των κοινών αγαθών με νέους όρους

Με μια στρατηγική διατήρησης ή και ανάκτησης από τοπικές αυτοδιοικήσεις των “κοινών αγαθών” που είναι κρίσιμα για την κοινωνική αναπαραγωγή και την περιεκτική ανάπτυξη, με νέους όρους δημόσιας ιδιοκτησίας, κοινωνικού ελέγχου και συμμετοχής. Γνωρίζουμε πολυάριθμες περιπτώσεις διεθνώς που οι ιδιωτικοποιήσεις βασικών δημόσιων αγαθών και υποδομών οδήγησαν σε χειρότερες υπηρεσίες και συχνά οδήγησαν στην επαναφορά τους στη δημόσια – δημοτική ιδιοκτησία.

Αντίστροφα με το νεοφιλελεύθερο σχέδιο απολύσεων και εκχώρησης λειτουργιών του δημόσιου τομέα, επιχειρήσαμε τη στοχευμένη ενίσχυση ΟΤΑ σε κρίσιμους τομείς, αφενός για την καθημερινότητα των πολιτών, αφετέρου για να ασκήσει η διοίκηση τον επιτελικό της ρόλο στον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών και έργων.

Στρατηγική με κοινωνικό και οικολογικό πρόσημο για την αξιοποίηση των ακινήτων που ανήκουν σε δήμους και Περιφέρειες. Δείξαμε τον δρόμο με τις παραχωρήσεις πολλών και σημαντικών δημόσιων ελεύθερων χώρων σε ΟΤΑ για κοινωφελείς λειτουργίες, με την υποδειγματική διαχείριση των ακινήτων του υπουργείου Εργασίας, αλλά και με την προσπάθεια που κάναμε στο ΥΠΕΣ για την πολύ δύσκολη υπόθεση του Ελληνικού να ενισχύσουμε τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης με τη δημιουργία φορέα διαχείρισης κοινόχρηστων χώρων, στον οποίο η πρωτοκαθεδρία ανήκει στην Τ.Α.

Νέοι όροι συνεργασίας των φορέων της Αυτοδιοίκησης με τον τρίτο τομέα της οικονομίας: θεσπίσαμε σημαντικά εργαλεία (προγραμματικές συμβάσεις, διαγωνισμοί κοινωνικής αναφοράς, ενεργειακές κοινότητες κ.λπ.) ανοίγοντας δυνατότητες για την ανάπτυξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας σε υγιείς βάσεις.

Μια άλλη σχέση τους κράτους (και των ΟΤΑ) με τον πολίτη: καθαροί κανόνες στην πρόσβαση στην πληροφόρηση και σε ευκαιρίες, υπηρεσιακή αξιολόγηση και μεγαλύτερη κοινωνική λογοδοσία των στελεχών της διοίκησης.

3. Αυτοδιοίκηση – υπέρμαχος των δικαιωμάτων

Με ενεργό ρόλο των δήμων και περιφερειών στην ένταξη των προσφύγων και μεταναστών, στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω εθνότητας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού. Με ενισχυμένες δομές κοινωνικής υποστήριξης, αλλά ιδιαίτερα με την πολιτική ενσωμάτωση των “ετεροτήτων” των τοπικών κοινωνιών (ιδιαίτερα δεύτερη γενιά, επί μακρόν διαμένοντες) στις πολιτικές λειτουργίες της Αυτοδιοίκησης, με δικαιώματα ψήφου και εκλογής. Ενάντια στην πολιτική του μίσους, εμείς πιστεύουμε ότι η συνύπαρξη και η πολυπολιτισμικότητα είναι αναντικατάστατος πλούτος για τις πόλεις μας.

Με ανεπτυγμένες προνοιακές λειτουργίες σε δημοτικό / περιφερειακό επίπεδο, που συναρθρώνονται με τις άλλες δημόσιες υποδομές. Θεσπίσαμε νέους ρόλους και αρμοδιότητες και μεταφέραμε πόρους.Υποδείγματα οι δεκάδες νέες Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ) και οι υποδομές πρόνοιας (κέντρα κοινότητας) που δημιουργήθηκαν ήδη ή έχουν προγραμματιστεί.

Με έμφαση στη γυναικεία συμμετοχή, προβάλλοντας και στοιχεία ενός άλλου προτύπου για την άσκηση της πολιτικής εν γένει. Η επέκταση της ποσόστωσης φύλου είναι συμβολικό και πραγματικό μέτρο ισότητας, αλλά προφανώς χρειάζονται περισσότερα.

Τοπική και περιφερειακή διάσταση της “δίκαιης ανάπτυξης”

Δεν νοείται πλέον η σταδιακή εμπέδωση ενός άλλου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου, μιας στρατηγικής χωρικά και κοινωνικά “δίκαιης ανάπτυξης”, χωρίς την ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη διαρκή συγκεκριμενοποίηση των στόχων και την υλοποίησή του, που είναι ταυτόχρονα και ζήτημα αποτελεσματικότητας των δημόσιων πολιτικών.

Έχουμε την εμπειρία των περιφερειακών αναπτυξιακών συνεδρίων, μιας δικής μας πρωτοβουλίας που έχει αποτελέσματα: πλατιά εκπροσώπηση αυτοδιοικητικών, κοινωνικών και παραγωγικών εταίρων, ουσιαστικός διάλογος όπου κατεγράφησαν συγκλίσεις και αποκλίσεις, διευρυμένη διαμόρφωση στρατηγικών και “οράματος” για κάθε περιοχή, δεσμεύσεις που σε σημαντικό βαθμό υλοποιούνται.

Ωστόσο χρειάζεται να διευρυνθεί ο ρόλος των θεσμών Τ.Α. και των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση του μακροχρόνιου οράματος και να ενισχυθεί ο ελεγκτικός ρόλος της Αυτοδιοίκησης ώστε να υπάρξει καλύτερη παρακολούθηση των “εξωτερικοτήτων” της ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε τουριστικές περιοχές.

Πλέον υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο και εργαλεία για την εκπόνηση ουσιαστικών στρατηγικών-επιχειρησιακών σχεδιασμών (“Κλεισθένης”, ΤΧΣ, ΣΒΑΚ, διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών κλπ) από και με τους δήμους και τις περιφέρειες.

Να μάθουμε από τη διεθνή εμπειρία

Καλό είναι να μάθουμε από το κίνημα του νέου «δημοτισμού» και των FearlessCities που αναδύεται διεθνώς, εμπνεόμενο από την εμπειρία των επιτυχημένων παραδειγμάτων της Barcelonaencomu και AhoraMadrid. Στο κίνημα αυτό συντονίζονται πολλά και διαφορετικά τοπικά παραδείγματα από όλον τον κόσμο, τα οποία ωστόσο μοιράζονται κάποιες βασικές αντιλήψεις.

Η πολιτική της εγγύτητας, για παράδειγμα, προσπαθεί να υπερβεί τη μεγάλη αντίφαση της εποχής, που θέλει από τη μια τους ανθρώπους να συγκεντρώνονται περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην Ιστορία σε πόλεις -άρα πολύ κοντά ο ένας στον άλλον- και από την άλλη να ζουν όλο και πιο πολύ ως εξατομικευμένες νησίδες, κυριαρχούμενοι από αισθήματα μοναξιάς, ανημποριάς και εγκατάλειψης.

Η πολιτική της εγγύτητας επιχειρεί να σπάσει αυτή την απομόνωση φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά μέσα από πληθώρα μεθόδων ενεργοποίησης και οργάνωσης γύρω από τα τοπικά θέματα, με στόχο την ανάδυση νέων πολιτικών υποκειμενικοτήτων. Δεν είναι απλώς πολιτική σε τοπικό επίπεδο, αλλά έρχεται σε σύγκρουση με την κρατούσα μέθοδο άσκησης πολιτικής και τις διαλυτικές τάσεις του κεφαλαίου που κατακερματίζουν συστηματικά τις κοινωνίες και τοποθετούν τα άτομα το ένα απέναντι στο άλλο. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν νέο τρόπο άσκησης πολιτικής που δημιουργεί το έδαφος για τη συνάντηση των ανθρώπων και την ανάδυση νέων αντιλήψεων, πρακτικών και σχέσεων που προεικονίζουν μια διαφορετική κοινωνία.

Μετασχηματισμός των θεσμών και διάχυση της εξουσίας

Η έμφαση δεν δίνεται μόνο στο να κερδίσουμε δήμους και να κυβερνήσουμε «καλύτερα», αλλά στον μετασχηματισμό των τοπικών θεσμών μέσα από τη συμμετοχή των ανθρώπων στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους, με απώτερο στόχο την όλο και μεγαλύτερη συλλογική και συνεργατική αυτοκυβέρνηση.

Αυτό προϋποθέτει το άνοιγμα των θεσμών στα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα, ώστε να δράσουν ως αντίβαρο στις συντηρητικές και «διαχωριστικές» τάσεις της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Αλλά και τη διάβρωση της διάκρισης ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, μεταμορφώνοντας τους τοπικούς θεσμούς από μονάδες διοίκησης ανθρώπων σε χώρους συμμετοχής, πολιτικού πειραματισμού και οικοδόμησης νέων πολιτικών ταυτοτήτων.

Η τοπική κυβέρνηση, ο δήμος, παύει να λογίζεται ως ένα πράγμα που μπορούμε να καταλάβουμε, ένα λάφυρο για τους πολιτικούς καριέρας και αντιμετωπίζεται ως σύνολο διαδικασιών και κοινωνικών σχέσεων που μπορεί να «χακαριστεί» και να ανοιχτεί προς τα έξω, στους καθημερινούς πολίτες.

Η λογική δεν είναι τι μπορούμε να κάνουμε με τον δήμο, αλλά τι μπορούμε να κάνουμε στον δήμο.

Το μπόλιασμα των κατακτήσεων των τελευταίων χρόνων με την πρόσφατη κινηματική και θεσμική εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών θα καταστήσει την αυτοδιοίκηση τα επόμενα χρόνια στρατηγικό πεδίο ουσιωδών πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών.

Αλέξης Χαρίτσης