Κάστρα και οχυρά της Μεσσηνίας: Η οχυρή κώμη “Καλάμαι”

Γράφτηκε από τον  Γιάννης Μπίρης

Ανεβαίνοντας ο Παυσανίας από τη Χοίρειο Νάπη, την Αβία και το Αλμυρό νερό, κατευθυνόμενος για τη Μεσσήνη, έφθασε στις Φαρές, δηλαδή στο Κάστρο της σημερινής Καλαμάτας. Από τις Φαρές, συνέχισε για την ακμάζουσα τότε Θουρία, και από εκεί, αξιοποιώντας τις πληροφορίες των ντόπιων και κατά πάσα βεβαιότητα χωρίς να τις επισκεφθεί, αναφέρει:

«Εστι δε εν τη μεσογαίω κώμη Καλάμαι και Λίμναι χωρίον· εν δε αυτώ λιμνάτιδος ιερόν εστί Αρτέμιδος, ένθα Τηλέκλω βασιλεύοντι εν Σπάρτη την τελευτήν συμβήναι λέγουσιν…» (Παυσανίου Ελλάδος περιηγήσεως – Μεσσηνιακά IV,31,3)

Ο Παυσανίας έκανε το ίδιο, δηλαδή αναφέρθηκε σ’ έναν τόπο χωρίς να τον επισκεφθεί, όταν φεύγοντας από τη Θουρία, επισκέφθηκε τις πηγές του Παμίσου στο σημερινό Αγιο Φλώρο, χωρίς όμως να επισκεφθεί τις πηγές του Αρι ποταμού στο Πήδημα.

Η “κώμη Καλάμαι” μπορεί εύκολα να ταυτισθεί, με βάση ανευρεθέντα επιγραφικά ευρήματα, με το Ελαιοχώρι (Γιάννιτσα). Και αυτό γιατί το τέλος του 19ου αιώνα σε περιβόλι, κοντά στο Ναό του Αγίου Βασιλείου της Γιάννιτσας, βρέθηκε βάθρο αγάλματος, με καλά διατηρημένη επιγραφή, που αφορούσε κάποιον Σπαρτιάτη, Ιούνιο Χαριτέλους, που έζησε στην “κώμη Καλάμαι”:

Ιούνιον Χαριτέλους λακεδαιμόνιον εν Καλάμαις κατοικήσαντα… (Inscriptiones Graecae V,1. Inscriptiones Laconiae et Messeniae, ed. W. Kolbe, editio maior, Berlín 1913. πινακίδα 1369)

Eνα ακόμα επιγραφικό εύρημα της περιοχής αφορά πινακίδα των ρωμαϊκών χρόνων, που βρέθηκε κι αυτή κοντά στο βάθρο με την προηγούμενη επιγραφή, και αναφέρει:

…ες Καλά[μας]… (Inscriptiones Graecae V,1. Inscriptiones Laconiae et Messeniae, ed. W. Kolbe, editio maior, Berlín 1913. πινακίδα 1370)

Εκτός από τα επιγραφικά ευρήματα, στο Ελαιοχώρι (Γιάννιτσα) πάνω στο λόφο και μάλιστα στα ανατολικά του περιβόλου του εκεί νεκροταφειακού ναού του Αγίου Ταξιάρχη, σώζονται κομμάτια από το κυκλώπειο τείχος της ακρόπολης της αρχαίας “κώμης Καλάμαι”. Αδούλευτοι ογκόλιθοι χτισμένοι με αρχαϊκό ή κυκλώπειο σύστημα και σε άλλα σημεία καλοδουλεμένες πέτρες και ισοδομικό χτίσιμο μαρτυρούν τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής. Το οχυρό ήταν χτισμένο μόνο στην ανατολική πλευρά της ακρόπολης, δηλαδή προς την πλευρά του σημερινού χωριού, κι αυτό γιατί οι άλλες πλευρές της ακρόπολης είναι εξαιρετικά απόκρημνες και δεν απαιτούσαν ιδιαίτερη τεχνητή οχύρωση. Ο ιστορικός Πολύβιος μάλιστα αναφέρει (V, 92, 4) ότι ο βασιλιάς της Σπάρτης Λυκούργος κατάφερε μόνο με προδοσία να καταλάβει την οχυρή ακρόπολη:

«…κατά το έτος 217 ο βασιλεύς της Σπάρτης Λυκούργος προχωρών μετά στρατεύματος εκ Σπάρτης προς Στενύκλαρον, κατέλαβε καθ’ οδόν διά προδοσίας τας Καλάμας· εγκαταλείψας δε ταύτας και επιστρέφων προς Σπάρτην, προσεπάθησεν εν τη πορεία του να κυριεύσει την Ανθειαν, ήτοι την Θουρίαν·»

Η αρχαία ονομασία “Καλάμαι” προϋποθέτει υγρό έδαφος και ανάπτυξη καλαμιώνων. Πράγματι, λίγο πιο κάτω από την οχυρωμένη αρχαία ακρόπολη, στα “Περιβολάκια” με το υγρό έδαφος είχε αναπτυχθεί η αρχαία κώμη Καλάμαι. Στην κατοπινή εγκατάσταση εδώ των Σλάβων, το όνομα του αραιοκατοικημένου συνοικισμού έγινε Γιάννιτσα, που και στη σλαβική διάλεκτο υποδηλώνει τον υγρό τόπο. Ενας τόπος που χρησιμοποιήθηκε σαν καταφύγιο από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τη φαμίλια του στο μεγάλο κατατρεγμό του κλεφταρματωλισμού (1797-1806). Τον Αύγουστο του 1803, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έστειλε την οικογένειά του για λίγο καιρό, στη Γιάννιτσα, για να γλιτώσουν από τους διωγμούς του αρματολισμού:

«…εις τους έξη χρόνους απάνου έβγαλα τα παιδιά μου εις ένα χωριό, Γιάνιτσα, πλησίον της Καλαμάτας διατί μου ήρχετο καλύτερα διά την ζωοτροφία. Η Μάνη εφθόνησε τον Μπέη. Ηλθε και ο Σερεμέτ μπέης, διά να βάλουν Αντωνόμπεη Γληγοράκη. Ηλθε ο Μπέης ο Κουμουντουράκης εις Καλαμάτα με εξήντα ανθρώπους, εγώ είχα δεκαοχτώ… Ο Κουμουντουράκης επαραδόθηκε και τον επήρε η αρμάδα σκλάβον… Εγιατρεύτηκα εγώ, επήγα εις το αρματωλίκι μου. Μου έπεσαν οι προεστοί και ο κυρ-Γιάννης (Δεληγιάννης) και μου λέγουν: Δεν είναι καλό να κινδυνεύης εις την Μάνην και να φέρης τη φαμίλιαν σου εις την Καρύταινα. Τα έβγαλα τα παιδιά μου εις την Καρύταιναν και εκατοίκησα εις ένα χωριό Στεμνίτσα. Εβγήκε φερμάνι να μας σκοτώσουν και τους δύο, Πετιμεζά και εμέ…»

Οταν η διήγηση φθάνει στο χειμώνα του 1806 τότε η επίσκεψη στη Γιάννιτσα γίνεται πραγματικά δραματική και συγκλονιστική:

«…Επήγαμεν έπειτα εις τους Αραχαμίτες, ευρήκαμε τους Τούρκους, εφύγαμε, επήγαμε εις το Μοναστήρι της Καλτεζιάς, βροντούμε την πόρτα και μέσα ήσαν διακόσιοι Τούρκοι. Μας εκατάλαβαν, μας επήραν κυνηγώντας, και εφθάσαμε κατά την Καλαμάτα, τη Γιάννιτσα, όπου ένας σύντροφός μου, ονομαζόμενος Μακρυγιάννης (ο γνωστός πρώην τσαούσης του καπετάν-Ζαχαριά), από την πείναν των τεσσάρων ημερών, απόστασε και δεν ημπορούσε πλέον να περπατήση. Ο μήνας ήταν Γενάρης. Είκοσι ημέρες εμείναμε ζωντανοί… Ο Αντωνόμπεης της Μάνης μας κυνηγούσε και εκείνος (…)

Εις την Γιάνιτσα ήταν ο Ρουμπής με μια τετρακοσαριά Μπαρδουνιώτας. Εμπήκα μέσα εις ένα σπίτι και ευρίσκω Τούρκους. Αγάλια-αγάλια, σηκωμένο το ντουφέκι, εγύρισα οπίσω, χωρίς να μ’ εννοήσουν, διότι εκοιμούνταν, επήγα εις άλλα σπίτια, πλην ευρήκα Τούρκους παντού. Εις την άκρα του χωριού επήγα εις μιας κουμπάρας μου το σπίτι και μας έδωκε τρεις οκάδες ψωμί, και της έδωκα ένα φλωρί βενέτικο. Ετραβήξαμε τότε εις την Σέλιτσα. Το ψωμί μας έπιασε εις την καρδιά και δεν ημπορούσαμε να περπατήσωμε…».

(Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη)

Οι μονές της Δήμιοβας και της της Αγίας Τριάδας ήταν σημαντικά καταφύγια του κλεφταρματολισμού

Πάνω από τη Γιάννιτσα, στη βορειοδυτική πλαγιά του Ταΰγετου, στα χαλάσματα ενός πολύ παλιού, μικρού χωριού, της Αρμίτσας, βρίσκεται η ιστορική μονή της Δήμιοβας ή Ντίμιοβας.

Το μοναστήρι χτίστηκε τον 8ο αιώνα, μετά την εικονομαχία που ταλάνισε τη βυζαντινή αυτοκρατορία επί Λέοντα Γ΄ Ισαύρου και αμέσως μετά την αναστήλωση των εικόνων από την Ειρήνη την Αθηναία το 787μ.Χ. Είναι αφιερωμένο στην Παναγία την Πανωπορταΐτισσα. Η εικόνα του μοναστηριού, που για μεγαλύτερη ασφάλεια φυλάσσεται σήμερα στην Καλαμάτα, θεωρείται θαυματουργή και λέγεται ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

Η ονομασία Δήμιοβα, όπως και άλλα τοπωνύμια στην περιοχή, είναι σλαβικής προέλευσης, από την εδώ εγκατάσταση σλαβικών πληθυσμών κυρίως μετά τον 7ο αιώνα. Η μετάφραση του τοπωνυμίου, κατά τον Αγησίλαο Καλαμαρά, είναι ομιχλότοπος. Στα δυτικά της μονής και λίγο χαμηλότερα, σε ένα φυσικό “μπαλκόνι” που ατενίζει τον Μεσσηνιακό, στέκονται τα ερείπια ενός πύργου. Του πύργου του Ρήγα. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις λένε πως ο Ρήγας ήταν ένας πλούσιος άρχοντας που έμενε στην Αρμίτσα. Μετά από μια επίσκεψή του στη Μεθώνη, όπου ζούσε ο αδελφός του, ο Ρήγας ερωτεύτηκε τη νύφη του. Αυτή βλέποντας ότι ο Ρήγας θα έφευγε από τη Μεθώνη, του ετοίμασε φαγητό για το δρόμο. Το φαγητό όμως ήταν δηλητηριασμένο και έτσι ο Ρήγας δεν έφθασε ποτέ στον πύργο του. Λένε μάλιστα πως το βουητό στις χαράδρες και το φαράγγι της Γιάννιτσας, δεν είναι τίποτα άλλο από τις κραυγές του φαρμακωμένου Ρήγα.

Η μονή της Δίμιοβας μαζί με την εγκαταλειμμένη σήμερα μονή της Αγίας Τριάδας, που βρίσκεται μια ώρα νοτιότερα από αυτήν ήταν δυο σημαντικά καταφύγια του κλεφταρματωλισμού. Κι αυτό γιατί βρίσκονται πάνω στο πέρασμα από τη Μάνη στα βουνά του Κουτσαβά. Από εδώ πέρασαν όλοι σχεδόν οι Μοραΐτες οπλαρχηγοί, πριν και κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Το καθολικό της Αγίας Τριάδας χτίστηκε τον 11ο αιώνα. Από το 1798 η μονή της Αγίας Τριάδας ανήκει στη μονή της Δίμιοβας.

Λίγο μετά το 1930, σε μια επίσκεψή της στη μονή της Δίμιοβας, η Αθηνά Ταρσούλη μεταξύ άλλων γράφει:

«Στο δρόμο κατεβαίνουν γυναίκες και κοπέλες από τη Γιάννιτσα, εν’ άλλο ορεινό χωριό κοντά στο μοναστήρι. Άλλες τραβούνε για την Καλαμάτα πηγαίνοντας αυγά, πουλερικά ή γάλα, κι άλλες κρατώντας κλαδευτήρια, κόβουνε στους γκρεμνούς αγριοπούρναρα. Κι ύστερα ζαλωμένες τα δεμάτια το κλαρί, πάνε μακριά στα φτωχικά τους. Οι πιο πολλές, λυγερές με μαύρα ματόκλαδα, μοιάζουν ρεμβαστικές βασιλοπούλες, που εσκίσανε τα πόδια τους σ’ έργο καταναγκαστικό, πηγαίνοντας στην εξορία. Ύστερ’ από το γραφικό χωριό της Γιάννιτσας, λαγκάδι κατάφυτο και μυτερό στενό βουνί σε ξωτική εδαφική ανωμαλία αγκαλιασμένα, ανηφορίζομε τελειωτικά κατά τη Δίμιοβα».

(Αθηνάς Ταρσούλη «Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά», Αθηνα 1971)

Το μοναστήρι της Δήμιοβας, όπως και πολλά άλλα μοναστήρια, στο διάστημα της κατοχής στην Ελλάδα έγιναν καταφύγια ανταρτών και κυνηγημένων. Αυτό βέβαια το γνώριζαν και οι κατακτητές και έτσι τότε κατέστρεψαν πολλά από αυτά. Στις ημερήσιες αναφορές του Γερμανικού στρατού κατοχής αναφέρεται ότι «τη νύκτα της 22/23 Ιανουαρίου από μαρτυρία κατοίκων- ισχυρές συμμορίες εκεί (δυνάμεως 300 ανδρών)…». Το κείμενο της αναφοράς προέρχεται από το βιβλίο του κ. Νίκου Ζερβή «Η Γερμανική κατοχή στη Μεσσηνία» (σελ. 131). Από την ίδια πηγή προέρχεται και το απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός Ιταλού αξιωματικού, του Armando Berardi, που μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας αυτομόλησε στους αντάρτες του ΕΛΑΣ:

«Essi mi promettono aiuto ed assistenza, consigliandomi di raggiungere al piu presto il monastero di Dimiova ove sosta la compania di ‘andartes’ comandato da Elia Karamousis (…) Divento amico del comandante Karamousis e faccio la conoscenza del vescovo di Kalamata, Policarpos, che si trova li con gli altri sfollati».

[Αυτοί μου υποσχέθηκαν βοήθεια και περίθαλψη, με συμβούλεψαν να φθάσω το γρηγορότερο στο μοναστήρι της Δίμιοβας όπου στάθμευε η ομάδα των ανταρτών με διοικητή τον Ηλία Καραμούζη (…) Εγινα φίλος του διοικητή Καραμούζη και έκανα τη γνωριμία του επισκόπου της Καλαμάτας, Πολυκάρπου, που βρέθηκε εκεί με τους άλλους διωγμένους].

Ο επίσκοπος της Καλαμάτας ήταν ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Πολύκαρπος Συνοδινός από τη Σίφνο. Είχε σπουδάσει Θεολογία στη Σχολή της Χάλκης και διετέλεσε μητροπολίτης Μεσσηνίας από το 1933 μέχρι το 1945 όταν αναγκάστηκε να παραιτηθεί για “λόγους υγείας”.

Ο υπίλαρχος Ηλίας Καραμούζης γεννήθηκε το 1915 στην Καλαμάτα και σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων. Αποφοίτησε το 1939 και πήρε μέρος στον πόλεμο του 1940 και στη συνέχεια στην εθνική αντίσταση με τον ΕΛΑΣ. Σαν διοικητής τάγματος του 9ου συντάγματος του ΕΛΑΣ πήρε μέρος σε όλες σχεδόν τις μάχες κατά των κατακτητών. Το 1944 έγινε καπετάνιος του 12ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Λόγω της δράσης του, μετά την απελευθέρωση αποτάχθηκε από το στράτευμα. Τα στοιχεία προέρχονται από το «Μεσσηνιακό Βιογραφικό Λεξικό» του Νίκου Καράμπελα, εκδόσεις «Νέστωρ», Καλαμάτα 1962.

Στη δυτική πλευρά του Ταϋγέτου, πάνω στο ρήγμα του σεισμού του 1986, το Ελαιοχώρι ή η Γιάννιτσα των παλαιοτέρων, η γενέτειρα του Νικολάου Πολίτη, η “κώμη Καλάμαι” του Παυσανία και των ρωμαϊκών επιγραφών, στη σκιά του μοναστηριού της Δίμιοβας και του πύργου του Ρήγα, ατενίζει πίσω από το κυκλώπειο οχυρό της την Καλαμάτα και τον Μεσσηνιακό, περιμένοντας επισκέπτες-προσκυνητές. Κατηγορία Ιστορικά

Γιάννης Μπίρης

Γιάννης Μπίρης

κοινοποίησε το: