Καλαμάτα Fake news (τοπικού ενδιαφέροντος)

Sharing is caring!

Γιώργος Γιαννόπουλος·Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Τοπικό παράδειγμα.

Ένα έντυπο που υποστηρίζει υποψήφιο δήμαρχο με υπόγειο χρίσμα από πολιτικούς χώρους και τοπικούς παράγοντες, γράφει ότι “στελέχη του τοπικού ΣΥΡΙΖΑ” ανησυχούν μήπως υπάρχει “υπόγεια τριγωνική σχέση μεταξύ άλλου υποψηφίου δημάρχου, απερχόμενου περιφεριάρχη και ΣΥΡΙΖΑ, βασισμένη σε οικονομικούς δεσμούς που έχουν να κάνουν με την διαχείριση των απορριμμάτων”. Και προσθέτει ότι τυχόν στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ στον εν λόγω υποψήφιο δήμαρχο, θα επιβεβαιώσει την τριγωνική σχέση.

ΣΥΡΙΖΑ ως τον “μουτζούρη”

Το ίδιο έντυπο παρουσιάζει συστηματικά τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον “μουτζούρη” που όλοι αποφεύγουν τη στήριξή του για να μη χάσουν, και ταυτόχρονα προσπαθεί να μεθοδεύσει την -κρυφή- στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ προς τον εκλεκτό του, μην παραλείποντας παράλληλα να επιδίδεται σε τακτική βάση στην δολοφονία χαρακτήρα του αντιπάλου υποψηφίου. Πρόκειται για τυπικό παράδειγμα οργουελλιανού doublethink. Όλα αυτά μαζί δεν μπορεί να στέκουν, αλλά ο αναγνώστης -μπροστά στην τόση ασυναρτησία- μπλοκάρει, και κρατάει αυτό που επιθυμεί ο πομπός.

Είναι βεβαίως και συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου, αλλά εννοείται ότι τυχόν απόπειρα διάψευσης, θα αποσιωπηθεί -αν δεν αξιοποιηθεί διαστρεβλωμένη- ενώ τυχόν προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν θα δώσει παρά μια εκ των υστέρων ηθική αποκατάσταση και ουδόλως θα αποθαρρύνει την συνέχιση αυτής της τακτικής στον κρίσιμο χρόνο μέχρι τις εκλογές.

Ο χώρος των σόσιαλ μήντια έχει κατακτηθεί από τα κυρίαρχα μήντια

Ο μηχανισμός που παράγει και διασπείρει τα fake news εμφανίστηκε -σαν έτοιμος από καιρό- την επομένη της υπαγωγής της χώρας στο ΔΝΤ. Βασίστηκε στην συντριπτική ανισότητα της πρόσβασης στον δημόσιο λόγο μέσω των καθεστωτικών ΜΜΕ. Υιοθέτησε εξ αρχής έναν λόγο αφοριστικό, συκοφαντικό, επιτιμητικό, απαξιωτικό και εκφοβιστικό για τους αντιπάλους, ενώ αξιοποίησε την δυνατότητα επιλεκτικής ανάδειξης και απόκρυψης θεμάτων κατά βούληση. Πέρασε και κάποιες κόκκινες γραμμές στο πεδίο της ηθικής και της αξιοπρέπειας, επενδύοντας στην ραγδαία ταχύτητα της διάδοσης μιας ψευδούς είδησης, σε αντίθεση με την διάψευσή της και πολύ περισσότερο τους αργούς ρυθμούς που ακολουθεί οποιαδήποτε απόπειρα αποκατάστασης της αλήθειας μέσω δικαιοσύνης.

Ως το 2014 το πεδίο των σόσιαλ μήντια δεν ελεγχόταν από τον εν λόγω μηχανισμό, και αντίθετα λειτούργησε ως το κατ’ εξοχήν πεδίο αντιλόγου στο καθεστωτικό αφήγημα, με αναγνώστες ευφυέστερους των κατ επάγγελμα δημοσιολόγων, να αποδομούν την ρητορική των δεύτερων.Οι συσχετισμοί ήταν 50-50. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Ο χώρος των σόσιαλ μήντια έχει κατακτηθεί από τα κυρίαρχα μήντια, μέσω ενός δικτύου από σαβουροσάιτ, οι δημοσιεύσεις των οποίων κατακλύζουν το ταϊμλάιν των χρηστών ως χορηγούμενες ή μέσω κοινοποιήσεων, καθορίζοντας την ατζέντα. Αυτό το δίκτυο επιδίδεται αποκλειστικά και αδίστακτα σε “δολοφονία χαρακτήρων”, είτε μέσω ψευδών ειδήσεων, είτε και χωρίς καν αυτές, απλώς με την παβλωφική επανάληψη απαξιωτικών χαρακτηρισμών για τα στοχοποιημένα πρόσωπα. Ο βαρουφάκης αποκαλείται μπαρουφάκης και ο μπαλτάς γίνεται συνώνυμο της αμορφωσιάς από “δημοσιογράφους” με “πτυχίο” δημοτικού.

ένα άλλο πάττερν

Ως το 2014 το πεδίο των σόσιαλ μήντια δεν ελεγχόταν από τον εν λόγω μηχανισμό, και αντίθετα λειτούργησε ως το κατ’ εξοχήν πεδίο αντιλόγου στο καθεστωτικό αφήγημα

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ένα άλλο πάττερν. Διάφοροι ασήμαντοι, με όπλο το καθεστωτικό βήμα που τους έχει δοθεί, περιβάλλουν εαυτούς με ρόλους που αξιοποιούν εσωτερικευμένες στους πολλούς σχέσεις εξάρτησης, εξουσίας, ιεραρχίας κλπ. Το παπαγαλάκι σου μιλάει ως η μαμά σου, ο γυμνασιάρχης σου, ο συνταγματάρχης σου, το αφεντικό σου, η μαρία αντουαννέτα, και σου δείχνει με απέχθεια -θεωρώντας αυτονόητη και τη δική σου απέχθεια για κάτι αυτονόητα σκανδαλώδες- τους άπλυτους, τους αγραβάτωτους & τους αστεφάνωτους, τις καθαρίστριες, και τους φτωχομπινέδες που κάθισαν στις καρέκλες των νόμιμων ιδιοκτητών. Υπάρχει και μια “αισθητικοποίηση” αυτής της πολεμικής -η οποία είναι εμφανέστερη στις πρακτικές της alt right-, που επιστρατεύει όπλα τα οποία -ειδικά στη δεκαετία του 60- ανήκαν στη (νέα) αριστερά. Το βέβηλο χιούμορ, το σπάσιμο των ταμπού, η αντιστροφή του νοήματος κοινότοπων εικόνων κλπ, χρησιμοποιούνται από ακροδεξιούς “καταστασιακούς” και “yippies” για να επιτεθούν στις μειονότητες, τους φτωχούς, την πολιτική ορθότητα, το αίτημα για ισότητα κλπ. Και κατ επέκταση στην αριστερά και την ημιθανή πλέον ιδεολογική της ηγεμονία.

η “κυβερνώσα αριστερά” μπήκε εύκολα -σχεδόν εκούσια- από την πρώτη στιγμή στη θέση του καρπαζοεισπράκτορα

Παρατηρώ με απογοήτευση ότι η “κυβερνώσα αριστερά” μπήκε εύκολα -σχεδόν εκούσια- από την πρώτη στιγμή στη θέση του καρπαζοεισπράκτορα και αυτού που φοβάται μήπως επιτιμηθεί από τους αυτοχρισμένους τιμητές. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να το αποφύγει, παραμένοντας ταυτόχρονα στοιχειωδώς συνεπής σε αρχές και αξίες. Είναι τουλάχιστον δύσκολο, καθώς όταν δέχεσαι καταιγιστικό σημειολογικό ανταρτοπόλεμο και απαντάς υπερασπιζόμενος “το ύφος και το ήθος”, την κοσμιότητα και το σεβασμό κάποιων μέχρι πρότινος παραδεκτών ορίων, αυτοτοποθετείσαι -με τους ίδιους τους παβλωφικούς όρους που αξιοποιεί ο αντίπαλος- στο ρόλο του συντηρητικού και του παρωχημένου. Είναι εξ ίσου μάταιο με το να προσπαθείς να αποδείξεις ότι έχει έχεις “ηθικό πλεονέκτημα” απέναντι σε έναν αυτόκλητο εγκαλούντα και κριτή, ο οποίος προκαταβολικά αναγνωρίζει ότι δεν δίνει δεκάρα και δεν θα συζητήσει ποτέ μαζί σου για το δικό του ηθικό μειονέκτημα.