Ας ξεχάσουμε την Κεντροαριστερά

Κύρκος Δοξιάδης*

Εφόσον η Κεντροδεξιά έχει γίνει σχεδόν (;) Ακροδεξιά και στον βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στη ριζοσπαστική Αριστερά, δεν μπορεί να μην υπάρχει Κεντροαριστερά.

Μετά το «διαζύγιο» με τους ΑΝ.ΕΛΛ., το παλαιόθεν κρίσιμο για τον ΣΥΡΙΖΑ πρόβλημα της αναζήτησης συμμαχικών δυνάμεων στον προοδευτικό χώρο αναμενόμενο ήταν πως θα αποκτούσε όχι πλέον απλώς κρίσιμη αλλά και επείγουσα σπουδαιότητα. Ταυτόχρονα, η ολοένα και εμφανέστερη μετατόπιση της Νέας Δημοκρατίας προς την ακροδεξιά πλευρά του ιδεολογικο-πολιτικού φάσματος δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία το «κενό» μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων χάσκει αγεφύρωτο, αναμένοντας τον ενδιάμεσο φορέα που, εν μέρει έστω, θα το επικαλύψει. Με πιο απλά λόγια, εφόσον η Κεντροδεξιά έχει γίνει σχεδόν (;) Ακροδεξιά και στον βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στη ριζοσπαστική Αριστερά, δεν μπορεί να μην υπάρχει Κεντροαριστερά.

Και όμως. Οι πολιτικές δυνάμεις που τοποθετούνται στο φάσμα Αριστερά-Δεξιά δεν ορίζονται επί τη βάσει μιας τυπικής λογικής ταξινομίας, όπως θα ήθελε μια θετικιστική προσέγγιση της πολιτικής. Συγκροτούνται ή δεν συγκροτούνται με ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή ανάλογα με τις ανάγκες και στρατηγικές επιλογές των ταξικών και ευρύτερα κοινωνικών δυνάμεων που προκύπτουν στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες.

Αν με τον όρο «Κεντροαριστερά» εννοούμε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία (και κατά κανόνα αυτό εννοούμε), τούτη προέκυψε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών, ίσως ανεπανάληπτης στην ευρωπαϊκή Ιστορία, που η «χρυσή της εποχή» δεν κράτησε παραπάνω από δυόμισι δεκαετίες.

Η «Κεντροαριστερά», ήτοι η Σοσιαλδημοκρατία, ήταν η πολιτική έκφραση όχι των συμφερόντων των «μεσαίων τάξεων», αλλά αυτής ακριβώς της κοινωνικής συναίνεσης, που με τη σειρά της υπήρξε το αποτέλεσμα ενός ευρύτερου συμβιβασμού μεταξύ των αντικρουόμενων στρατηγικών των ανώτερων και των κατώτερων τάξεων, στις πολύ συγκεκριμένες συνθήκες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Η εν λόγω συναίνεση στο πολιτικό επίπεδο εκδηλωνόταν και από το γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος και ο κεϊνσιανός παρεμβατισμός ήταν πρακτικές που σε σημαντικό βαθμό ενστερνίζονταν και τα «καθαυτό αστικά», φιλελεύθερα και συντηρητικά κόμματα.

Οταν άρχισε να επικρατεί ο νεοφιλελευθερισμός σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, τούτος επίσης στηρίχτηκε σε μια συναίνεση – επίπλαστη και επισφαλή βέβαια, όπως αποδείχτηκε με το που ξέσπασε η κρίση κατά το τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα.

Η «ειρωνεία της Ιστορίας» είναι πως η εν λόγω «συναίνεση» επιτεύχθηκε προς την αντίστροφη ιδεολογικο-πολιτική κατεύθυνση των πολιτικών φορέων. Σαν να «χρώσταγε» η Κεντροαριστερά στα κεντροδεξιά και δεξιά κόμματα και συνέβαλε με τη σειρά της, κατά τρόπο καταλυτικό κιόλας θα λέγαμε, στην εγκαθίδρυση της νέας -νεοφιλελεύθερης αυτή τη φορά, έστω πρόσκαιρης και επισφαλούς- συναίνεσης, ασπαζόμενη στο πρόγραμμά της, πρακτικά και θεωρητικά, το νέο δόγμα.

Η υπαρξιακών διαστάσεων κρίση που διέρχονται τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κατά τα τελευταία χρόνια –με πιο δραματικό τρόπο στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ για λόγους που είχα εξηγήσει σε παλαιότερα άρθρα μου- δεν έχει λοιπόν να κάνει απλώς με τη δυσαρέσκεια των κοινωνικών στρωμάτων που φιλοδοξούσαν να εκπροσωπούν, αλλά πρώτιστα με το ότι εξέλιπε η κοινωνική συναίνεση της οποίας αποτελούσαν την κύρια πολιτική έκφραση.

Επιπλέον, η δική τους πολιτική, η πολιτική του κοινωνικού κράτους και των φιλολαϊκών δημοσιονομικών μέτρων, δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, η πολιτική της συναίνεσης που υπήρξε πριν από μερικές δεκαετίες, για τον απλούστατο λόγο ότι, πριν από τη Σοσιαλδημοκρατία, την είχε έμπρακτα αποκηρύξει το ίδιο το καπιταλιστικό καθεστώς.

Ακολουθώντας μια πορεία αντίστροφη προς εκείνη των κομμάτων που κάποτε την υιοθετούσαν, η πολιτική που τώρα στοχεύει στην αποκατάσταση του καθημαγμένου κοινωνικού κράτους και στη βαθμιαία άρση της λιτότητας, στις συνθήκες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, δεν μπορεί παρά να είναι η πολιτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς – με αναπόφευκτα αντικαπιταλιστικό πρόσημο, που σημαίνει με αντι-συναινετικό χαρακτήρα, για όσο ο καπιταλισμός θα εξακολουθεί να παραμένει αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή για άγνωστο μέχρι πότε.

Η «διεύρυνση» του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε επίπεδο προσωπικοτήτων μπορεί να προσλάβει κυρίως δύο μορφές. Η μία είναι εκδηλώσεις όπως εκείνη στο Μέγαρο Μουσικής με θέμα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η άλλη είναι υπουργοποιήσεις στελεχών που δεν ανήκαν στο κόμμα (υπό την προϋπόθεση πως είναι όντως άξια και δεν είχαν εκτεθεί στο πολύ πρόσφατο παρελθόν με άδικη πολεμική εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, εννοείται).

Ανοιγμα «προς την Κεντροαριστερά» δεν υπάρχει. Οσοι συνεργάζονται ή συνασπίζονται με τη ριζοσπαστική Αριστερά, είτε ως προσωπικότητες είτε ως απλοί ψηφοφόροι, σημαίνει ότι συμφωνούν με κάποιες από τις αρχές που τώρα σηματοδοτούν και χαρακτηρίζουν ως τέτοια τη ριζοσπαστική Αριστερά.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών TAGS

Για την προοδευτική συμπαράταξη


Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη

H εισήγηση του αρθρογράφου και πρώην πανεπιστημιακού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Γιατζόγλου στην εκδήλωση του ΕΝΑ με θέμα «Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη» →

O τίτλος της εκδήλωσης και οι συνοδευτικές παρατηρήσεις των διοργανωτών της οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σ’ ένα κεντρικό ερώτημα: Θα μεταφραστεί το αίτημα για μια «Προοδευτική συμπαράταξη» σ’ ένα εγχείρημα στρατηγικού βάθους, ή θα αποτελέσει ένα πυροτέχνημα πολιτικού τακτικισμού, ένα βραχύβιο «πολιτικό must» που θα καταναλωθεί μέσα στα όρια της αυτοαναφορικότητάς μας; Για όσους πιστεύουν στην αναγκαιότητά του κι έχουν εκφράσει τη βούληση να συμμετάσχουν στην υλοποίησή του, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Αυτό σημαίνει βεβαίως επίγνωση ότι το εγχείρημα είναι εξαιρετικά απαιτητικό. Προϋποθέτει έναν ακριβολογημένο διάλογο, προκειμένου να οριστούν μια πολιτική ατζέντα κι ένα Πολιτικό Πρόγραμμα μακράς πνοής. Ενα διάλογο που δεν θα σπρώξει κάτω από το χαλί κρίσιμα ζητήματα. Έχει ανάγκη από πολιτικές και ηθικές δεσμεύσεις που θα αντέξουν στη διάβρωση από φιλοδοξίες και ιδιοτέλειες. Αν η έναρξη της απόπειρας κρίνεται αναγκαίο να σηματοδοτηθεί με υπουργοποιήσεις ή με τη συμμετοχή προσώπων στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες εκλογικές μάχες, αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε ο κανόνας ούτε η μέθοδος.

Η βούληση επίσης αποτελεί απαράγραπτο συστατικό της προσπάθειας αλλά δεν αρκεί. ͘ Η βουλησιαρχία καταλήγει καμιά φορά να προτείνει τον εαυτό της ως απάντηση στα προβλήματα. Και μπορεί να μετατρέψει ένα Πολιτικό Σχέδιο σε «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από την κοινωνική συνέργεια. Θεωρώ λοιπόν ότι πρώτη προτεραιότητα είναι η διατύπωση εκείνων των πολιτικών και προγραμματικών ερωτημάτων, που θα ανοίξει τον διάλογο, θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει αδρανείς σήμερα δυνάμεις και θα προκαλέσει μια «ενεργό κοινωνική ζήτηση» για το εγχείρημα. Η συσπείρωση και η ενεργοποίηση μιας κρίσιμης για το εγχείρημα κοινωνικής μάζας έχει ανάγκη από ένα σαφές πλαίσιο ιδεών και αξιών. Δεν θα πραγματοποιηθεί με τη «διαμεσολάβηση πολιτικών μεσαζόντων, αμφίβολης πολιτικής και ηθικής δέσμευσης».


Δημήτρης Γιατζόγλου

Θέλω τέλος, στο σημείο αυτό και πριν περάσω στη διατύπωση κάποιων σκέψεων για προγραμματικά και οργανωτικά προβλήματα που αφορούν το εγχείρημα, να πω τη γνώμη μου για ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό:

Ο κατά σύμβαση θεωρούμενος «προοδευτικός χώρος» δεν καθορίζεται οντολογικά. Σηματοδοτείται  ως τέτοιος, με βάση τη στάση του απέναντι στα κυρίαρχα επίδικα κάθε ιστορικής φάσης και συγκυρίας. Και έτσι νοηματοδοτείται,  ενοποιείται ή διχάζεται, διαλύεται και ανασυγκροτείται κατά περίπτωση. Δεν έχει σήμερα τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια σύνθεση όπως πριν από την κρίση. Ο επικαθορισμός από τις επιλογές – στρατηγικές ή βραχυπρόθεσμες – αποδεικνύεται ισχυρότερος από την ιστορικότητα της ταυτότητας των συνιστωσών του. Η ετερονομία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με την ανάληψη ενεργητικής στήριξης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας είναι παραδειγματική. «Ξεχάσαμε ότι η Ευρώπη δεν αποτελείται από ισολογισμούς αλλά από ανθρώπους» δήλωνε το 2017 ο Αυστριακός καγκελάριος (όπως ας πούμε ξεχνάει κάποιος τα κλειδιά του στο τραπέζι φεύγοντας από το σπίτι). Να χαιρετήσουμε λοιπόν το «κλίνατε επ’ αριστερά» του SPD. Aλλά να μη συζητήσουμε για την επιλεκτική του μνήμη και το χρόνιο «κλίνατε επί δεξιά»;

Και εις τα καθ’ ημάς: Βεβαίως να «αναστοχαστούμε αυτοκριτικά» εμείς του ΣΥΡΙΖΑ την προκυβερνητική και την κυβερνητική μας περίοδο και να μιλήσουμε ανοιχτά για τις ανακολουθίες, τις αντιφάσεις και τα λάθη αυτής της ενιαίας πορείας. Αλλά ταυτόχρονα να θυμηθούμε και να σκεφτούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των κεντροαριστερών δυνάμεων επέλεξε (και συνεχίζει να επιλέγει) την ανασυγκρότησή του ως παραπλήρωμα της Δεξιάς και σε μετωπική αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Υιοθετώντας το δόγμα της στρατηγικής σύγκλισης με τη ΝΔ, καθώς – σύμφωνα με την «θεωρητική απόφανση» του Ε. Βενιζέλου το 2014–  περιθώρια για σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές και αξιακές επιλογές στην οικονομία δεν υπάρχουν.

Δεν τα υπενθυμίζω αυτά για να κατασκευάσουμε ένα ισοζύγιο λαθών και δεν θεωρώ μια γενικευμένη συζήτηση για το παρελθόν ως προαπαιτούμενο της σύγκλισης. Πιστεύω όμως ότι ο προοδευτικός χώρος, ανασυγκροτούμενος σήμερα με την επιχειρούμενη συμπαράταξη, πρέπει να απορρίψει την ταύτιση της «οικονομικής και πολιτικής κανονικότητας», εδώ και στην Ευρώπη, με τις πολιτικές της άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας και της περιορισμένης δημοκρατίας.

Θέλουμε λοιπόν να συγκροτήσουμε και πάλι τον, πολιτικά κατακερματισμένο και ιδεολογικά αφοπλισμένο, προοδευτικό χώρο ως πολιτικό υποκείμενο. Δηλαδή να του προσδώσουμε ταυτότητα και ικανότητα πολιτικού πράττειν. Να τον επανασυνδέσουμε με τις ζωτικές κοινωνικές του αναφορές. Να περάσουμε, από μια χαλαρή μετωπική συμπαράταξη επιλεκτικών παρεμβάσεων, σε μια οργανική συμμαχία, φορέα ενός Πολιτικού Σχεδίου που, με εκκίνηση τη συγκυρία, θα εγγραφεί στη στρατηγική προοπτική ενός νέου «συνασπισμού εξουσίας». Δεν θα είναι εύκολο, καθώς αυτό το νέο πολιτικό υποκείμενο θα συγκροτείται ενοποιώντας άλλα πολιτικά υποκείμενα – κόμματα και συλλογικότητες με συνεκτικότερες ταυτότητες – και θα πρέπει να αθροίσει παραγωγικά διαφορετικές πολιτικές καταγωγές και ευαισθησίες, επινοώντας τη δύσκολη διαλεκτική ενότητας/αυτονομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα έχει εκ των πραγμάτων τη βασική ευθύνη. Και πρέπει να αρχίσει να την υλοποιεί άμεσα, με ιεραρχήσεις  των απαραίτητων βημάτων. Θα ήταν νομίζω πολύ χρήσιμο να συμπεριλάβει στην κομματική δομή ένα κέντρο που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό του εγχειρήματος: Τις επαφές και τις συζητήσεις, τις πρωτοβουλίες, την πολιτική ατζέντα, τις προγραμματικές αιχμές και τις μορφές ενός δημόσιου διαλόγου. Και να απευθύνει ένα κάλεσμα σε κάθε ενδιαφερόμενο από τον πολύχρωμο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά και άλλων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων από τον χώρο της Αριστεράς και της οικολογίας, για μια συνδιαμόρφωση της πορείας συγκρότησης του προοδευτικού πόλου.

Αν η αναγκαιότητα μιας στοιχειώδους έστω, αρχικής οργανωτικής διεύθυνσης του εγχειρήματος είναι προφανής, ο βασικός του πυλώνας είναι το Πολιτικό του Σχέδιο, ως πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου πέντε βασικά και αλληλένδετα πεδία παρέμβασης στα οποία θα εκδηλωθεί η αντιπαράθεση με τις συντηρητικές δυνάμεις: Η ανάσχεση της λιτότητας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους – η δημοκρατική αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος – το νέο παραγωγικό υπόδειγμα για τη χώρα – η αναβάθμιση του ρόλου του κόσμου της εργασίας – ο φραγμός στην ισχυροποίηση της ακροδεξιάς. Και όλα αυτά με πολιτικές που δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ενός κεντρώου πολυσυλλεκτισμού, αλλά αναπαράγουν και επικαιροποιούν διαρκώς την ιστορική τομή Αριστεράς/Δεξιάς.

Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής ατζέντας πρέπει να αποτυπωθεί σ΄ ένα συγκεκριμένο και επεξεργασμένο Πρόγραμμα που δεν είναι αυτή τη στιγμή δεδομένο. Ένα Πρόγραμμα που πρέπει να συμπεριλάβει μικρά και μεγάλα ζητήματα, τα οποία στην ενότητά τους διαμορφώνουν τον ορίζοντα της «Μεγάλης», όπως την αποκαλεί ο Γκράμσι, πολιτικής, αυτής που κινητοποιεί τη σκέψη και το πάθος των ανθρώπων.

Ένα Πρόγραμμα που θα αναφέρεται έστω και ενδεικτικά στα παγκόσμια προβλήματα: Της κλιματικής αλλαγής – Των σαρωτικών αλλαγών στην παραγωγή και των συνεπειών τους στις εργασιακές σχέσεις – Της δυνατότητας να ελεγχθούν στοιχειωδώς δημοκρατικά οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις – Την άρνηση να λειτουργούν οι Αγορές ως οιονεί πολιτικά υποκείμενα – Την διαφοροποίηση της ανάπτυξης από την οικονομική μεγέθυνση.

Ένα Πρόγραμμα που θα κατανοεί ότι ο δανεισμός από τις Αγορές χρήματος και οι ξένες επενδύσεις, ως αποκλειστικά εργαλεία μεγέθυνσης, δεν εγγυώνται την παραγωγική ανασυγκρότηση αλλά προδιαγράφουν την επιστροφή στη δυστοπία της «δανεικής ευημερίας», στο πρότυπο μιας κοινωνίας που αναπληρώνει τη μειωμένη παραγωγή αξιών με την «παραγωγή» προστιθέμενης αξίας.

Ένα Πρόγραμμα που, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, πρέπει να αναμετρηθεί με μέτρα και πολιτικές μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης που εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη μεταμνημονιακή περίοδο. Όπως για παράδειγμα: Το ζήτημα των εξωφρενικών πλεονασμάτων που λειτουργούν ως μηχανισμός διαρκούς αναπαραγωγής της λιτότητας – Την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και πέρα από τα συμφωνηθέντα – Τον παραλογισμό ενός φορολογικού συστήματος που επαναφέρει την φορολόγηση των μερισμάτων στο χαμηλότερο συντελεστή – Την  παράλειψη να μη τίθεται ως κριτήριο υλοποίησης του  συμβιβασμού του 2015 το ζήτημα της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.

Θα κλείσω επιστρέφοντας στο πιο κρίσιμο αυτή τη στιγμή πρόβλημα της συγκρότησης του προοδευτικού πόλου: Θα αποδειχθεί ιστορικό λάθος να επιδιωχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ η πραγματοποίησή της, μέσω ενός «πολιτικού επεκτατισμού», με διευρύνσεις ενός ασπόνδυλου προγραμματικά πολυσυλλεκτισμού. Να μετατραπεί δηλαδή ο ίδιος σε «κόμμα – πόλο», με την ρευστοποίηση της ριζοσπαστικής του ταυτότητας και την «κεντροποίηση» των επιλογών του Πολιτικού του Προγράμματος. Και τότε, όχι μόνο θα υπάρξει ο κίνδυνος «ιταλοποίησης» του πολιτικού συστήματος, αλλά  θα προσυπογράψουμε τη μακροχρόνια περιθωριοποίηση της Αριστεράς και ταυτόχρονα την ματαίωση της αναγκαίας προοδευτικής συμμαχίας. Και θα είναι κρίμα, ο αναστοχασμός των αριστερών στο μέλλον να τα αποτιμήσει αυτά ως «επαγγελίες αδύνατων εγχειρημάτων».

Μαθήματα από τον Ταΰγετο

Καλαμάτα 19/2/2019

Η Μεσσηνία και η Λακωνία είναι τυχερές που έχουν τον Ταΰγετο. Όμως δε σέβονται τα αγαθά του, τις ανάγκες του και τις λειτουργίες του.

Στην κλιματική αλλαγή και τις γενικότερες χυδαιότητες της ανθρωπότητας πάνω στη φύση, έρχεται να προστεθεί και ο τρόπος αντιμετώπισης από την Περιφέρεια και το Δήμο Καλαμάτας των καταστροφών από τα τελευταία φυσικά φαινόμενα στον Ταΰγετο. Αναφερόμαστε στις παρεμβάσεις των δύο παραπάνω φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης, μετά τη χρηματοδότηση με τα μεγάλα ποσά των 3 εκ. ευρώ προς τον κάθε ένα από την Κυβέρνηση.

Συνέχεια ανάγνωσης Μαθήματα από τον Ταΰγετο

O Σάντερς διεκδικεί εκ νέου το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές


Μπέρνι Σάντερς

REUTERS/Yuri Gripas

Ο ανεξάρτητος Γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, θα διεκδικήσει για δεύτερη φορά το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος, αποφασισμένος να τα βάλει με «τα πανίσχυρα ειδικά συμφεροντα, που κυριαρχούν στην οικονομική και πολιτική ζωή μας». 

Συνέχεια ανάγνωσης O Σάντερς διεκδικεί εκ νέου το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές