Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Αριστεροί στηρίζουν Τσίπρα – Ζάεφ για το Νόμπελ Ειρήνης

Για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης 2019 προτείνουν τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας, Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάεφ, οι ηγέτες των Σοσιαλιστών & Δημοκρατών, των Πράσινων και της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ούντο Μπούλμαν, Σκα Κέλερ και Γκάμπι Τσίμερ αντίστοιχα, με κοινή δήλωσή τους. 

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ, στη δήλωση, που συνυπογράφουν οι επικεφαλής των τριών ευρωκοινοβουλευτικών ομάδων, τονίζεται μεταξύ άλλων ότι «Η συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ της Ελλάδας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας τερματίζει μια μακρόχρονη διαμάχη και φέρνει σταθερότητα στα Δυτικά Βαλκάνια».

Οι Ούντο Μπούλμαν, Σκα Κέλερ και Γκάμπι Τσίμερ σημειώνουν μάλιστα ότι η συμφωνία των Πρεσπών που επικυρώθηκε από τη Βουλή της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας, «Αποτελεί επίσης πρότυπο για την ειρηνική επίλυση των διεθνών προβλημάτων μέσω διαλόγου και αμοιβαίων συμβιβασμών. Οι πρωθυπουργοί Ζόραν Ζάεφ και Αλέξης Τσίπρας είχαν το πολιτικό θάρρος να προχωρήσουν στη συμφωνία παρά την εθνικιστική αντιπολίτευση».

Στην κοινή δήλωσή τους οι τρεις ηγέτες τονίζουν ότι «για όλους αυτούς τους λόγους, υποστηρίζουμε την πρωτοβουλία της Νομπελίστριας Wided Bouchamaoui για να δοθεί στον Αλέξη Τσίπρα και τον Ζόραν Ζάεφ το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης του 2019».

Παρουσιάζοντας την πρότασή της στα Σκόπια στις 18/12/2018, η Τυνήσια νομπελίστρια είχε πει ότι η συμφωνία συνιστά μοντέλο για την υπέρβαση των προβλημάτων στο μέλλον. Από την στιγμή που θα κυρωθεί, «θα αποτελεί ισχυρό μήνυμα ότι ο διάλογος είναι δυνατός» είχε τονίσει η κα Bouchamaoui.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ενάντια στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό

Βασίλης Ρόγγας
Βασίλης Ρόγγας Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΕΝΘΕΜΑΤΑ (4ος κύκλος)

Του Βασίλη Ρόγγα*

Το ζήτημα της δημοκρατικής ή όχι συγκρότησης των πολιτικών εκφράσεων της Αριστεράς απασχόλησε πολύ τις διάφορες εκδοχές των σοσιαλιστικών κινημάτων. Το αρχικό οργανωτικό και θεωρητικό σχίσμα στην Α΄ Διεθνή μεταξύ των Μαρξ και Μπακούνιν, που εξέφρασαν την κομμουνιστική και αναρχική οπτική αντίστοιχα, συνεχίστηκε με τη διάσπαση σοσιαλιστών/σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών στις αρχές του 20 αιώνα, με την τροτσκιστική και μαοϊκή εκδοχή της λενινιστικής πλευράς, με το οργανωτικό/θεωρητικό ψηφιδωτό των αντιεξουσιαστικών εκφράσεων, τα αντιαποικιακά κινήματα, τη Νέα Αριστερά, το δεξιό ή αριστερό ευρωκομμουνισμό, τα φεμινιστικά κινήματα, τα οικολογικά κινήματα και κόμματα κ.ο.κ. Ακόμα και οι οργανωτικές μέριμνες που κόμισαν τα εθνικά και το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, οι ρωμαλέες αντιστάσεις των πλατειών της Νότιας Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και των Occupy,αντλούν από τη ριζοσπαστική Αριστερά ή την Αναρχία.

Η διάσταση του χώρου, δηλαδή η εθνική ή η διεθνική συγκρότηση του κινήματος ή/και του κόμματος, η νόμιμη ή η παράνομη δράση, ο τρόπος λήψης των αποφάσεων και η λογοδοσία στα μέλη ή στην κοινωνία, η επαναστατική ή δημοκρατική κατάκτηση της εξουσίας, η ίδια η κατάκτηση της εξουσίας ή όχι, η συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο, στην κυβέρνηση, η ανοχή ή όχι σε κυβερνήσεις, καθώς και μια σειρά ακόμα ζητήματα, δίχασαν, στοίχησαν, όξυναν επιχειρήματα σε κάθε πλευρά, ένωσαν ή όχι σε δύσκολες στιγμές. Τα κόμματα που είχαν αναφορά στο σοσιαλισμό στην πλειοψηφία τους δημιουργήθηκαν από κοινωνικά κινήματα, φτάνοντας κάποιες φορές στο επίπεδο των επαναστάσεων, των εμφυλίων πολέμων, των γενικών πολιτικών απεργιών, των κρατικών αποσχίσεων κ.ο.κ. Οι σοσιαλιστικές πολιτικές εκφάνσεις λειτούργησαν συχνά ως υποδείγματα για τις αντιστάσεις επόμενων περιόδων, καινοτόμησαν οργανωτικά, δάνεισαν τις οργανωτικές τους πρακτικές σε άλλα κόμματα ή, τέλος πάντων, αποτελέσαν παραδεκτές μεθοδολογίες συλλογικής δράσης εδώ και περίπου δυο αιώνες.

Ο Λένιν με το συγκεντρωτισμό

Η λενινιστική εκδοχή του τρόπου οργάνωσης των αντιστάσεων της εργατικής τάξης είναι εκείνη που διαχύθηκε παγκόσμια και περισσότερο επιτυχημένα στα κοινωνικά κινήματα που εναντιώνονταν στον καπιταλισμό κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Ρωσίας θριάμβευσε ενάντια στην αναρχική / αναρχοκομμουνιστική λογική των Μπακούνιν και Κροπότκιν ή τις διαφορετικές θέσεις που εξέφρασαν η Ρόζα Λούξεμπουργκ ή ο Παννεκούκ. Η λενινιστική οργανωτική οπτική κυριάρχησε έναντι των υπολοίπων, ενώ ενσωματώθηκε με επιμέρους εμφάσεις από το μαοϊσμό και τον τροτσκισμό. Οι συμβολές των κομμουνιστικών κομμάτων ως οργανωτών κινημάτων είναι μάλλον αδιαμφισβήτητες, το ίδιο και η διασπορά του μοντέλου που επινόησαν. Ο Πάνεκκουκ σημείωνε το 1940: «αυτά που υποστήριζε η Μόσχα είχαν ασύγκριτα μεγαλύτερη βαρύτητα, επειδή είχε το κύρος που προσδίδει μια νικηφόρα επανάσταση απέναντι σ’ αυτήν που είχε ηττηθεί (τη γερμανική επανάσταση). Πώς θα μπορούσε να είναι κανείς σοφότερος από τους δασκάλους του; Το ηθικό κύρος του Ρωσικού κομμουνισμού ήταν τόσο αδιαμφισβήτητο»1.

Έτσι, το κόμμα νέου τύπου, ο τρόπος οργάνωσης που επικράτησε στα ΚΚ, είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: πολιτικό κόμμα των επαγγελματιών επαναστατών που προσπαθεί για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας με οργανωτικές αρχές το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, την ιεραρχία, τη μονολιθικότητα, το ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο, τον καταμερισμό των εργασιών, την αυτοαντίληψή του ως πρωτοπορία και συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι καθιερώνουν τον πιο μακροχρόνιο και επιτυχημένο οργανωτικό τύπο συλλογικής δράσης του 20ου αιώνα. Ιδιαίτερα το ζήτημα της εξωγενούς εισαγωγής της εργατικής συνείδησης από αυτό το κόμμα νέου τύπου συνιστούσε θεωρητικό εργαλείο δικαιολόγησης του πρωτείου της οργάνωσης και έπειτα της τάξης. Ήταν ένα σχήμα που φαίνονταν περισσότερο λειτουργικό από μια πιο διαβουλευτική συγκρότηση που θα έπαιρνε χρόνο ή ενδεχομένως θα έφερνε εσωστρέφεια, ενάντια σε έναν αντίπαλο με θεσμική και οικονομική υπεροπλία.

Η Λούξεμπουργκ με τη δημοκρατία

Στο λενινιστικό μοντέλο αντιτάχθηκε η Ρόζα Λούξεμπουργκ από δημοκρατική σκοπιά. Στις αρχές του 20ουαιώνα, τότε δηλαδή που οι οργανωτικές αρχές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων δεν είχαν παγιωθεί, αρθρογράφησε ενάντια σε όσα πρότεινε ο Λένιν (Τι να κάνουμε, Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω). Η Πολωνοεβραία επαναστάτρια θεωρούσε πως δυο κινδύνους αντιμετώπιζε το κίνημα: πρώτον, να καταστεί σέχτα, δεύτερον να καταλήξει πολιτική κίνηση αστικών μεταρρυθμίσεων. Το κόμμα, του οποίου τον πρωτοπόρο ρόλο δεν αρνούνταν, δε θα μπορούσε να έχει την Κεντρική του Επιτροπή ως «το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο». Κατανοούσε ωστόσο την ανάγκη για πανεθνική οργάνωση, για μια οργάνωση που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί παρά να μοιάζει, να αντικατοπτρίζει τον αντίπαλο που είναι συγκεντρωτικός.

Καταλάβαινε, όμως, εξίσου πως «η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης των στόχων του αγώνα μέσα στους προλετάριους και ο ίδιος ο αγώνας δεν είναι πράγματα που χωρίζονται χρονολογικά και μηχανικά. Είναι μόνο διαφορετικές όψεις του ίδιου αγώνα και έτσι για τη σοσιαλδημοκρατία δεν υπάρχουν λεπτομερή σχήματα τακτικής με τα οποία η κεντρική επιτροπή μπορεί να εκπαιδεύσει τα μέλη»2. Με άλλα λόγια, η ταξική πάλη έτσι όπως εκδιπλώνεται ιστορικά, όπως πραγματοποιείται από την εργατική τάξη, είναι βέβαιο πως θα κάνει λάθη. Μέσω της ενδογενούς της δυναμικής θα προτυποποίησει καλές πρακτικές, θα τολμά να αντιγράφει ή και να αλλάζει. Η ηγεσία του κόμματος είναι αδύνατον να μπορεί να ορίσει από πριν τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, μια και η εμπειρία του αγώνα είναι μια μελλοντική διαδικασία της οποίας την αποτελεσματικότητα δεν θα μπορούσε να ξέρει. Έτσι τονίζει πως, «οι πιο σημαντικές και καρποφόρες αλλαγές στην τακτική πολιτική του κατά τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ήταν επινοήσεις των πολλών ηγετών και πολύ περισσότερο ούτε κανενός κεντρικού οργανωτικού οργάνου. Ήταν πάντα το αυθόρμητο προϊόν του κινήματος σε κατάσταση βρασμού»3. Και συμπλήρωνε παρακάτω: «το ασυνείδητο έρχεται πριν από το συνειδητό. Η λογική του ιστορικού προτσές έρχεται πριν την υποκειμενική λογική των ανθρώπων που συμμετέχουν στο ιστορικό αυτό προτσές. Η τάση των διοικητικών οργάνων του σοσιαλιστικού κόμματος είναι να παίζουν έναν συντηρητικό ρόλο»4.

Έπειτα από τη Ρωσική Επανάσταση που χαιρετίστηκε από όλες τις τάσεις του σοσιαλισμού, η Λούξεμπουργκ δεν σταμάτησε να ασκεί κριτική στην κρατική οργάνωση, όπως διαμορφώνονταν από τον Λένιν, δηλαδή τη δικτατορία του κόμματος επί του προλεταριάτου. Η Ρόζα θεωρούσε πως δεν μπορεί να υπάρξει ζωή που να μην την πνίγει η γραφειοκρατία χωρίς τα σοβιέτ, χωρίς απεριόριστη ελευθερία του τύπου, χωρίς γενικές εκλογές και πολυκομματισμό, χωρίς αντιπολίτευση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο «η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο». Καταλήγει δε με την εμβληματική φράση, πως δηλαδή «η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος -όσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά- δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά»5.

Η κορυφαία επαναστάτρια δικαιώθηκε σε σχέση με την αντίθεση της στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Η Σοβιετική Ένωση αλλοτριώθηκε σε μια στυγνή δικτατορία που έπνιξε τη δημόσια ζωή και κατέρρευσε οικονομικά στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η δική της θεωρητική κληρονομιά σε σχέση με τα οργανωτικά ζητήματα δεν ευτύχησε να εμπεδωθεί ως ηγεμονικό υπόδειγμα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αλλά αυτό δεν ήταν και το τέλος της. Εκατό χρόνια από τη δολοφονία της, οι απόψεις της δεν είναι, όπως συνηθίζουμε να λέμε, επίκαιρες, αλλά μένουν ένας μη εφαρμοσμένος οργανωτικός προσανατολισμός, μια ευρηματική μεθοδολογία για όσους και όσες έχουν αναφορά στο δημοκρατικό σοσιαλισμό που θέλει να τελειώσει με τον καπιταλισμό.

Τόση είναι η επικαιρότητά του έργου της, που η παρακάτω φράση, όπως ακριβώς διατυπώθηκε το 1915, δεν χάνει καθόλου από την αξία της: «ο μαρξισμός είναι μια επαναστατική παγκόσμια θεώρηση που πρέπει πάντα να μάχεται για νέες αποκαλύψεις. Ο μαρξισμός δεν πρέπει να αποστρέφεται τίποτα περισσότερο από το να μείνει παγωμένος στην παροντική του μορφή. Είναι στα καλύτερά του όταν χτυπά το κεφάλι του από αυτοκριτική, και μέσα στους ιστορικούς κεραυνούς και αστραπές διατηρεί το σθένος του»6.

1. Αντόν Πάννεκουκ (1940), Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα, Living Marxism, τχ. 5(2)

2. Ρόζα Λουξεμπουργκ (1904), Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, Die Neue Zeit και Iskra

3. ο.π.

4. ο.π.

5. Ρόζα Λούξεμπουργκ (1918), Η Ρωσική Επανάσταση

6. Ρόζα Λούξεμπουργκ (1915), Η συσσώρευση του κεφαλαίου, μια αντι-κριτική

* Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

«ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ: Κατασκευή Υπηκόων»…


«Όσο περισσότερο, όμως, βασίζεσαι σε δυνάμεις έξω από σένα, τόσο περισσότερο εξουσιάζεσαι απ’ αυτές». (Χάρολντ Σέρμαν)

«Όσο συχνότερα κάνουμε πράξεις χωρίς να ξέρουμε τους λόγους, τις προϋποθέσεις και το αποτέλεσμά τους, τόσο συχνότερα γινόμαστε οι ίδιοι λόγος, προϋπόθεση και αποτέλεσμα των πράξεων άλλων. Όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι είμαστε κύριοι πράξεων, των οποίων οι πραγματικοί κύριοι είναι άλλοι, τόσο περισσότερο θα είναι άλλοι κύριοί μας».

«Η κατασκευή υπηκόων»

https://www.politeianet.gr/books/rauter-ea-aigokeros-i-kataskeui-upikoon-169114


Η διαπίστωση αυτή του Ε. Α Ράουτερ «Η κατασκευή υπηκόων» περιγράφει με ενάργεια την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος – αντικείμενο της προπαγάνδας. Βρίσκεται, δηλαδή, σε μια σύγχυση (διανοητική, ψυχική…) αφού αδυνατεί να συνειδητοποιήσει τα όρια των δύο πραγματικοτήτων, που καθορίζουν τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής του. Η μια πραγματικότητα είναι αυτή που συνθέτει την αληθινή πλευρά του Εγώ του και η άλλη είναι αυτή που φαντασιώνεται και τον περιχαρακώνει σε μια ψευδή μορφή ελευθερίας και αυτοβουλίας. Τη δεύτερη μορφή πραγματικότητας διαμορφώνει και επιβάλλει στο άτομο η προπαγάνδα μέσα από αφανείς μηχανισμούς χειραγώγησης και εκμαυλισμού των συνειδήσεων. Το άτομο, δηλαδή, περισσότερο πείθεται από άτομα που διεγείρουν τα συναισθήματά του και λιγότερο από τα αντικειμενικά γεγονότα. Η πλαστή πραγματικότητα – προϊόν φόβων, ελπίδων και ανασφαλειών – λειτουργεί ανασχετικά στη δυνατότητα του ατόμου να σκεφτεί ορθολογικά. Στην ουσία βιώνει τις συνέπειες της «μετα-αλήθειας» που ανακηρύχθηκε ως η λέξη της χρονιάς από το λεξικό της Οξφόρδης και μεταφράζεται ως «η πολιτική ρητορική – πρακτική που αγνοεί την αλήθεια και βασίζεται σε μια προσωπική, ενίοτε εντελώς πλαστή, εκδοχή της πραγματικότητας» ή για άλλους – Λεξικό Οξφόρδης «η μετα-αλήθεια χαρακτηρίζει καταστάσεις στις οποίες τα αντικειμενικά γεγονότα ασκούν λιγότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης συγκριτικά με εκκλήσεις σε συναισθήματα και σε προσωπικές πεποιθήσεις».

Η φυγή

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω η προπαγάνδα (σε όλες της τις μορφές) σε ατομικό επίπεδο εξασφαλίζει έναν τρόπο φυγής από την αρνητική πραγματικότητα. Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση πως το άτομο, όταν βιώνει μια ζοφερή πραγματικότητα αναζητά ασφαλή διέξοδο. Η πίεση που νιώθει ενεργοποιεί τα αντισώματά του και κινητοποιεί κάθε μέσο για την απελευθέρωσή του. Ωστόσο, αυτή η διαφυγή δεν είναι πάντα εφικτή και γι’ αυτό το άτομο είναι ευάλωτο σε υποσχέσεις που ευαγγελίζονται μια άλλη «φωτεινή» πραγματικότητα. Πάνω στην εσωτερική αυτή ανάγκη εδράζεται η δύναμη της προπαγάνδας που υπόσχεται έναν εύσχημο λόγο – τρόπο «φυγής» από τα αρνητικά βιώματα της κοινωνικής πραγματικότητας. Εξάλλου «δεν είναι τόσο τα γεγονότα που μας θλίβουν, όσο η ψευδής παράσταση που έχουμε γι’ αυτά» (Laupies). Έτσι, οι φορείς της προπαγάνδας με τη βοήθεια της γλώσσας – ρητορικής δομούν μια άλλη πραγματικότητα, αυτή της ψευδαίσθησης και της αυταπάτης. Δέσμιος ο ανασφαλής άνθρωπος της εποχής μας στα απατηλά συνθήματα των προπαγανδιστών, αδυνατεί να διακρίνει τα όρια του αληθινού και του φανταστικού και υποτάσσεται άκριτα στην εξουσία τους. Βιώνει, δηλαδή, το άτομο – αντικείμενο της προπαγάνδας ένα σύνολο θετικών συναισθημάτων, αφού ερμηνεύει και εσωτερικεύει την πλαστή πραγματικότητα ως αληθινή. Με αδυνατισμένους τους νοητικούς του μηχανισμούς το άτομο και κάτω από το βάρος αρνητικών συναισθημάτων (άγχος, φόβος, αβεβαιότητα) καθίσταται εύκολο θύμα κάθε υπόσχεσης. Οι ειδικοί της προπαγάνδας χρησιμοποιώντας ειδικό λεξιλόγιο κατασκευάζουν με ψευδείς συλλογισμούς και ατεκμηρίωτα επιχειρήματα μια ανύπαρκτη πραγματικότητα που εκπέμπει ελπίδα και σιγουριά στους απογοητευμένους. Έτσι οι ψευδαισθήσεις εξουσιάζουν το νου του ανθρώπου, καταπραΰνουν τον ψυχικό πόνο και χαρίζουν φρούδες και ανείσπρακτες ελπίδες. «Όσο περισσότερο, όμως, βασίζεσαι σε δυνάμεις έξω από σένα, τόσο περισσότερο εξουσιάζεσαι απ’ αυτές». (Χάρολντ Σέρμαν)

Ο μαζάνθρωπος

Ένα άλλο στοιχείο που είναι συνυφασμένο με την προπαγάνδα είναι και το φαινόμενο της ομοιομορφίας που γεννά ένα νέο τύπο ανθρώπου, το μαζάνθρωπο. Η προπαγάνδα ως μια διαδικασία ενστάλαξης στο νου του ανθρώπου ιδεών, αρχών και πολιτικών απόψεων με στόχο τον επηρεασμό της κοινής γνώμης ρυθμίζει καταλυτικά τη συμπεριφορά της. Μέσα από αφανείς μηχανισμούς και τελειοποιημένα τεχνικά μέσα (εικόνα, ήχο….) το άτομο οδηγείται σε μια πνευματική τύφλωση και πιέζεται να ομοιωθεί προς τους άλλους. Συμμορφώνεται τυφλά προς τις ιδέες που διοχετεύονται, αφού πριν έχουν απενεργοποιηθεί οι αμυντικοί μηχανισμοί της λογικής. Το άτομο, δηλαδή, χάνει την αυτοβουλία του και καθίσταται υπηρέτης των υποσυνείδητων δραστηριοτήτων του, τις οποίες οι προπαγανδιστές καθοδηγούν κατά βούληση. Οι πολίτες δεν λειτουργούν πλέον ως πολιτικά υποκείμενα αλλά μεταπίπτουν στην κατάσταση της «μάζας» που χαρακτηρίζεται από την αγελαία συνείδηση κι από την επιθυμία να αναζητά «ηγέτες» και «μεσσίες». Γιατί «Η δύναμη της αγέλης είναι ο λύκος, και η δύναμη του λύκου είναι η αγέλη».

Τα μαζικά άτομα, κάτω από το καθεστώς μιας «υποχρεωτικής ομοιομορφίας» δεν σκέφτονται λογικά, δεν γνωρίζουν τις αποχρώσεις, δεν ανέχονται τον αντίλογο και δεν προάγουν – καλλιεργούν στο εσωτερικό τους τις διαλεκτικές συζητήσεις. Αντιδρούν μανιχαϊστικά. Είναι ετεροκίνητα, εύπιστα, ευμετάβλητα, ασταθή, παρορμητικά και συντηρητικά. Σκύβουν με δουλοπρέπεια μπροστά σε μια ισχυρή εξουσία. Το θύμα της προπαγάνδας αισθάνεται σιγουριά μέσα στην «αγέλη» των άλλων, που κι αυτοί έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου. Μια διαδικασία, δηλαδή, που ακυρώνει τις ιδιαιτερότητες, διαβρώνει το διαφορετικό και επιβάλλει μια μαζική ταυτότητα. Έτσι το μαζικό άτομο, θύμα της προπαγάνδας, πνευματικά ατροφικό και υπεξούσιο, κυριευμένο από ένα αίσθημα ανασφάλειας και ηθικά ετερόνομο, παύει να νιώθει ξεχωριστή οντότητα και βιώνει τις συνέπειες μιας γενικευμένης αλλοτρίωσης.

Ο ανορθολογισμός

Όταν, λοιπόν, οι πολίτες είναι έκθετοι στους μηχανισμούς της προπαγάνδας κι αδυνατούν να χειριστούν τις ψευδαισθήσεις και τις ανασφάλειές τους, τότε παύουν να λειτουργούν και ως πολίτες με τη ριζική έννοια του όρου. Καθίστανται επιρρεπείς στην κοινωνική ποδηγέτηση, στην πολιτική χαλιναγώγηση και στην ιδεολογική χειραγώγηση. Αποστρέφονται την αλήθεια κι αναζητούν διεξόδους στην πραγματικότητα των συνθημάτων των επιτήδειων της προπαγάνδας. Είναι τόσο έντονη η επιθυμία τους να υπερβούν τα καταπιεστικά συναισθήματα που τους κατακυριεύουν, που απορρίπτουν κάθε προσπάθεια ορθής κρίσης. Γι’ αυτούς η αλήθεια είναι ο κίνδυνος που μπορεί να αποδομήσει το «κράτος» των ψευδαισθήσεών τους. Εδώ δικαιώνεται η θέση του Νίτσε «Μερικές φορές οι άνθρωποι δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια, γιατί δε θέλουν να καταστρέψουν τις ψευδαισθήσεις τους». Όταν, όμως, οι πολίτες συμπεριφέρονται ανορθολογικά και αρέσκονται στη βεβαιότητα – δύναμη της αγέλης, όταν επιλέγουν τη συμμόρφωση από τη διαφωνία και όταν άκριτα καθίστανται οι ιμάντες μιας «συναίνεσης» που έντεχνα προωθούν οι φορείς της προπαγάνδας τότε δεν πλήττεται μόνο το αυτεξούσιό τους αλλά και η δημοκρατία.

«Στις καταπιεστικές κοινωνίες χρησιμοποιείται η κάνη των όπλων. Στις δημοκρατικές η συναίνεση κατασκευάζεται με την προπαγάνδα» (Τσόμσκι). Η διέξοδος βρίσκεται στην ανησυχία, στη διαφορετικότητα και στην αντίσταση σε ό,τι μας υποβιβάζει ως αυτόβουλα όντα. Οι μυλόπετρες της προπαγανδιστικής ομοιομορφίας δεν μπορούν να πολτοποιήσουν την καθαρή σκέψη και την ατομικότητα.

ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ