Μιχάλης Σπουρδαλάκης

Το μεγάλο ΣΤΟΊΧΗΜΑ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να ΕΜΠΝΕΎΣΕΙ ξανά

Sharing is caring!

Συνέντευξη με τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη, κοσμήτορα της Σχολής οικονομικών και πολιτικών επιστημών του ΕΚΠΑ

Τη συνέντευξη πήραν
οι Μπάμπης Γεωργούλας
και Παύλος Κλαυδιανός

<br>Μιχάλης Σπουρδαλάκης / Συνέντευξη

  Το μεγάλο στοίχημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να εμπνεύσει ξανά

Η περίοδος μπροστά μας θα είναι πυκνή, αφού το 2019 είναι χρονιά τριών εκλογικών αναμετρήσεων. Έχει ενδιαφέρον να δούμε την πολιτική στρατηγική των κομμάτων, για να συζητήσουμε και την προεκλογική τακτική που θα ακολουθηθεί. Ας ξεκινήσουμε από τον ΣΥΡΙΖΑ. 

Πράγματι έχει ενδιαφέρον αυτό. Νομίζω όμως ότι είναι απαραίτητο, όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, να δούμε προηγουμένως ποια ήταν η στρατηγική που τον έφερε ως εδώ. Μετά την ήττα της διαπραγμάτευσης το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ, σωστά κατά την άποψή μου, πήρε τη τολμηρή, με δεδομένη τη συγκυρία, ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης. Ευθύνη που αυτονόητα έθετε και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικό οργανισμό της αριστεράς εν κινδύνω. Κίνδυνος και ρίσκο, που δεν περιορίζονταν αναγκαστικά από την ειλικρινή δέσμευση της κυβέρνησης να διαχειριστεί ένα πολύ σκληρό πρόγραμμα με δημοκρατικότερο, εντιμότερο και δικαιότερο κοινωνικά τρόπο, ώστε με την ολοκλήρωση του μνημονίου, να μπορέσει να πλησιάσει πιο κοντά στο πρόγραμμά του.
Ωστόσο, αυτή η υποχώρηση και τα χρόνια που ακολούθησαν, δυστυχώς αποσύνδεσαν τον ΣΥΡΙΖΑ από τη μοναδική στρατηγική που εν πολλοίς ακολουθούσε πριν το καλοκαίρι του 2015, αυτή που τον έφερε στην εξουσία. Στρατηγική που στηρίχθηκε στην κοινωνική δυναμική και στα κινήματα, που ταυτόχρονα αξιοποιούσε τη δημιουργική και σοβαρή παρουσία μέσα στους θεσμούς πολιτικής (Βουλή) και κοινωνικής εκπροσώπησης (συνδικάτα, τοπική αυτοδιοίκηση, κινήματα κλπ.). Στρατηγική που περιλάμβανε τη διατύπωση ενός ευρηματικού ευέλικτου προγράμματος που θα στηρίζεται όχι μόνο στην κοινοβουλευτική ή κυβερνητική εμπειρία, αλλά και στην κοινωνικά παραγόμενη γνώση και εμπειρία. Πρόγραμμα που έμπρακτα άφηνε πίσω τις πρακτικές του μεταπολιτευτικού δικομματισμού με τα αυτάρεσκα καπελώματα και τη συστηματική υποκατάσταση της κοινωνίας. Πρόγραμμα και πολιτικές πρωτοβουλίες που, εκτός των άλλων, θα προωθούσαν και την ενότητα της αριστεράς. Αυτή ήταν η μεγάλη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία οι αντίξοες αντικειμενικές συνθήκες σε συνδυασμό με τις αδυναμίες ή/και επιλογές του κόμματος, την ανέστειλαν εν τοις πράγμασι.

Γιατί ανεστάλη η μεγάλη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτό το «εν τοις πράγμασι» κρύβει και τους λόγους που θεωρείς ότι ανεστάλη η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ;


Κατά τη γνώμη μου, ο πρώτος λόγος είναι γιατί ο επώδυνος συμβιβασμός και η υπογραφή του μνημονίου δεν επέτρεπαν, αντικειμενικά, να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και μάλιστα με όρους ΣΥΡΙΖΑ. Πέραν, αυτού, όμως, η απογοήτευση απομάκρυνε τον ΣΥΡΙΖΑ από τα κινήματα, ενώ ταυτόχρονα, όπως φάνηκε στην πράξη, έκανε μια λάθος εκτίμηση του τι σημαίνει «ενότητα της Αριστεράς». Φαίνεται να θεώρησε ότι η τελευταία αποτελεί το αποτέλεσμα, της συνεννόησης της ηγεσίας των συνιστωσών που είχαν δημιουργήσει το θαύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ενότητα της αριστεράς όμως δεν είναι αυτό, γιατί η κοινωνία παράγει συνεχώς αντιφάσεις και ανισότητες και αυτές αποζητούν αριστερές εκδοχές και λύσεις και εκεί θα μπορούσε να εξακολουθήσει να έχει ανοιχτές τις αντένες του. Κι αυτό δεν το έκανε.

Το καράβι, όμως, δεν ναυάγησε και παρά τις αντιξοότητες έφτασε στην άκρη. Και τώρα γίνεται μια προσπάθεια να σταθεί η κοινωνία στα πόδια της, παρότι πολλοί περιορισμοί παραμένουν. Πιστεύεις, δηλαδή, ότι η ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ, οι αρχές και οι ιδέες του, μπορεί και να χάθηκαν στη διαδρομή;

<<Αντίθετα, φαίνεται να υπάρχει διάχυτη μια αφέλεια απέναντι στη κατανόηση και αντιμετώπιση της κρατικής εξουσίας. Θεωρήθηκε λχ. ότι η είσοδος στην κρατική μηχανή έχει να κάνει με την πειθώ και την ικανότητα των στελεχών που το διαχειρίζονται. Το κράτος όμως έχει πάντα δική του ιδιαίτερα ταξική και πολιτική μεροληπτικότητα.>>


Την ανησυχία μου εκφράζω και χτυπάω καμπανάκια, γιατί το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ έχει ψυχή και δυναμική ακόμα. Αλλά χρειάζεται εγρήγορση, οργάνωση και δράση. Πράγματι, ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε τον πρώτο κάβο, αλλά με πολλές απώλειες, γιατί ανεστάλησαν τα δυναμικά χαρακτηριστικά της στρατηγικής του. Απέκτησε, βέβαια, πια μια εμπειρία από τη διοίκηση του κράτους, αλλά φοβάμαι πως αυτό έγινε με τους όρους που επέβαλε το καταπίστευμα των κρατικών περιορισμών. Έτσι, φαίνεται ότι επικρατούν οι δεδομένες πρακτικές διαχείρισης που επέβαλλαν τα μνημόνια και οι αδράνειες του παρελθόντος. Μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης ανήκει στην κυβέρνηση. Το κόμμα έχει διακριτό ρόλο από την κυβέρνηση, δεν μπορεί να γίνεται απλώς παρακολούθημα της κυβέρνησης. Ωστόσο, το κόμμα δεν κατάφερε να αποτελέσει τον αρωγό και τη συνείδηση της κυβέρνησης. Αυτό οδήγησε, κατά την άποψή μου, μετά το τέλος του προγράμματος σε έναν έμμεσο ορισμό της κανονικότητας («επιστροφή στην κανονικότητα»), η οποία δυστυχώς φαίνεται να είναι επιστροφή στην παλιά κανονικότητα και όχι σ’ αυτήν που είχε επενδυθεί ο ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ.

Στη ρητορική των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και του πρωθυπουργού υπάρχει αυτή η ανησυχία του ορισμού της «κανονικότητας», «δεν θα επιστρέψουμε στην πριν το 2010 κατάσταση», λένε. Απέχει θεωρείς η ρητορική από την πρακτική;


Είναι αλήθεια αυτό και σίγουρα στη ρητορική του πρωθυπουργού για τον ΣΥΡΙΖΑ, η κανονικότητα δεν είναι η επιστροφή στις πολιτικές πρακτικές διαχείρισης του δικομματισμού. Αλλά άλλο να το τονίζεις, ακόμη και κατ’ επανάληψη, και άλλο να το εφαρμόζεις και να πείθεις ότι προσπαθείς διαφορετικά. Δυστυχώς, μέχρι τώρα οι οργανωτικές πρακτικές, οι πρωτοβουλίες και οι παραλείψεις του κόμματος δεν νομίζω να δίνουν τέτοια εντύπωση. Δεν είναι τυχαίο, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη το εχθρικό τοπίο των ΜΜΕ, ότι το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αναδείξει και προβάλει το συχνά εξαιρετικό έργο της κυβέρνησης. Ούτε είναι τυχαίο ότι δεν προκύπτουν τα προφανή συμπεράσματα από τον πόλεμο που κάνουν οι διάφοροι θύλακες μέσα στον κρατικό μηχανισμό σε όλα σχεδόν τα υπουργεία. Αντίθετα, φαίνεται να υπάρχει διάχυτη μια αφέλεια απέναντι στη κατανόηση και αντιμετώπιση της κρατικής εξουσίας. Θεωρήθηκε λχ. ότι η είσοδος στην κρατική μηχανή έχει να κάνει με την πειθώ και την ικανότητα των στελεχών που το διαχειρίζονται. Το κράτος όμως έχει πάντα δική του ιδιαίτερα ταξική και πολιτική μεροληπτικότητα.

Να οριστεί η καινούρια κανονικότητα

Εσύ πώς ορίζεις την κανονικότητα;


Το ζήτημα δεν είναι να δώσουμε έναν «επιστημονικό» ορισμό. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Το ζήτημα είναι ιδεολογικό και πολιτικό. Το κόμμα πρέπει να ορίσει την καινούρια κανονικότητα, διότι έτσι θα χαράξει και τη στρατηγική του. Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να επιτύχει απλώς μια πιο εύρυθμη λειτουργία του κράτους δικαίου (κάτι που για να πούμε την αλήθεια θα μπορούσε να θεωρηθεί προοδευτικό για τα ελληνικά δεδομένα) που να συνοδεύεται απλώς από πολιτικές έμπρακτης κοινωνικής ευαισθησίας; Αυτό είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ή κάτι άλλο; Δηλαδή ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς που, εκτός από το παραπάνω, επιδιώκει να αλλάξει του κοινωνικούς συσχετισμούς; Προφανώς για το τελευταίο θα ανέμενε κανείς ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι πιο τολμηρός σε κάποια πράγματα ώστε, τουλάχιστον δυνάμει, να οικοδομεί και να ανατρέπει τη δεδομένη έννοια της «κανονικότητας», η οποία έχει μια λογική “back to the future” (επιστροφή στο μέλλον) και η όποια ουσία υπόσχεται “more of the same” (μία από τα ίδια). Και αυτό μάλιστα με αιχμή σχεδόν μόνο αποκλειστικά την οικονομία και τα δημοσιονομικά. Ακόμη κι αν η διαχείριση των τελευταίων είναι εντιμότερη, πιο διαφανής και αποτελεσματικότερη, χωρίς να το υποτιμά κανείς αυτό, δεν μπορεί να αποτελεί τον ορίζοντα της αριστεράς. Και πάντως όχι εκείνο που ενέπνευσε τους πολίτες, οι οποίοι με την κινητοποίησή τους άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό φέρνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στο προσκήνιο, όχι προσδοκώντας οικονομικά οφέλη αλλά κοινωνική αξιοπρέπεια και πολιτική συμμετοχή. Η αριστερά στον τόπο μας είναι δευτερογενώς ταξική. Πρωτογενώς είναι πολιτική. Αυτό φαίνεται να προκρίνουν οι πολίτες και δευτερογενώς τα οικονομικά. Δεν έχουν ανάγκη από μία ήπια ρητορική, που λέει ότι «εμείς πετύχαμε εκεί όπου οι άλλοι απέτυχαν». Όταν, όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταφέρνει να διακρίνεται από τους άλλους, ακόμη και όταν διαθέτει δημοκρατικότερη και αποτελεσματικότερη πρακτική, τότε χάνει το στόχο.

Το μεγάλο στοίχημα

Και φτάνουμε στην προεκλογική στρατηγική. Ήδη ανακοινώνονται υποψηφιότητες και αυτοδιοικητικά σχήματα. Είναι ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ να επαναπροσδιορίσει κάποια πράγματα, να επαναχαράξει την πολιτική του, να ανοικοδομηθεί;


Το μεγάλο στοίχημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να εμπνεύσει ξανά, να πείσει τον κόσμο που λέει ότι δεν θα πάει να ψηφίσει. Για να σηκώσεις από τον καναπέ αυτούς τους πολίτες που πάλεψαν για την δημοκρατική ανατροπή, πρέπει να τους ξαναδώσεις την ελπίδα, να τους αποδείξεις ότι είσαι διαφορετικός. Αυτό θα σηματοδοτηθεί από τα πρόσωπα που θα επιλεγούν αλλά και από τις πολιτικές και οργανωτικές πρακτικές που θα επιλέξουν τα αυτοδιοικητικά σχήματα. Από το πρόσφατο παρελθόν έχουμε πολλά εξαιρετικά παραδείγματα, που πρέπει να αξιοποιήσουμε και να προσαρμόσουμε στις νέες συνθήκες. Η υποψηφιότητα του Αλέξη Τσίπρα στο δήμο Αθηναίων και λίγα χρόνια αργότερα εκείνη του Γαβριήλ Σακελλαρίδη, η επιτυχία της Ρένας Δούρου αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη στην κατεύθυνση που συζητάμε. Με χαμηλά μπάτζεντ, με τη συμμετοχή πολύ κόσμου, με όρεξη, ιδέες, ενθουσιασμό, με ομάδες από επιστήμονες από πολλά πεδία, με την ανάδειξη προσώπων της νέας κουλτούρας και πόρτα-πόρτα. Εκλογικοί αγώνες εντάσεων εργασίας όχι εντάσεως κεφαλαίου, εντάσεως πολιτικής όχι εντάσεως «επι-κοινωνίας». Το ίδιο να κάνουμε και στις ευρωεκλογές. Να επιλέξουμε ανθρώπους που σηματοδοτούν τον ΣΥΡΙΖΑ και το πρόγραμμά του μέσα από εσωκομματικές δημοκρατικές μαζικές διαδικασίες και κατόπιν να τους θέσουμε στη βάσανο της σταυροδοσίας . Χρειαζόμαστε σχεδιασμό, γιατί όταν δεν έχεις σχεδιασμό σε πάει το κράτος και το μόνο που σου μένει είναι η ρητορική. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να πιστέψουμε πάλι στις ιδέες μας, ιδέες και αξίες της αριστεράς, αντί να αφήνουμε το κράτος να καθορίζει την ατζέντα και την προοπτική μας.

Χρειαζόμαστε και κόμμα. Η έλλειψη σχεδιασμού δείχνει οργανωτική αδυναμία. Τι προτείνεις;


Το κόμμα, ως βολονταριστικός οργανισμός, έχει χάσει το βηματισμό του. Γίνονται λάθη, με αυτό το ανακάτεμα κόμματος και κυβέρνησης. Δεν μπορείς, πχ, να κάνεις μονίμως Κεντρική Επιτροπή με την κοινοβουλευτική ομάδα πάντα παρούσα και υπό την εποπτεία (;) των ΜΜΕ. Χρειάζεται ένα επιτελείο που θα διαμορφώνει τη γενικότερη στρατηγική η οποία θα πρέπει να διακρίνει αλλά και να κατανέμει σε κόμμα και κυβέρνηση τα επίδικά του πολιτικού σχεδιασμού. Υπάρχει, κατά την άποψή μου, μια σχετική αμέλεια που συνοδεύει την αφέλεια που μιλήσαμε πιο πάνω. Πρέπει να βρεθεί, εδώ που είμαστε, πραγματική πολιτική και οργανωτική ύλη, να ξαναζεσταθούν οι μηχανές των συλλογικοτήτων . Να βρούμε τρόπους να ταρακουνήσουμε το κόμμα. Το πρώτο, που πρέπει να κάνουμε είναι, πέρα από τα να παραδεχτούμε τα λάθη ή τις παραλήψεις μας, να αναδείξουμε με ιδεολογική αιχμή τα θετικά πράγματα που έχουμε κάνει, τα οποία είναι και αξεπέραστα. Για παράδειγμα, στο χώρο της έρευνας, στο υπουργείο Εργασίας ή το υπουργείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην υγεία και αλλού. Και με αιχμή τις ιδεολογικές αφετηρίες των πολιτικών αυτών να εξηγηθεί γιατί είναι πολύ σημαντικά αυτά που έχουν γίνει. Να απαντηθεί η ανίερη πολεμική των αντιπάλων προβάλλοντας τις αξιακές διαφορές. Το δεύτερο είναι να βρούμε πραγματική οργανωτική ύλη, ακόμα και αν δεν είναι της απόλυτης αρεσκείας μας, στο παρά πέντε της μεγάλης μάχης που θα δώσουμε το 2019 να εμπλέξουμε το κόμμα στις διαδικασίες. Ένας τρόπος είναι να ξαναβάλουμε το κόμμα στο παιχνίδι της επιλογής των υποψηφίων. Να βρούμε τρόπους εμπλοκής του κόμματος στο πολιτικό γίγνεσθαι. Τρίτον, οι κομματικές οργανώσεις να πάρουν πρωτοβουλίες ώστε να επαναφέρουν στην πολιτική πρακτική, στις νέες συνθήκες, αυτό που λέμε σχέσεις, συμμαχίες και ενότητα της αριστεράς. Τι μας εμποδίζει να καλέσουμε σε δημόσιες συζητήσεις κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι μετά από μια μακρόχρονη πορεία με τον ΣΥΡΙΖΑ τώρα είναι σκεπτικοί ή και κριτικοί; Να ανακτηθεί η αυτοπεποίθηση. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να είναι ανοιχτές. Χτίζονται τείχη γιατί υπάρχουν μικροιδιοτέλειες και ατομικές στρατηγικές στην τοπική κοινωνία. Μπορούμε να κάνουμε πράγματα ακόμα. Παράλληλα, με αυτά πρέπει να βρεθεί μια ομάδα να καταγράφει τα οργανωτικά προβλήματα και τις λειτουργίες και σιγά σιγά να προετοιμάζεται για ένα άλλο οργανωτικό του κόμματος, που επιτέλους να αντιστοιχεί στον σημερινό καταμερισμό εργασίας και τις παρούσες συνθήκες και εμπειρία.

Η διαβούλευση για το Σύνταγμα

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει φτάσει στη βουλή. Ήσουν ο πρόεδρος της επιτροπής που οργάνωσε τη διαβούλευση με τους πολίτες. Πώς αποτιμάς αυτή την εμπειρία;


Με εξέπληξε θετικά το πόσο μπορεί να εμπλακούν οι συμπολίτες μας σε διαδικασίες διαβούλευσης και διαλόγου όταν αισθάνονται ότι δεν τους πατρονάρεις, ότι τους ακούς και τους λαμβάνεις υπόψη σου. Ο ογκώδης τόμο της Έκθεσης της Επιτροπής Διαλόγου (περίπου 800 σελίδες) περιλαμβάνει όλες τις απόψεις όσων συμμετείχαν στη δημόσια διαβούλευση, χωρίς εξαιρέσεις. Γι’ αυτό κι ελπίζω ότι αυτό το υλικό θα αξιοποιηθεί και δεν θα χαθεί στις δαιδαλώδεις τυπικές διαδικασίες της αναθεώρησης.

Ρεβανσισμός και ολική επαναφορά

Πώς κρίνεις τη στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας; Φαίνεται ότι ο Κ. Μητσοτάκης εντοπίζει τις αδυναμίες της και προσπαθεί να δείξει ένα άλλο προφίλ, ότι μπορεί και η δεξιά να ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα ή τα λαϊκά στρώματα. Γι’ αυτό συναντήθηκε με τους οροθετικούς ή δήλωσε ότι θα είναι υποψήφιος στο Περιστέρι.


Η ΝΔ ιστορικά είναι συνδεδεμένη με την εκπροσώπηση συγκεκριμένων μάκρο-συμφερόντων και συμφερόντων, που αφορούν τη συγκρότηση και την αναπαραγωγή των κέντρων εξουσίας. Θέλει να υπερασπιστεί αυτά τα συμφέροντα και πάλι από κυβερνητικά πόστα και επιδιώκει την «ολική της επαναφορά» στο regime ante πάση θυσία. Θεωρεί δε ότι αυτό πρέπει να γίνει με τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Όπερ και σημαίνει στρατηγική ήττα της αριστεράς. Το έχει πει με πολλούς τρόπους: «ποτέ πια αριστερά». Χρησιμοποιεί ένα λόγο εμφυλιοπολεμικό και ταυτόχρονα μια ρητορική, η οποία εμμέσως πλην σαφώς φαίνεται να υπονομεύει τον πλουραλιστικό ή ανεκτικό χαρακτήρα, που τουλάχιστον θεωρητικά χαρακτηρίζει τη φιλελεύθερη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Διότι, δεν γίνεται όταν κατηγορείται κάποιος για διαφθορά να λες ότι θα μηνύσεις τους δικαστές, να απειλείς τους βουλευτές που συμμετέχουν στο σχετικό βούλευμα ή και να αμφισβητείς τις συνθέσεις των δικαστικών διαδικασιών. Θεωρώ, λοιπόν, ότι υπάρχει μια στρατηγική η οποία έχει πάρα πολλά κενά, επειδή εστιάζει στο πάση θυσία επιστροφή στη κυβέρνηση.

Παίζει πάρα πολύ με το ζήτημα της ασφάλειας, μεγεθύνοντας υπερβολικά ζητήματα, που ίσως θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπισθεί, αν και δεν είναι ζητήματα που δεν απασχολούν όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Το άλλο στοιχείο είναι το ζήτημα του εθνικισμού, το οποίο συνδέεται και με τα ζητήματα των δικαιωμάτων. Και σε αυτό το πεδίο, αφήνεται χώρος στη ΝΔ, που με τη βοήθεια και συνεργασία των ΜΜΕ επιχειρεί να διεμβολίσει την κυβέρνηση και σε αυτό το προνομιακό για τον ΣΥΡΙΖΑ πεδίο. Αυτό είναι το πλαίσιο, το οποίο με κάνει να φοβάμαι και να λέω ότι αυτό το κόμμα αφ’ ενός έχει ένα ξεκάθαρο νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό, την ίδια στιγμή δεν έχει κρατήσει τα στοιχεία του πολιτικού φιλελευθερισμού, έχει έναν εγγενή ακραίο συντηρητισμό, που παρακολουθεί την ακροδεξιά. Και ταυτόχρονα η ρητορική της αλλά και κυρίως ο έμπρακτος υπαινιγμός που εκπέμπει από χώρους που διαθέτει ισχυρή παρουσία είναι απολύτως ρεβανσιστική. Η κανονικότητα για τη ΝΔ δεν είναι αυτή του χθες, αλλά του προχθές. Θέλει να πετύχει την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και να μην του επιτρέψει να αφήσει το αποτύπωμά του. Νομίζω, όμως, ότι παρά τις όποιες παραλήψεις ή αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ, το αποτύπωμά του είναι πια σαφές στο σώμα του κοινωνικού μας σχηματισμού. Και αυτό θα γίνει ανεξίτηλο αν επανεκλεγεί. Είναι ακριβώς αυτό που θέλει να αποτρέψει, για διαφορετικούς λόγους, το σύνολο της αντιπολίτευσης.

Η ακροδεξιά ανεβαίνει στην Ευρώπη. Μπορεί να φτάσει και στην Ελλάδα αυτή η τόσο ακραία της μορφή; Μην ξεχνάμε το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες το 2015, που ήταν πέρα από τα όρια της αριστεράς.


Είναι εξαιρετική αυτή η εμπειρία και ύψωσε τείχη προστασίας και μιας ζεστής αγκαλιάς, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη οι πρόσφυγες ήταν υπό διωγμό. Δυστυχώς, όμως, αυτά τα φράγματα πέφτουν ένα-ένα και ο λόγος που δεν έχουμε δει ακόμα την ακροδεξιά να αλωνίζει, όπως γίνεται στην Ευρώπη, είναι γιατί ως λαός έχουμε ένα μπούσουλα ηθικών αξιών, που προέρχονται από την κουλτούρα μας, και από την χριστιανική παράδοση. Η εκτός ΝΔ ακροδεξιά φαίνεται, όμως, πάρα πολύ ενισχυμένη. Η απογοήτευση, η κουλτούρα και η αισθητική που εκπέμπουν τα ΜΜΕ φτιάχνουν ένα κλίμα ενός ανορθολογισμού, μιας αισθητικής της δύναμης, της αποτελεσματικότητας και των απλουστευτικών λύσεων, ένα κλίμα εξαιρετικά επικίνδυνο. Το 2019 θα δούμε, πιστεύω, μια μικρή άνοδο της ακροδεξιάς. Η επόμενη ωστόσο στάση, εάν δεν μπορέσουμε την επόμενη μέρα του προγράμματος να δώσουμε μια πραγματικά δημοκρατική, σαφή εναλλακτική προοπτική, θα είναι τρομακτική. Οι πολιτικές που υπόσχεται και απεργάζεται η ΝΔ θα οδηγήσουν αυτά τα στρώματα, που φαίνεται προς το παρόν να στρέφονται προς αυτή, πολύ εύκολα να πάνε στη δημιουργία, τη στήριξη κάποιου σχήματος που θα είναι καθαρά και χωρίς περιστροφές ακροδεξιό. Δεν νομίζω ότι η ΝΔ μπορεί να εντάξει αυτό τον κόσμο σε ένα πλαίσιο νεοφιλελεύθερης λογικής. Δεν θα μπορέσει να τον συγκρατήσει.