Φερνάντο Πεσσόα : το «Βιβλίο της ανησυχίας»

Ζώντας σαν ένας άλλος

fernando pessoa heteronimia

το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας

Ζώντας σαν ένας άλλος | tovima.gr
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ   ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ      «Ο εκπληκτικός Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ  25 Νοεμβρίου 2008

ένα τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου  με τίτλο 

Rua Da Bella Vista – Thanassis Papakonstantinou

ΜΥΘΙΚΟΙ   ΚΟΣΜΟΙ .   Ζώντας σαν ένας άλλος . Ημερολόγιο, χρονικό, μυθιστόρημα και βιογραφία του ψυχικού κόσμου, το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και του Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος το έγραψε χρησιμοποιώντας το όνομα του ετερωνύμου του Μπερνάρντο Σοάρες

Ο ίδιος (μέσω του Αλβάρο ντε Κάμπος) ορίζει τον εαυτό του και δικαιολογεί την ύπαρξη των ετερωνύμων ως εξής:
Να αισθάνομαι τα πάντα μ’ όλους τους τρόπους, να ‘χω όλες τις απόψεις, να ‘μαι ειλικρινής αντιφάσκοντας κάθε λεπτό.

«Ο εκπληκτικός Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ξεπερνά οποιοδήποτε δημιούργημα του Μπόρχες». Τα παραπάνω λέγονται από τον Χάρολντ Μπλουμ στο βιβλίο του Ο Δυτικός Κανόνας. Δύσκολα θα έβρισκε κανείς παρόμοιο έπαινο για έναν συγγραφέα που όσο ζούσε εξέδωσε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα, το Μήνυμα.


Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.


Κατά την προσφιλή θεωρία του Μπλουμ περί προγόνων και απογόνων, ο Πεσσόα, όπως και ο Νερούδα, ανήκει σε αυτούς που διάβασαν βιωματικά, θα λέγαμε, τον γενάρχη της αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν και μας συνδέουν μαζί του. Τα θεωρητικά σχήματα του Μπλουμ παρουσιάζονται βεβαίως πολύ πιο περίπλοκα, όμως αυτή είναι η ουσία της ανάλυσής του, που φυσικά εξυπηρετεί πρωτίστως τις μπλούμειες θεωρίες. Ο Πεσσόα δεν έγραψε μόνο ποιήματα αλλά και εξαίσια πεζογραφήματα, ανάμεσα στα οποία εξέχουσα θέση κατέχει το ογκώδες Βιβλίο της ανησυχίας, που το έγραφε επί 22 χρόνια, από το 1913 ως το 1935, όταν πέθανε από κίρρωση του ήπατος.


Ενας μετα-Ρεμπό 

Το Βιβλίο της ανησυχίας, μικρά αποσπάσματα από το οποίο είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά όσο ζούσε ο συγγραφέας, είχε σκοπό να το εκδώσει με την υπογραφή Μπερνάρντο Σοάρες. Ήταν ένα από τα ετερώνυμα που χρησιμοποιούσε αυτή η μυστηριώδης μορφή της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Πεσσόα πεθαίνοντας άφησε πίσω του ένα μπαούλο με ανέκδοτα χειρόγραφα γραμμένα από τους διάφορους ετερώνυμους που είχε δημιουργήσει: τον Αλβαρο ντε Κάμπος, τον Αλμπέρτο Καρέιρο, τον Ρικάρντο Ρέις – και πάει λέγοντας…


Η ετερωνυμία (καμία σχέση με την ψευδωνυμία), παραπέμποντας στα πολλά πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου, ήταν σαν να έκανε πράξη την πασίγνωστη φράση του Ρεμπό «(το) εγώ είναι ένας άλλος», μολονότι η απάντηση-παραλλαγή του Πεσσόα με τα λόγια του Μπερνάρντο Σοάρες, όπως το επισημαίνει στον εμπεριστατωμένο πρόλογό της και η μεταφράστρια Μαρία Παπαδήμα, διαφοροποιεί τον Πορτογάλο από τον Γάλλο: «Ζω είναι ένας άλλος». Ο Πεσσόα λοιπόν είναι το γοητευτικό φάντασμα ενός μετα-Ρεμπό που δεν εγκαταλείπει ούτε την πόλη ούτε τη χώρα του.

216 2310-Fernando-Pessoa.jpg


By S.A. e Maria José de Lencastre – Fernando Pessoa 


Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.


Το κρόνιο αίσθημα 


Τι είναι όμως το Βιβλίο της ανησυχίας; Ημερολόγιο του ετερώνυμου Μπερνάρντο Σοάρες ή «μυθιστόρημα» του Πεσσόα γι’ αυτόν τον ασήμαντο βοηθό λογιστή που ψάχνει τον κόσμο και τον εαυτό του στη Λισαβόνα των αρχών του 20ού αιώνα; Και πώς να αποφασίσει ο αναγνώστης για το ποια εκδοχή είναι η σωστότερη όταν ο ίδιος ο Πεσσόα χαρακτηρίζει τον Σοάρες όχι ως ετερώνυμο αλλά ως «ημι-ετερώνυμό του;». Ενα είναι βέβαιο, ούτως ή άλλως: ότι κι εδώ έχουμε τον Πεσσόα, τον ποιητή που εν πολλοίς αυτοβιογραφούμενος εκφράζεται σε πρόζα μιλώντας για τα πάντα και σχολιάζοντας τα πάντα: τι λένε άλλοι συγγραφείς, τι βλέπει και πώς το βλέπει, τι είναι το ένα και το άλλο: «Αναζητώ – δεν βρίσκω. Θέλω και δεν μπορώ» γράφει (σελ. 294 του πρώτου τόμου).


Αν αυτό θυμίζει το «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω» του Μπέκετ, αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: η αδυναμία και η μάχη εναντίον της με την επίγνωση ότι εξ ορισμού πρόκειται για χαμένη μάχη αποτελούν μείζον χαρακτηριστικό του μοντερνισμού, και αποκορύφωμά του είναι το έργο εν προόδω, όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα του Πεσσόα, του Τζόις, του Μπέκετ και τόσων άλλων. Ολοι τους έγραφαν σε διάφορες παραλλαγές ένα και μοναδικό έργο. Ολοκληρωμένο, ημιτελές, αποσπασματικό – δεν έχει σημασία. Οπως δεν έχει σημασία και το γεγονός ότι ορισμένοι νεότεροι θεωρητικοί δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν τον Πεσσόα καταχρηστικά – για να μην πει κανείς: πρωθύστερα – ως μεταμοντέρνο, ή μεταμοντερνιστή αν προτιμάτε, πράγμα που θυμίζει το σαρκαστικό σχόλιο του Ουμπέρτο Εκο: ότι με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε και τον Ομηρο να τον χαρακτηρίσουμε μεταμοντέρνο.


Η λέξη «ανησυχία» του τίτλου σηματοδοτεί και το κλίμα που κυριαρχεί από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Δεν είναι το φροϋδικό Angst, δεν είναι η ανησυχία για το ενδεχόμενο, αυτό που επικρέμαται και μας απειλεί ή εκείνο που φοβόμαστε ότι θα συμβεί, αλλά το σύνολο της πραγματικότητας που βαραίνει τις μύχιες σκέψεις και τις εκφάνσεις του βίου. Είναι, ακόμη, η δυσθυμία, η μελαγχολία, δηλαδή το κρόνιο αίσθημα το οποίο συναντά κανείς την ίδια εποχή – και σε άλλο επίπεδο – στα δοκίμια του Μπένγιαμιν, όπως με οξύτητα το περιγράφει στο έξοχο δοκίμιό της Under the Sign of Saturn η Σούζαν Σόντακ, που περιέχει πάμπολλα στοιχεία του μποντλερικού spleen, δηλαδή το βάρος μιας αίσθησης τόσο συντριπτικής ώστε η επίδρασή της στον ψυχισμό να είναι τέτοια που να σου δίνει την εντύπωση ότι οι συνέπειές της δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να αποβούν μοιραίες.


Ο «οίστρος του θανάτου» 


Οι τρεις παρακάτω φράσεις είναι απολύτως μποντλερικές: «Η ιδέα του ταξιδιού μού φέρνει ναυτία. / Εχω δει όλα όσα ποτέ μου δεν είχα δει. / Εχω ήδη δει όλα όσα δεν είδα ακόμα» (σελ. 174 του πρώτου τόμου). Και ξεκινώντας έτσι, ο Πεσσόα αρχίζει στη συνέχεια να μιλάει για το θέμα της πλήξης, επίσης με μποντλερικό τρόπο αλλά ενσωματώνοντας ταυτοχρόνως στοιχεία μιας κατατονικής ομολογίας της αποτυχίας, ομολογίας που εύκολα θα την υιοθετούσαν οι υπαρξιστές, όπως για παράδειγμα όταν γράφει: «Νιώθω για τη ζωή μια αόριστη ναυτία και η κίνησή μου την επιτείνει», ή «Η ζωή για μένα είναι μια υπνηλία που δεν φτάνει στον εγκέφαλο». Εχει κάποιος την εντύπωση ότι αυτά δεν τα λέει ο Μπερνάρντο Σοάρες (Πεσσόα) αλλά ο Ροκαντέν της σαρτρικής Ναυτίας. Ο ίδιος, πολλές σελίδες αργότερα, θα γράψει: «Με πονάει το κεφάλι μου και το Σύμπαν». Κι άλλοτε, μέσα σε μια σκοτεινή έξαρση, θα πει με το πάθος και την απελπισία του δύσθυμου, του επιζώντος, του κατατρεγμένου και του καταραμένου, θα απευθύνει τη σκοτεινή και ταραγμένη του επίκληση στον Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας: «Δέσποτα Βασιλιά της Αποστασιοποίησης και της Παραίτησης, Αυτοκράτορα του Θανάτου και του Ναυαγίου, όνειρο ζωντανό που περιπλανιέται μεγαλοπρεπές, ανάμεσα στα ερείπια και τους δρόμους του κόσμου». Και λίγο πιο κάτω θα τον δει σε ένα αλλόκοσμο τοπίο θανάτου: «Πηγαίνει ο Βασιλιάς να δειπνήσει με τον Θάνατο, στο αρχαίο παλάτι του, στην όχθη της λίμνης, ανάμεσα στα βουνά, μακριά από τη ζωή,ξένος στον κόσμο». Τα παραπάνω είναι από το «κεφάλαιο» – αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει κεφάλαια τα τμήματα αυτού του βιβλίου – Πένθιμο εμβατήριο για τον βασιλιά Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας, όπου βέβαια δεν πρόκειται για κανέναν Λουδοβίκο καμιάς Βαυαρίας, αλλά για την παράφορη και παραληρηματική σχεδόν έξαρση κάποιου που έχει καταληφθεί από τον κατά τον Εμπειρίκο «οίστρο του θανάτου».


Παραβιάζει κανείς ανοιχτές πόρτες λέγοντας ότι ο Πεσσόα ανήκει στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα που τον ανακαλύψαμε μισόν αιώνα σχεδόν μετά τον θάνατό του (υποψιάζεται όμως ότι ως έναν βαθμό αυτό ήταν και δική του επιθυμία). Τίποτε δεν χάνεται τελικά. Το Βιβλίο της ανησυχίας κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Πορτογαλία το 1982. Στο διάστημα των δέκα επόμενων χρόνων εκδόθηκε και στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ηταν καιρός να δει το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, όπου το έργο του Πεσσόα αρχίζει να αποκτά ένα διόλου ευκαταφρόνητο – και φανατικό – κοινό. Και είναι ευτύχημα που μεταφράστηκε σε ωραία ελληνικά από τη Μαρία Παπαδήμα, η οποία συνοδεύει τη δίτομη έκδοση με έναν καλογραμμένο και κατατοπιστικό πρόλογο.


«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή.»
«Αλλά η πόλη μού είναι άγνωστη, οι δρόμοι καινούριοι, και το κακό χωρίς θεραπεία. Περιμένω λοιπόν, σκυμμένος πάνω από τη γέφυρα, να μου περάσει η αλήθεια, και να ξαναβρεθώ μηδαμινός και πλασματικός, ευφυής και φυσιολογικός.»
«Είναι τα πρόσωπα που συνήθως με περιβάλλουν, είναι οι ψυχές που, χωρίς να με γνωρίζουν, με γνωρίζουν καθημερινά με τη συναναστροφή και την ομιλία, που μου βάζουν στο λαρύγγι του πνεύματός μου τον όλο σάλια κόμπο της σωματικής αποστροφής.»
«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης.»
«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητά μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.
 Το τοπίο, τόσο θαυμάσιο ως πίνακας, είναι εν γένει άβολο ως κλίνη.»
«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»
«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν….
Εγώ την ημέρα είμαι μηδαμινός, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ.»
«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ.
Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»
«Αλλά η αντίθεση δεν με συνθλίβει – με απελεθερώνει. Η ειρωνεία που υπάρχει σ΄αυτήν είναι αίμα μου. Αυτό που θα έπρεπε να με ταπεινώνει είναι η σημαία που ξεδιπλώνω.
Και το γέλιο με το οποίο θα έπρεπε να γελάω με τον εαυτό μου είναι μια σάλπιγγα με την οποία χαιρετώ και δημιουργώ την αυγή στην οποία μεταλάσσομαι
«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.»

πηγή: Βιβλία  , 

Φερνάντο_Πεσσόα

Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία

Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης

Eπί Τάπητος: Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία...

Τα “εάν” και τα “εφόσον” μεταφέρουν πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά με έναν ορισμένο τρόπο συνδέονται και με το παρόν. Συζητώντας για την πόλη, οι δυο αυτές λέξεις μπορεί να μας δείξουν πόσο διαφορετική θα ήταν η Καλαμάτα με διαφορετικές αποφάσεις και άλλη διαχείριση σε κρίσιμες περιόδους.

Συνέχεια ανάγνωσης Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία