Φερνάντο Πεσσόα : το «Βιβλίο της ανησυχίας»

Ζώντας σαν ένας άλλος

fernando pessoa heteronimia

το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας

Ζώντας σαν ένας άλλος | tovima.gr
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ   ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ      «Ο εκπληκτικός Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ  25 Νοεμβρίου 2008

ένα τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου  με τίτλο 

Rua Da Bella Vista – Thanassis Papakonstantinou

ΜΥΘΙΚΟΙ   ΚΟΣΜΟΙ .   Ζώντας σαν ένας άλλος . Ημερολόγιο, χρονικό, μυθιστόρημα και βιογραφία του ψυχικού κόσμου, το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και του Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος το έγραψε χρησιμοποιώντας το όνομα του ετερωνύμου του Μπερνάρντο Σοάρες

Ο ίδιος (μέσω του Αλβάρο ντε Κάμπος) ορίζει τον εαυτό του και δικαιολογεί την ύπαρξη των ετερωνύμων ως εξής:
Να αισθάνομαι τα πάντα μ’ όλους τους τρόπους, να ‘χω όλες τις απόψεις, να ‘μαι ειλικρινής αντιφάσκοντας κάθε λεπτό.

«Ο εκπληκτικός Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ξεπερνά οποιοδήποτε δημιούργημα του Μπόρχες». Τα παραπάνω λέγονται από τον Χάρολντ Μπλουμ στο βιβλίο του Ο Δυτικός Κανόνας. Δύσκολα θα έβρισκε κανείς παρόμοιο έπαινο για έναν συγγραφέα που όσο ζούσε εξέδωσε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα, το Μήνυμα.


Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.


Κατά την προσφιλή θεωρία του Μπλουμ περί προγόνων και απογόνων, ο Πεσσόα, όπως και ο Νερούδα, ανήκει σε αυτούς που διάβασαν βιωματικά, θα λέγαμε, τον γενάρχη της αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν και μας συνδέουν μαζί του. Τα θεωρητικά σχήματα του Μπλουμ παρουσιάζονται βεβαίως πολύ πιο περίπλοκα, όμως αυτή είναι η ουσία της ανάλυσής του, που φυσικά εξυπηρετεί πρωτίστως τις μπλούμειες θεωρίες. Ο Πεσσόα δεν έγραψε μόνο ποιήματα αλλά και εξαίσια πεζογραφήματα, ανάμεσα στα οποία εξέχουσα θέση κατέχει το ογκώδες Βιβλίο της ανησυχίας, που το έγραφε επί 22 χρόνια, από το 1913 ως το 1935, όταν πέθανε από κίρρωση του ήπατος.


Ενας μετα-Ρεμπό 

Το Βιβλίο της ανησυχίας, μικρά αποσπάσματα από το οποίο είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά όσο ζούσε ο συγγραφέας, είχε σκοπό να το εκδώσει με την υπογραφή Μπερνάρντο Σοάρες. Ήταν ένα από τα ετερώνυμα που χρησιμοποιούσε αυτή η μυστηριώδης μορφή της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Πεσσόα πεθαίνοντας άφησε πίσω του ένα μπαούλο με ανέκδοτα χειρόγραφα γραμμένα από τους διάφορους ετερώνυμους που είχε δημιουργήσει: τον Αλβαρο ντε Κάμπος, τον Αλμπέρτο Καρέιρο, τον Ρικάρντο Ρέις – και πάει λέγοντας…


Η ετερωνυμία (καμία σχέση με την ψευδωνυμία), παραπέμποντας στα πολλά πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου, ήταν σαν να έκανε πράξη την πασίγνωστη φράση του Ρεμπό «(το) εγώ είναι ένας άλλος», μολονότι η απάντηση-παραλλαγή του Πεσσόα με τα λόγια του Μπερνάρντο Σοάρες, όπως το επισημαίνει στον εμπεριστατωμένο πρόλογό της και η μεταφράστρια Μαρία Παπαδήμα, διαφοροποιεί τον Πορτογάλο από τον Γάλλο: «Ζω είναι ένας άλλος». Ο Πεσσόα λοιπόν είναι το γοητευτικό φάντασμα ενός μετα-Ρεμπό που δεν εγκαταλείπει ούτε την πόλη ούτε τη χώρα του.

216 2310-Fernando-Pessoa.jpg


By S.A. e Maria José de Lencastre – Fernando Pessoa 


Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.


Το κρόνιο αίσθημα 


Τι είναι όμως το Βιβλίο της ανησυχίας; Ημερολόγιο του ετερώνυμου Μπερνάρντο Σοάρες ή «μυθιστόρημα» του Πεσσόα γι’ αυτόν τον ασήμαντο βοηθό λογιστή που ψάχνει τον κόσμο και τον εαυτό του στη Λισαβόνα των αρχών του 20ού αιώνα; Και πώς να αποφασίσει ο αναγνώστης για το ποια εκδοχή είναι η σωστότερη όταν ο ίδιος ο Πεσσόα χαρακτηρίζει τον Σοάρες όχι ως ετερώνυμο αλλά ως «ημι-ετερώνυμό του;». Ενα είναι βέβαιο, ούτως ή άλλως: ότι κι εδώ έχουμε τον Πεσσόα, τον ποιητή που εν πολλοίς αυτοβιογραφούμενος εκφράζεται σε πρόζα μιλώντας για τα πάντα και σχολιάζοντας τα πάντα: τι λένε άλλοι συγγραφείς, τι βλέπει και πώς το βλέπει, τι είναι το ένα και το άλλο: «Αναζητώ – δεν βρίσκω. Θέλω και δεν μπορώ» γράφει (σελ. 294 του πρώτου τόμου).


Αν αυτό θυμίζει το «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω» του Μπέκετ, αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: η αδυναμία και η μάχη εναντίον της με την επίγνωση ότι εξ ορισμού πρόκειται για χαμένη μάχη αποτελούν μείζον χαρακτηριστικό του μοντερνισμού, και αποκορύφωμά του είναι το έργο εν προόδω, όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα του Πεσσόα, του Τζόις, του Μπέκετ και τόσων άλλων. Ολοι τους έγραφαν σε διάφορες παραλλαγές ένα και μοναδικό έργο. Ολοκληρωμένο, ημιτελές, αποσπασματικό – δεν έχει σημασία. Οπως δεν έχει σημασία και το γεγονός ότι ορισμένοι νεότεροι θεωρητικοί δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν τον Πεσσόα καταχρηστικά – για να μην πει κανείς: πρωθύστερα – ως μεταμοντέρνο, ή μεταμοντερνιστή αν προτιμάτε, πράγμα που θυμίζει το σαρκαστικό σχόλιο του Ουμπέρτο Εκο: ότι με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε και τον Ομηρο να τον χαρακτηρίσουμε μεταμοντέρνο.


Η λέξη «ανησυχία» του τίτλου σηματοδοτεί και το κλίμα που κυριαρχεί από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Δεν είναι το φροϋδικό Angst, δεν είναι η ανησυχία για το ενδεχόμενο, αυτό που επικρέμαται και μας απειλεί ή εκείνο που φοβόμαστε ότι θα συμβεί, αλλά το σύνολο της πραγματικότητας που βαραίνει τις μύχιες σκέψεις και τις εκφάνσεις του βίου. Είναι, ακόμη, η δυσθυμία, η μελαγχολία, δηλαδή το κρόνιο αίσθημα το οποίο συναντά κανείς την ίδια εποχή – και σε άλλο επίπεδο – στα δοκίμια του Μπένγιαμιν, όπως με οξύτητα το περιγράφει στο έξοχο δοκίμιό της Under the Sign of Saturn η Σούζαν Σόντακ, που περιέχει πάμπολλα στοιχεία του μποντλερικού spleen, δηλαδή το βάρος μιας αίσθησης τόσο συντριπτικής ώστε η επίδρασή της στον ψυχισμό να είναι τέτοια που να σου δίνει την εντύπωση ότι οι συνέπειές της δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να αποβούν μοιραίες.


Ο «οίστρος του θανάτου» 


Οι τρεις παρακάτω φράσεις είναι απολύτως μποντλερικές: «Η ιδέα του ταξιδιού μού φέρνει ναυτία. / Εχω δει όλα όσα ποτέ μου δεν είχα δει. / Εχω ήδη δει όλα όσα δεν είδα ακόμα» (σελ. 174 του πρώτου τόμου). Και ξεκινώντας έτσι, ο Πεσσόα αρχίζει στη συνέχεια να μιλάει για το θέμα της πλήξης, επίσης με μποντλερικό τρόπο αλλά ενσωματώνοντας ταυτοχρόνως στοιχεία μιας κατατονικής ομολογίας της αποτυχίας, ομολογίας που εύκολα θα την υιοθετούσαν οι υπαρξιστές, όπως για παράδειγμα όταν γράφει: «Νιώθω για τη ζωή μια αόριστη ναυτία και η κίνησή μου την επιτείνει», ή «Η ζωή για μένα είναι μια υπνηλία που δεν φτάνει στον εγκέφαλο». Εχει κάποιος την εντύπωση ότι αυτά δεν τα λέει ο Μπερνάρντο Σοάρες (Πεσσόα) αλλά ο Ροκαντέν της σαρτρικής Ναυτίας. Ο ίδιος, πολλές σελίδες αργότερα, θα γράψει: «Με πονάει το κεφάλι μου και το Σύμπαν». Κι άλλοτε, μέσα σε μια σκοτεινή έξαρση, θα πει με το πάθος και την απελπισία του δύσθυμου, του επιζώντος, του κατατρεγμένου και του καταραμένου, θα απευθύνει τη σκοτεινή και ταραγμένη του επίκληση στον Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας: «Δέσποτα Βασιλιά της Αποστασιοποίησης και της Παραίτησης, Αυτοκράτορα του Θανάτου και του Ναυαγίου, όνειρο ζωντανό που περιπλανιέται μεγαλοπρεπές, ανάμεσα στα ερείπια και τους δρόμους του κόσμου». Και λίγο πιο κάτω θα τον δει σε ένα αλλόκοσμο τοπίο θανάτου: «Πηγαίνει ο Βασιλιάς να δειπνήσει με τον Θάνατο, στο αρχαίο παλάτι του, στην όχθη της λίμνης, ανάμεσα στα βουνά, μακριά από τη ζωή,ξένος στον κόσμο». Τα παραπάνω είναι από το «κεφάλαιο» – αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει κεφάλαια τα τμήματα αυτού του βιβλίου – Πένθιμο εμβατήριο για τον βασιλιά Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας, όπου βέβαια δεν πρόκειται για κανέναν Λουδοβίκο καμιάς Βαυαρίας, αλλά για την παράφορη και παραληρηματική σχεδόν έξαρση κάποιου που έχει καταληφθεί από τον κατά τον Εμπειρίκο «οίστρο του θανάτου».


Παραβιάζει κανείς ανοιχτές πόρτες λέγοντας ότι ο Πεσσόα ανήκει στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα που τον ανακαλύψαμε μισόν αιώνα σχεδόν μετά τον θάνατό του (υποψιάζεται όμως ότι ως έναν βαθμό αυτό ήταν και δική του επιθυμία). Τίποτε δεν χάνεται τελικά. Το Βιβλίο της ανησυχίας κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Πορτογαλία το 1982. Στο διάστημα των δέκα επόμενων χρόνων εκδόθηκε και στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ηταν καιρός να δει το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, όπου το έργο του Πεσσόα αρχίζει να αποκτά ένα διόλου ευκαταφρόνητο – και φανατικό – κοινό. Και είναι ευτύχημα που μεταφράστηκε σε ωραία ελληνικά από τη Μαρία Παπαδήμα, η οποία συνοδεύει τη δίτομη έκδοση με έναν καλογραμμένο και κατατοπιστικό πρόλογο.


«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή.»
«Αλλά η πόλη μού είναι άγνωστη, οι δρόμοι καινούριοι, και το κακό χωρίς θεραπεία. Περιμένω λοιπόν, σκυμμένος πάνω από τη γέφυρα, να μου περάσει η αλήθεια, και να ξαναβρεθώ μηδαμινός και πλασματικός, ευφυής και φυσιολογικός.»
«Είναι τα πρόσωπα που συνήθως με περιβάλλουν, είναι οι ψυχές που, χωρίς να με γνωρίζουν, με γνωρίζουν καθημερινά με τη συναναστροφή και την ομιλία, που μου βάζουν στο λαρύγγι του πνεύματός μου τον όλο σάλια κόμπο της σωματικής αποστροφής.»
«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης.»
«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητά μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.
 Το τοπίο, τόσο θαυμάσιο ως πίνακας, είναι εν γένει άβολο ως κλίνη.»
«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»
«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν….
Εγώ την ημέρα είμαι μηδαμινός, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ.»
«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ.
Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»
«Αλλά η αντίθεση δεν με συνθλίβει – με απελεθερώνει. Η ειρωνεία που υπάρχει σ΄αυτήν είναι αίμα μου. Αυτό που θα έπρεπε να με ταπεινώνει είναι η σημαία που ξεδιπλώνω.
Και το γέλιο με το οποίο θα έπρεπε να γελάω με τον εαυτό μου είναι μια σάλπιγγα με την οποία χαιρετώ και δημιουργώ την αυγή στην οποία μεταλάσσομαι
«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.»

πηγή: Βιβλία  , 

Φερνάντο_Πεσσόα

κοινοποίησε το:

Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία

Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης

Eπί Τάπητος: Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία...

Τα “εάν” και τα “εφόσον” μεταφέρουν πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά με έναν ορισμένο τρόπο συνδέονται και με το παρόν. Συζητώντας για την πόλη, οι δυο αυτές λέξεις μπορεί να μας δείξουν πόσο διαφορετική θα ήταν η Καλαμάτα με διαφορετικές αποφάσεις και άλλη διαχείριση σε κρίσιμες περιόδους.

Μια πόλη αναπτύσσεται γύρω από τον δημόσιο χώρο που διασφαλίζεται με βάση έναν ορισμένο σχεδιασμό, εφόσον υλοποιείται αυτός ο σχεδιασμός. Η προϋπόθεση έχει να κάνει με τις οικονομικές δυνατότητες, τις αντιδράσεις, τις σχέσεις ιδιοκτητών και τοπικής εξουσίας, το νομοθετικό πλαίσιο και άλλες παραμέτρους κατά περίπτωση. Από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα, στην πόλη είχε αρχίσει η συζήτηση για ένα σχέδιο που θα ενοποιούσε την παλιά πόλη με την Παραλία. Την εκπόνηση ανέλαβε ο νομομηχανικός Μοσχίδης και το 1903 έχουμε τις πρώτες πληροφορίες για το σχεδιασμό. Σύμφωνα με αυτές η “νέα πόλη”, δηλαδή το τμήμα από το ύψος της σημερινής κεντρικής πλατείας μέχρι και την Παραλία, θα διέθετε 10 πλατείες με διαφορετική έκταση η κάθε μια που κυμαίνονταν από 10 έως και 80 στρέμματα. Ο Μοσχίδης μάλιστα, γνωρίζοντας τις αντιδράσεις που θα προκληθούν, δήλωνε ότι οι ιδιοκτήτες των οποίων τα χωράφια (για τέτοιες εκτάσεις συζητούμε) καταλαμβάνονταν για να δημιουργηθούν πλατείες, θα είχαν το υπόλοιπο της ιδιοκτησίας τους σε σχέση με την πλατεία σε τέτοια θέση, ώστε από τη μελλοντική αξιοποίηση να αποζημιώνονται για τη “θυσία”.

Τελικά το σχέδιο με τροποποιήσεις εγκρίθηκε το 1905, αλλά με αλλεπάλληλες παρεμβάσεις στη συνέχεια δεν έμεινε παρά μόνον η κεντρική πλατεία. Η οποία μάλιστα κινδύνευσε να μην γίνει, καθώς υπήρχε πολύχρονη δικαστική διαμάχη με ιδιοκτήτες – οι οποίοι σε μια φάση, το 1924, όταν κέρδισαν το δικαστήριο για την ιδιοκτησία, περιέφραξαν με… φραγκοσυκιές την έκταση που κατείχαν μέσα στη σημερινή πλατεία. Και μόνο μετά από 6 χρόνια και μετά από συνεχείς διαμάχες (και εντός του δημοτικού συμβουλίου) έγινε η απαλλοτρίωση και σχηματίσθηκε ο χώρος που καταλαμβάνει η σημερινή πλατεία.

Δεν είναι “μυστικό” το γεγονός ότι οι πόλεις αναπτύσσονται δίπλα από μεγάλους δρόμους, είτε ως οικιστικά σύνολα είτε ως περιοχές μέσα στο σχέδιο πόλης. Και η λογική του σχεδίου πόλης δεν ήταν μόνον η “κίνηση” της πόλης προς την Παραλία, αλλά και η αναβάθμιση αυτής που υπήρχε. Ετσι υπήρχαν προβλέψεις για κατεδαφίσεις κτηρίων και παραπηγμάτων ώστε να δημιουργηθούν δρόμοι και πλατεία γύρω από τους Αγίους Αποστόλους και να ενοποιηθούν η Πάνω (Παπλωματάδικα) με την Κάτω (23ης Μαρτίου) πλατεία. Αλλά και για να διανοιγούν δρόμοι που θα ένωναν διάφορες περιοχές.

Η παλιά πόλη όμως είχε ανάγκη από “ζωτικό χώρο” δίπλα από αυτή. Μια περιοχή στην οποία θα συγκεντρώνονταν διάφορες δραστηριότητες και θα υπήρχε περιθώριο οικιστικής επέκτασης. Το σχέδιο είχε πρόβλεψη για διάνοιξη της Σταδίου (Κρεσφόντου τότε) μέχρι την Πλατεία Ασκήσεων (παλιό στρατόπεδο). Ουσιαστικά διατηρούσε μια ισορροπία στην ανάπτυξη της πόλης με την ένταξη στο σχέδιο μιας μεγάλης περιοχής στα ανατολικά της και σε επαφή με την παλιά πόλη. Στην αρχή ιδιοκτήτες κτημάτων μόνοι τους το 1911 παρουσιάστηκαν στο δήμαρχο Π. Μπενάκη και του ζήτησαν να προχωρήσει στη διάνοιξη, προσφέροντας χωρίς αποζημίωση την εδαφική ζώνη ιδιοκτησίας τους. Αλλά διάνοιξη δεν έγινε, παρά μόνο μετά από συνεχείς πιέσεις – και ημιτελώς. Ετσι το 1929 στον απολογισμό του Δημάρχου Β. Κροντήρη πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των άλλων διανοίχθηκε «η οδός Κρεσφόντου διά της ρυμοτομίας των οικιών από γραφείον “Θάρρους” μέχρις οδού Φαρών και εκείθεν τμήμα προς οδό Ακρίτα (Παλαιολόγου σήμερα)».

Παρ’ όλα αυτά η ενοποίηση με την 23ης Μαρτίου δεν έγινε παρά μόνο τη δεκαετία του 1990, επί δημαρχίας Παν. Κουμάντου. Οταν πλέον η πόλη είχε… φθάσει Παραλία. Τη σημασία της δίνει μια επιστολή το 1938: «Επί της λεωφόρου ταύτης ασφαλώς θα εγίνοντο τα Δικαστήρια, το Δημαρχείον, τα σχολεία, το Στάδιον, το κέντρο παιδικής χαράς και η Καλαμάτα θα είχεν να επιδείξει μίαν των ωραιοτέρων λεωφόρων επαρχιακής πόλεως και δεν θα περιορίζετο εις το μονοπώλιον της οδού Αριστομένους».

Μαρτυρίες δεν έχουμε, αλλά και από τα συμφραζόμενα του επιστολογράφου και άλλα δημοσιεύματα γίνεται φανερό ότι η Σταδίου έπεσε θύμα αντίθετων συμφερόντων ιδιοκτητών οικοπέδων και χωραφιών στην πόλη. Δεν ήταν φυσικά και η μοναδική περίπτωση στην οποία εκδηλώθηκαν αντίθετα συμφέροντα για σοβαρά ζητήματα. Το 1933 για παράδειγμα, η πόλη χωρίστηκε στα δύο με αφορμή τον τόπο που θα κατασκευάζονταν τα δικαστήρια. Με συλλαλητήρια και επιτροπές “επωνύμων”, και με ομολογούμενο επιχείρημα τα συμφέροντα ιδιοκτητών και εμπόρων. Τότε είχε παρθεί απόφαση να κατασκευαστούν δικαστήρια στην περιοχή κοντά στο μηχανοστάσιο του τρένου (εκεί που έγιναν μετά από… 55 και βάλε χρόνια) αλλά ξεσηκώθηκαν στην παλιά πόλη ζητώντας να γίνουν στη Φραγκόλιμνα ή κοντά στην Υπαπαντή, γιατί διαφορετικά θα καταστραφεί η αγορά της πόλης. Νωρίτερα, το 1928, είχαν ξεσηκωθεί κάτοικοι και ιδιοκτήτες της περιοχής στο Νησάκι, καθώς το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία να ορίσει την περιοχή ως “βιομηχανικό τομέα”. Ηδη είχαν κατασκευαστεί στην ευρύτερη περιοχή μια σειρά από επιχειρήσεις, όπως η εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων, οι μύλοι, η σαπωνοποιΐα-ελαιουργία Στρούμπου-Λιναρδάκη, και η γειτονία με το λιμάνι και τον σιδηροδρομικό σταθμό αποτελούσε πλεονέκτημα για εμπόρους και βιομηχάνους. Η πόλη και ο πολιτικός κόσμος χωρίστηκαν στα δύο, και οι ιδιοκτήτες στο Νησάκι τώρα πρόσφεραν οικόπεδα για τους… πρόσφυγες που δεν ήθελαν πριν από ένα χρόνο. Το ίδιο είχε συμβεί αυτή την περίοδο και με την υπόθεση του οικοπέδου της Εμπορικής Σχολής, που… πηγαινοερχόταν στις διάφορες περιοχές μέχρι να καταλήξει στη θέση που οι παλαιότεροι θυμούνται γήπεδο και οι νεότεροι γνωρίζουν ως 24ο Δημοτικό Σχολείο. Τελικά έμειναν οι αντιθέσεις: Ούτε Δικαστήρια έγιναν, ούτε βιομηχανική περιοχή, ούτε κτήριο της Εμπορικής Σχολής.

Αλλά οι μεγάλες αντιθέσεις με αφορμή το δημόσιο χώρο δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1930 ανάμεσα στην Παραλία και τη διοίκηση της πόλης. Κατηγορώντας τη δημοτική αρχή για εγκατάλειψη της περιοχής, οι Παραλιώτες ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας να γίνουν χωριστή κοινότητα για να διαχειρίζονται τις υποθέσεις που τους αφορούσαν. Ολα σχεδόν τα ζητήματα που έθεταν είχαν ως επίκεντρο τον δημόσιο χώρο και μεταξύ των άλλων το θέμα της πλατείας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε πλατεία στο χώρο όπου κατασκευάστηκε το Τελωνείο, και έτσι η περιοχή έμεινε χωρίς “κέντρο” – κάτι το οποίο της στερούσε τη δυνατότητα ανάπτυξης αγοράς και τη μετέτρεπε σε επίνειο, εξαρτώμενο από την πόλη. Ο Γιώργος Κορφιωτάκης, εκ των πρωταγωνιστών σε όλες τις κινήσεις σχετικά με την Παραλία, έγραφε τότε: «Οι άρχοντες αναγνώρισαν την ανάγκην και εψήφισαν κατά το έτος 1917 τον σχηματισμόν πλατείας εις το τέρμα της οδού Φαρών, με εκατέρωθεν των πλευρών αυτής δύο τετράγωνα τα οποία ενούμενα με την έμπροσθέν των προκυμαίαν συμποσούνται εις τετράγωνον εκ 11.140 τετραγωνικών μέτρων, εντός του οποίου δύναται να σχηματισθή εξαίρετον ωραίον πάρκον, το οποίον ως κείμενον εις το μέτωπον του λιμένος και τη πόλεως Παραλίας θα γίνει στολισμός ου μόνον της Παραλίας, αλλά και της Καλαμάτας, αφ’ ου δεχθώμεν ότι αι Καλάμαι άνευ της Παραλίας είναι απλούν χωρίον αντλούσα παρ’ αυτής την μείζονα αξίαν της».

Ο Κορφιωτάκης από το 1917 έθετε το ζήτημα της πλατείας αλλά και της διαμόρφωσης πεζοδρομίων στη Ναυαρίνου και τους άλλους δρόμους της Παραλίας, όπως προέβλεπε το σχέδιο: «Είχεν εκδοθεί παρά του τότε Νομάρχου κ. Κονδάκη εις τας 4 Ιουνίου 1902 εγκύκλιος διακανονίζουσα το πλάτος των πεζοδρομίων της Παραλίας της προκυμαιακής λεωφόρου, νυν Ναυαρίνου εις 10 μέτρα, ως και των καθέτων επί ταύτης οδών μέχρι 10 μέτρων, των μεν εξ 20 μέτρων (ως η Φαρών) εις 5 μέτρα, των δε εκ 12 μέτρων (ως η Κανάρη) εις 2,5 μέτρα. Και των εκ 10 μέτρων εις 2 μέτρα». Ούτε πλατεία έγινε, ούτε τα πεζοδρόμια και οι δρόμοι διαμορφώθηκαν με βάση τα όσα είχαν θεσμοθετηθεί. Και πολλά από τα σημερινά προβλήματα της Παραλίας ξεκινούν από αυτά.

Μια σύντομη αναδρομή σε διάφορα σημεία και διάφορες εποχές για την πόλη δεν έχει μόνον ιστορικό ενδιαφέρον: Αποτυπώνει τη σημασία που έχει ο σχεδιασμός για την ανάπτυξη, η ιεράρχηση των στόχων μέσα από αυτόν, καθώς και η ανάγκη η εκάστοτε δημοτική αρχή να ενεργεί σε σχέση με τον δημόσιο χώρο με βάση των συμφέρον της πόλης, κόντρα, πάνω και πέρα από επιδιώξεις “ομάδων πίεσης” κατά την… επιεική έκφραση.

[Οι πληροφορίες προέρχονται από δημοσιεύματα στις εφημερίδες «Θάρρος” και “Σημαία”]

Πηγή: Eπί Τάπητος: Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία… – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Online

κοινοποίησε το: