Μ. Μανουσάκης: Απαιτείται ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του δημόσιου τομέα

Η μεγάλη πλειονότητα που στήριξε τις κινητοποιήσεις ενάντια στην ισοπέδωση του Δημοσίου απαιτεί πλέον πρακτικές πολιτικές απαντήσεις στο πώς μπορεί να γίνει αλλιώς. Πώς δηλαδή θα αλλάξει άρδην η σχέση του κράτους με τον πολίτη, πώς το κράτος θα γίνει πιο αποτελεσματικό από τον ιδιωτικό τομέα απέναντι στους πολίτες«

Του Μάνου Μανουσάκη*

Έφτασε η 20ή Αυγούστου, η ιστορική ημερομηνία που σηματοδοτεί την έξοδο της Ελλάδας από το στενό πλαίσιο της μνημονιακής επιτροπείας και ταυτόχρονα την είσοδό της σε μια μεταβατική φάση σχετικής πολιτικής ελευθερίας κινήσεων.

Η χώρα, εκμεταλλευόμενη τους βαθμούς ελευθερίας που αποκτά, οφείλει να αποδείξει στους δανειστές της και στις χρηματαγορές ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου η ανεξαρτησία της. Τα “μέτωπα” στα οποία θα κριθεί εν πολλοίς αυτό το διακύβευμα είναι δύο: η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών και η μετεξέλιξη της δημόσιας διοίκησης.

Το πρώτο μέτωπο έχει γίνει πλήρως αντιληπτό ως πεδίο δοκιμασίας από όλες τις πλευρές. Η αναδιανομή πόρων υπέρ όσων επλήγησαν κατά την εννιαετή περίοδο της σκληρής λιτότητας (2010-2018), η οποία συνιστά την πραγματική «έξοδο από τα Μνημόνια», είναι απολύτως αναγκαία. Εξίσου σημαντικό όμως είναι να διεξαχθεί ο δημόσιος διάλογος για το πώς θα υλοποιηθεί αυτή η αναδιανομή στο πλαίσιο του σεβασμού των δημοσιονομικών επιτευγμάτων της περιόδου 2016-2018. Έχει γίνει δηλαδή απολύτως σαφές ότι, για να μην διολισθήσουμε εκ νέου ως χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας, πρέπει να μην επαναληφθούν λάθη δημοσιονομικής πολιτικής παρόμοια με εκείνα που μας οδήγησαν στο θλιβερό 2010.

Στο δεύτερο όμως μέτωπο, αυτό της δημόσιας διοίκησης, με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, η κατάσταση είναι περισσότερο πολύπλοκη. Η σημερινή κυβέρνηση έχει αναλάβει βέβαια αρκετές πρωτοβουλίες προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως, λόγω της συσσώρευσης παθογενειών πολλών δεκαετιών, αυτές δεν κατόρθωσαν να αλλάξουν την αντίληψη της κοινής γνώμης, που είναι ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και οι δημόσιες επιχειρήσεις παραμένουν λίγο έως πολύ όπως ήταν και πριν από το 2015, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Η κυριότερη αιτία γι’ αυτό είναι ότι η κυβέρνηση αναλώθηκε αναγκαστικά στις πολύπλοκες και εξαιρετικά επίπονες διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της χώρας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από τον Ιανουάριο του 2015 έως σήμερα. Η συνεχής -και πολυεπίπεδη- διαπραγμάτευση είχε αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα να διοχετεύσει τις δυνάμεις και το πολιτικό κεφάλαιο που διέθετε σε απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και τομές στη δημόσια διοίκηση, η μη εφαρμογή των οποίων έχει δημιουργήσει σε πολλές περιπτώσεις άκρως προβληματικές καταστάσεις, όπως όλοι αντιλαμβάνονται πλέον.

Η σημερινή αντιπολίτευση, το παλιό πολιτικό σύστημα, την περίοδο 2010-2014 επέλεξε να προωθήσει μέτρα ισοπέδωσης του Δημοσίου προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα από τους δανειστές δημοσιονομικά αποτελέσματα. Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία όμως αντιστάθηκε στην ελαχιστοποίηση κάθε τι δημόσιου (και άρα «κοινής ιδιοκτησίας των πολιτών») και τις απολύσεις μεγάλου αριθμού δημόσιων υπαλλήλων με το πρόσχημα της αξιολόγησης.

Ακόμη και σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση δεν διαθέτει όραμα μετεξέλιξης του δημόσιου τομέα και επιμένει εμμονικά στο θεώρημα της ανάληψης των λειτουργιών του Δημοσίου από την «αγορά», παρά τις αποτυχίες που έχουν καταγραφεί διεθνώς από αυτήν την πρακτική.

Σήμερα η μεγάλη πλειονότητα που στήριξε τις κινητοποιήσεις ενάντια στην ισοπέδωση του Δημοσίου απαιτεί πλέον πρακτικές πολιτικές απαντήσεις στο πώς μπορεί να γίνει αλλιώς. Πώς δηλαδή θα αλλάξει άρδην η σχέση του κράτους με τον πολίτη, η οποία παραμένει σχέση γραφειοκρατικής εξουσίας στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.

Πώς η δημόσια διοίκηση θα μετατραπεί από το εσωστρεφές σύστημα που είναι σήμερα σε εξωστρεφή θεσμό με την εξυπηρέτηση των αναγκών του πολίτη ως υπαρξιακό του στοιχείο. Πώς το κράτος θα γίνει πιο αποτελεσματικό από τον ιδιωτικό τομέα απέναντι στους πολίτες (όπως οφείλει άλλωστε…).

Η απάντηση σε αυτό το ολοένα και πιο πιεστικό πολιτικό ερώτημα, το οποίο σήμερα προσλαμβάνει ιστορικές διαστάσεις, πρέπει να δοθεί στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής και όχι στο επίπεδο απλώς της καταγγελίας του ισοπεδωτικού νεοφιλελευθερισμού.

Η απάντηση πρέπει να μετουσιωθεί σε εφαρμογή ικανού αριθμού μεταρρυθμίσεων και νομοθετικών πρωτοβουλιών στη δημόσια διοίκηση και τους δημόσιους οργανισμούς προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της αποτελεσματικότηταςτης προώθησης της αξιοπιστίας και πάνω απ όλα προς την κατεύθυνση της αλλαγής κουλτούρας σχετικά με τον ίδιο τον ρόλο του Δημοσίου.

Χωρίς την υλοποίηση των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, η χώρα θα υποβιβαστεί σε επίπεδο τεχνολογικών και διοικητικών υποδομών του κράτους σε βαθμό που όχι μόνο δεν θα προσελκύει επενδύσεις, αλλά θα οδηγηθεί σε περαιτέρω αποεπένδυση, πράγμα που θα δημιουργήσει κίνδυνο επαναφοράς της μνημονιακής επιτροπείας. Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις που θα δίνουν ξεκάθαρο σήμα στους πολίτες ότι ο μετασχηματισμός του Δημοσίου στοχεύει στην καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των αναγκών τους, τότε η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου στρατοπέδου στο θέμα αυτό θα συνεχιστεί.

Είναι προφανές ότι, για να γίνει ριζοσπαστικός μετασχηματισμός προς αυτήν την κατεύθυνση, χρειάζονται συγκρούσεις με το εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες κατεστημένο της ανώτερης ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης και των δημόσιων οργανισμών γενικότερα. Απαιτείται η “κατεδάφιση” διοικητικών δομών που ευνοούν την αυθαιρεσία και τη διαφθορά, η κατάργηση υπηρεσιών που δεν λειτουργούν προς όφελος των πολιτών και η σύσταση νέων από μηδενική βάση.

Πέρα όμως από το -απολύτως απαραίτητο- γκρέμισμα χρειάζεται και συγκεκριμένη θετική στρατηγική για τη λειτουργία του κράτους. Για να επιτευχθούν σε σύντομο χρόνο, όπως πρέπει, όσα δεν έγιναν εδώ και δεκαετίες, απαιτείται πάνω απ’ όλα ισχυρή πολιτική βούληση και προσήλωση σε συγκεκριμένους ποιοτικούς, αλλά και μετρήσιμους στόχους.

Σίγουρα στο σημείο αυτό αρκετές αναγνώστριες και αναγνώστες θα σκεφτούν το πολιτικό κόστος και τις επερχόμενες εκλογές τον Μάιο και το φθινόπωρο του 2019. Η πραγματικότητα όμως σχετικά με το πολιτικό κόστος είναι αντίθετη από αυτή που συνήθως παρουσιάζεται.

Πολιτικό κόστος στην περίπτωση αυτή θα έχει η αδράνεια και όχι οι τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες. Οι διοικητικές ελίτ που λειτούργησαν το πελατειακό και εσωστρεφές κράτος με τρόπο κερδοφόρο για το παλαιό σύστημα εξουσίας και τις ίδιες έχουν πλέον απονομιμοποιηθεί στη συνείδηση της πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Ειδικά για τους νεότερους υπαλλήλους η απονομιμοποίηση αυτή είναι καθολική.

Στον ευρύτερο χώρο της δημόσιας διοίκησης και των επιχειρήσεων υπό δημόσιο έλεγχο υπάρχει μια σημαντική μερίδα υπαλλήλων που έχει κατανοήσει πού βρισκόμαστε, ποιοι είναι οι κίνδυνοι που απειλούν το κάθε τι δημόσιο και είναι έτοιμες και έτοιμοι να στηρίξουν τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των υπηρεσιών και των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται.

Για να δημιουργηθεί το κατάλληλο υπόβαθρο προκειμένου αυτή η σημαντική μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων να πειστεί να υλοποιήσει τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό, απαιτείται πολιτική βούληση και τόλμη. Αν αυτή υπάρξει, τότε το ρεύμα μέσα στον δημόσιο τομέα θα είναι πολύ ισχυρό και τα αποτελέσματα ορατά πολύ σύντομα. Η ιστορική ευθύνη είναι πολύ μεγάλη. Hic Rhodus, hic salta.

Ο Μάνος Μανουσάκης είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ)

κοινοποίησε το: