Το (δια)ραπτικό σύμπαν του Μάνου Ελευθερίου

Δεν συνειδητοποιούμε πόσα τραγούδια που έχουν στοιχειώσει πάνω στα χείλια μας είναι δικά του. Η Μαρκίζα. Η Δίκοπη ζωή. Τα Λόγια και τα Χρόνια. Το Τραίνο Φεύγει στις Οκτώ. Του Κάτω Κόσμου τα Πουλιά. Η Ατέλειωτη Εκδρομή. Και τόσα, μα τόσα άλλα. Ο Άκης Γαβριηλίδης στην ανάρτηση του  ανακάλυψε μια “κλωστή” που διαπερνά “Το (δια)ραπτικό σύμπαν του Μάνου Ελευθερίου ”  Πηγή : https://nomadicuniversality.com/
Ο Άκης Γαβριηλίδης γεννήθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Α.Π.Θ. και υποστήριξε διδακτορική διατριβή φιλοσοφίας του δικαίου στην ίδια σχολή. Από το 1995 ζει στις Βρυξέλλες όπου απασχολείται επαγγελματικά ως μεταφραστής και ερασιτεχνικά ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε πολιτικά ή/ και θεωρητικά έντυπα διαφόρων χωρών, καθώς και στο Διαδίκτυο.

Πηγή: Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες: το (δια)ραπτικό σύμπαν τού Μάνου Ελευθερίου | Nomadic universality

του Άκη Γαβριηλίδη

Στις 22 Ιουλίου του 2018, παραμονές της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι και στη Ραφήνα, ο ποιητής και στιχουργός Μάνος Ελευθερίου περνούσε τη στερνή την πύλη με του καιρού δεμένος τις κλωστές. Μπορεί όμως και λυμένος, απαλλαγμένος οριστικά απ’ αυτές.

Αποτελεί χαρακτηριστική ειρωνεία –όχι τραγική· η τραγικότητα είναι ένα τόσο βαρύγδουπο και απόλυτο μέγεθος που δεν χωράει στο λιτό σύμπαν του Ελευθερίου όπου έχει κυρίως την τιμητική της η αδεξιότητα, η αμηχανία, η ασυνεννοησία-, το ότι η σορός του, τη μέρα που η μισή Αττική καιγόταν, χρειάστηκε να ταξιδέψει στη Βουλγαρία ώστε να αποτεφρωθεί και να ξαναγυρίσει.

Αν ακολουθούσαμε το σύνηθες «προφητικό» αφήγημα που πλαισιώνει στην Ελλάδα τους ποιητές, θα μπορούσαμε να δούμε αυτή την εξέλιξη ως μια επιβεβαίωση του δικού του στίχου:

Αυτός ο τόπος, αυτό το χώμα

και πεθαμένους δεν μας θέλει ακόμα.

Πράγμα που θα ταίριαζε άλλωστε και με το γνωστό κλισέ περί της «Ελλάδας που τρώει τα παιδιά της».

Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν άστοχο. Γιατί ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ίσως ο μόνος από τη γενιά του, τη γενιά ας πούμε του «έντεχνου λαϊκού τραγουδιού», που στη θεματολογία των στίχων του υπήρχε ριζοσπαστικός πατριωτισμός, ηρωισμός, μαρτυρολογία, Μακρυγιάννης και δεκαετία του 30, αλλά όχι νεκροφιλία.

Και δεν υπήρχε νεκροφιλία διότι η ποιητική τού Ελευθερίου μιλάει μεν για το τραύμα, μιλάει για ζωές που καταστράφηκαν, για τη διάρρηξη του νοήματος, αλλά δεν μένει σ’ αυτό: μιλάει επίσης για τις προσπάθειες των ανθρώπων να ανασυνδέσουν, να ξαναφτιάξουν, να ξανασυρράψουν το νόημα –ή πάντως κάποιο νόημα, όχι απαραίτητα το ίδιο.

Καθώς λιώνει η κλωστή

Και τα δύο αυτά ο Ελευθερίου τα κάνει κατεξοχήν μέσα από ένα κεντρικό σημαίνον, που υπήρξε άλλωστε από παλιά πολύ κεντρικό σε όλους τους εδραίους πολιτισμούς, και σε αρκετούς νομαδικούς: την κλωστή. Και γενικώς τα ύφανσης σημαντικά.

Το πλέξιμο ως γνωστόν είναι η ίδια λέξη με την πλοκή, με την ανέμη που γυρίζει και φτιάχνει νήματα και νοήματα.

Η κλωστή, ακόμα ειδικότερα, είναι αυτό που δένει. Εξ ορισμού, αυτό που δένει μπορεί να είναι δεσμοί, αλλά μπορεί να είναι και δεσμά. Σε πανηγύρι και γιορτή απ’ την Αγια-Μαρκέλλα, μπορεί κανείς να αγοράσει χρυσή κλωστή και κόκκινη κορδέλα: εδώ η χρυσή κλωστή είναι η ανάμνηση της γιορτής που τέλειωσε, του παραδείσου που δεν υπάρχει πια, η εικόνα αυτού που μας έμεινε για να μας θυμίζει τις χαμένες πατρίδες. Αλλά από τον γενικό χαμό, συχνά επιζούν όχι μόνο συμβολικές, αλλά και υπαρκτές, πραγματικές κλωστές: υφάσματα. Οι κλωστές αυτές επίσης φθείρονται όσο και οι άλλες. Λιώνουν, σύμφωνα με μία τελείως απροσδόκητη και ασυνήθιστη εικόνα –όχι τη μόνη- που χρησιμοποιεί ο Ελευθερίου σε ένα άλλο στιχούργημα, κάποιο που μάλλον προοριζόταν κι αυτό για τον «Άγιο Φεβρουάριο» αλλά δεν χώρεσε.

Κι ήρθε στη πόλη το θεριό

που είναι και δέντρο και καμπαναριό

κι είναι κλωστή λιωμένη.

Από τότε που πρωτοάκουσα αυτό το τραγούδι, επί πολλά χρόνια ένιωθα έναν απόηχο της αρχικής έκπληξης για αυτή τη μετοχή που συνοδεύει εδώ την κλωστή· το πιο «φυσικό» που μου ερχόταν, και που προσδοκούσα, ήταν να λέει «κλωστή δεμένη». Διότι η κλωστή –αν και όχι η χρυσή, αλλά πάντως η κόκκινη, όπως η κορδέλα- είναι αυτή που τυλίγεται στην ανέμη ώστε να εκτυλιχθεί η αφήγηση των παραμυθιών, των ιστοριών που δομούν την υποκειμενικότητα των ακροατών στο γνωστό παιδικό τραγουδάκι. Αλλά εδώ τα παιδιά είναι χαμένα, και αυτός/ αυτή που ήρθε στην πόλη που ξεχνούν (και που δεν φωνάζουν σαν πονούν) είναι ξεκρέμαστος, σε απορία: έχει χάσει την πατρίδα του, τους οικείους του, και είναι άγνωστο αν θα καταφέρει ποτέ να βρει μια πόλη, ή να βρει έναν κόσμο, όπου να μπορεί να ξεχνά τη μοίρα τη γραμμένη.

Αυτό που μπορεί να κάνει, όμως, είναι να προσπαθήσει να ξαναδέσει τις λιωμένες κλωστές του παρελθόντος.

Ήταν λιωμένες οι κλωστές

και πολυκαιρισμένες

που δέσαμε μαζί το χτες

μ’ αγάπες βουρκωμένες[1].

Εργάτριες παλιές, χρυσές αράχνες

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που αποκτά όλη τη φόρτισή της η ευχή

καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία

και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά.

Η Κοκκινιά ήταν μία κατεξοχήν συνοικία εγκατάστασης Μικρασιατών προσφύγων. Και προσφυγισσών. Στις προσφυγικές οικογένειες, ή ό,τι είχε μείνει απ’ αυτές, οι γυναίκες χρειάστηκε να δουλέψουν για να συμπληρώσουν ή να αναπληρώσουν το όποιο εισόδημα έφερναν στο σπίτι οι άντρες, εάν υπήρχαν και εάν έφερναν. Ειδικά στην Κοκκινιά, μία πολύ διαδεδομένη λύση ήταν η ραπτική, είτε σε κλωστοϋφαντουργικές βιοτεχνίες που στήθηκαν τότε, τα sweatshops της εποχής, είτε κατ’ οίκον με φασόν, είτε σε διάφορους άλλους διαβαθμούς και συνδυασμούς[2], περίπου όπως οι Πακιστανοί και οι Πακιστανές σήμερα.

Ο Λακάν έπλασε ολόκληρη θεωρία γύρω από την έννοια point de capiton, έναν νεολογισμό που εισήγαγε ο ίδιος όπως και τόσους άλλους. Στα ελληνικά ο όρος έχει αποδοθεί σημείο διαρραφής, αλλά και –παλιότερα- η βελονιά του μπαλωματή. Η μετοχή του σχετικού γαλλικού ρήματος μας είναι οικεία στα ελληνικά από τότε που το καπιτονέ αποτελεί μέρος του ειδικού λεξιλογίου των υφασμάτων και των τεχνιτών τους. Απλουστεύοντας, το σημείο του καπιτόν είναι αυτό που συναρθρώνει τα κατ’ αρχήν και κατά τα λοιπά ισοδύναμα και επ’ άπειρον αμοιβαίως αντικαταστατά σημαίνοντα σε έναν αρθρωμένο λόγο. Νομίζω ότι ο Γάλλος ψυχαναλυτής θα χαιρόταν ιδιαίτερα να μάθαινε ότι οι ράφτρες και λοιπές εργάτριες της Κοκκινιάς, και των άλλων προσφυγικών συνοικισμών, ράβοντας πουκάμισα, παντελόνια, φούστες, εσώρουχα, για γνωστούς πελάτες ή για την ανώνυμη αγορά, ταυτόχρονα συνέραψαν τις λιωμένες ανθρώπινες σχέσεις, τα θραύσματα των ζωών που είχαν διαρραγεί, και συντέλεσαν στο να ξαναπάρει μπρος η ζωή εκεί που φαινόταν να είχε παραλύσει. Το θεριό που ήρθε στην πόλη ήταν κλωστή λιωμένη, αλλά η ράφτρα είναι αυτή που χειρίζεται τη βελόνα, και τη ραπτομηχανή, που (ξανα)δένει τις κλωστές και τις κάνει ρούχο, ύφασμα, που ξαναϋφαίνει τον ιστό των ανθρώπινων σχέσεων. Όπως όπως, με όποιο μέσο βρέθηκε πρόχειρο. Αλλά μήπως έτσι δεν γίνεται πάντα στις ανθρώπινες σχέσεις;

Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της

Ο Μάνος Ελευθερίου δεν ήταν προσφυγικής καταγωγής. Η μάνα του όμως έραβε. Δεν ξέρω υπό ποιο καθεστώς. Μπορεί απλώς για τον εαυτό της και για τους δικούς της. Ωστόσο, η δραστηριότητά της αυτή θεματοποιείται πληθωρικά σε ένα τρομερά φορτισμένο συγκινησιακά, σχεδόν χιτσκοκικό ποίημα που της αφιέρωσε ο γιος της –και καταρχάς τι πιο φορτισμένο από ένα ποίημα-ποταμό που αφιερώνει ένας γιος στη νεκρή πλέον μάνα του με το ονοματεπώνυμό της: Στην Ευδοξία Ελευθερίου; Εν προκειμένω, έναν καταιγισμό από δεκατέσσερα οκτάστιχα, μια ακόμα παραλλαγή στον αγαπημένο του τύπο στίχου: στροφές με ρίμα 1-3-5, 2-4-6, και μετά δύο ακόμα στίχους, 7-8, που ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους, σαν ρεφραίν για τραγούδι. Αλλά πώς θα μπορούσε κάποιος μουσικός, ένας τρίτος, να παρεμβληθεί σε αυτή την τόσο προσωπική σχέση και να ανταπεξέλθει στη φόρτισή της; Μόνο με θαύμα.

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.

Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,

κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη

(…)

Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα

περνάει από το μάτι μιας βελόνας

(…)

Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις

το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.

Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.

Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.

Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη

να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη[3].

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι;

Ο τίτλος αυτού του ποιήματος-ποταμού μάς υπενθυμίζει μεταξύ άλλων, συνειρμικά, ότι η βελόνα μπορεί επίσης να βλέπει.

Ένας άλλος ευτυχής συνειρμός που επιτρέπει η ολίσθηση των σημαινόντων και οι περιστάσεις της τεχνολογίας αναπαραγωγής του ήχου (της εποχής εκείνης) είναι ότι η βελόνα ήταν ικανή να παραγάγει όχι μόνο οπτικά αλλά και ακουστικά ερεθίσματα.

Θέλει άλλαγμα η βελόνα,

το τραγούδι είναι βραχνό,

το παλιό γραμμόφωνό σου

παίζει άπονο σκοπό.

Σαν κουρέλι πάνω στ’ άλλο

μπαλωμένη μια ζωή,

πες μου ποιο σκοπό να βάλω

να μην κλαις τόσο πολύ.

Το παλτό σου έχει λιώσει

κι έχουν σπάσει τα κουμπιά[4].

Κόλλησε η βελόνα ήταν επί χρόνια μία στάνταρ έκφραση για να περιγράψουμε καταστάσεις επαναληπτικότητας και αποτελμάτωσης. Η παρεξήγηση μεταξύ των ανθρώπων, το ανολοκλήρωτο και το ασύμπτωτο των επιθυμιών, η «ανυπαρξία έμφυλης σχέσης» εικονογραφείται στον Ελευθερίου από μια ολόκληρη σειρά επίμονων αναφορών σε κουβάρια, κουρέλια, μπαλώματα, τήξεις, σχισίματα και σπασίματα, συνήθως με ύφος διαμαρτυρίας, ενίοτε και με παιγνιώδη τρόπο.

Τα μαύρα κοροϊδεύεις,

κι αν βάλω μπλε ζηλεύεις.

Τι θέλεις να φορέσω

μη σε στεναχωρέσω;

διατυπώνεται το σχετικό παράπονο ένα πολύ προσιτό τραγουδάκι, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ το πρώτο τσιφτετέλι που έγραψε ο Σταύρος Κουγιουμτζής (το επόμενο ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, και κατά σύμπτωση λεγόταν και αυτό Το κόκκινο φουστάνι μολονότι δεν ήταν σε στίχους του Ελευθερίου).

Ποιος ζηλεύει τα μπλε; Μα φυσικά αυτός που είναι με τη σειρά του το πρώτο πρόσωπο στο Το ρούχο σου το θαλασσί, και απευθύνεται σε ένα άλλο δεύτερο πρόσωπο –ενδεχομένως εκείνο που εμφανίζεται ως πρώτο στο Τα μαύρα κοροϊδεύεις– για να του υποδείξει εμμονικά να κάνει κομμάτια και να μοιράσει φυλαχτό το ανυπόφορο θαλασσί ρούχο, το οποίο επιφορτίζεται τερατολογικά με υπερφυσικές ικανότητες διάρρηξης επαγγελματικών, οικογενειακών αλλά και θρησκευτικών δεσμών: γκρέμισε ένα μαγαζί, ρήμαξε τρία σπιτικά και μιαν αρραβωνιαστικιά, και άδειασε μιαν εκκλησιά (!).

Τέλος, η αποτυχημένη συνάντηση, η μη προσέλευση του ενός εκ των δύο στο ραντεβού, μπορεί να δηλώνεται επίσης με την οργισμένη απόρριψη του μνημονικού ίχνους που αφήνει η τεχνολογία καταγραφής της εικόνας: όχι μόνο η φωνογραφία, αλλά και η φωτο-γραφία. Το κουρέλι αυτό δεν είν’ καρδιά μας/ την εικόνα σχίσε, να χαρείς. Η εικόνα αυτή που μας είναι πλέον ανυπόφορη ενώ –ή ακριβώς επειδή- υποτίθεται ότι λήφθηκε για να «απαθανατίσει» μια σημαντική στιγμή, μια στιγμή από μια ζωή η οποία μοιάζει τώρα να μην είναι δική μας μέσα στις χαρές τις δανεικές, θα μπορούσε να είναι κάλλιστα η φωτογραφία της στιγμής στο Κάτω απ’ τη μαρκίζα, από την οποία το μόνο που έχει μείνει είναι ένας ήχος, κι αυτός μουγγός· αυτό που δεν τολμούν τα χείλη.

Εκεί που πρώτα ήτανε ταμπάκικα

Ένα άλλο μέρος από τα «υπόλοιπα» του Αγίου Φεβρουαρίου διοχετεύθηκε προφανώς στο «Σεργιάνι στον κόσμο» του Βασίλη Δημητρίου. Ίσως και όχι τόσο υπόλοιπα, διότι πολλά τραγούδια έχουν πιο εμφανή σχέση με τις χαμένες πατρίδες απ’ ό,τι ο δίσκος του Μούτση (όπως είναι σαφές ήδη από κάποιους τίτλους αυτής της συλλογής: «Κυρά Μικρασιάτισσα», «Σμύρνη – Κωνσταντινούπολη»).

Σε αυτόν τον δίσκο απαντούν επίσης αναφορές στην κλωστή και τα παράγωγά της.

σχολάνε τα κλωστήρια στις εννιά

και γίνεται ο κόσμος γειτονιά,

μονολογεί ο αφηγητής/ πρωταγωνιστής στο τραγούδι «Στα ταμπάκικα», ο οποίος περιμένει –μάταια- μια κοπέλα κοντά «στο δρόμο της Αγίας Φωτεινής»[5].

Ένα άλλο τραγούδι του ίδιου δίσκου, που τραγουδά ο ίδιος τραγουδιστής –Γιάννης Μπογδάνος- δεν αναφέρεται στη Μικρά Ασία, αλλά σε ένα άλλο αγαπημένο θέμα του Ελευθερίου: την αντρική φιλία και το αλκοόλ (το πρώτο μέσω του δεύτερου). Το τραγούδι, που φέρει τον -εύγλωττο- τίτλο «Οι φιλίες του στρατού» και διαδραματίζεται και αυτό στην Κοκκινιά, (στην καμαρούλα τη μικρή), τελειώνει με τους εξής στίχους:

κι ο κόσμος γίνεται κλωστή

χωρίς κανένας να νοιαστεί.

Ο κόσμος δηλαδή γίνεται εύθραυστος, όταν κάποιος πάει να ξανασυναντήσει τον φίλο (τον εραστή;) του μετά από καιρό. Αλλά η ίδια έκφραση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σχέση ενός συγκεκριμένου ατόμου με τον κόσμο ή/ και με τον εαυτό του, όταν βρίσκεται στα όρια της διάρρηξης του νοήματος, της τρέλας: κρέμεται από μια κλωστή. Και πράγματι χρησιμοποιείται σε στίχο του Ελευθερίου και η εικόνα αυτή, πάλι σε σχέση με ένα ξανασμίξιμο δυο ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε μαζί:

Πέρασα να σ’ επισκεφθώ,

να μην παραπονιέσαι

γιατί σε μια κλωστή μου λες

υπάρχεις και κρατιέσαι.

Ο διφυής χαρακτήρας της βελονιάς του μπαλωματή, και της μπαλωματούς, επιβεβαιώνεται διαρκώς από άλλα τραγούδια, μέρη «κύκλων τραγουδιών» ή μεμονωμένα:

πουλάκι χάρτινο, με μια κλωστή

τι μέσα, τι έξω απ’ το κλουβί,

μονολογεί ο αφηγητής σε ένα κατάπικρο, σαρκαστικό βαλσάκι, που έγραψε σε στίχους του Ελευθερίου ο ίδιος τραγουδοποιός που έφτιαξε και τον Γυρολόγο (Θέμης Ανδρεάδης). Και εδώ υπάρχει μια Μαρία, –ή μάλλον, ακριβώς, πολλές Μαρίες, δεν προσδιορίζεται πόσες-, οι οποίες αυτή τη φορά δεν τίθενται ως κάτι που θα ήταν καλύτερο, αλλά αντιθέτως ως προσωποποίηση της σήψης και της κατάπτωσης («Οδός Ελευσινίων, στο πατάρι/ σαπίζω με Κατίνες και Μαρίες» –προφανώς εργάτριες του σεξ).

Η κλωστή είναι αυτή που δένει, που φυλακίζει το χάρτινο πουλάκι, τον νεαρό άντρα που έχει φτάσει σε απόγνωση μπροστά στην εμπορευματοποίηση των ονείρων του και στην εργασία που του είναι –όπως σε όλους μας- ανυπόφορη.

Μισοτιμής πουλάω τ’ όνειρό μου

και σαν κοράκια πέφτουν οι εμπόροι.

(…)

Δουλειά σκυλίσια μέσα στο νταμάρι,

τα Σάββατα διπλές υπερωρίες …

Τελικά, όμως, υπάρχει κάτι που –υπό ορισμένες προϋποθέσεις- κρατάει τη ζωή, έστω και από μια κλωστή. Ή/ και, καθόσον είναι το ίδιο μια κλωστή, ή πολλές κλωστές –μια ύφανση. Και αυτό είναι η γραφή.

Σαν αφύλαχτες διαβάσεις

είναι αυτά που σου έχω γράψει

όσα κάποτε κρατήσαν τη ζωή σε μια κλωστή.

Κάποτε. Μερικές φορές, και αυτά που έχει γράψει κανείς κάποτε σπάζουν. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν παύουν να τα γράφουν. Πάντως ο Μάνος Ελευθερίου τα έγραψε. Και όλοι μας ξέρουμε ότι κράτησαν, και κρατάνε. Περισσότερο από εκείνον, ευτυχώς ή δυστυχώς. Αλλά μας δένουν μαζί του.

Image result for μάνος ελευθερίου

[1] Έχει καρφιά η υπομονή, Σταύρος Κουγιουμτζής-Γιάννης Καλατζής.

[2] Όλες αυτές τις πληροφορίες τις οφείλω στην Μαρία Σαρρή, η οποία είναι από την Κοκκινιά και δεν ήταν ποτέ ράφτρα, αλλά είναι κόρη περιστασιακής ράφτρας και εγγονή καπνεργάτριας. Προσωπικά, έχοντας γεννηθεί και ζήσει για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αγνοούσα τα της ιστορικής ανθρωπογεωγραφίας της Αττικής και μέχρι σχετικά πρόσφατα το δίστιχο αυτό το προσπερνούσα, χωρίς να του αποδίδω ιδιαίτερη σημασία.

[3] Το μάτι της βελόνας. Ευχαριστώ τον Βασίλη Λαμπρόπουλο που μου επισήμανε την ύπαρξη αυτού του ποιήματος.

[4] «Σαν κουρέλι», Χατζηνάσιος – Μητροπάνος 1981.

[5] Αγία Φωτεινή ήταν το όνομα της ορθόδοξης μητρόπολης στη Σμύρνη, και είναι τώρα το όνομα της αντίστοιχης σημερινής στη Νέα Σμύρνη.

κοινοποίησε το: