Το νομικό πλαίσιο για την ανεξαρτητοποίηση – διαγραφή μελών δημοτικών παρατάξεων

Sharing is caring!

Άρθρο 73
Δημοτικές παρατάξεις – Αντικατάσταση του άρθρου 66 του ν. 3852/2010
Το άρθρο 66 του ν. 3852/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 66
Δημοτικές παρατάξεις
Οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση.

 

Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ανήκουν σε δημοτικές παρατάξεις, ανάλογα με το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί.
Επικεφαλής της δημοτικής παράταξης είναι ο σύμβουλος που ήταν υποψήφιος δήμαρχος και, στην περίπτωση θανάτου, παραίτησης, ανεξαρτητοποίησης, δια- γραφής ή αδυναμίας του, ο σύμβουλος που εκλέγεται από την πλειοψηφία των δημοτικών συμβούλων που ανήκουν στην παράταξη.
Μέλος του δημοτικού συμβουλίου μπορεί με γραπτή δήλωσή του προς το προεδρείο να ανεξαρτητοποιηθεί από τη δημοτική παράταξη, με την οποία έχει εκλεγεί.
Εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, με αιτιολογημένη απόφαση και με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) αυτών, είναι δυνατόν να διαγραφεί σύμβουλος, ο οποίος είναι μέλος της.
Μέλος του δημοτικού συμβουλίου που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του, μπορεί να ενταχθεί σε άλλη, με γραπτή δήλωση που υποβάλλεται στο προεδρείο του δημοτικού συμβουλίου και υπογράφεται από τον ίδιο και τα δύο τρίτα (2/3) τουλάχιστον των μελών της παράταξης στην οποία προσχωρεί, εφόσον αυτή έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, ή από όλα τα μέλη της παράταξης στην οποία προσχωρεί, εφόσον αυτή έχει λιγότερα από τρία (3) μέλη.
Υφιστάμενες παρατάξεις μπορούν να συνενωθούν σχηματίζοντας νέα παράταξη, με γραπτή δήλωση προς το προεδρείο του δημοτικού συμβουλίου, την οποία υπογράφει το σύνολο των μελών των συνενούμενων παρατάξεων.
Το μέλος που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 7, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή δι- αγράφηκε. Είναι δυνατή, όμως, η επανένταξή του στην παράταξη από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγρά- φηκε, εφόσον τούτο γίνει δεκτό από τα δύο τρίτα (2/3) των μελών, προκειμένου για παρατάξεις που έχουν του- λάχιστον τρία (3) μέλη και από όλα τα μέλη, προκειμένου για παρατάξεις με λιγότερα από τρία (3) μέλη.
Για την αποδοτικότερη λειτουργία των δημοτικών παρατάξεων η δημοτική αρχή οφείλει να παραχωρεί σε αυτές κατάλληλα εξοπλισμένο χώρο, καθώς και γραμ- ματειακή υποστήριξη.».

Η διαδικασία και οι συνέπειες της διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης των δημοτικών συμβούλων – Τα δικαιώματά τους

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:  Lawspot.gr ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  24/07/2018 – 12:31 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ: 30/07/2018 – 12:41

Με εγκύκλιό του το Υπουργείο Εσωτερικών παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία και τις συνέπειες της διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης των δημοτικών συμβούλων, όσο και τα δικαιώματά τους.

Εφαρμοστέες Διατάξεις

α. Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3852/2010 «Η εκλογή του δημάρχου, των δημοτικών συμβούλων, των συμβούλων των δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων και του εκπροσώπου της τοπικής κοινότητας γίνεται κατά συνδυασμούς. Υποψηφιότητες εκτός συνδυασμών αποκλείονται».

β. Περαιτέρω το άρθρο 66 του ν. 3852/2010 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ανήκουν σε δημοτικές παρατάξεις, ανάλογα με το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί» (παρ. 2). «Μέλος του δημοτικού συμβουλίου μπορεί με γραπτή δήλωσή του προς το προεδρείο να ανεξαρτητοποιηθεί από τη δημοτική παράταξη, με την οποία έχει εκλεγεί» (παρ. 4). «Εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, με αιτιολογημένη απόφαση και με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) αυτών, είναι δυνατόν να διαγραφεί σύμβουλος, ο οποίος είναι μέλος της» (παρ. 5). «Το μέλος του δημοτικού συμβουλίου που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του δεν μπορεί να ενταχθεί σε άλλη παράταξη και δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, καθώς και να ορισθεί ή να παραμείνει αντιδήμαρχος κατά τη διάρκεια της θητείας του. Είναι δυνατή, όμως, η επανένταξή του στην παράταξη από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, εφόσον τούτο γίνει δεκτό από τα δύο τρίτα (2/3) των μελών, προκειμένου για παρατάξεις που έχουν τουλάχιστον τρία (3) μέλη και από όλα τα μέλη, προκειμένου για παρατάξεις με λιγότερα από τρία (3) μέλη» (παρ. 6).

γ. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 8 του ν. 3852/2010, «Όταν τα μέλη της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής παύουν για οποιονδήποτε λόγο να είναι μέλη των αντίστοιχων δημοτικών παρατάξεων, εκπίπτουν αυτοδικαίως από την οικονομική ή την επιτροπή ποιότητας ζωής και αντικαθίστανται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου αυτού».

δ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 2 του ν. 3852/2010, «Ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας μπορούν με γραπτή δήλωσή τους προς τον δήμαρχο να ανεξαρτητοποιηθούν από το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί. Οι ανωτέρω είναι δυνατόν να διαγραφούν με αιτιολογημένη απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των 2/3, η οποία υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των δημοτικών συμβούλων και συμβούλων δημοτικής κοινότητας στην οποία είναι μέλος ο διαγραφείς. Πρόεδρος ή αναπληρωτής αυτού, δεν μπορεί να γίνει ή να παραμείνει ο ανεξαρτητοποιηθείς ή ο διαγραφείς από το συνδυασμό με τον οποίο εκλέχθηκε».

ε. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 3852/2010, «Σε περίπτωση της, με οποιονδήποτε τρόπο, ανεξαρτητοποίησης του Προέδρου του συμβουλίου τοπικής κοινότητας, αυτός εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμα του Προέδρου. Τη θέση του Προέδρου λαμβάνει ο επόμενος σε σταυρούς προτίμησης σύμβουλος της τοπικής κοινότητας της ίδιας παρατάξεως. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος σύμβουλος τοπικής κοινότητας να δύναται και να δέχεται να αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου ή που να έχει εκλεγεί με την ίδια παράταξη, η θέση αυτή καταλαμβάνεται από το σύμβουλο της δεύτερης σε σειρά εκλογής στη συγκεκριμένη τοπική κοινότητα, παράταξης και, σε περίπτωση κωλύματος και αυτού, τη θέση καταλαμβάνει ο σύμβουλος της τρίτης σε σειρά εκλογής στη συγκεκριμένη τοπική κοινότητα, παράταξης».

Τρόπος εφαρμογής των διατάξεων

Α. Έννοια δημοτικού συνδυασμού και δημοτικής παράταξης

Σε αντιστοιχία με όσα γίνονταν δεκτά και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, ιδίως επί τη βάσει των διατάξεων των άρθρων 34 και 94 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ, κυρώτ. νόμος 3463/2006, Α’ 114), η διαδικασία εκλογής δημάρχου, δημοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων ή εκπροσώπου τοπικής κοινότητας, λαμβάνει χώρα αποκλειστικά κατά συνδυασμούς, ώστε το εκλογικό σώμα να επιλέγει με βάση το πρόγραμμα, το πρόσωπο του επικεφαλής, αλλά και το σύνολο των προσώπων που απαρτίζουν το συνδυασμό και τη δυνατότητα της μεταξύ τους συνεργασίας.

Οι δημοτικές παρατάξεις απαρτίζονται από τα μέλη των συνδυασμών που έλαβαν μέρος στις εκλογές και αναδείχθηκαν δημοτικοί σύμβουλοι ή σύμβουλοι δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων (έστω και αν ο συνδυασμός έχει εκλέξει έναν μόνο σύμβουλο) και αποκτούν υπόσταση κατά την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών. Υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με όσα γίνονται νομολογιακά δεκτά, οι δημοτικές παρατάξεις αποτελούν ιδιόμορφα (sui generis) ιδιωτικά σχήματα που αποσκοπούν, όπως άλλωστε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ΚΔΚ, στην επίτευξη συντονισμένης δράσης των δημοτικών συμβούλων, ενώ δύνανται να αποτελέσουν φορείς τόσο δικαιωμάτων όσο και υποχρεώσεων για θέματα που ανακύπτουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δημοτικού συμβουλίου.

Άμεση συνέπεια του ιδιωτικού χαρακτήρα των συνδυασμών και των δημοτικών παρατάξεων αποτελεί το γεγονός ότι υλικές ή νομικές ενέργειες των ανωτέρω δε δύνανται, σε καμία περίπτωση, να λάβουν χαρακτήρα διοικητικών πράξεων, διότι με αυτές λαμβάνονται πολιτικού χαρακτήρα αποφάσεις. Ειδικότερα, η διαγραφή ή η ανεξαρτητοποίηση μέλους δημοτικής παράταξης αποτελεί εσωτερικό της ζήτημα, ζήτημα δηλαδή που αφορά στη σχέση της παράταξης με τα μέλη της. Έτσι, αποφάσεις που έχουν ληφθεί από την παράταξη ή κείμενα που έχουν εκδοθεί από την ίδια δε θεωρούνται διοικητικές πράξεις και δε δύνανται να ελεγχθούν ως τέτοιες είτε από το δημοτικό συμβούλιο είτε από τον Ελεγκτή Νομιμότητας (Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 238 του ν. 3852/2010 και το άρθρο 28 του Ν. 4325/2015). Επίσης, εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ έχει γίνει δεκτό πως η διαγραφή μέλους δημοτικής παράταξης αποτελεί ένα αντικειμενικό δεδομένο, βάσει του οποίου επέρχονται αυτόθροες συνέπειες στην απώλεια των αξιωμάτων που κατέχει, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 3852/2010.

Β. Ακολουθούμενη διαδικασία σε περιπτώσεις ανεξαρτητοποίησης ή διαγραφής

α. Ως προς τους δημοτικούς συμβούλους

i. Δημοτικοί σύμβουλοι δύνανται να ανεξαρτητοποιηθούν με δική τους πρωτοβουλία από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν, μέσω υποβολής γραπτής δήλωσής τους προς το προεδρείο του δημοτικού συμβουλίου. Κατ’ αντιστοιχία με όσα γίνονται παγίως δεκτά στην περίπτωση της παραίτησης αιρετών από αξίωμα, η ανωτέρω γραπτή δήλωση πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, ώστε να προκύπτει η βούληση του δημοτικού συμβούλου να αποχωρήσει, οριστικά, από την δημοτική παράταξη.

ii. Δημοτικοί σύμβουλοι δύνανται, επίσης, να διαγραφούν από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν. Για να λάβει χώρα το ανωτέρω, εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, απαιτείται απόφαση της πλειοψηφίας των δύο τρίτων (2/3) αυτών. Η απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, ενώ το πρακτικό λήψης της απόφασης, το οποίο φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές, κοινοποιείται υποχρεωτικά στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου, δίχως όμως να ελέγχεται από αυτόν, καθώς και στον διαγραφέντα σύμβουλο.

iii. Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου οφείλει να ανακοινώσει την απόφαση διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης δημοτικού συμβούλου στο δημοτικό συμβούλιο και να κοινοποιήσει την απόφαση στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση.

β. Ως προς τους δημοτικούς συμβούλους που είναι μέλη του προεδρείου δημοτικού συμβουλίου

i. Επισημαίνεται ότι σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου.

ii. Επίσης, μέσω της διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω (βλ. αii και αiii), το μέλος του προεδρείου δύναται να διαγραφεί ως δημοτικός σύμβουλος από την παράταξη στην οποία ανήκει, ενώ, μόλις λάβει χώρα η διαγραφή απολύει αυτοδικαίως και το αξίωμά του. Αυτό διότι δημοτικός σύμβουλος που διαγράφηκε από την παράταξή του δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου.

γ. Ως προς τους αντιδημάρχους

i. Σε περίπτωση που αντιδήμαρχος επιθυμεί την ανεξαρτητοποίησή του από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκει, δύναται να υποβάλλει γραπτή δήλωση ανεξαρτητοποίησής του ως δημοτικός σύμβουλος προς το προεδρείο του οικείου συμβουλίου, κατά τα ισχύοντα για τους δημοτικούς συμβούλους (βλ. αi και αiii). Επισημαίνεται ότι σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι αντιδήμαρχος, συνεπώς αντιδήμαρχος που ανεξαρτητοποιήθηκε απολύει αυτοδικαίως το αξίωμά του.

ii. Δημοτικός σύμβουλος που διαγράφηκε από την παράταξή του, βάσει της διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω (βλ. αii και αiii), δεν μπορεί να εξακολουθήσει να κατέχει το αξίωμα του αντιδημάρχου.

δ. Ως προς τα μέλη της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής

Η εφαρμογή διατάξεων περί ανεξαρτητοποίησης ή διαγραφής από παράταξη δημοτικού συμβούλου επιφέρει συνέπειες και στην ιδιότητά του ως μέλος της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής. Επισημαίνεται ότι και στην περίπτωση αυτή, δημοτικός σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του απολύει αυτοδικαίως και την ιδιότητα ως μέλος των ανωτέρω επιτροπών στις οποίες εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε (βλ. αi, αii και αiii).

ε. Ως προς τον πρόεδρο και τα μέλη του συμβουλίου δημοτικής κοινότητας

i. Τόσο ο πρόεδρος όσο και τα μέλη συμβουλίου δημοτικής κοινότητας δύνανται να ανεξαρτητοποιηθούν από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν, μέσω υποβολής γραπτής δήλωσής τους προς το δήμαρχο του οικείου δήμου, ο οποίος την κοινοποιεί στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Επαναλαμβάνεται ότι η ανωτέρω γραπτή δήλωση πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, ώστε να προκύπτει η βούληση των ανωτέρω προσώπων να αποχωρήσουν, οριστικά, από την δημοτική παράταξη.

ii. Επισημαίνεται ότι ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας είναι δυνατόν, επίσης, να διαγραφούν με αιτιολογημένη απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των 2/3, η οποία υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των δημοτικών συμβούλων και συμβούλων δημοτικής κοινότητας της παράταξης στην οποία είναι μέλος ο διαγραφείς.

iii. Ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου οφείλει να ανακοινώσει την απόφαση διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης συμβούλου δημοτικής κοινότητας στο δημοτικό συμβούλιο και στο συμβούλιο δημοτικής κοινότητας, αλλά και να κοινοποιήσει την απόφαση στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση.

iv. Σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή έχει λάβει χώρα ανεξαρτητοποίηση είτε διαγραφή προέδρου δημοτικής κοινότητας από την παράταξη του, ο τελευταίος δε νομιμοποιείται να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση που και ο αναπληρωτής του προέδρου ανεξαρτητοποιηθεί ή διαγραφεί. Σημειώνεται, ότι στο μέτρο που η μη αποδοχή του αξιώματος του Προέδρου δεν οδηγεί σε απώλεια της ιδιότητας του μέλους του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και ο ανεξαρτητοποιηθείς ή διαγραφείς εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλος του συμβουλίου, ενώ για την πλήρωση της θέσης του προέδρου εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 79 του ν. 3852/2010.

στ. Ως προς τον πρόεδρο του συμβουλίου τοπικής κοινότητας

Ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου τοπικής κοινότητας δύνανται να ανεξαρτητοποιηθούν από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν, μέσω υποβολής γραπτής δήλωσής τους προς το δήμαρχο του οικείου δήμου, ο οποίος την κοινοποιεί στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Ειδικά σε περίπτωση ανεξαρτητοποίησης προέδρου συμβουλίου, αυτός εκπίπτει αυτοδίκαια από το αξίωμά του, ενώ για την πλήρωση της θέσης του προέδρου εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 3852/2010.

Αντίθετα, ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης στο άρθρο 80 του ν. 3852/2010, η ανεξαρτητοποίηση εκπροσώπου τοπικής κοινότητας δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, αλλά αποτελεί, απλώς, έκφραση της πολιτικής του βούλησης για ανεξαρτητοποίηση.

Γ. Δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξαρτητοποιηθέντων ή διαγραφέντων μελών δημοτικών παρατάξεων

Όσον αφορά τα δικαιώματα και, συνακόλουθα, τις υποχρεώσεις δημοτικών συμβούλων, που ανεξαρτητοποιήθηκαν ή διαγράφηκαν από την παράταξή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφηκε ανωτέρω, υπογραμμίζεται, καταρχήν, ότι οι εν λόγω δημοτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να θεωρούνται ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου, μη ανήκοντα σε κάποια παράταξη.

Ο ν. 3852/2010 δεν παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας δημοτικής παράταξης από συμβούλους που ανεξαρτητοποιήθηκαν ή διαγράφηκαν από τις δημοτικές παρατάξεις με τις οποίες έχουν εκλεγεί. Ομοίως, αποκλείεται η δυνατότητα προσχώρησης διαγραφέντα ή ανεξαρτητοποιηθέντα δημοτικού συμβούλου σε άλλη παράταξη από αυτήν με την οποία έχει εκλεγεί. Εντούτοις, από το νομοθέτη παρέχεται η δυνατότητα επανένταξης ανεξάρτητου δημοτικού συμβούλου στην παράταξη από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, εφόσον τούτο γίνει δεκτό από τα δύο τρίτα (2/3) των μελών, προκειμένου για παρατάξεις που έχουν τουλάχιστον τρία (3) μέλη και από όλα τα μέλη, στην περίπτωση ανεξαρτητοποίησης δημοτικού συμβούλου, προκειμένου για παρατάξεις με λιγότερα από τρία (3) μέλη.

Επισημαίνεται ότι τυχόν αλλαγές στον αριθμό των μελών των παρατάξεων της μειοψηφίας, λόγω ανεξαρτητοποιήσεων ή διαγραφών δεν οδηγούν σε επανακαθορισμό των παρατάξεων που συνιστούν τη μείζονα ή την ελάσσονα μειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου, καθώς αυτές έχουν διαμορφωθεί με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα και τη σχετική απόφαση ανακήρυξής τους από το Πρωτοδικείο. Επίσης, σε τυχόν οριακές περιπτώσεις όπου υπάρχει ικανός αριθμός δημοτικών συμβούλων που ανεξαρτητοποιηθήκαν ή διαγράφηκαν από την παράταξη της πλειοψηφίας, δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης στο πρόσωπο του δημάρχου.

Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 3852/2010, ανεξαρτητοποιηθείς σύμβουλος δε μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, καθώς και να ορισθεί ή να παραμείνει αντιδήμαρχος κατά τη διάρκεια της θητείας του. Επίσης, συμμετέχει στην εκλογή μελών του προεδρείου του δημοτικού συμβουλίου μόνο κατά τη β’ φάση της εκλογής και όχι κατά την α’ φάση, καθόσον στη φάση αυτή συμμετέχουν μόνο μέλη των δημοτικών παρατάξεων.

Από την άλλη πλευρά, ο ανεξαρτητοποιηθείς ή διαγραφείς δημοτικός σύμβουλος έχει τα κατωτέρω, ενδεικτικά, δικαιώματα:

i. Παρευρίσκεται και ψηφίζει στις συζητήσεις της ολομέλειας του δημοτικού συμβουλίου, καθώς δεν απολύει τη θέση του εντός αυτής.

ii. Δύναται να αιτείται μαζί με άλλους δημοτικούς συμβούλους τη σύγκληση δημοτικού συμβουλίου, βάσει της διάταξης του άρθρου 67 παρ. 2 εδ. α’ του ν. 3852/2010. H εν λόγω διάταξη θεσπίζει ρητά την υποχρέωση του πρόεδρου του δημοτικού συμβουλίου να καλεί τα μέλη του σε συνεδρίαση με γραπτή πρόσκληση, όποτε το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του συμβουλίου ή το σύνολο των συμβούλων της μειοψηφίας. Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, ο ανεξάρτητος σύμβουλος λογίζεται ως μέλος της μειοψηφίας.

iii. Δύναται να ζητά από τον δήμαρχο, την οικονομική επιτροπή και την επιτροπή ποιότητας ζωής πληροφορίες και συγκεκριμένα στοιχεία, που είναι χρήσιμα για την άσκηση των καθηκόντων του, βάσει του άρθρου 69 παρ. 3 του ν. 3852/2010.

iv. Δικαιούται να εγγραφεί ως ομιλητής και να τοποθετηθεί επί συγκεκριμένου θέματος της ημερήσιας διάταξης, εντός των συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου.

Δείτε αναλυτικά την εγκύκλιο εδώ.