Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα

Sharing is caring!

 Γιώτα Αργυροπούλου το προφίλ της στο fb.

ΠΕΦ

Μια αναπάντεχη είδηση έφερε  στην κοινότητα των φιλολόγων  απέραντη  θλίψη και ανέστειλε τις ευφρόσυνες προσδοκίες  του  θέρους. Η Γιώτα Αργυροπούλου,  η φιλόλογος και ποιήτρια (από τις πλέον σημαντικές της γενιάς της), που ύμνησε με μοναδική αμεσότητα την ομορφιά του μεσσηνιακού τοπίου και το  αυθεντικό  ήθος του παραδοσιακού πολιτισμού, έφυγε πρόωρα από τη ζωή: έσβησε σα δροσιά  (ανακαλώ τη θρηνητική παρομοίωση από ένα παλαιότερο ποίημά της, της συλλογής Νερά Απαρηγόρητα 2004),  σαν τη δροσιά στο φύλλο.  Σε λίγες ώρες η μεσσηνιακή γη απαρηγόρητη θα δεχθεί στην αγκαλιά της τη Γιώτα Αργυροπούλου, ενώ η ψυχή της θα ανοίγει πανιά για τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, Για Σίκινο, Ανάφη και Αμοργό, ακολουθώντας το κάλεσμα του στερνού της βιβλίου (2017). Θα την υποδεχθούν «χλωρά, μοσχοβολούντα  νησία του Αιγαίου πελάγους»,  και στοργικά θα την διαβεβαιώνει η ποίηση με στίχους του Ανδρέα Κάλβου: «Αλλ᾿ η ζωὴ … δεν είναι … άλλο παρά προοίμιον αθανασίας».

Αιωνία η μνήμη της Γιώτας Αργυροπούλου.

Η Πρόεδρος της ΠΕΦ

Τασούλα Καραγεωργίου

Άρθρο της  Melianna Makari 19 Ιουλίου στις 9:31 μ.μ.

Στη μνήμη της Γιώτα Αργυροπούλου

“Έφυγε από τη ζωή η Μεσσήνια ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου.” Αυτός ο τίτλος ενός διαδικτυακού άρθρου ήταν το πρώτο πράγμα που διάβασα ξυπνώντας σήμερα το πρωί. Διάβασα αμέσως το άρθρο που τον συνόδευε. Κάποια βιογραφικά στοιχεία, μια αναφορά στις ποιητικές της συλλογές και η ημερομηνία της κηδείας. Διάβασα και άλλα παρόμοια άρθρα. Όλα το ίδιο περιεχόμενο. Βιογραφικά στοιχεία, κάποια ονόματα και μία ημερομηνία. Μέσα μου ένιωθα μια αδάμαστη και άσβεστη επιθυμία να δω κάπου γραμμένα λόγια γεμάτα πύρινη θλίψη για το χαμό της, να βρω κάπου ένα άρθρο που εκφράζει όλα όσα νιώθουμε εμείς που την γνωρίζαμε,όλα όσα πρέπει να νιώθουν όλοι , καθώς κάθε φορά που πεθαίνει ένας ποιητής-πόσο μάλλον ένας ποιητής που διδάσκει- είναι μια απώλεια για την ίδια την ανθρωπότητα.
Επίσης πουθενά δεν είδα , σε όλα τα άρθρα που γράφτηκαν σήμερα να υπάρχει έστω και ένα της ποίημα. Πώς μπορείς να μνημονεύεις ένα ποιητή χωρίς τις ίδιες του τις λέξεις; Πώς μπορείς να ανακοινώνεις τον θάνατο του ,χωρίς να εξασφαλίζεις την αθανασία της τέχνης του;
Και κάπως έτσι αποφάσισα να μιλήσω εγώ για να πετύχω να γραφτούν όσα πρέπει να ακουστούν για εκείνη.

Η Γιώτα Αργυροπούλου ήταν καθηγήτρια ,φιλόλογος και ποιήτρια .Είχε μια βαθιά αγάπη – ένα ακόρεστο πάθος για τη λογοτεχνία και την ποίηση ήδη από τα νεανικά της χρόνια. Ένας αγαθός άνθρωπος, μια καλή ψυχή , με αξίες και ιδανικά. Δίκαιη και ενάρετη μαχόταν για τη δικαιοσύνη , υπερασπιζόταν την αξιοκρατία και βοηθούσε πάντοτε , χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση, όποιον είχε ανάγκη.

Η Γιώτα Αργυροπούλου υπήρξε καθηγήτρια μου σε όλα τα χρόνια του Γυμνασίου. Μας δίδαξε Αρχαία και Λογοτεχνία. Στο μάθημά της έβαζε όλη της τη ψυχή , προσπαθούσε με όλο της το είναι να μεταλαμπαδεύσει τη γνώση ακόμη και σε μαθητές που άλλοι συνάδελφοι της μπορεί να τους έκριναν ανεπίδεκτους μαθήσεως. Δεν έκανε μάθημα για τους λίγους , τελειώνοντας βιαστικά την ύλη , όπως επιμένει να κάνει η πλειοψηφία των καθηγητών του σήμερα,αλλά δίδασκε για όλους , χωρίς να κρίνει, χωρίς να εξαιρεί , παρά προσεγγίζοντας τον κάθε μαθητή και κατανοώντας τις δυνατότητες και τις γνώσεις του καθενός ξεχωριστά.

Η κυρία μας μας έμαθε να μην βαριόμαστε τα Αρχαία . Να μην πνιγόμαστε μέσα στην πληθώρα ανώμαλων ρημάτων , ουσιαστικών και αρχικών χρόνων , αλλά να κατανοούμε και να μαγευόμαστε από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και να αγαπούμε την μαθηματική δομή του συντακτικού της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Η κυρία μας μας έμαθε να αγαπάμε τη λογοτεχνία και να μην φοβούμαστε την ποίηση . Μας έμαθε πως οι λέξεις είναι το μέσο για να εκφραστεί η ψυχή. Πως τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι ένα κομμάτι του μακρινού παρελθόντος , άλλα ένα κομμάτι του ίδιου μας του εαυτού. Μας προέτρεπε να απαγγέλλουμε την ποίηση και εμείς μέσα της μάθαμε να βρίσκουμε τη μουσική . Τα ποιήματα που διδαχτήκαμε μέσα στην τάξη είναι ακόμη αιώνια χαραγμένα στο μυαλό μας και έχουν διαμορφώσει για πάντα τη ψυχή μας.

Και εγώ η ίδια έμαθα πολλά από την κυρία. Έμαθα να αγαπώ το Σαχτούρη και τον Καβάφη. Τον Καρυωτάκη και την Πολυδούρη. Έμαθα να εκτιμώ τα δημοτικά τραγούδια ως μορφή τέχνης αντάξια και ίσως ανώτερη με οποιοδήποτε σπουδαίο όνομα του κόσμου της ποίησης. Έμαθα πως μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας ψάχνοντας στις λέξεις που άλλοι είχαν γράψει χρόνια πριν την γέννηση μας. Έμαθα πως δεν μπορείς να διαβάσεις δύο φορές το ίδιο ποίημα, γιατί κάθε φορά αυτό θα αλλάζει νόημα για εσένα. Έμαθα πως η ποίηση δεν είναι μια τέχνη στατική , αλλά μια τέχνη που μεταβάλλεται και παραλλάσσεται συνεχώς , που κυλάει στα χέρια του αναγνώστη και τον δροσίζει σαν τρεχούμενο νερό.

Η κυρία μου μου έμαθε να γράφω ποίηση . Να βάζω σε σειρά κατάλληλη τις λέξεις για να εκφράσω όσα η καρδιά δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει μοναχή της. Και την ευχαριστώ για αυτό . Την ευχαριστώ για όλα . Γιατί χάριν σε αυτή έμαθα να διοχετεύω τη θλίψη και τον πόνο της ζωής στην τέχνη. Και ακόμα και η ποίηση δεν θα με βοηθήσει ποτέ να εκφράσω πόσο ευγνώμων είμαι για αυτό.

Ο χαμός της είναι μια τεράστια απώλεια. Για εμάς . Για το Μουσικό Σχολείο. Για τον ελληνικό κόσμο των γραμμάτων. Για την ίδια την ανθρωπότητα.

Σήμερα πεθαίνει ένας Άνθρωπος ( με Α κεφαλαίο) , μία δασκάλα , ένας ποιητής. Ένας τριπλός αβάσταχτος χαμός . Μια απίστευτή απώλεια που κανείς μας δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει. Την ευχαριστούμε για όλα . Την αγαπάμε για όλα . Και θα μας λείπει για πάντα.

ΥΓ: Σας παρακαλώ κρατήστε ενός λεπτού σιγή για εκείνη και διαβάστε παρακαλώ πολύ τα ποιήματα της.

Η μετακόμιση

V

Τελευταία άρχισα να πετάω πράγματα
ρούχα έπιπλα βιβλία.
Παίρνω μαζί λιγότερα
παίρνω όλο και πιο λίγα-
ώ να χωρούσαν πάλι κάποτε
σε ένα γαϊδουράκι
ώσπου να φύγω πούπουλο
στην τελευταία μετακόμιση
με μόνο το καλό μου το φουστάνι.

[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]

Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

Πηγή: Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα