Γιατί τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν Ιστορία;

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ.(EUROKINISSI-Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ)
 

Συνηθισμένο θέμα διαφόρων ρεπορτάζ κατά καιρούς είναι η άγνοια που μαστίζει τους εφήβους και τα νέα παιδιά για ιστορικά γεγονότα και κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας μας, σύγχρονης και παλαιότερης: η αρχαία Ελλάδα, η Επανάσταση του 1821, η κατοχή, ο εμφύλιος, η δικτατορία, το Πολυτεχνείο και πάει λέγοντας.

Όπως λέει και η παροιμία, «με τον ήλιο τα μπάζω, με τον ήλιο τα βγάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;». Τόσες και τόσες ώρες διδασκαλίας σε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, Πανεπιστήμιο και πάλι τίποτα! Ο μεγάλος ιστορικός Μαρκ Φερό, απαντώντας στο ερώτημα «ποια μαθήματα αντλούμε από την Ιστορία;», λέει ότι αυτά τα μαθήματα γλιστρούν σαν τη βροχή στο αδιάβροχο. Και προσθέτει: «Ασφαλώς, κάποια μορφή γεγονοτολογικής γνώσης κατορθώνει να επιπλεύσει, αλλά η αναστοχαστική κατανόηση δεν λειτουργεί ή λειτουργεί ανεπαρκώς».

Ο προβληματισμός αυτός επανέρχεται με αφορμή τις συζητήσεις περί Μακεδονικού, φόντο του οποίου είναι το Ανατολικό Ζήτημα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Η διδασκαλία της Ιστορίας (και όχι μόνο) στο σχολείο έχει έναν αποσπασματικό χαρακτήρα, με (συνήθως) κακογραμμένα βιβλία, τα οποία, όπως διαπιστώνω και από τον γιο μου, εξακολουθούν να είναι εκτός πραγματικότητας και να μη συμβαδίζουν με το γνωστικό κεκτημένο των μαθητών σε κάθε τάξη. Συμπυκνωμένη, και άρα σχηματοποιημένη, γνώση-κονσέρβα προσφέρεται σε παιδιά που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν το εννοιολογικό και ορολογικό περιεχόμενό της.

Οπως και στα υπόλοιπα μαθήματα (π.χ. στην Εκθεση), το σχολείο απαιτεί από τα παιδιά ένα επίπεδο κατανόησης και γνώσης, στο οποίο έχει συμβάλει ελάχιστα έως καθόλου. Πώς μπορεί ένα δεκατετράχρονο παιδί να κατανοήσει τι είναι καπιταλισμός, μερκαντιλισμός και φυσιοκρατία, με κείμενο μιας σελίδας, το οποίο προϋποθέτει σειρά ολόκληρη γνώσεων; Μάλλον θα μοιάζει για τους μαθητές με κεφάλαιο μιας ξένης γλώσσας, το οποίο θα πρέπει να αποστηθίσουν και να παπαγαλίσουν στην τάξη και στις εξετάσεις.

Εάν σε άλλες εποχές τα βιβλία προορίζονταν για το χτίσιμο του εθνικού μας μύθου, δηλαδή μιας αφήγησης σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού στους άγριους της Δύσης και ο πολιτισμός μας έχει μια τρισχιλιετή αδιάσπαστη συνέχεια, σήμερα έχουν έναν περισσότερο μεταμοντέρνο χαρακτήρα, ο οποίος πολλές φορές καταλήγει στην ασυναρτησία.

Ποιος κερδίζει απ’ αυτό; Μα φυσικά οι «φρουροί» της εθνικής ορθότητας. Οταν η «άλλη» διδασκαλία της Ιστορίας κλονίζει τις υπάρχουσες και εδραιωμένες πεποιθήσεις περί έθνους και εθνικής αποστολής δίχως ένα καινούργιο νόημα, τότε το σταθερό σημείο ξαναγίνεται ο εθνικός μύθος και το ένδοξο παρελθόν. Ετσι όμως αφήνουμε τη νεολαία στο έλεος των κατ’ επάγγελμα πατριωτών, των εθνικιστών, των παπάδων και, τελικά, της Χρυσής Αυγής.

Το μάθημα της Ιστορίας πρέπει να διδάσκει ότι ο κόσμος αποτελεί συνισταμένη δυνάμεων, των οποίων η σύνθεση είναι το ζητούμενο. Οτι η ζωή είναι αλλαγή και άνοιγμα προς το νέο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε και όχι να οχυρωθούμε στις δάφνες ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος. Η νοσταλγία είναι πρώτα απ’ όλα άρνηση του παρόντος, φόβος απέναντι στην αλλαγή.

Η μάθηση και η γνώση, οργανωμένες σε επιστημονικούς κλάδους –Ιστορία, Γεωγραφία, Φιλολογία κ.λπ.– δεν έχουν εσωτερική συνάφεια και καταλήγουν να είναι κλεισμένες σε κουτάκια, χωρίς καμία επικοινωνία. Το σχολείο πρέπει να ενοποιεί αυτές τις γνώσεις, δίνοντας νόημα στον κόσμο έξω απ’ αυτό. Έντυπη έκδοση

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις

Κείμενα Πολιτικής  
ENA Institute for Alternative Policies·Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018
Κύρκος Δοξιάδης, Antonis Liakos και Δημήτρης Χριστόπουλος (Dimitris Christopoulos) γράφουν στο #ΕΝΑ για τις εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη συμφωνία στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία»
Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Κύρκος Δοξιάδης*Δεδομένου ότι ασχολούμαι με το ζήτημα από τότε που προέκυψε το 1992, σε περίπου όλους τους τομείς και τα επίπεδα του συγγραφικού, ερευνητικού και διδακτικού μου έργου, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση. Η ικανοποίησή μου είναι και προσωπική, υπό την έννοια ότι η λύση για την ονομασία που τελικά συμφωνήθηκε –«Βόρεια Μακεδονία»– ήταν αυτή που ενδόμυχα πάντοτε πίστευα πως είναι η πιο ορθή. Σκέφτομαι λοιπόν να την υιοθετήσω από τώρα – ακόμη και στον δημόσιο λόγο μου, έστω και αν δεν έχει ακόμη επικυρωθεί επισήμως. Θα με βόλευε ποικιλοτρόπως. Πρώτον, διότι οι δύο ονομασίες –FYROM και ΠΓΔΜ (αγγλιστί και ελληνιστί)– που αναγκαζόμουν να χρησιμοποιώ και που εμπεριέχουν το «πρώην» υποδηλώνουν κάτι το πασιφανώς γελοίο. Είναι όντως γελοίο να εξακολουθείς να αποκαλείς «πρώην» μια χώρα που υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος εδώ και 27 χρόνια.

Κύρκος Δοξιάδης

Και δεύτερον, διότι έτσι «θα πάρω το αίμα μου πίσω» για την αφόρητη τσαντίλα που αισθανόμουν –και εξακολουθώ να αισθάνομαι– όλα αυτά τα χρόνια όταν άκουγα –και ακούω– να βαφτίζουν με το ζόρι –και απολύτως παράνομα, εννοείται– τη γειτονική χώρα «Σκόπια» και τους κατοίκους της «Σκοπιανούς». Σήμερα το πρωί μάλιστα άκουσα να εκφράζεται δημόσια και επίσημα η άποψη, διά στόματος –φευ!- βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ότι «αν το είχαμε χειριστεί σωστά» κατά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας θα είχαμε κατορθώσει η γειτονική χώρα να λέγεται «Δημοκρατία των Σκοπίων»!!! «Βόρεια Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» από εδώ και στο εξής λοιπόν. Και ας τολμήσουν να με καταγγείλουν για εσχάτη προδοσία οι λογής λογής ακροδεξιοί που κυκλοφορούν ανάμεσά μας παριστάνοντας τους πατριώτες.

* Καθηγητής Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών     

Αντώνης Λιάκος*

H συμφωνία αυτή είναι ιστορική, και τερματίζει ένα πρόβλημα 27 χρόνων. Aν πάει καλά ως το τέλος, θα είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με τα  εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ. Δείχνει ικανότητα, ψυχραιμία και καθαρή ματιά. Κι εγώ αμφέβαλλα αν θα ολοκληρωνόταν, αλλά πρέπει να τους το πιστώσουμε. Οι της απέναντι όχθης, ψυχραιμία και να γιορτάσουμε μαζί.

Η συμφωνία αυτή διαλύει ένα από τα ιδεολογικά σχήματα που είχαν φτιαχτεί στην κρίση, και μετά το 2015 είχαν πιάσει σαν σιδερένια λαβίδα το λαιμό του πολιτικού σώματος. Διαλύει δηλαδή το μύθο ότι αφενός έχεις τις πολιτικές δυνάμεις του εκμοντερνισμού, της λογικής, του κοσμοπολιτισμού, της τόλμης και αφετέρου την ιδεολογία των μη προνομιούχων, που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Για να δούμε λοιπόν τώρα ποιοι παρατάσσονται με τις δυνάμεις της αλλαγής σε ένα χρόνιο τέλμα, ποιοι πολεμούν το τέρας του εθνικισμού και των παραφυάδων του και ποιοι αντιστέκονται, δημαγωγούν και υποκλίνονται στον εθνικισμό.

* Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Δημήτρης Χριστόπουλος*

To όνομα ενός κράτους μπορεί οριακά να γίνει αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν αυτό δεν είθισται στις διεθνείς σχέσεις. Το όνομα ενός έθνους –η ταυτότητα ενός λαού, το πώς αισθάνεται το ανήκειν του– δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διότι δεν είναι ζήτημα κανόνων αλλά ζήτημα συνείδησης. Θεωρώ λοιπόν ότι η συμφωνία βρίσκει μια βιώσιμη τομή που αξίζει: Η Αθήνα «κερδίζει» την ονομασία με γεωγραφικό επιθετικό προσδιορισμό έναντι όλων και τα Σκόπια κρατούν την αξιοπρέπεια της ταυτότητας του λαού της χώρας τους. Άλλη λύση δεν υπήρχε, ούτε θα μπορούσε να υπάρχει.

Είμαι ικανοποιημένος με τη συμφωνία, αρκεί τώρα οι δύο κυβερνήσεις να δείξουν σταθερότητα και ψυχραιμία στις πιέσεις που θα δεχθούν. Είναι αναπάντεχα καλό νέο που ένα διμερές πρόβλημα που είχε η χώρα μας –κατά την άποψή μου, με δική της ευθύνη– δρομολογείται να βρει μια λύση. Η χώρα έχει πραγματικά και σοβαρά εθνικά θέματα στα οποία πλέον μπορεί να συγκεντρώσει τις πολιτικές της δυνάμεις και το διπλωματικό κεφάλαιο που τόσο απερίσκεπτα σπατάλησε με το Μακεδονικό. Καιρός λοιπόν να γυρίσουμε σελίδα. Έγινε μια αρχή. Αυτό είναι μείζον.

* Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου – Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Κείμενα Πολιτικής

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις (Μέρος Β’)

Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Όθων Αναστασάκης*Πολύ σημαντική συμφωνία, η οποία ξεκινά τη διαδικασία απεγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το ονοματολογικό θέμα, που είχε καθηλώσει τη διπλωματία μας σε μια κυριολεκτικά στείρα αντιπαράθεση με τον βόρειο γείτονα.Το ότι κανείς εκτός Ελλάδας δεν κατανοούσε τις θέσεις της χώρας και όλοι αποκαλούσαν τη χώρα «Μακεδονία» στο εξωτερικό είναι γνωστό. Το ότι ο όρος «Μακεδονία» συνέχιζε να χρησιμοποιείται και είχε παγιωθεί στο όνομα της γειτονικής χώρας, είτε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είτε ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατία της Μακεδονίας», είναι επίσης αυτονόητο.Η συμφωνία φέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ κοντά στην κεντροαριστερή άποψη και διανόηση στα εξωτερικά ζητήματα, που είχε πάντα πιο μετριοπαθή στάση στο Μακεδονικό, αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, και δίνει επιτέλους ένα επιχείρημα ώστε μια σειρά από μετριοπαθείς πολίτες να στηρίξουν τη θέση τους. Με αυτή τη συμφωνία ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται κοντά σε πιο τεχνοκρατικές απόψεις της ελληνικής κοινωνίας. Μέχρι τώρα το θέμα της ονομασίας ήταν ένα ταμπού, στο οποίο η συμφωνία αυτή βάζει φρένο. Από εδώ και πέρα το Μακεδονικό έχει δύο απόψεις στην Ελλάδα. Ο διάλογος έχει ξεκινήσει σε συγκεκριμένη βάση για πρώτη φορά και η μετριοπαθής πλευρά έχει αποκτήσει φωνή, επιχείρημα και όνομα να αποκαλέσει τη «χώρα χωρίς όνομα».

Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσει κανείς στις θετικές επιπτώσεις της συμφωνίας και να ξεκινήσει ένα διάλογο σε κοινωνικό επίπεδο. Η πλευρά που υποστηρίζει τη συμφωνία έχει μια σειρά από επιχειρήματα να αναδείξει.

Η συμφωνία:

  1. Αντικαθιστά την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με σύνθετο προσδιορισμό και κατοχυρώνει το αρχαίο ελληνικό παρελθόν στην ελληνική πλευρά. Οι παραχωρήσεις της άλλης πλευράς είναι προφανείς σε σύγκριση με την προηγούμενη ακραία κατάσταση.
  2. Ανοίγει το δρόμο για συνεργασία με τα Δυτικά Βαλκάνια, από τα οποία η Ελλάδα είχε περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για οικονομικούς αλλά και διμερείς λόγους με την ΠΓΔΜ.
  3. Συμπεριλαμβάνει μια σειρά θεμάτων που αφορούν σε θέματα διμερούς συνεργασίας και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που πρέπει να αναδειχθούν.
  4. Δημιουργεί ένα πρώτο σημαντικό προβάδισμα για την επίλυση διμερών διαφωνιών στο χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δείχνοντας το δρόμο για το άλλο μεγάλο θέμα των Βαλκανίων μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Στην επίλυση αυτής της σημαντικής διαφοράς που ταλανίζει τα Δυτικά Βαλκάνια η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί ως μια αξιόπιστη τρίτη δύναμη στο διεθνές περιβάλλον.
  5. Βάζει την Ελλάδα δυναμικά στο οικονομικό και πολιτικό παιγνίδι των Βαλκανίων και η χώρα «βρίσκει τον παλιό καλό εαυτό της» σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή και ιδιαίτερα στη γειτονική χώρα.
  6. Προσδίδει στη χώρα σημαντική αξιοπιστία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε μια περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας.
  7. Επιτρέπει στην Ελλάδα να ζητήσει ανταλλάγματα στο οικονομικό πεδίο από την ΕΕ και πολιτικά από τις ΗΠΑ.

Για την ανάδειξη όλων αυτών των προτερημάτων χρειάζεται η κυβέρνηση να συνταχθεί με όλες τις φιλικές φωνές στον ακαδημαϊκό, επιχειρηματικό και άλλους φίλα προσκείμενους, στο θέμα του Μακεδονικού, χώρους και να συντάξει μια εναλλακτική φωνή στον εθνικισμό του Μακεδονικού.

Το παρόν κείμενο δεν θριαμβολογεί, απλά εστιάζει στις θετικές συνέπειες.

Η συμφωνία αυτή κάνει μια σημαντική αρχή. Όπως έχουμε δει και από άλλες αντίστοιχες συμφωνίες στην περιοχή (Σερβία-Κόσοβο), θα υπάρξουν προβλήματα στην εφαρμογή της, άλλα αναμενόμενα και άλλα που θα εξαρτώνται από την εκάστοτε συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου, και όπως μας έχει δείξει το πρόσφατο παρελθόν, η ισχύς και αυτοτέλεια της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την οικονομική της βάση και όχι με την ένταση των εθνικιστικών φωνών.

Διευθυντής του European Studies Centre/South East European Studies στο St Antony’s College της Οξφόρδης

Σωτήρης Βαλντέν*

Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός προς όφελος και των δύο χωρών, καθώς και της σταθερότητας στην περιοχή. Η συμφωνία ικανοποιεί ευαισθησίες της ελληνικής πλευράς, ενώ σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα των γειτόνων μας. Απελευθερώνει την εξωτερική και βαλκανική μας πολιτική από ένα μεγάλο βαρίδι και από τα αδιέξοδα στα οποία είχαμε οδηγηθεί τα τελευταία 25 χρόνια.

Η κυβέρνηση ορθότατα αξιοποίησε το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιούργησε η δημοκρατική πολιτική αλλαγή στη γείτονα και η διεθνής συγκυρία. Επέδειξε πολιτικό θάρρος και διαπραγματευτική ικανότητα, για την οποία Τσίπρας και Κοτζιάς αξίζουν συγχαρητήρια. Βέβαια, και στις δύο χώρες απομένει αρκετός δρόμος ως την υλοποίηση της συμφωνίας. Όσον μας αφορά, προέχει τώρα η μάχη ενάντια στους ποικίλης προέλευσης πατριδοκάπηλους που επιδιώκουν την υπονόμευση της συμφωνίας. Θέλω να ελπίζω ότι τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ιδιαίτερα η ΝΔ ελπίζω να εγκαταλείψει το δρόμο του άκρατου λαϊκισμού και της ανευθυνότητας τον οποίο ακολουθεί σήμερα, και πιστεύω πως αυτό επιθυμεί και η πλειοψηφία των φιλελεύθερων οπαδών της. Όσον αφορά τον προοδευτικό χώρο, η στάση των πολιτικών δυνάμεων στο Μακεδονικό υπενθυμίζει πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή προόδου – αντίδρασης και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθούν προοδευτικές συγκλίσεις.

*  Διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

 

Χρήστος Ζιώγας*

Γιατί δεν είναι επωφελής η συμφωνία με τα Σκόπια… Πρώτον, οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία με το γειτονικό κράτος διότι θεωρούσαν επιζήμιο να αναγνωρίσουν μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα, που ήταν και τα δυσκολότερα ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Η παρούσα κυβέρνηση συμφώνησε, υιοθετώντας επί του θέματος τις μειοψηφικές και όχι τις πλειοψηφικές αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Κατά μία έννοια, αναγνωρίζοντας μακεδονική εθνότητα και γλώσσα, αναιρείται ο γεωγραφικός προσδιορισμός ως βασική συνιστώσα της προσπάθειας διευθέτησης, και ο αλυτρωτισμός, ενώ εξαλείφεται από τα θεσμικά κείμενα των Σκοπίων, μελλοντικά δύναται να επανέλθει εξ αυτού του γεγονότος.

Δεύτερον, οι διεθνείς συμφωνίες αντικειμενικό σκοπό έχουν την αμοιβαία δέσμευση των μερών και την κοινή αντίληψή τους επί των συμφωνηθέντων. Οι αρχαίοι έλεγαν: «Σοφόν το σαφές, ου το μη σαφές»! Όλα τα σημεία της συμφωνίας τα οποία δίνουν την δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας, πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Αναμφίβολα, το ζήτημα της ιστορικής κληρονομίας της Μακεδονίας και της μακεδονικής ταυτότητας στη σύγχρονή της διάσταση συνιστούν τέτοια.

Τρίτον, κυνικά αλλά κατά το πλείστον στο διεθνές σύστημα, η Ελλάδα ως ισχυρότερο κράτος δεν μπόρεσε να επιβάλει την επωφελέστερη για την ίδια λύση, μετατρέποντας -κατά τα φαινόμενα- ένα διμερές πρόβλημα σε εσωτερικό. Τέταρτο και συνακόλουθο, το κράτος των Σκοπίων επιθυμεί να γίνει μέλος διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα. Είθισται τα προς ένταξη κράτη να προβαίνουν σε περισσότερες υποχωρήσεις, όχι το αντίστροφο. Πέμπτον, μια συμφωνία δεν πρέπει να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θεωρητικά επιλύει, και η συγκεκριμένη, αν και διευθετεί ορισμένα ζητήματα, ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.

* Μεταδιδακτορικός Ερευνητής και Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Αλέξης Ηρακλείδης*

Η φόρμουλα λύσης που πρόσφατα βρέθηκε στο Μακεδονικό ήταν ανέλπιστη. Η διπλωματική αυτή επιτυχία της Ελλάδας ξεπέρασε κάθε ρεαλιστική ελληνική προσδοκία.

Κατόρθωσε το ακατόρθωτο, όχι μόνο την αλλαγή του ονόματος, αλλά και την εξασφάλιση του erga omnes και την αλλαγή εδαφίων του Συντάγματος. Δεν πρόκειται καν για μια λύση «θετικού αθροίσματος», με δύο κερδισμένους, χωρίς χαμένους, που ήταν το ζητούμενο, αλλά για λύση που γέρνει σαφώς υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ωστόσο, αυτή η ελληνική διπλωματική νίκη ίσως κρύβει, ακριβώς επειδή είναι ετεροβαρής (με νικητή την Ελλάδα), μια αχίλλειο πτέρνα: μπορεί τελικά να μη γίνει αποδεκτή από τους Σλαβομακεδόνες, όσο σημαντικά και να είναι τα «καρότα» (η ένταξη στο ΝΑΤΟ και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ) που χρυσώνουν το επώδυνο γι’ αυτούς χάπι.

*  Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Πωλείται το κτήριο του Γαλλικού Ινστιτούτου | Εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ

Η οικία Εφεσίου αποτελεί το σημαντικότερο και το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του νεοκλασικισμού στην πόλη της Καλαμάτας. Κατά κύριο λόγο η διάκριση αυτή οφείλεται στην πλούσια- και για την περιοχή μοναδική- διακόσμηση των ταβανιών όλου του πρώτου ορόφου και της εισόδου του κλιμακοστασίου με περίτεχνες οροφογραφίες και τοιχογραφίες. Η οικία Εφεσίου, όπως σώζεται, είναι έργο Ιταλού αρχιτέκτονα του τέλους του 19ου αιώνα.

Πηγή: Πωλείται το κτήριο του Γαλλικού Ινστιτούτου | Εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ

Γιώργος Μπουγελέκας: Να συναντηθούμε με τους κατοίκους των πόλεων

Γιώργος Μπουγελέκας

MACRO

Ο Πλούταρχος γράφει πως, όταν ένας στρατιώτης πλησίασε τον Πύρρο για να τον συγχαρεί, αυτός του απάντησε αυτοσαρκαστικά: «Μια ακόμα νίκη επί των Ρωμαίων και θα χαθούμε εντελώς».

Ακούγεται συχνά από μερίδα συντρόφων μας πως το κύριο επίδικο στις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές είναι η πάση θυσία τοποθέτησή μας με την πλευρά των νικητών. Λες και η χωρίς -ελάχιστες έστω- προϋποθέσεις στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ σε οποιονδήποτε νικητή των δημοτικών εκλογών, πού δεν είναι διαπλεκόμενος και ακροδεξιός, θα τον βοηθήσει στη βασική του αποστολή, που είναι να ανακουφίσει τον επί εννέα χρόνια δοκιμαζόμενο από τα Μνημόνια ελληνικό λαό.

Ταυτόχρονα ορισμένες πτυχές της απλής αναλογικής αντιμετωπίζονται από ένα μέρος των αυτοδιοικητικών στελεχών της χώρας -ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση- με δισταγμούς ή και με εχθρότητα, ενώ από άλλους αυτοδιοικητικούς παράγοντες διατυπώνεται η άποψη πως εξίσου δύσκολη θα είναι η πορεία μας χωρίς την απλή αναλογική αντιμετωπίζοντας το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα ως την απόλυτη λύση όλων των προβλημάτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Θα μου επιτρέψετε να πάρω αποστάσεις από αυτές τις απόψεις εστιάζοντας σε δύο σημεία που βρίσκονται -κατά τη γνώμη μου- στην καρδιά της συζήτησης για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τις δημοτικές εκλογές κρατώντας ως δεδομένο πως η απλή αναλογική είναι θεμελιακή αξία του θησαυροφυλακίου της Αριστεράς και πως ο κίνδυνος της ακυβερνησίας στους δήμους και τις Περιφέρειες επισείεται από τους επικριτές της απλής αναλογικής προκειμένου να καλυφθεί η διαιώνιση ενός καθεστώτος ακινησίας, που οδηγεί την Αυτοδιοίκηση στον μαρασμό.

Το πρώτο σημείο σχετίζεται με την αίσθηση ματαίωσης που αισθάνεται το μέλος του ΣΥΡΙΖΑ από τη στιγμή που έχει νιώσει πλέον στο πετσί του πως η γνώμη του δεν μετράει στο κόμμα του και πως κάπου αλλού, έξω από την Ο.Μ. όπου συμμετέχει, λαμβάνονται οι τελικές και καθοριστικές αποφάσεις για τα πιο σοβαρά ζητήματα και μάλιστα στην περίπτωση των αυτοδιοικητικών εκλογών κόντρα και στο -με κόπους κατακτημένο- καταστατικό μας.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να θυμηθούμε τη συγκεκριμένη διατύπωση του 25ου άρθρου του θεμελιακού μας κειμένου: «Η στήριξη και δραστηριοποίηση των μελών του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτοδιοικητικά σχήματα της περιοχής τους αποφασίζεται: για τις δημοτικές κινήσεις, από τη συνέλευση των Ο.Μ. του οικείου δήμου, στην οποία επιπλέον μετέχουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που ανήκουν σε κλαδικές ή θεματικές οργανώσεις και κατοικούν στον οικείο δήμο, καθώς και τα μέλη της Νεολαίας του οικείου δήμου».

Όμως για να υλοποιηθεί η συγκεκριμένη διάταξη -σύμφωνα και με ένα ενδιαφέρον κείμενο πρωτοβουλίας στελεχών μας στη Βόρεια Αθήνα- «το κύριο ζητούμενο για το κόμμα μας σήμερα είναι η λειτουργία των κομματικών οργάνων, τμημάτων και μέσων του κόμματος και όχι η λεγόμενη συνεννόηση και σύμπνοια των τάσεων κεντρικά».

Το δεύτερο σημείο που στη συνέχεια θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι ο δύσκολος δρόμος της συγκροτημένης λειτουργίας των αυτοδιοικητικών κινήσεων, της δραστήριας παρουσίας τους στα αυτοδιοικητικά πράγματα και στην κοινωνία, της καλλιέργειας του προγραμματικού λόγου τους και της αναζήτησης συνεργασιών σε προγραμματική βάση. Ιδιαίτερα μάλιστα πρέπει να μας απασχολεί η κινητοποίηση των ίδιων των πολιτών, μέσα από την κοινή τους δράση, και όχι η εναγώνια αναζήτηση δήθεν ηγετών στην πασαρέλα των λαμπερών υποψηφίων των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Δηλαδή θα έπρεπε πρωτίστως να μας απασχολεί η οδός της ενίσχυσης μέσα στην Αυτοδιοίκηση της αντίληψης που η Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά υιοθετεί, ώστε με τις συνεργασίες και την ενισχυμένη επιρροή της να καταστεί πλειοψηφική η αντίληψή της τόσο στα συμβούλια όσο και στην κοινωνία.

Σοβαρές αποκλίσεις από αυτήν την κατεύθυνση, όπως πρόσφατα έγραψε ο Μπάμπης Γεωργούλας στην εφημερίδα «Εποχή», είναι πολύ πιθανό να δυσφημήσουν ακόμα και την ίδια την απλή αναλογική στα μάτια των κατ’ εξοχήν υποστηρικτών της, δηλαδή στα δικά μας. Κι αυτή θα είναι μια ζημιά διαρκείας.

Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτές τις ξέρες και ας ανοιχτούμε από αύριο στις θάλασσες της κοινωνίας. Ας κρατήσουμε ως εφαλτήριο της προσπάθειάς μας πρωτίστως το έργο των άξιων δημάρχων και περιφερειαρχών που καταφέραμε να εκλέξουμε στις προηγούμενες εκλογές, αλλά και το έργο όσων έμπρακτα μετά το 2014 προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ, στήριξαν τις βασικές του επιλογές, ανακούφισαν τους δημότες τους, συμπεριφέρθηκαν με ανθρωπιά στους πρόσφυγες.

Ας προβάλουμε το σημαντικό έργο όλων αυτών των στελεχών της Αυτοδιοίκησης ως δείγμα γραφής του έργου και εκείνων που επιπλέον θα εκλέξουμε στις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές. Ας συναντηθούμε -έστω και καθυστερημένα- με τους κατοίκους των πόλεων, ας καταγράψουμε τα προβλήματά τους, ας καταστρώσουμε τοπικά προγράμματα, ας ξαναζωντανέψουμε τις δημοτικές μας κινήσεις και με λάβαρο ιδεολογικό, ηθικό και πολιτικό την απλή αναλογική, αλλά και τις αξίες της Αριστεράς, ας δώσουμε με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση και αυτή τη μάχη στο νέο τοπίο που με τόλμη ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ο Γιώργος Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Η Αυγή

 

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό