Ενεργειακή κοινότητα ετοιμάζεται στη Μεσσηνία

Γιώργος Αργυρίου – 29.06.2018

Νέους δρόμους ανοίγει η Ένωση Μεσσηνίας, που δείχνει αποφασισμένη να μείνει πρωτοπόρος στις εξελίξεις. Με δεδομένο ότι πλέον ο νόμος για τις ενεργειακές κοινότητες δίνει τη δυνατότητα να μειωθεί το κόστος καλλιέργειας μέσα από τη μείωση του κόστους ενέργειας, η Ένωση Μεσσηνίας κινείται με ταχύτατους ρυθμούς για την ίδρυση μίας ενεργειακής κοινότητας, στην οποία θα συμμετέχουν δήμοι της Μεσσηνίας, συνεταιρισμοί, αλλά και απλοί παραγωγοί.

Όπως τονίζει ο Γιάννης Πάζιος, αναπληρωτής διευθυντής της Ένωσης Μεσσηνίας: «Έχουμε ξεκινήσει όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για τη δημιουργία της ενεργειακής κοινότητας υπό τη μορφή αστικού συνεταιρισμού, που θα έχει σκοπό την προώθηση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, της καινοτομίας στον ενεργειακό τομέα, την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας, αλλά και την προαγωγή της ενεργειακής αειφορίας».

Η πρώτη συζήτηση για τη δημιουργία της κοινότητας με τη συμμετοχή του Δήμου Καλαμάτας έχει ξεκινήσει, αλλά στόχος είναι να ενταχθούν όλοι οι δήμοι μέχρι το τέλος του χρόνου. «Η ολοκλήρωση αυτής της ενέργειας θα περάσει την Ένωση Μεσσηνίας σε μία νέα εποχή, αφού αν βάλουμε τα κομμάτια της συμβουλευτικής έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα από τις υπηρεσίες του gaiasense και προσθέσουμε το σκέλος της ενεργειακής κοινότητας, τότε περνάμε σε έναν νέο ρόλο των συνεταιρισμών, καθώς μπαίνουμε πλέον ουσιαστικά μέσα στην παραγωγή», εξηγεί ο κ. Πάζιος.

Βάζοντας τάξη στην πολεοδομική αταξία

Το νέο Προεδρικό Διάταγμα με τις κατηγορίες και το περιεχόμενο χρήσεων Γης – Νέοι κανόνες στην οργάνωση και τη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών, φραγμοί στην οικοπεδοποίηση της γεωργικής γης * Η μόνιμη κατοικία υπό όρους μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματική στέγη για γιατρούς δικηγόρους, μηχανικούς κ.ά.

Νέους κανόνες, στην οργάνωση και τη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών, αλλά και στην προστασία του εξωστικού χώρου με αιχμή τη διαφύλαξη της γεωργικής γης, θεσπίζει το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος «Κατηγορίες και περιεχόμενο χρήσεων γης», το οποίο υπέγραψε ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος Γ. Σταθάκης.

Έχει ήδη αποσταλεί προς έγκριση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, άρα επίκειται η θεσμοθέτησή του. Το σχέδιο δόθηκε για διαβούλευση στις 28 Φεβρουαρίου πέρυσι, ενώ ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας του περιεχομένου του από το Ε’ τμήμα του ΣτΕ ολοκληρώθηκε φέτος τον Μάρτιο με την 37/2018 γνωμοδότησή του μετά από τέσσερις συνεδριάσεις (30 Ιουνίου, 24 Σεπτεμβρίου, 13 Οκτωβρίου 2017, 11 Ιανουαρίου 2018).

Με τις διατάξεις του το σχέδιο Π.Δ. επαναφέρει το περιεχόμενο του πολεοδομικού σχεδιασμού, το οποίο είχε καταργηθεί με νόμο το 2014, καθώς ανέτρεπε οριζόντια θεσμοθετημένες χρήσεις γης και φόρτωνε περιοχές κατοικίας με πλήθος ασύμβατων και επιβαρυντικών χρήσεων εντείνοντας τις δυσλειτουργίες πόλεων και οικισμών. Οι ρυθμίσεις αυτές από την άνοιξη του 2016 αποτελούν παρελθόν. Έκτοτε ίσχυε το Διάταγμα χρήσεων γης του 1987.

Το νέο Π.Δ. βασίζεται σε αυτό, το επικαιροποιεί και το εμπλουτίζει. Οι γενικές κατηγορίες χρήσεων γης σύμφωνα με τη χωρική τους λειτουργία αυξάνονται σε 13 από 9 με την προσθήκη τεσσάρων νέων κατηγοριών (τεχνόπολις – τεχνολογικό πάρκο, εγκαταστάσεις αστικών υποδομών κοινής ωφέλειας, Ειδικές χρήσεις, Αγροτική χρήση). Αυτές εξειδικεύονται και συμπληρώνονται με άλλες 47 τον αριθμό ειδικές κατηγορίες χρήσεων συνοδεία των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων, λειτουργιών, εγκαταστάσεων και υποδομών με τις περαιτέρω υποδιαιρέσεις τους.

Ενδεικτικά στις νέες ειδικές χρήσεις μεταξύ άλλων ανήκουν: Οι εγκαταστάσεις προσωρινής υποδοχής και φιλοξενίας μεταναστών / προσφύγων και ευάλωτων ομάδων, τα πράσινα σημεία (μικρά και μεγάλα), οι γωνιές ανακύκλωσης για την εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων, η αστική γεωργία – λαχανόκηποι που επιτρέπουν την καλλιέργεια στις πόλεις γεωργικών προϊόντων για ατομική κατανάλωση, το πολυλειτουργικό αγρόκτημα στον αγροτικό χώρο, γραφεία – κέντρα έρευνας / θερμοκοιτίδες επιχειρήσεων, κέντρα αποτέφρωσης νεκρών κ.ο.κ.

Περιοχές κατοικίας

Η χρήση «κατοικία» διακρίνεται σε αμιγή και γενική όπως και πριν. Κατ’ εξαίρεση χώροι της κατοικίας επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται και ως επαγγελματική στέγη για γιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς, λογιστές κ.ά. εφόσον επιτρέπεται από τον κανονισμό του κτηρίου και βρίσκεται «εντός της μόνιμης κατοικίας αυτού που ασκεί το ελεύθερο επάγγελμα».

Στις περιοχές αμιγούς κατοικίας επιτρέπονται: κοινωνική πρόνοια τοπικής κλίμακας, σχολεία, μικρές αθλητικές εγκαταστάσεις, πολιτιστικές έως 200 τ.μ., θρησκευτικοί χώροι καθορισμένοι από το ρυμοτομικό, μονάδες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, εμπορικά καταστήματα μέγιστης επιφάνειας ανά οικόπεδο 150 τ.μ., φούρνοι έως 150 τ.μ. Επίσης τουριστικά καταλύματα έως 30 κλινών, γωνιές ανακύκλωσης και αστική γεωργία – λαχανόκηποι

Η γενική κατοικία, η πλειονότητα των αστικών περιοχών, παραμένει φορτωμένη με πλήθος εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων, αν και τίθενται περιορισμοί. Μεταξύ άλλων, κτήρια ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης μέχρι 1.500 τ.μ., γραφεία – κέντρα έρευνας, πολιτιστικές εγκαταστάσεις έως 1.200 τ.μ., υπεραγορές τροφίμων μέχρι 1.500 τ.μ., εστίαση έως 300 τ.μ., αναψυκτήρια έως 200 τ.μ., τουριστικά καταλύματα έως 150 κλίνες, αποθήκες χαμηλής όχλησης έως 400 τ.μ., όπως και επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης της ίδιας επιφάνειας δόμησης, ΚΤΕΟ – ΙΚΤΕΟ κ.ά.

Μπορεί να χωροθετηθούν εγκαταστάσεις προσωρινής υποδοχής και φιλοξενίας μεταναστών – προσφύγων και ευάλωτων ομάδων μέχρι 300 ατόμων. Η εγκατάσταση νέων πρατηρίων υγρών καυσίμων σε συνδυασμό με άλλες λειτουργίες (γκαράζ, πλυντήριο, λιπαντήριο κ.ά.) επιτρέπεται μόνο εφόσον αποτελεί μοναδική χρήση του οικοπέδου. Επιτρέπονται ακόμη οι εγκαταστάσεις μέσων μαζικής μεταφοράς με καθορισμένη θέση από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό. Η χωροθέτηση «φρουτακίων» και κουλοχέρηδων ή αλλιώς «χώρων διεξαγωγής τεχνικών – ψυχαγωγικών και τυχερών παιγνίων» γίνεται χωρίς κανέναν περιορισμό και καμία προϋπόθεση.

Οι περιοχές πολεοδομικού κέντρου – κεντρικές λειτουργίες πόλης, εκτός από κατοικία και κοινωνική πρόνοια, μπορούν να δεχθούν, μεταξύ άλλων, χρήσεις εκπαίδευσης, περίθαλψης, διοίκησης κέντρα έρευνας – θερμοκοιτίδες επιχειρήσεων, τράπεζες, ξενοδοχεία, συνεδριακά κέντρα, αναψυκτήρια. Επίσης, ΚΤΕΟ – ΙΚΤΕΟ και χώρους ψυχαγωγικών και τυχερών παιγνίων. Στις δύο παραπάνω κατηγορίες φαρμακαποθήκες άνω των 1.500 τ.μ., αν λειτουργούν νομίμως, συνεχίζουν.

Γεωργική γη

Στη νεοεισαχθείσα «αγροτική χρήση», σε περιοχές που περιλαμβάνουν εκτάσεις γεωργικής γης επιτρέπεται η κατοικία μόνο για την εξυπηρέτηση της αγροτικής χρήσης, τουριστικά καταλύματα έως 30 κλίνες, βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις χαμηλής και μέσης όχλησης για συσκευασία και μεταποίηση τοπικών αγροτικών προϊόντων. Ακόμη αγροτικές εκμεταλλεύσεις – εγκαταστάσεις (π.χ. αποθήκες, αντλητικές εγκαταστάσεις, κτηνοτροφικές – πτηνοτροφικές, πολυλειτουργικό αγρόκτημα), γωνιές ανακύκλωσης και μικρά πράσινα σημεία, εγκαταστάσεις ΑΠΕ.

Γίνεται δε ιδιαίτερη αναφορά στην προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, στην οποία δεν επιτρέπονται άλλες χρήσεις πλην της αγροτικής δραστηριότητας, «εκτός αν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και είναι σύμφωνες με τις κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού».

Μεταβατικές διατάξεις

Ως γενικός κανόνας (άρθρο 17) ορίζεται ότι κατά την άσκηση του πολεοδομικού σχεδιασμού και τον καθορισμό των γενικών κατηγοριών χρήσεων γης μπορεί να απαγορεύονται ή να επιτρέπονται μόνο υπό όρους, περιορισμούς ή προϋποθέσεις ορισμένες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων που κατ’ αρχάς επιτρέπονται σε αυτές σύμφωνα με το Π.Δ.

Η απαγόρευση και οι περιορισμοί μπορούν να εφαρμοστούν και σε τμήματα οικοδομικών τετραγώνων ή οικοπέδων ή και ορόφους κτηρίων. Κατά το Π.Δ. οι εγκαταστάσεις μέσων μαζικής μεταφοράς μπορούν να χωροθετούνται σε όλες τις κατηγορίες χρήσεων γης ανάλογα με τις ανάγκες του σχεδιασμού.

Από τη δημοσίευσή του, η έγκριση ή η αναθεώρηση των εγκεκριμένων Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, Σχεδίων Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ), Τοπικών Χωρικών Σχεδίων κ.λπ. θα γίνεται με τους νέους κανόνες, εκτός αν έχει προηγηθεί γνωμοδότηση του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) / Συμβούλιο Μητροπολιτικού Σχεδιασμού. Η κατασκευή δεξαμενών νερού, μονάδων αφαλάτωσης και λιμνοδεξαμενών επιτρέπεται εφόσον προβλέπεται από το τοπικό χωρικό σχέδιο η τα πολεοδομικά σχέδια εφαρμογής.

Της Λούλης Σταυρογιάννη
l.stayrogianni@avgi.gr

Σταυρογιάννη Λούλη

Συμφωνία των Πρεσπών: ένα διεθνές γεγονός μακράς διάρκειας;

Χριστόπουλος Δημήτρης 
Ο ανομολόγητος αντίλογος: μακεδονικά φαντάσματα
Πέραν όμως των παραπάνω, μπορεί να υπάρξει ουσιώδης, απροσχημάτιστος αντίλογος στη συμφωνία; Ναι, αλλά είναι δύσκολο να διατυπωθεί ρητά, διότι ακουμπά πολύ ευαίσθητες χορδές. Ενας τέτοιος αντίλογος θα υποστήριζε τα εξής:
Η Ελλάδα από το 1913 που προσάρτησε τις Νέες Χώρες βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μακεδονική εθνοτική ποικιλία. Στη μακεδονική ενδοχώρα υπήρχε σλαβόφωνος πληθυσμός που δεν ήθελε να προσεταιριστεί τη Βουλγαρία και την Εκκλησία της, καθώς ένιωθε πίστη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως: «Δεν θέλουν να ‘ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»» έγραφε το 1924 ο Στράτης Μυριβήλης. Το μακεδονικό τοπωνύμιο γίνεται σταδιακά εθνοτικός προσδιορισμός. Η Ελλάδα την εποχή εκείνη, ανακουφισμένη μάλλον, έβλεπε την αναδυόμενη ταυτότητα να αδυνατίζει τη βουλγαρική επιρροή στην περιοχή, που  εκλαμβάνεται ως η βασική απειλή.
Υστερα από μια περίοδο ανοχής στον Μεσοπόλεμο, υπό το καθεστώς εποπτείας της Κοινωνίας των Εθνών, η Ελλάδα περνά στην αντεπίθεση από το 1936. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ξεκίνησε μια εκστρατεία βίαιης γλωσσικής αφομοίωσης των σλαβόφωνων Μακεδόνων. Αν ξεχνούσαν αυτό που τους έκανε διαφορετικούς – τη γλώσσα τους -, θα μπορούσαν να γίνουν «άξιοι Ελληνες». Η ελληνική περιπέτεια της δεκαετίας του ’40 έφερε μεγάλες περιπλοκές, καθώς ένα μείζον τμήμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων στράφηκε προς την πλευρά του ΕΛΑΣ και κατόπιν του Δημοκρατικού Στρατού, βλέποντας στο πρόγραμμα του ΚΚΕ τη δυνατότητα γλωσσικής, ακόμα και εθνικής αποκατάστασης. Η ήττα του Εμφυλίου για εκείνους δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά και η ταφόπλακα των όποιων εθνοτικών διεκδικήσεών τους. Μετά, προσφυγιά χωρίς επιστροφή. Μέχρι και το ΠαΣοΚ, το 1982, αποδέχεται τον επαναπατρισμό μόνο «των Ελλήνων το γένος» πολιτικών προσφύγων, εξαιρώντας δηλαδή τους Σλαβομακεδόνες.
Από αυτούς «γλιτώσαμε»…
Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, το «ιδίωμά» τους γίνεται το απόλυτο μίασμα. Οι πρώτοι τρόφιμοι των εγκαταλελειμμένων ιταλικών εγκαταστάσεων οι οποίες αργότερα έγιναν το ψυχιατρικό κολαστήριο της Λέρου ήταν τα παιδιά των σλαβομακεδόνων προσφύγων που έμειναν πίσω και έπρεπε να «αναμορφωθούν». Η γλώσσα απαγορεύθηκε, τα πανηγύρια σίγησαν και κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μάθαμε για τα «χάλκινα» από το «Παραδέχτηκα» της Αλκηστης Πρωτοψάλτη, σε μουσική του Μπρέγκοβιτς. Χωρίς όμως ποτέ να καλοσκεφτούμε γιατί τα τραγούδια αυτά δεν είχαν στίχους: πολύ απλά, γιατί οι λέξεις απαγορεύονταν.
Οι ομιλητές συρρικνώθηκαν δραστικά. Η ελληνική πολιτική ήταν βίαιη, αλλά και αποτελεσματική. «Δεν είναι για να είμαστε και περήφανοι μ’ αυτά που τους κάναμε, αλλά για καλό τους τα κάναμε. Αλλιώς ούτε η Ελλάδα θα γίνονταν κράτος, ούτε αυτοί άνθρωποι» μου έλεγε ένας, γέροντας πλέον, δάσκαλος που μετατέθηκε στην ερειπωμένη Πρέσπα στα μέσα της δεκαετίας του ’50.
Και σήμερα; Τρεις γενιές μαστίγιο προκειμένου να σιγήσει η ντοπιολαλιά και να φτάσει η χώρα να αναγνωρίσει «μακεδονική γλώσσα» στους Ψαράδες; Εκεί που, μέχρι λίγα χρόνια πριν, οι ντόπιοι την ψιθύριζαν από τον φόβο να μην ακουστούν στους ξένους και στις Αρχές; Εκεί που 70 χρόνια πιο πίσω πήραν τον δρόμο του φευγιού οι Σλαβομακεδόνες ηττημένοι, μετά την τελευταία ακτίφ του ΚΚΕ στον Εμφύλιο;
Μήπως τελικά τα μακεδονικά φαντάσματα παραμονεύουν στα φαινομενικά ήρεμα νερά των Πρεσπών; Μήπως λοιπόν καλές οι φιέστες αλλά το υπέδαφος είναι επικίνδυνο;
Αλυτρωτισμός;
Τα κράτη δεν ασκούν πολιτικές καταναγκασμού στις μειονότητες επειδή είναι διεστραμμένα. Το κάνουν επειδή υπηρετούν το πρόγραμμα της εθνικής ομογενοποίησης, στο όνομα της ασφάλειάς τους. Αυτό έκανε και η Ελλάδα (όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη) στη μακεδονική ενδοχώρα. Και εκεί που φαινόταν πως η δουλειά είχε γίνει – ξάφνου – η Γιουγκοσλαβία διαλύεται και το 1991 η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανεξαρτητοποιείται με τη νέα συνταγματική  της ονομασία. Το «ανύπαρκτο» έγινε υπαρκτό. Και τι υπαρκτό! Κράτος! Ο κραδασμός είναι μεγάλος. Η Ελλάδα δεν μπορεί να το χωνέψει και αρνείται την αναγνώριση της γειτονικής της Δημοκρατίας, καθώς το «όνομα είναι το όχημα του αλυτρωτισμού».
Υπάρχει λοιπόν ζήτημα αλυτρωτισμού σήμερα; Και αν ναι, σε τι βαθμό σχετίζεται με το «όνομα», όπως εμμονικά υποστηρίζεται στη χώρα μας; Για να υπάρχει αλυτρωτισμός, πρέπει να υπάρχει μειονότητα που να τον στηρίζει. Κι όμως, στην Ελλάδα επισήμως «δεν υπάρχουν μειονότητες» και όλα τα παραπάνω σχετικά με τους σλαβόφωνους Μακεδόνες είναι στη σφαίρα του ανομολόγητου. Εδώ λοιπόν έχουμε έναν αλυτρωτισμό χωρίς πολιτικό υποκείμενο. Φοβούμαστε τον αλυτρωτισμό των «ανύπαρκτων»… Αλλο όμως λοιπόν τι δημοσίως μολογάμε κι άλλο τι – ξέρουμε ότι – μας συμβαίνει. Το ερώτημα λοιπόν τίθεται αλλιώς: Επιθυμούν οι σλαβόφωνοι μακεδόνες συμπολίτες μας να εγείρουν αλυτρωτικούς ισχυρισμούς σε βάρος της Ελλάδας; Σε τελευταία ανάλυση, είναι κάτι το οποίο είναι σε θέση να το ισχυριστεί σοβαρά μια αποδεκατισμένη και κατακερματισμένη κοινότητα;
Η απάντηση είναι ένα ξερό «όχι». Οχι. Ούτε το θέλει ούτε το μπορεί. Υστερα από τα τόσα που τράβηξαν οι άνθρωποι στην περιοχή, άλλους μπελάδες δεν θέλουν. Γνωρίζω καλά τον τόπο και τους ανθρώπους του, τριάντα χρόνια τώρα, αλυτρωτισμό δεν έχω δει. Εχω δει, σε διάφορες διαβαθμίσεις και ένταση, βούληση για ελεύθερη έκφραση στη γλώσσα, παραδόσεις, σεβασμό στη μνήμη, έθιμα ελεύθερα και λοιπά. Αλυτρωτισμό όμως όχι.
Μπορεί όμως να διερωτηθεί κανείς: Μήπως όμως ζήτημα αλυτρωτισμού θα τεθεί πλέον σήμερα, μετά την αναγνώριση μακεδονικής γλώσσας και ιθαγένειας από τη χώρα μας στους γείτονες;
Το πρώτο που θα απαντούσα εδώ είναι πως η μη αναγνώριση μιας ταυτότητας από ένα κράτος δεν την καθιστά αόρατη γενικώς. Επομένως, αν αλυτρωτισμός υπάρχει, αυτός υφίσταται και ανεξάρτητα από το αν η Ελλάδα αναγνωρίσει ή όχι το όνομά του. Το δεύτερο που θα απαντούσα είναι πως η έκφραση μιας γλωσσικής ετερότητας, μιας άλλης μητρικής γλώσσας, δεν είναι αφ’ εαυτής αλυτρωτισμός ούτε μειονοτικός εθνικισμός.
Κάποιοι σλαβόφωνοι συμπολίτες μας, μετά τη συμφωνία, θα ένιωσαν ένα αίσθημα αναγνώρισης, μια ζωογόνα αύρα ότι μια νέα, πιο ελπιδοφόρα  εποχή αρχίζει. Ευκαιρία εθνικής λύτρωσης όμως δεν είδε κανείς. Ούτε πρόκειται. Αλλο η ικανοποίηση για τη στιγμή της αναγνώρισης ύστερα από τρεις γενιές απαξίωσης κι άλλο η αφύπνιση των απωθημένων 70 ετών καταστολής.
Κοινώς, άλλο να αγαπάς την ταυτότητά σου κι άλλο να αποστρέφεσαι την ταυτότητα των άλλων. Ας μην τα μπλέκουμε, είναι πολύ διαφορετικά. Συμφιλιώνοντάς μας με αυτό, η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να γίνει διεθνές γεγονός μακράς διάρκειας για την Ευρώπη ολόκληρη.
Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

«Μακεδονικό» και Αριστερά

Η επιλογή «καταψηφίζω τη συμφωνία γιατί δεν θέλω την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ» είναι προβληματική ως θέση αρχής γιατί κλείνει τα μάτια στο ζήτημα των εθνικισμών. Το να ηττηθούν οι εθνικισμοί και στις δυο μεριές, μόνο κέρδος μπορεί να είναι για τους δυο λαούς και για τους συσχετισμούς δύναμης στις δύο χώρες

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Τόσο το ΚΚΕ όσο και μια σειρά από άλλες οργανώσεις και ομάδες της Αριστεράς έχουν τοποθετηθεί εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών με το επιχείρημα ότι η λύση του ονοματολογικού εξυπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά σχέδια που θέλουν να εντάξουν την ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, δεν έχει καμία σημασία ούτε η εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες ούτε και η στρατηγική ήττα του σοβινισμού, που κρατάει το θέμα ανοιχτό εδώ και 25 χρόνια.

Μια τέτοια τοποθέτηση είναι πιο “εύκολη” από όσο δείχνει η βαριά καταγγελτική ρητορική της: σχετίζεται περισσότερο με την εσωτερική πολιτική κατανάλωση παρά με κάποια αντιιμπεριαλιστική στρατηγική στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Το πρόβλημα είναι ότι, έτσι, εγκαταλείπεται μια συνεπής διεθνιστική στάση που κράτησε όλος ο χώρος της Αριστεράς στο ζήτημα του “Μακεδονικού” κατά τη διάρκεια των 25 αυτών χρόνων.

Ενσωματώνοντας τη δεξιά ρητορική περί “αλυτρωτισμού”

Αν υποθέσουμε ότι η αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού είναι πιο σημαντικός στόχος από το να ηττηθεί ο σοβινισμός και να εξομαλυνθούν οι σχέσεις ανάμεσα σε δύο λαούς, τότε κάθε άλλη κριτική επί του περιεχομένου της συμφωνίας, περιττεύει. Οποιαδήποτε συμφωνία, όσο δίκαιη και καλή και αν είναι, πρέπει να καταψηφιστεί.

Συνεπώς τα περί αλυτρωτισμού, αναγνώρισης γλώσσας, εθνότητας κ.λπ., δεν είναι αναγκαία πουθενά σε αυτή την ανάλυση. Αυτοί, όμως, που επί 25 χρόνια κινούνταν για το «Μακεδονικό» στη λογική της σημερινής συμφωνίας πρέπει να εξηγήσουν γιατί σήμερα αλλάζουν τη στάση τους. Και έτσι ανακαλύπτουν το ζήτημα της γλώσσας και της εθνικότητας καταφεύγοντας στη βασική επιχειρηματολογία της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς.

Τα επιχειρήματα περί αλυτρωτισμού θα μπορούσαν να σταθούν αν κάποιοι πίστευαν σοβαρά ότι ο μακεδονικός σοβινισμός είναι όχημα εξυπηρέτησης των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων. Αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε για αστείο. Στην ΠΓΔΜ το σοβινιστικό – αλυτρωτικό μπλοκ (το οποίο κατά τα λοιπά δεν έχει κανένα πρόβλημα με την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.) δίνει μάχη κατά της συμφωνίας – και, κατά συνέπεια, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις.

Αντίθετα τη συμφωνία υποστηρίζουν οι μετριοπαθείς, οι οποίοι στο εσωτερικό της χώρας τους δέχονται επιθέσεις κατηγορούμενοι για “μειοδοσία” και “ενδοτισμό”. Πώς λοιπόν η συμφωνία ενδίδει σε αλυτρωτικές πιέσεις της γειτονικής χώρας; Εκτός αν ονομάζουμε “αλυτρωτισμό” κάθε δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των γειτόνων μας, όπως ακριβώς κάνει η δεξιά εθνικιστική προπαγάνδα.

Από αριστερούς ανθρώπους όμως, αυτή είναι μια στάση προβληματική και ανιστόρητη. Απέναντι σε τέτοιες αντιλήψεις η Αριστερά όφειλε να έχει σταθερό και αταλάντευτο μέτωπο, και όχι να τις ενσωματώνει στη ρητορική της.

Πώς προωθούνται και πώς αποτρέπονται τα ιμπεριαλιστικά σχέδια;

Ένα άλλο προβληματικό σημείο είναι το εξής: Αν ο ιμπεριαλισμός επείγεται τόσο πολύ να λύσει το θέμα, γιατί δεν το λύνει με πιο συνοπτικές διαδικασίες; Γιατί περιμένει 25 χρόνια να ωριμάσουν οι διαπραγματεύσεις του ΟΗΕ και να δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες στις δυο χώρες; Και γιατί επιβάλλει μια διαδικασία η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί σε μία από τις δύο χώρες;

Δεν μας έχει συνηθίσει ο ιμπεριαλισμός σε τόσο χαλαρούς, ανεκτικούς και δημοκρατικούς ρυθμούς, όταν σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους ξεκίνησε πόλεμο στην περιοχή για να υπηρετήσει τους σχεδιασμούς του. Συνεπώς η ανάλυση εδώ έχει πρόβλημα. Αυτό που θα εξηγούσε κάπως καλύτερα την κατάσταση είναι ότι, πέραν του ιμπεριαλισμού, η ίδια η ΠΓΔΜ ιεραρχεί πλέον ψηλότερα την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. σε σχέση με τις διαφορές για το ονοματολογικό, θεωρώντας, προφανώς, ότι έτσι εδραιώνει την εσωτερική της σταθερότητα.

Αυτή η μεταβολή ήταν που επιτάχυνε τις εξελίξεις. Κατά συνέπεια μοναδική στρατηγική για την αποτροπή των ιμπεριαλιστικών σχεδίων είναι η αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών στην ΠΓΔΜ. Διότι, αν οι συσχετισμοί στην ΠΓΔΜ ευνοούν την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και το ΝΑΤΟ θέλει να εντάξει την ΠΓΔΜ, είτε καταψηφίσουμε εμείς τη συμφωνία είτε όχι, η ένταξη θα προχωρήσει έτσι κι αλλιώς.

Ενδιαφέρει την Αριστερά η ήττα των εθνικισμών;

Υπό την έννοια αυτή, η καταψήφιση της συμφωνίας από τα αριστερά έχει μόνο συμβολικό νόημα. “Ψηφίζουμε εναντίον επειδή ο ιμπεριαλισμός θέλει να ψηφίσουμε υπέρ”. Θεμιτό. Ας δούμε όμως τι άλλες επιπτώσεις έχει μια τέτοια στάση. Πρώτον, ενισχύει το σοβινιστικό μπλοκ στη γειτονική χώρα. Και επομένως κάνει ευκολότερη την χειραγώγηση και τον αποπροσανατολισμό του λαού της ΠΓΔΜ, χωρίς, όπως είπαμε μόλις πιο πριν, να αποτρέπει την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ. Δεύτερον και πιο σοβαρό: ενισχύει αντικειμενικά το εθνικολαϊκιστικό μπλοκ της Λαϊκής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα, που σε αυτό το ζήτημα είναι τόσο ηγεμονικό, ώστε να σέρνει πίσω του την ηγεσία της Ν.Δ. και σχεδόν ολόκληρο το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Το μέτωπο αυτό έχει μια μακρά παράδοση στο «Μακεδονικό», έχει κατηγορήσει την Αριστερά για προδοσίες, προβάλλεται κατά κόρον από τα κανάλια για πολιτικούς και τηλεοπτικούς λόγους και αναπόφευκτα δίνει τον τόνο στην επιχειρηματολογία. Αυτό βέβαια δεν είναι λόγος να μην διατυπωθεί μια οποιαδήποτε θέση εναντίον της συμφωνίας από την Αριστερά.

Αλλά πρέπει να είμαστε καθαροί: Όποιος αριστερός νομίζει ότι η στάση κατά της συμφωνίας θα τον φέρει σε επαφή με τον απλό λαϊκό και ακατέργαστο κόσμο του εθνικολαϊκιστικού μπλοκ και, άρα, να του εξασφαλίσει και καμιά ψήφο, σκέφτεται με τερατωδώς οπορτουνιστικό τρόπο και διαπράττει τεράστιο πολιτικό και ιδεολογικό λάθος.

Ο “αντιιμπεριαλισμός” ως τακτικισμός

Συνεπώς η επιλογή «καταψηφίζω τη συμφωνία γιατί δεν θέλω την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ» είναι προβληματική ως θέση αρχής γιατί κλείνει τα μάτια στο ζήτημα των εθνικισμών. Το να ηττηθούν οι εθνικισμοί και στις δυο μεριές, μόνο κέρδος μπορεί να είναι για τους δυο λαούς και για τους συσχετισμούς δύναμης στις δύο χώρες.

Μπορείς πάντα να αντιτεθείς στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά να στηρίξεις τη συμφωνία, όπως κάνουν οι δυνάμεις στης Αριστεράς στην ΠΓΔΜ. Στην Ελλάδα, όμως, οι αριστεροί που αντιτίθενται στη συμφωνία δεν ενδιαφέρονται για τόσο σύνθετες αναλύσεις.

Αυτό που τους νοιάζει είναι να μην αθροίσουν τις ψήφους τους με την κυβέρνηση την ώρα που η υπόλοιπη αντιπολίτευση της επιτίθεται με λύσσα. Γιατί αυτό μπορεί να παρεξηγηθεί μέσα και έξω από τις γραμμές τους. Και έτσι επιλέγουν την ασφάλεια της άρνησης και τον τακτικισμό και βγάζουν την ουρά τους απέξω. Ακόμα κι αν, για να το πετύχουν, χρειάζεται να πετάξουν στα σκουπίδια τίμιες και καθαρές αριστερές θέσεις 25 χρόνων.

Μαδώντας τη μαργαρίτα για τον ΣΥΡΙΖΑ

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα;

«Οχι», λένε οι εγχώριοι οπαδοί της σοσιαλδημοκρατίας και το σχήμα που ανήκει σ’ αυτόν τον χώρο, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Απαιτείται -αναφέρουν- πριν από οποιαδήποτε συζήτηση να ζητήσει συγγνώμη, να ταπεινωθεί πολιτικά, να συντριβεί εκλογικά και ύστερα βλέπουμε.

«Βεβαίως» και μπορεί να μετεξελιχθεί, αντιγυρίζουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, και γι’ αυτό καλούν τον Αλέξη Τσίπρα στις συνόδους τους, του προσφέρουν βήμα για να καταθέσει τις απόψεις του, τον τοποθετούν σε περίοπτη θέση στις οικογενειακές φωτογραφίες μετά τη λήξη των συνεδριάσεων και τον αποθεώνουν για τις επιδόσεις του στην οικονομία και την τόλμη του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Αλλά για ποια σοσιαλδημοκρατία μιλάμε σήμερα;

Είναι ελκυστικός προορισμός για ένα κόμμα της Αριστεράς, μεταρρυθμιστικής ή ριζοσπαστικής;

Σε ποιο ιδεολογικό ρεύμα ανήκουν τα κόμματα που δηλώνουν ότι έχουν σημείο αναφοράς τους τη σοσιαλδημοκρατία;

Έχει καμιά σχέση η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία με τη σοσιαλδημοκρατία του Κάουτσκι;

Έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία του Βίλι Μπραντ, του Μπρούνο Κράισκι, του Ούλοφ Πάλμε; Αυτές τις περιόδους η σημερινή σοσιαλδημοκρατία τις έχει απωθήσει, ενδεχομένως και να τις έχει διαγράψει.

Εχει όμως σχέση και μάλιστα πολύ στενή με τη σοσιαλδημοκρατία του Τόνι Μπλερ, του μοιραίου για τη σοσιαλδημοκρατία πολιτικού που οδήγησε το Εργατικό Κόμμα στην πλήρη μετάλλαξή του και επηρέασε τα άλλα κόμματα στην Ευρώπη, τα οποία έσπευσαν (σαν έτοιμα από καιρό) να εφαρμόσουν πολιτικές που θα ζήλευαν τα συντηρητικά κόμματα.

Υπηρετώντας με θρησκευτική ευλάβεια τη θατσερική άποψη, «δεν υπάρχει εναλλακτική», συνθηκολόγησαν χωρίς να προβάλουν την παραμικρή αντίσταση, χωρίς να δώσουν μάχη ούτε καν για τα προσχήματα. Την υιοθέτηση άλλωστε του μοντέλου του τρίτου δρόμου (που δεν ήταν καθόλου τρίτος) πληρώνουν σήμερα τα κόμματά της.

Η εικόνα είναι απογοητευτική. Θα έλεγα, αποκρουστική. Τι θυμίζει η ιταλική σοσιαλδημοκρατία; Σκορποχώρι. Πού είναι η γαλλική σοσιαλδημοκρατία; Εξαφανισμένη. Την ψάχνουν με το μικροσκόπιο. Τι κάνει το πιο ιστορικό κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, το SPD; Συμμετέχει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού και απλώς παρακολουθεί τη διένεξη ανάμεσα στη Μέρκελ και τους Χριστιανοκοινωνιστές.

Επί της ουσίας, είναι ένα κόμμα που δεν του αρέσει να κάνει αντιπολίτευση («άχαρο πράγμα η αντιπολίτευση», είχε δηλώσει κορυφαίο στέλεχός του πριν από τις εκλογές), έχει εγκαταλείψει τις ιδρυτικές αρχές του και μπαίνει στις κυβερνήσεις συνασπισμού για να επιβιώνει. Κυρίως για να παίρνει ένα μερίδιο εξουσίας προκειμένου να βολεύει τα στελέχη του.

Το τίμημα για τους αλλεπάλληλους οπορτουνισμούς του είναι η μείωση της εκλογικής επιρροής του -στις τελευταίες δημοσκοπήσεις τερματίζει τρίτο και καταϊδρωμένο. Οπότε το εισαγωγικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σαν αυτά που υπάρχουν σήμερα;» Αν θέλει να έχει την τύχη τους, ας γίνει.

Ανάγωγα

«Είμαστε αρκετά ισχυροί για να ενισχύσουμε την οικονομική ανάπτυξη στις χώρες προέλευσης αυτών των ανθρώπων, δηλαδή στην Αφρική; Είμαστε σε θέση να τερματίσουμε τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία; Μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο στους προσφυγικούς καταυλισμούς που βρίσκονται κοντά στις χώρες προέλευσης;

Κανείς δεν εγκαταλείπει την πατρίδα του χωρίς λόγο. Και ένα ακόμη ερώτημα: Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ενιαίες διαδικασίες για όλη την Ευρώπη;». Κρίσιμα ερωτήματα. Βρίσκονται στο μυαλό κάθε ανθρώπου. Με τη διαφορά ότι τα διατυπώνει η επικεφαλής της ισχυρότερης χώρας της Ευρώπης, η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ. Δουλειά της όμως είναι να απαντάει, όχι να ρωτάει…

Τάσος Παππάς

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Η αυτοκτονία του δήμου

"H αυτοκτονία του δήμου" αναλύει την ιστορική διαδρομή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, από το θρίαμβο ως την κατάλυσή της.

Η αυτοκτονία του δήμου -Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

Η αυτοκτονία του δήμου -Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

Η αυτοκτονία του δήμου -Νίκος Αλεβιζάτος

Η αυτοκτονία του δήμου -Μιχάλης Τσαπόγας

Η αυτοκτονία του δήμου -Σία Αναγνωστοπούλου

Η αυτοκτονία του δήμου

Πολιτική κρίση και συνταγματικός λόγος στη Βαϊμάρη

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

Ευρασία, 2018
ISBN 978-618-5027-81-0

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 οι συνέπειες της διεθνούς ύφεσης προκαλούν ένα ντόμινο εξελίξεων, το οποίο πλήττει και τη γερμανική οικονομία. Απέναντι στην ανάγκη της άμεσης δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα πολιτικά κόμματα διχάζονται ως προς τον τρόπο επιμερισμού των βαρών της κρίσης, με αποτέλεσμα να διαλυθεί ο τελευταίος πλειοψηφικός κυβερνητικός συνασπισμός. Το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας θέτει σε προτεραιότητα την εφαρμογή ενός προγράμματος αυστηρής λιτότητας, κατά παράκαμψη της Βουλής.
Πράγματι, η συστηματική λήψη έκτακτων οικονομικών μέτρων από τον Πρόεδρο του Ράιχ, βάσει του δικαίου της ανάγκης, ματαιώνει την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση και, συνεπώς, προσδίδει στην αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας μια διάσταση μονοδρόμου. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η σοσιαλδημοκρατία αποφασίζει να ανεχθεί τις πρακτικές αυτές με την ψήφο της, τίθεται μοιραία σε κίνηση η διαδικασία διάρρηξης των δεσμών αντιπροσώπευσης ανάμεσα στην κοινωνική πλειοψηφία και το σύνολο των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου.

Παράλληλα με την ιστορική ανάλυση, το ανά χείρας βιβλίο θέτει σε πρώτο πλάνο τη διαμάχη που συντελείται στο χώρο της συνταγματικής θεωρίας. Η επικράτηση της σκέψης του Carl Schmitt στο πεδίο αυτό νομιμοποιεί τη διαρκή επίκληση μιας κατάστασης εξαίρεσης, η οποία επιφέρει την απαξίωση των συνταγματικών θεσμών και την επιβολή μιας κοινωνικά επώδυνης πολιτικής.

Σε αυτό το οικονομικό, πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο δεν αργεί να προβάλει ως σωτήρας του γερμανικού λαού ένας ορκισμένος εχθρός της δημοκρατίας. Και ο δήμος τον ακολουθεί…

Γιατί τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν Ιστορία;

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ.(EUROKINISSI-Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ)
 

Συνηθισμένο θέμα διαφόρων ρεπορτάζ κατά καιρούς είναι η άγνοια που μαστίζει τους εφήβους και τα νέα παιδιά για ιστορικά γεγονότα και κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας μας, σύγχρονης και παλαιότερης: η αρχαία Ελλάδα, η Επανάσταση του 1821, η κατοχή, ο εμφύλιος, η δικτατορία, το Πολυτεχνείο και πάει λέγοντας.

Όπως λέει και η παροιμία, «με τον ήλιο τα μπάζω, με τον ήλιο τα βγάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;». Τόσες και τόσες ώρες διδασκαλίας σε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, Πανεπιστήμιο και πάλι τίποτα! Ο μεγάλος ιστορικός Μαρκ Φερό, απαντώντας στο ερώτημα «ποια μαθήματα αντλούμε από την Ιστορία;», λέει ότι αυτά τα μαθήματα γλιστρούν σαν τη βροχή στο αδιάβροχο. Και προσθέτει: «Ασφαλώς, κάποια μορφή γεγονοτολογικής γνώσης κατορθώνει να επιπλεύσει, αλλά η αναστοχαστική κατανόηση δεν λειτουργεί ή λειτουργεί ανεπαρκώς».

Ο προβληματισμός αυτός επανέρχεται με αφορμή τις συζητήσεις περί Μακεδονικού, φόντο του οποίου είναι το Ανατολικό Ζήτημα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Η διδασκαλία της Ιστορίας (και όχι μόνο) στο σχολείο έχει έναν αποσπασματικό χαρακτήρα, με (συνήθως) κακογραμμένα βιβλία, τα οποία, όπως διαπιστώνω και από τον γιο μου, εξακολουθούν να είναι εκτός πραγματικότητας και να μη συμβαδίζουν με το γνωστικό κεκτημένο των μαθητών σε κάθε τάξη. Συμπυκνωμένη, και άρα σχηματοποιημένη, γνώση-κονσέρβα προσφέρεται σε παιδιά που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν το εννοιολογικό και ορολογικό περιεχόμενό της.

Οπως και στα υπόλοιπα μαθήματα (π.χ. στην Εκθεση), το σχολείο απαιτεί από τα παιδιά ένα επίπεδο κατανόησης και γνώσης, στο οποίο έχει συμβάλει ελάχιστα έως καθόλου. Πώς μπορεί ένα δεκατετράχρονο παιδί να κατανοήσει τι είναι καπιταλισμός, μερκαντιλισμός και φυσιοκρατία, με κείμενο μιας σελίδας, το οποίο προϋποθέτει σειρά ολόκληρη γνώσεων; Μάλλον θα μοιάζει για τους μαθητές με κεφάλαιο μιας ξένης γλώσσας, το οποίο θα πρέπει να αποστηθίσουν και να παπαγαλίσουν στην τάξη και στις εξετάσεις.

Εάν σε άλλες εποχές τα βιβλία προορίζονταν για το χτίσιμο του εθνικού μας μύθου, δηλαδή μιας αφήγησης σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού στους άγριους της Δύσης και ο πολιτισμός μας έχει μια τρισχιλιετή αδιάσπαστη συνέχεια, σήμερα έχουν έναν περισσότερο μεταμοντέρνο χαρακτήρα, ο οποίος πολλές φορές καταλήγει στην ασυναρτησία.

Ποιος κερδίζει απ’ αυτό; Μα φυσικά οι «φρουροί» της εθνικής ορθότητας. Οταν η «άλλη» διδασκαλία της Ιστορίας κλονίζει τις υπάρχουσες και εδραιωμένες πεποιθήσεις περί έθνους και εθνικής αποστολής δίχως ένα καινούργιο νόημα, τότε το σταθερό σημείο ξαναγίνεται ο εθνικός μύθος και το ένδοξο παρελθόν. Ετσι όμως αφήνουμε τη νεολαία στο έλεος των κατ’ επάγγελμα πατριωτών, των εθνικιστών, των παπάδων και, τελικά, της Χρυσής Αυγής.

Το μάθημα της Ιστορίας πρέπει να διδάσκει ότι ο κόσμος αποτελεί συνισταμένη δυνάμεων, των οποίων η σύνθεση είναι το ζητούμενο. Οτι η ζωή είναι αλλαγή και άνοιγμα προς το νέο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε και όχι να οχυρωθούμε στις δάφνες ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος. Η νοσταλγία είναι πρώτα απ’ όλα άρνηση του παρόντος, φόβος απέναντι στην αλλαγή.

Η μάθηση και η γνώση, οργανωμένες σε επιστημονικούς κλάδους –Ιστορία, Γεωγραφία, Φιλολογία κ.λπ.– δεν έχουν εσωτερική συνάφεια και καταλήγουν να είναι κλεισμένες σε κουτάκια, χωρίς καμία επικοινωνία. Το σχολείο πρέπει να ενοποιεί αυτές τις γνώσεις, δίνοντας νόημα στον κόσμο έξω απ’ αυτό. Έντυπη έκδοση