Απλή αναλογική, «κυβερνησιμότητα» και άλλες ιστορίες…

Της Δανάης Κολτσίδα*

Κρίνοντας από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση με αφορμή τη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, φαίνεται πως εν αρχή ην η απλή αναλογική. Με δεδομένο ότι

Υπουργείο Εσωτερικών

ως εκλογικό σύστημα -ως μηχανισμός δηλαδή μετατροπής των ψήφων σε έδρες- αναμφίβολα αποτυπώνει γνησιότερα τη βούληση του εκλογικού σώματος επί της αρχής, κανείς δεν τολμάει να αμφισβητήσει ευθέως τη δικαιοπολιτική της βάση. Διότι, τότε θα έπρεπε να αμφισβητήσει τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας. Γι’ αυτό και η αμφισβήτηση της απλής αναλογικής δεν είναι ποτέ ευθεία, αλλά διατυπώνεται εμμέσως, με την επίκληση της περιβόητης «κυβερνησιμότητας». Με άλλα λόγια, αυτό που λέγεται είναι ότι η απλή αναλογική είναι, θεωρητικά, σωστή, αλλά «δεν δουλεύει».

Πρώτα απ’ όλα, κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει τι είναι η «κυβερνησιμότητα». Προφανώς δεν είναι μια ιδιότητα που έχει ή στερείται μία περιφέρεια ή ένας δήμος. Δεν υπάρχουν «κυβερνήσιμοι» δήμοι. Επομένως, κατά την αντίληψη όσων την επικαλούνται, «κυβερνησιμότητα» σημαίνει την εξασφαλισμένη στήριξη της πλειοψηφίας του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, ως αποφασίζοντος οργάνου, στην πολιτική του ηγέτη – εν προκειμένω του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Ωστόσο, είναι αυταπάτη ο ισχυρισμός ότι υπάρχει κάποια «μαγική» νομοθετική ρύθμιση τέτοια, που -χωρίς να παραβιάζει κατάφωρα τη δημοκρατική αρχή, χωρίς δηλαδή να αλλοιώνει τη σύνθεση των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων ή χωρίς να τα καθιστά απλώς διακοσμητικά, στερώντας τους τις ουσιαστικές αποφασιστικές αρμοδιότητες- θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να εξασφαλίζει ότι, βρέξει χιονίσει, θα υπερψηφίζονται οι εισηγήσεις του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Άλλωστε, ακόμα και υπό την ισχύ των σημερινών, ενισχυμένων, εκλογικών συστημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, η πρόσφατη ελληνική εμπειρία αποδεικνύει αυτό που έχει κατ’ επανάληψη γραφτεί: ότι στη δημοκρατική διακυβέρνηση καμία θεσμική δικλείδα, παρά μόνο η γενικευμένη κοινωνική ευημερία μπορεί να εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και αυτή, με τη σειρά της, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις της πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας.

Κατά την τελευταία οκταετία, μονοκομματικές κυβερνήσεις με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν άντεξαν την κοινωνική πίεση. Θηριώδεις αυτοδιοικητικές πλειοψηφίες, σαν κι αυτές που εξασφάλιζε μέχρι σήμερα ο «Καλλικράτης», εξανεμίστηκαν όταν η παράταξη του δημάρχου ή του περιφερειάρχη διασπάστηκε, πολύ συχνά όχι λόγω τοπικών εντάσεων, αλλά ακολουθώντας τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις.

Άρα, λοιπόν, η «κυβερνησιμότητα» μπορεί να γίνει νοητή μόνο ως η αναγκαία πολιτική συνθήκη που επιτρέπει τη διαμόρφωση συναινέσεων και, κατ’ επέκταση, πλειοψηφιών. Πλειοψηφιών, όμως, που δεν θα είναι πάντα και αναγκαστικά υπέρ της άποψης του δημάρχου ή του περιφερειάρχη. Ως τέτοια λογιζόμενη, η «κυβερνησιμότητα» αποτελεί προφανώς έγκυρο και εύλογο στόχο, αφού αποτελεί τον πυρήνα της εύρυθμης λειτουργίας ενός οργανισμού και φυσικά δεν έρχεται σε αντίθεση -κάθε άλλο- προς την απλή αναλογική.

Υπάρχει βέβαια και η προσπάθεια όσων θα ήθελαν να παραμείνει η απλή αναλογική μόνο στη σφαίρα της θεωρίας, να της «φορτώσουν» τις δικές τους υποκειμενικές αδυναμίες, την αδράνεια και την ανωριμότητα ενός πολιτικού προσωπικού που δεν θέλει να ξεβολευτεί.

Οι μεν, όσοι έχουν συνηθίσει στα φιλόξενα έδρανα της αντιπολίτευσης των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, αντιλαμβάνονται ότι με την απλή αναλογική ένα μέρος της ευθύνης, έστω όχι το κύριο, μετατίθεται και σε εκείνους. Ο ρόλος του δημοτικού και του περιφερειακού συμβούλου, ακόμα και της πιο μικρής σε δύναμη παράταξης, αναβαθμίζεται. Δεν θα αρκεί πια να λέει όχι σε ό,τι κι αν προτείνει η διοίκηση. Θα χρειαστεί να τεκμηριώνει τις αρνήσεις του με κάτι περισσότερο από γενικόλογες κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα καταγγελίες. Θα χρειαστεί να μπει στη βάσανο της στάθμισης, της διατύπωσης εναλλακτικής πρότασης. Και θα χρειαστεί να ακούει περισσότερο, για κάθε θέμα, την τοπική κοινωνία.

Οι δε, όσοι έχουν συνηθίσει να διοικούν με τη στήριξη μιας στοιχισμένης και -λόγω εκλογικού συστήματος- πειθαρχημένης πλειοψηφίας, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να κάνουν κάτι περισσότερο από το να ανακοινώνουν τις αποφάσεις τους στο Δημοτικό ή το Περιφερειακό Συμβούλιο πριν αυτές, αυτομάτως, υιοθετηθούν. Θα χρειαστεί να ακούσουν και άλλες απόψεις. Θα χρειαστεί να κοπιάσουν για να πείσουν για την ορθότητα της πρότασής τους, αλλά και να είναι έτοιμοι να συνθέσουν, ακόμα και να προσχωρήσουν στην αντίθετη άποψη.

Κι αυτή την εκατέρωθεν απροθυμία δεν την ομολογεί κανείς ευθέως. Λέει μόνο πως ίσως σε άλλες κοινωνίες αυτά να λειτουργούν, αλλά «η ελληνική κοινωνία δεν είναι ώριμη ακόμα». Μόνο που η ελληνική κοινωνία, περνώντας διά πυρός και σιδήρου εδώ και μια δεκαετία, έχει ωριμάσει κι έχει αλλάξει. Ίσως μάλιστα και να είναι πιο μπροστά, σε πολλά πράγματα, από τους εκπροσώπους της.

 

* Η Δανάη Κολτσίδα είναι δικηγόρος, πολιτική επιστήμονας

δημοσίευση κοινωνικών μεσων ενημέρωσης