Ο κινεζικός κινηματογράφος επιστρέφει στο σπίτι του

Η Κίνα έχει δώσει τεράστια κέρδη στο Hollywood, όµως δεν είναι τόσο ξεκάθαρο τι κέρδισε η ίδια.

  • του Zhang Yimou*
Ο κινεζικός κινηματογράφος επιστρέφει στο σπίτι του
Eνας άνδρας ονειρεύτηκε ότι του είπαν πού µπορεί να βρει µυθικά πλούτη σε ένα µακρινό µέρος. Όταν ξύπνησε, ξεκίνησε αµέσως για να τα βρει. Έπειτα από ένα µακρύ ταξίδι γεµάτο κινδύνους και δυσκολίες, έφτασε στο µέρος του ονείρου του. Ένας ντόπιος που είχε ακούσει για τον σκοπό του ονειροπόλου, γέλασε δυνατά και για πολλή ώρα, λέγοντας πως είχε ονειρευτεί τρεις φορές ένα σπίτι όπου κάτω από ένα σιντριβάνι ήταν θαµµένος ένας µεγάλος θησαυρός. Ο ονειροπόλος κατάλαβε πως το µέρος που περιέγραφε ο ντόπιος ήταν η αυλή του. Επέστρεψε στο σπίτι του και βρήκε τον θησαυρό.

Όπως ο άνδρας της ιστορίας αυτής, έτσι και η κινεζική βιοµηχανία κινηµατογράφου είχε ξεκινήσει για ένα µακρινό ταξίδι για να βρει τη θέση της στον κόσµο. Το 1994, «Ο Φυγάς» (The Fugitive) έγινε η πρώτη µεγάλη ταινία του Hollywood που προβλήθηκε στη χώρα έπειτα από δεκαετίες. Το κοινό ενθουσιάστηκε µε τον γρήγορο ρυθµό και τα ηχητικά εφέ της ταινίας, η οποία αποδείχθηκε µεγάλη επιτυχία. Έκτοτε, η κινεζική βιοµηχανία κινηµατογράφου διατηρεί µια περίπλοκη σχέση µε το Hollywood.

Αν και τα νούµερα του box-office στην Κίνα έχουν µειωθεί δραµατικά -τα έσοδα από εισιτήρια αυξήθηκαν κατά µόλις 3,7% το 2016, έχοντας αυξηθεί κατά µέσο όρο 35% την περίοδο από το 2011 µέχρι το 2015- η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει µια τεράστια κινηµατογραφική αγορά, µε τους κινηµατογράφους να συνεχίζουν να επεκτείνονται σε περισσότερες αγροτικές περιοχές και το κοινό να αποδεικνύει πως έχει µια ακόρεστη όρεξη για ταινίες δράσης του Hollywood. Σε τέτοιο βαθµό, µάλιστα, που πρόσφατα το Hollywood ξεκίνησε να δηµιουργεί ταινίες έχοντας την Κίνα στον νου του, κάνοντας casting σε Κινέζους κινηµατογραφικούς αστέρες µε τεράστια δύναµη στο box-office και τροποποιώντας τις υποθέσεις και την αισθητική των ταινιών ειδικά για να κερδίσει τους Κινέζους θεατές.

Πολλοί στην κινηµατογραφική βιοµηχανία της Κίνας, από τους νεαρούς σεναριογράφους µέχρι τους µεγάλους κριτικούς, γνωρίζουν πολύ καλά την παραγωγική δοµή του Hollywood και έχουν ταχθεί υπέρ των µεθόδων και των τακτικών του. Και πολλές αµερικανικές προσφορές που παρουσιάζονται στην κινεζική αγορά, ασχέτως ποιότητας, συνεχίζουν να έχουν απήχηση στο κινεζικό κοινό, ιδιαίτερα στους νέους, των οποίων οι προτιµήσεις και οι συνήθειες έχουν διαµορφωθεί από τις ταινίες και τις τηλεοπτικές σειρές του Hollywood.

Ένας πατέρας και ο γιος του κοιτάζουν αφίσες ξένων ταινιών έξω από ένα σινεµά στο Πεκίνο. Το Hollywood από καιρό διαµορφώνει την αισθητική και τις προτιµήσεις του κινεζικού κοινού. (Mark Ralston/Agence France-Presse – Getty Images)

Όπως τα κοινά σε άλλες αναπτυσσόµενες χώρες, έτσι και αυτό της Κίνας τείνει να έχει µια άποψη για τον κόσµο η οποία φιλτράρεται µέσα από τις Ηνωµένες Πολιτείες και επικεντρώνεται σ’ αυτές, αν και οι ΗΠΑ δεν είναι όλος ο κόσµος και το Hollywood δεν είναι η µόνη κινηµατογραφική βιοµηχανία του κόσµου.

Όπως ένας ωκεανός που δεν αρνείται κανέναν ποταμό, έτσι και η κινηματογραφική βιοµηχανία της Κίνας θα συνεχίσει να επηρεάζει και να επηρεάζεται από άλλες ξένες. Η Κίνα χρειάζεται τις ΗΠΑ και οι ΗΠΑ χρειάζονται την Κίνα. Όμως, αυτήν τη στιγμή υπάρχει µια µεγάλη απόκλιση, διότι πολύ λίγες κινεζικές ταινίες καταφέρνουν να µπουν στην αµερικανική αγορά και να προσελκύσουν ένα σημαντικό κοινό. Το κινεζικό κοινό δίνει στο Hollywood τεράστια κέρδη, όμως τι κερδίζει ως αντάλλαγμα η κινεζική κινηµατογραφική βιοµηχανία;

Επιπλέον, οι εγχώριες παραγωγές στην Κίνα κάποιες φορές αντιµετωπίζουν µεγάλες προκλήσεις στη σκιά των blockbusters του Hollywood. Δικαίως ανησυχούµε για τη διαδοχή και την κληρονοµιά των κινηµατογραφικών παραδόσεων της Κίνας, καθώς και για τη δυνητική απώλεια των µοναδικών αξιών και της αισθητικής µας.

Παρά τις ανησυχίες αυτές, όπως µια βάρκα που πάει µε το ρεύµα, θα συνεχίσουµε να εργαζόµαστε για να διατηρήσουµε τη διαφορετικότητά µας, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τα οφέλη αυτής της πολιτισµικής ανταλλαγής. Απλώς σκεφθείτε ότι το καλαµπόκι, οι ντοµάτες και οι γλυκοπατάτες ήρθαν από άλλες χώρες, όµως έχουν ευδοκιµήσει το ίδιο στην Κίνα και παρέχουν τροφή.

Έχω συνεργαστεί µε το Hollywood και η εµπειρία µου έχει εµπλουτίσει την εκτίµηση που έχω και για τους δύο κόσµους. Λόγω των τεχνολογικών και ρυθµιστικών διαφορών µεταξύ της αµερικανικής και της κινεζικής βιοµηχανίας κινηµατογράφου, δεν είναι πάντα εύκολο να εφαρµόσει κανείς αυτά που έµαθε από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Κάποιες φορές η προσπάθεια να γίνουν βελτιώσεις καταλήγει να προκαλεί µεγαλύτερα προβλήµατα. Παρ’ όλ’ αυτά, η περισυλλογή και η διόρθωση είναι ζωτικής σημασίας. Ο δισταγµός υπό τον φόβο του λάθους δεν θα επιτρέψει ποτέ την ανάπτυξη και την αλλαγή, που είναι απαραίτητες για την τέχνη.

Αν και ο θησαυρός είναι κρυµµένος σε κοινή θέα, συνειδητοποιούμε πως αυτό που είναι απαραίτητο, είναι το ταξίδι. Είναι σηµαντικό να διατηρούµε τα κανάλια -και το µυαλό µας- ανοικτά, για να επιτύχουμε την κατανόηση των πολιτισµών, των πολιτικών και των οικονοµιών µας. Και οι δύο πλευρές πρέπει να ταξιδέψουν πιο µακριά απ’ όσο φαντάστηκαν, για να γνωρίσουν καλύτερα η µία την άλλη και να εξερευνήσουν τις πιθανότητες για ένα φανταστικό µέλλον.

*Ο Zhang Yimou είναι σκηνοθέτης («Ζου Ντου: Σιωπηλοί εραστές», «Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια», «Ήρωας», «Ιπτάµενα Στιλέτα» κ.ά.), υποψήφιος για Όσκαρ.

© 2018 Zhang Yimou. Distributed by The New York Times Syndicate.

 

Απλή αναλογική, «κυβερνησιμότητα» και άλλες ιστορίες…

Της Δανάης Κολτσίδα*

Κρίνοντας από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση με αφορμή τη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, φαίνεται πως εν αρχή ην η απλή αναλογική. Με δεδομένο ότι

Υπουργείο Εσωτερικών

ως εκλογικό σύστημα -ως μηχανισμός δηλαδή μετατροπής των ψήφων σε έδρες- αναμφίβολα αποτυπώνει γνησιότερα τη βούληση του εκλογικού σώματος επί της αρχής, κανείς δεν τολμάει να αμφισβητήσει ευθέως τη δικαιοπολιτική της βάση. Διότι, τότε θα έπρεπε να αμφισβητήσει τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας. Γι’ αυτό και η αμφισβήτηση της απλής αναλογικής δεν είναι ποτέ ευθεία, αλλά διατυπώνεται εμμέσως, με την επίκληση της περιβόητης «κυβερνησιμότητας». Με άλλα λόγια, αυτό που λέγεται είναι ότι η απλή αναλογική είναι, θεωρητικά, σωστή, αλλά «δεν δουλεύει».

Πρώτα απ’ όλα, κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει τι είναι η «κυβερνησιμότητα». Προφανώς δεν είναι μια ιδιότητα που έχει ή στερείται μία περιφέρεια ή ένας δήμος. Δεν υπάρχουν «κυβερνήσιμοι» δήμοι. Επομένως, κατά την αντίληψη όσων την επικαλούνται, «κυβερνησιμότητα» σημαίνει την εξασφαλισμένη στήριξη της πλειοψηφίας του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, ως αποφασίζοντος οργάνου, στην πολιτική του ηγέτη – εν προκειμένω του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Ωστόσο, είναι αυταπάτη ο ισχυρισμός ότι υπάρχει κάποια «μαγική» νομοθετική ρύθμιση τέτοια, που -χωρίς να παραβιάζει κατάφωρα τη δημοκρατική αρχή, χωρίς δηλαδή να αλλοιώνει τη σύνθεση των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων ή χωρίς να τα καθιστά απλώς διακοσμητικά, στερώντας τους τις ουσιαστικές αποφασιστικές αρμοδιότητες- θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να εξασφαλίζει ότι, βρέξει χιονίσει, θα υπερψηφίζονται οι εισηγήσεις του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Άλλωστε, ακόμα και υπό την ισχύ των σημερινών, ενισχυμένων, εκλογικών συστημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, η πρόσφατη ελληνική εμπειρία αποδεικνύει αυτό που έχει κατ’ επανάληψη γραφτεί: ότι στη δημοκρατική διακυβέρνηση καμία θεσμική δικλείδα, παρά μόνο η γενικευμένη κοινωνική ευημερία μπορεί να εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και αυτή, με τη σειρά της, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις της πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας.

Κατά την τελευταία οκταετία, μονοκομματικές κυβερνήσεις με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν άντεξαν την κοινωνική πίεση. Θηριώδεις αυτοδιοικητικές πλειοψηφίες, σαν κι αυτές που εξασφάλιζε μέχρι σήμερα ο «Καλλικράτης», εξανεμίστηκαν όταν η παράταξη του δημάρχου ή του περιφερειάρχη διασπάστηκε, πολύ συχνά όχι λόγω τοπικών εντάσεων, αλλά ακολουθώντας τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις.

Άρα, λοιπόν, η «κυβερνησιμότητα» μπορεί να γίνει νοητή μόνο ως η αναγκαία πολιτική συνθήκη που επιτρέπει τη διαμόρφωση συναινέσεων και, κατ’ επέκταση, πλειοψηφιών. Πλειοψηφιών, όμως, που δεν θα είναι πάντα και αναγκαστικά υπέρ της άποψης του δημάρχου ή του περιφερειάρχη. Ως τέτοια λογιζόμενη, η «κυβερνησιμότητα» αποτελεί προφανώς έγκυρο και εύλογο στόχο, αφού αποτελεί τον πυρήνα της εύρυθμης λειτουργίας ενός οργανισμού και φυσικά δεν έρχεται σε αντίθεση -κάθε άλλο- προς την απλή αναλογική.

Υπάρχει βέβαια και η προσπάθεια όσων θα ήθελαν να παραμείνει η απλή αναλογική μόνο στη σφαίρα της θεωρίας, να της «φορτώσουν» τις δικές τους υποκειμενικές αδυναμίες, την αδράνεια και την ανωριμότητα ενός πολιτικού προσωπικού που δεν θέλει να ξεβολευτεί.

Οι μεν, όσοι έχουν συνηθίσει στα φιλόξενα έδρανα της αντιπολίτευσης των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, αντιλαμβάνονται ότι με την απλή αναλογική ένα μέρος της ευθύνης, έστω όχι το κύριο, μετατίθεται και σε εκείνους. Ο ρόλος του δημοτικού και του περιφερειακού συμβούλου, ακόμα και της πιο μικρής σε δύναμη παράταξης, αναβαθμίζεται. Δεν θα αρκεί πια να λέει όχι σε ό,τι κι αν προτείνει η διοίκηση. Θα χρειαστεί να τεκμηριώνει τις αρνήσεις του με κάτι περισσότερο από γενικόλογες κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα καταγγελίες. Θα χρειαστεί να μπει στη βάσανο της στάθμισης, της διατύπωσης εναλλακτικής πρότασης. Και θα χρειαστεί να ακούει περισσότερο, για κάθε θέμα, την τοπική κοινωνία.

Οι δε, όσοι έχουν συνηθίσει να διοικούν με τη στήριξη μιας στοιχισμένης και -λόγω εκλογικού συστήματος- πειθαρχημένης πλειοψηφίας, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να κάνουν κάτι περισσότερο από το να ανακοινώνουν τις αποφάσεις τους στο Δημοτικό ή το Περιφερειακό Συμβούλιο πριν αυτές, αυτομάτως, υιοθετηθούν. Θα χρειαστεί να ακούσουν και άλλες απόψεις. Θα χρειαστεί να κοπιάσουν για να πείσουν για την ορθότητα της πρότασής τους, αλλά και να είναι έτοιμοι να συνθέσουν, ακόμα και να προσχωρήσουν στην αντίθετη άποψη.

Κι αυτή την εκατέρωθεν απροθυμία δεν την ομολογεί κανείς ευθέως. Λέει μόνο πως ίσως σε άλλες κοινωνίες αυτά να λειτουργούν, αλλά «η ελληνική κοινωνία δεν είναι ώριμη ακόμα». Μόνο που η ελληνική κοινωνία, περνώντας διά πυρός και σιδήρου εδώ και μια δεκαετία, έχει ωριμάσει κι έχει αλλάξει. Ίσως μάλιστα και να είναι πιο μπροστά, σε πολλά πράγματα, από τους εκπροσώπους της.

 

* Η Δανάη Κολτσίδα είναι δικηγόρος, πολιτική επιστήμονας

Ερώτηση βουλευτών στον υπουργό Δικαιοσύνης για τον Βασίλη Δημάκη

Ερώτηση κατέθεσαν 23 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για τον Βασίλη Δημάκη με θέμα «το δικαίωμα του κρατουμένου φοιτητή Βασίλη Δημάκη στις εκπαιδευτικές άδειες»

Όπως είναι γνωστό, ο φοιτητής και κρατούμενος Βασίλειος Δημάκης βρίσκεται σε απεργία πείνας και δίψας λόγω της απόρριψης από το αρμόδιο Συμβούλιο Φυλακών αιτήματός του να λαμβάνει άδειες για εκπαιδευτικούς λόγους, δηλ. για την παρακολούθηση μαθημάτων στη σχολή του, στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η περίπτωση του Δημάκη δεν συναντιέται συχνά στο ελληνικό σωφρονιστικό σύστημα. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που φυλακίστηκε πρώτη φορά 19 ετών, στο τότε τμήμα Ε’ Ανηλίκων των Φυλακών Κορυδαλλού. Έκτοτε πέρασε το σύνολο σχεδόν της ενήλικης ζωής του στις φυλακές, πλην μερικών μηνών οπότε διέπραξε ληστείες και συνελήφθη, χωρίς πάντως να ασκήσει σωματική βλάβη σε άλλο άνθρωπο. Είναι 39 ετών σήμερα και έχει παραμείνει φυλακισμένος για 17 έτη.

Κάποια στιγμή, κατόρθωσε αυτό που οφείλει να είναι το ζητούμενο για το σωφρονιστικό σύστημα: αντί να υποπέσει σε αντικοινωνικές συμπεριφορές ή σε χρήση ναρκωτικών εντός της φυλακής, αναζήτησε την αλλαγή του μέσω της μόρφωσης. Αποφοίτησε από εσπερινό λύκειο με άριστα (κρατούμενος ων), εισήχθη στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, δεύτερος ανάμεσα στους αποφοίτους των εσπερινών λυκείων της χώρας και ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του Α’ εξαμήνου. Την επιτυχία του χαιρέτισε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος του απένειμε και έπαινο.

Μετά την εισαγωγή του στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ο Δημάκης μετήχθη στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί μαθήματα, υπό το καθεστώς της ηλεκτρονικής επιτήρησης. Εντούτοις ούτε η μεταγωγή ούτε ο έπαινος από τον Υπουργό στάθηκαν αρκετά ώστε ο Δημάκης να μπορεί παρακολουθεί τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, όπως σύμφωνα με τον νόμο δικαιούται.

Δυστυχώς, το αίτημά του να παρακολουθεί τα μαθήματα, λαμβάνοντας άδεια με χρήση ηλεκτρονικού συστήματος γεωεντοπισμού («βραχιολάκι»), απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Φυλακών. Το Συμβούλιο Φυλακών υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο, εφόσον διασφαλίζεται η εξ αποστάσεως παρακολούθηση μέσα από τη φυλακή. Ωστόσο είναι γνωστό ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν  υλοποιηθεί όσα η νομοθεσία ορίζει (Κ.Υ.Α. 29809) για την εξ αποστάσεως φοίτηση στο Κ.Κ. Κορυδαλλού.  Συνάγεται ότι η εξ αποστάσεως φοίτηση του Δημάκη δεν είναι δυνατό να καλύψει τις εκπαιδευτικές του ανάγκες, τη στιγμή που υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί (όπως η πρόσβαση στο Διαδίκτυο για μια ώρα εβδομαδιαίως).

Οι ίδιοι οι καθηγητές του Δημάκη έχουν υποστηρίξει εγγράφως την αναγκαιότητα να παρακολουθεί τις παραδόσεις και τα σεμινάρια της Σχολής, ενώ την ίδια άποψη έχουν εκφράσει, συμπαραστεκόμενοι στο αίτημα, οι καθηγητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και οι καθηγητές του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Παντείου.

Κατόπιν αυτών, ερωτάται ο κ. Υπουργός:

* Ποιες πρωτοβουλίες, θεσμικές και πολιτικές, προτίθεται να αναλάβει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, για να μην απειληθεί η ζωή και η σωματική ακεραιότητα του απεργού πείνας και δίψας Βασιλείου Δημάκη;

* Σε ποιες ενέργειες, διοικητικές ή και νομοθετικές, μπορεί να προβεί το υπουργείο Δικαιοσύνης ώστε να υποβοηθούνται αποτελεσματικά στην παρακολούθηση των σπουδών τους κρατούμενοι φοιτητές και μαθητές;

 

Οι ερωτώντες βουλευτές

1.Νικόλαος Ξυδάκης
2.Νικόλαος Φίλης
3. Αθανασία Αναγνωστοπούλου
4. Φωτεινή Βάκη
5. Γεώργιος Δημαράς
6. Θεόδωρος Δρίτσας
7. Δημήτριος Εμμανουηλίδης
8. Μαρία Θελερίτη
9.  Χρήστος Καραγιαννίδης
10.  Αναστάσιος Κουράκης
11.  Γεώργιος Κυρίτσης
12.  Νικόλαος Μανιός
13.  Χρήστος Μαντάς
14.  Τριαντάφυλλος Μηταφίδης
15.  Θεμιστοκλής Μουμουλίδης
16.  Αριστείδης Μπαλτάς
17.  Γεράσιμος Μπαλαούρας
18.  Γεώργιος Πάλλης
19.  Γεώργιος Παπαφιλίππου
20.  Παναγιώτης (Πάνος) Σκουρολιάκος
21.  Αφροδίτη Σταμπουλή
22.  Αντώνης Συρίγος
23.  Αναστασία Χριστοδουλοπούλου

Πηγή: Left

«Χρειαζόμαστε τη ριζοσπαστι­κοποίηση της Αριστεράς»

Σαμίρ Αμίν Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

Πηγή : http://www.efsyn.gr/arthro/hreiazomaste-ti-rizospastikopoiisi-tis-aristeras      Συντάκτης:  Τάσος Τσακίρογλου 

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για την Αριστερά

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς | in.gr

Επικαιροποίηση άρθρου 13 Αυγούστου 2018

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές.

«Ο Samir Amin, κορυφαίος οικονομολόγος και θεωρητικός του μαρξισμού, είδε από νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της αριστεράς προκειμένου να αντιμετωπίσει τον καταστροφικό, για το περιβάλλον και τους ανθρώπους, καπιταλισμό της εποχής μας. Οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές. Τον αποχαιρετούμε με σεβασμό», έγραψε σε ανάρτηση του στο twitter ο κ. Τσίπρας.

Ο οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, στο νέο του βιβλίο «Modern Imperialism, Monopoly Finance Capital, and Marx’s Law of Value», «ξαναδιαβάζει» τον Μαρξ και επαναθεμελιώνει την ανάγκη για μελέτη βασικών αναλύσεων του Γερμανού φιλοσόφου. Μιλά στην «Εφ.Συν.» για την Ευρώπη, τη Σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

● Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατανόηση της νεωτερικότητας, των αντιφάσεων του καπιταλισμού αλλά και της σημασίας της ανθρώπινης δράσης στην προσπάθεια για κοινωνική αλλαγή. Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτόν σήμερα;

Χρειαζόμαστε τον Μαρξ περισσότερο από ποτέ. Αυτό που έκανε, δεν ήταν ότι έγραψε για τον 19ο αιώνα, έναν περασμένο αιώνα, αλλά έδωσε τη μοναδική εξήγηση για το τι είναι ο καπιταλισμός, για το ποια είναι η ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και ακόμα περισσότερο, είδε όχι μόνο την οικονομική πλευρά του προβλήματος, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πλευρά της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Στον βαθμό που ζούμε σ’ αυτήν την καπιταλιστική κοινωνία, πρέπει να την κατανοήσουμε, όποια και αν είναι η βαθμίδα ανάπτυξής της. Φυσικά, η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνην του 19ου αιώνα, όταν έγραφε ο Μαρξ. Αυτό όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας, διότι η ουσία του καπιταλισμού είχε ήδη κατανοηθεί από τον Μαρξ.

Και αυτή η ουσία συνεχίζεται για όσο ζούμε σ’ αυτή την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Ο Μαρξ το κατάλαβε από πολύ νέος. Μπορείς να βρεις τις ρίζες του μαρξισμού –από τότε που έγινε μαρξισμός– ήδη από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 170 χρόνια πριν, το 1848. Τότε ήταν μόλις 30 ετών. Εάν διαβάσετε σήμερα το Μανιφέστο, θα βρείτε προτάσεις οι οποίες ισχύουν περισσότερο σήμερα παρά τότε.

● Ήταν μια επαναστατική εποχή…

Εκείνη την εποχή, το 1848, ο καπιταλισμός στην τελική του μορφή είχε κυριαρχήσει σ’ ένα πολύ μικρό μέρος της Ευρώπης, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και σ’ ένα μικρό τμήμα της Δυτικής Γερμανίας. Σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη το καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε κυριαρχήσει πραγματικά. Ούτε καν σαν οικονομικό σύστημα και πολύ λιγότερο ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα.

Και όμως, ο Μαρξ κατανόησε ότι αυτό το κοινωνικό πλαίσιο πρόκειται να κατακτήσει σύντομα όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Κανένας άλλος δεν το αντιλήφθηκε αυτό εκείνη την εποχή. Όλοι νόμιζαν ότι θα υπάρχει για πολύ καιρό αυτό που ονομάστηκε φεουδαρχισμός. Ο Μαρξ ήταν ο μόνος που κατάλαβε ότι αυτό το σύστημα θα αναπτυχθεί πολύ γρήγορα.

Μετά, στο μείζον έργο του, «Το Κεφάλαιο», και κυρίως στους τόμους 1 και 2, αναλύει την ουσία του καπιταλισμού σαν έναν τρόπο παραγωγής και σαν κοινωνία. Δεν μας παρουσιάζει την ιστορία τού πώς εμφανίστηκε αυτό το σύστημα, αλλά πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία. Και η ουσία είναι η ανακάλυψη από τον Μαρξ της θεωρίας της αξίας της εργασίας. Ότι η εργασία μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα. Ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που πουλιέται. Γίνεται το μείζον πλαίσιο της εργασίας – όχι το μοναδικό, αλλά το μείζον.

● Δηλαδή, απομυστικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις.

Ναι, τις απομυστικοποιεί. Οι εργάτες νομίζουν ότι πουλάνε την εργασία τους, αλλά στην πραγματικότητα πουλάνε την εργατική τους δύναμη. Και αυτό είναι το μυστικό για να καταλάβουμε την υπεραξία, την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος. Κανένας δεν το κατανόησε αυτό. Ούτε πριν ούτε μετά τον Μαρξ επιχείρησε κάποιος να το κάνει.

● «Ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται στο τέλος της διαδρομής του, παράγοντας τεράστια εξαθλίωση για τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο, διαλύοντας την κοινωνική συνοχή, προωθώντας τον μιλιταρισμό σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και την οικολογική καταστροφή». Αυτό έχετε γράψει πριν από λίγο καιρό. Ποια είναι η αποτίμησή σας για τη δράση της Αριστεράς να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Πρέπει πρώτα να πούμε δυο λόγια για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό τού σήμερα. Αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον του τέλους του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει μετατοπιστεί δραστικά σε ένα νέο στάδιο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ξεκινώντας από την [πετρελαϊκή] κρίση του 1973-75. Η κρίση ξεκίνησε τότε και όχι το 2007-8.

Η συστημική και μακρόχρονη κρίση του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός αντέδρασε σ’ αυτή την κρίση περνώντας ακόμα περισσότερο σε έναν μονοπωλιακό έλεγχο του κεφαλαίου. Και μιλώντας για έλεγχο, να πούμε ότι δεν αναφερόμαστε στον έλεγχο της ιδιοκτησίας, αλλά στον καθολικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που υπάρχει σήμερα, κάτι που δεν συνέβαινε πριν από το 1975.

Φυσικά, τα μονοπώλια υπήρχαν και ήταν σημαντικά, αλλά δεν κυριαρχούσαν μόνα τους. Τώρα έχει πρακτικά υποταχθεί όλο το οικονομικό σύστημα στο στάδιο των υπεργολάβων. Για παράδειγμα, σήμερα οι αγρότες δεν είναι πλέον ανεξάρτητοι καπιταλιστές παραγωγοί, διότι ελέγχονται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, το οποίο τους παρέχει πιστώσεις, υλικά, λιπάσματα, χημικά κ.λπ. Είναι εκ των πραγμάτων υπεργολάβοι του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

● Όμως, ποια ήταν η δράση της Αριστεράς για να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Έρχομαι και σ’ αυτό, αλλά πρώτα να καταλάβουμε ποια είναι η πρόκληση. Γιατί η Αριστερά δεν αντιλαμβάνεται ακριβώς τη φύση της πρόκλησης. Συνεχίζει να νομίζει ότι ο καπιταλιστής είναι αυτός που ήταν, ένα μέλος των καπιταλιστών ιδιοκτητών, μεταξύ αυτών και μέλος φυσικά των μονοπωλίων, και αυτό είναι όλο. Όμως όχι! Είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό. Υπάρχει ένας ολοκληρωτικός έλεγχος και αυτός ο έλεγχος υποβιβάζει όλους τους παραγωγούς στο επίπεδο του υπεργολάβου και παράγει πολιτικά αποτελέσματα.

Σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε πια σε μια δημοκρατία, ακόμα και αστική δημοκρατία, στην οποία υπήρχαν η Αριστερά και η Δεξιά και αποδεχόταν τους βασικούς κανόνες του καπιταλισμού και για τις δύο πλευρές, τουλάχιστον την πλειοψηφία τους, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες για την εργασία και το κεφάλαιο. Δεν συμβαίνει πια αυτό. Έχουμε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, το οποίο έχει εξισώσει την εκλογική Αριστερά, την πλειοψηφία της, με τη Δεξιά.

Δηλαδή, μια συναίνεση που αποδέχεται τον έλεγχο του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και άρα, και στο πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει περιθώριο για διαπραγμάτευση.

Και αυτό έχει οδηγήσει την εκλογική Αριστερά στις δυτικές χώρες από τη σοσιαλδημοκρατία στον σοσιαλφιλελευθερισμό, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην αποδοχή των λεγόμενων κανόνων της αγοράς. Αντικαθίστανται οι κοινωνικές διαπραγματεύσεις ως ένας τρόπος να λειτουργεί το σύστημα οικονομικά και πολιτικά. Έτσι, αυτό καταλήγει να είναι ένα δράμα και μια πρόκληση.

● Και η Αριστερά;

Πώς αντιδρά η Αριστερά; Εάν πάρουμε τις ευρωπαϊκές χώρες –δεν μιλώ για άλλες, όπως οι ΗΠΑ, ή ο Νότος κ.λπ.– και κυρίως τις αναπτυγμένες χώρες, όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία και ίσως η Ιταλία και η Ισπανία, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες, στην ανατολική και νότια Ευρώπη, θα δούμε ότι η εκλογική Αριστερά εκεί έχει αποκηρύξει όχι μόνο τον σοσιαλιστικό ορίζοντα –με την επαναστατική διαδικασία– αλλά έχουν εγκαταλείψει ακόμα και τη λεγόμενη «μεταρρυθμιστική διαδικασία».

Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ακριβώς η επιστροφή μας σε μια ριζοσπαστική Αριστερά. Δηλαδή, μια Αριστερά που θα λέει ότι αυτό το σύστημα είναι γερασμένο. Αυτό σημαίνει ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός σ’ αυτό το σημερινό στάδιο είναι ένα σύστημα του οποίου η καταστροφική πλευρά της συσσώρευσης έχει αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από τις θετικές και προοδευτικές πλευρές.

Η ιδέα του Σουμπέτερ για τη δημιουργική καταστροφή ήταν σωστή στην εποχή του, τον 19ο αιώνα, αλλά σήμερα είναι μια ανοησία. Σήμερα, η καταστροφική πλευρά είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δημιουργική. Η δημιουργική του πλευρά έχει περιοριστεί στη μόδα και στην ανανέωση των προϊόντων ανά δύο ημέρες, όπως η αντικατάσταση του ενός κινητού από άλλο κ.λπ.

Όλο αυτό αποτελεί σπατάλη φυσικών πόρων. Η κλιματική αλλαγή ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι δραματική, αλλά επίσης και οι κοινωνικές καταστροφές, με τη μορφή της μόνιμης ανεργίας, της συνεχόμενης επισφάλειας στη διαχείριση της εργασίας, αλλά και των καταστροφών για τη μεγάλη πλειονότητα του παγκόσμιου Νότου: Ασία, Αφρική, Λ. Αμερική και Καραϊβική.

Δηλαδή, για το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, αλλά αφορά εν μέρει και τη Ρωσία και την Κίνα. Χρειαζόμαστε μια ριζοσπαστικοποίηση της Αριστεράς. Αυτό θεωρήθηκε δυνατό και σε μερικές χώρες, ακόμα και στην Ευρώπη.

● Αυτή είναι η επόμενή ερώτησή μου, η οποία αφορά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την αποτίμησή σας για τα τρία χρόνια διακυβέρνησής της.

Είχα μεγάλη συμπάθεια στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή πίστευα ότι μπορεί να γίνει πρακτικά ένα κίνημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων να το υποστηρίζουν και έτσι να αναγκάσει την Ευρώπη να αρχίσει να αλλάζει, μέσω μονομερών μέτρων έστω, σε μια μικρή και ευάλωτη χώρα.

Από κάπου έπρεπε να αρχίσει. Αυτό θα αντηχούσε αμέσως στην Ισπανία με τους PODEMOS και στην Πορτογαλία με την έναρξη μικρών αλλαγών, μέσω των νέων θέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος και με περιορισμένη υποστήριξη της μισο-αριστερής και όχι ακραίας δεξιάς πολιτικής της λιτότητας.

Αυτό θα είχε αντίκτυπο στη Γαλλία και ίσως στη Γερμανία και σίγουρα θα άρχιζε να αλλάζει την Ευρώπη.

● Ωστόσο, δεν έγινε…

Αντί γι’ αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε τελικά. Δηλαδή, αποδέχτηκε την κατάσταση ως είχε. Γιατί; Διότι υπήρχαν αντιφάσεις από την αρχή.

Όχι μόνο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με τις διάφορες συνιστώσες, οι οποίες ήταν σαν κόμματα μέσα στο κόμμα, αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του ελληνικού λαού. Την ίδια στιγμή απέρριπταν τις συνέπειες της κυριαρχίας του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή την τρομερή λιτότητα, την αβεβαιότητα, την ανεργία κ.λπ. και ταυτόχρονα συνέχιζαν να έχουν ψευδαισθήσεις για την Ευρώπη.

Τα δύο τρίτα των Ελλήνων ήταν κατά της λιτότητας και την ίδια στιγμή αυτά τα δύο τρίτα ήταν φιλοευρωπαϊστές, με εξαίρεση κάποιους. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι αυτή η Ευρώπη μπορεί να αλλάξει. Και αυτό οδήγησε τη δεξιά πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ πίσω στη συνθηκολόγηση και στην αποδοχή της κατάστασης που είχε διαμορφώσει η Γερμανία για όλη την Ευρώπη.

 Ποιος είναι 

Ίσως ο επιφανέστερος εκπρόσωπος των θεωριών για την Ανάπτυξη, ο Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.