Μπιτσάνης Ηλίας: Πόλη, πολιτικό προσωπικό, σχεδιασμός και πολίτης…

Sharing is caring!

Όταν κρίσιμα ζητήματα μιας πόλης δεν αντιμετωπίζονται, στην πορεία γίνονται όλο και μεγαλύτερα.

Μια λύση για εκείνον που σχολιάζει είναι να… σηκώσει ψηλά τα χέρια και να δηλώσει ότι “αυτός ο τόπος δεν σώζεται”. Η δεύτερη, να επιμείνει είτε πιστεύοντας είτε ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα.

Το ερώτημα είναι αν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα χωρίς να αλλάξει το πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται τις δημόσιες υποθέσεις. Δεν θα δυσκολευτώ να τοποθετηθώ υπογραμμίζοντας ότι αυτό είναι αναγκαία συνθήκη, όχι όμως και ικανή. Πράγμα που σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά οι αντιλήψεις που εκφράζουν στη διαχείριση του δημόσιου χώρου. Κατά συνέπεια δεν αρκεί η αλλαγή προσώπων, απαιτείται τα νέα πρόσωπα να είναι φορείς νέας αντίληψης για τα όσα έχουν να κάνουν με την πόλη και τους ανθρώπους της.

Η όποια κριτική ασκείται από αυτή τη στήλη δεν έχει να κάνει με τα πρόσωπα, αλλά με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το “δημόσιο συμφέρον” και την εφαρμογή (ή μη εφαρμογή) επί εδάφους αυτών των αντιλήψεων. Είναι κάποιες διευκρινίσεις αναγκαίες καθόσον οι καιροί είναι… πονηροί και αργά ή γρήγορα θα αρχίσουν να σκάνε τα περί δημοτικών εκλογών σενάρια. Κάποιοι ήδη τα τροφοδοτούν, ο δήμαρχος αρέσκεται να παίζει από θέση ισχύος απέναντι σε συνεργάτες και αντιπάλους, και πλείστοι όσοι “ψάχνονται” εξετάζοντας πιθανά σενάρια. Και ασφαλώς υπάρχουν οι κομματικοί μηχανισμοί που αναζητούν τη νέα αντιστοίχιση ή στοίχιση αναλόγως των εξελίξεων.

Μετά την “παρένθεση” των εξηγήσεων επαναφορά στο προκείμενο που δεν είναι άλλο από την προσωπική εκτίμηση των πραγμάτων για την πόλη που αποκλίνει τα μάλα από αυτή της δημοτικής αρχής. Και επαναλαμβάνω, όχι για λόγους προσωπικούς ή κομματικής ένταξης, αλλά με αφετηρία μια ριζικά διαφορετική αντίληψη για την πόλη και τη ζωή της, το σχεδιασμό των επεμβάσεων, τις ιεραρχήσεις των έργων και τελικά το σύστημα διακυβέρνησης. Επειδή στις εκλογές οι πολίτες δεν ψηφίζουν κατά κανόνα “αντιλήψεις” αλλά πρόσωπα, κόμματα και ενίοτε “υποχρεώσεις”, η κριτική παραμένει ένα όπλο συνήθως “κόντρα στο ρεύμα” και ως εκ τούτου ενοχλητικό για όσους ταυτίζονται με (μικρά ή μεγάλα) συστήματα εξουσίας.

Φέτος μετράω 40 και βάλε χρόνια παρακολούθησης των τοπικών υποθέσεων με διάφορες ιδιότητες και διαφορετικές σχέσεις στις πολλές φάσεις και εναλλαγές. Τα 40… στρογγυλά έχουν να κάνουν με τις εκλογές του 1978 που αποτέλεσαν “τομή” για την πορεία των πραγμάτων στην Καλαμάτα από όποια θέση και να το κρίνει κανένας. Και το “βάλε”, κάτι χρόνια ακόμη από την αμηχανία και το “χύμα” της πρώτης μεταπολιτευτικής τοπικής αναμέτρησης η οποία εκ των πραγμάτων επηρέασε με τις “παρενέργειες” και την επόμενη. Θα μπορούσαν να γραφτούν… τόμοι και τόμοι σύγχρονης τοπικής ιστορίας γι’ αυτό το διάστημα και θα ήταν χρήσιμο να το κάνουν πολλοί που έζησαν αναμετρήσεις και θητείες, συγκρούσεις και συμπλεύσεις, λάθη και επιτυχίες, καινοτομίες και ατολμίες. Και τελικά τις μεγάλες αλλαγές που σημειώθηκαν στις διάφορες φάσεις, όταν άλλαζαν όχι μόνον αντιλήψεις αλλά και πολιτικές για την αυτοδιοίκηση. Και αυτό γιατί είναι χρήσιμο και κρίσιμο να κατανοήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι δράσεις, πραγματοποιούνται τα έργα και αντιμετωπίζονται ή όχι οι δυσκολίες. Δεν ήταν μόνον τα πρόσωπα που καθόρισαν την πορεία των πραγμάτων, αλλά και οι πολιτικές “για την αυτοδιοίκηση και την πόλη” που εκπορεύονταν από το κεντρικό πολιτικό σύστημα κάθε φορά. Και φυσικά για την πόλη της Καλαμάτας ο σεισμός αποτέλεσε ένα τεράστιας σημασίας γεγονός που οδήγησε σε βίαιη αλλαγή και στη δημιουργία μιας άλλης πόλης σε ελάχιστο χρόνο. Γιατί πέραν των άλλων το επέτρεψαν οι συνθήκες εκείνης της εποχής· ανατριχιάζει κανένας στη σκέψη τι θα είχε γίνει αν το οικονομικό περιβάλλον ήταν το σημερινό. Αυτές οι σκέψεις αποτελούν τη σύνοψη του περιεχομένου μιας συζήτησης που δεν έγινε ποτέ, αλλά θα ήταν αναγκαία και διδακτική για το σήμερα και το μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση και πέρα από τις ιδιαιτερότητες, αναδείχθηκε η διαχρονική αξία ορισμένων πραγμάτων τα οποία είναι προαπαιτούμενα… παντός καιρού. Θα έλεγα λοιπόν ότι το πρώτο από αυτά είναι ο σχεδιασμός. Χωρίς αυτόν, σε κρίσιμες περιόδους η πόλη θα ήταν διαφορετική επί τα χείρω. Ο σχεδιασμός φυσικά πρέπει να θεμελιώνεται επιστημονικά αλλά ποτέ δεν είναι ουδέτερος, στην πράξη υλοποιεί πολιτικές για την πόλη τις οποίες χαράζουν η διοίκηση και το βουλευόμενο σώμα κατά περίπτωση. Ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα είναι συνδυασμός επιστημονικής επάρκειας και αντίληψης των πραγμάτων από την τοπική εξουσία για το δημόσιο χώρο. Υπήρξαν περιπτώσεις που αυτές ταυτίστηκαν άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με πλήρη αποτυχία. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι τοπικοί άρχοντες υποστήριξαν “αβλεπώς” το σχεδιασμό και άλλες που οι επιστήμονες υποστήριξαν τις δημοτικές αντιλήψεις.

Αυτό ως μια κριτική αποτίμηση καταστάσεων που έχουμε ζήσει σχετικά με το σχεδιασμό έργων και παρεμβάσεων στην πόλη, με σκοπό να γίνει κατανοητό ότι ούτε η (όποια) δημοτική αρχή υποκαθιστά την επιστημονική αντίληψη για το σχεδιασμό συγκεκριμένων πραγμάτων, ούτε και οι επιστήμονες τη δημοτική πολιτική. Η σχέση χρειάζεται να έχει κατανομή ρόλων και κοινή στόχευση με βάση κοινές αντιλήψεις για το δημόσιο χώρο. Είναι μια υπόθεση δύσκολη, η οποία απαιτεί σεβασμό ρόλων αλλά και σαφείς “προδιαγραφές” για το επιδιωκόμενο. Οι μελέτες που έχουν… αρχειοθετηθεί είναι ίσως και μια απόδειξη για τα όσα προαναφέρθηκαν. Βεβαίως όλη αυτή η προβληματική είναι ασύμβατη με τη λογική του “σχεδιασμού”, όταν αυτός υπακούει στις επιδιώξεις και επιθυμίες των δημοτικών παραγόντων, όταν αυτές δεν αποτελούν μέρος ενός συνολικού σχεδίου που υλοποιείται σταδιακά. Αλλά αντιθέτως δεσμεύουν το σχεδιασμό και πολλές φορές οι επεμβάσεις είναι ασύμβατες μεταξύ τους.

Και καταλήγουμε σε ένα σημερινό παράδειγμα το οποίο επιβεβαιώνει με απόλυτο τρόπο την τελευταία φράση. Η φύση έχει προικίσει την Καλαμάτα και προς τα βόρεια με το φαράγγι του Νέδοντα και την ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτό. Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο υπακούοντας στην κοινή λογική έχει ορίσει αυτή την περιοχή ως περιβαλλοντικό πάρκο. Θα περίμενε κανένας από τη δημοτική αρχή, σε υλοποίηση της πρόβλεψης αυτής, να σπεύσει να αξιοποιήσει τη μοναδική προίκα για πόλη (και μάλιστα παραθαλάσσια), δημιουργώντας ένα χώρο αναψυχής και πεζοπορίας στο φαράγγι με τους καταρράκτες και τα φράγματα. Αναθέτοντας μια μελέτη στη βάση μιας πολιτικής αποσυμφόρησης της καταπατημένης κοίτης από δημοτικές εγκαταστάσεις και άλλες επεμβάσεις. Και υλοποιώντας σταδιακά αυτή την πολιτική, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να δώσει μια νέα μεγάλη δυνατότητα στην πόλη για τους κατοίκους και τους επισκέπτες.

Αντί αυτού, θεωρεί το χώρο ως “δημοτικό οικόπεδο” και επιχειρεί να τοποθετήσει δύο λειτουργίες ασύμβατες, με το πάρκο και μεταξύ τους: Από τη μια πλευρά μέσα στην κοίτη του ποταμού και σε χώρο που ήδη έχει καταπατηθεί, όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες και στους δασικούς χάρτες, ετοιμάζεται να κατασκευάσει θέατρο. Από την άλλη, λίγο πιο πάνω και κοντά σε κατοικημένη περιοχή ετοιμάζεται να κατασκευάσει σταθμό μεταφόρτωσης σκουπιδιών, παραβιάζοντας όλες τις ρυθμίσεις του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου.

Εδώ συνολικά δεν έχουμε να κάνουμε με σχεδιασμό, αλλά με την αντίληψη ότι πρέπει αυτός να υπακούει στις επιθυμίες των αρχόντων που σχεδιάζουν… όπου τους βολεύει. Ειδικά όταν εξασφαλίζουν ανοχή και χρήμα για να υλοποιήσουν αυτές τις παρεμβάσεις. Τελικός στόχος η ψήφος του πολίτη και η υστεροφημία των αρχόντων. Και ποιος νοιάζεται αν κάποια στιγμή ο Νέδοντας αγριέψει και τα σηκώσει όλα, ή αν το σκουπίδι βρομίζει τις παρυφές της πόλης;

Το “ποιος νοιάζεται” είναι τελικά το πρόβλημα, σε μια εποχή που ο δημόσιος χώρος θεωρείται ιδιοκτησία εκείνου που μπορεί ή θέλει να τον εκμεταλλεύεται – και ο πολίτης βολεύεται με “άρτον και θεάματα” την εποχή κατά την οποία η έκφραση τείνει να γίνει… ιδεολογία.

Πηγή: Πόλη, πολιτικό προσωπικό, σχεδιασμός και πολίτης… – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Online