Ο δύσκολος δρόμος της αυτονομίας και της δημοκρατίας

Πηγή: Ο δύσκολος δρόμος της αυτονομίας και της δημοκρατίας

ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΚΟΒΑΝΗ

Τι καινούργιο έφερε το ΚΚΕ εσωτερικού στην αριστερά και στην πολιτική ζωή της χώρας;

Το ερώτημα αυτό έθεταν αρκετοί μετά την 12η Ολομέλεια   και ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση. Όχι μόνον όσοι αμφισβητούσαν, έμμεσα, την ανάγκη ρήξης και τη χάραξη μιας νέας πολιτικής για το κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα της χώρας μας, και την ίδρυση του νέου φορέα του ΚΚΕ εσωτερικού.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο αν ανατρέξουμε, έστω πολύ σύντομα, στα γεγονότα μετά τη διάσπαση, στις θεωρητικές αναλύσεις και πολιτικές τοποθετήσεις των συλλογικών σωμάτων του νέου φορέα.

Δεν θα σταθούμε στις αιτίες και τις καταστάσεις που οδήγησαν στη διάσπαση, κατατέθηκαν τόσες προσωπικές μαρτυρίες, έγιναν αναλύσεις τις τελευταίες εβδομάδες όχι μόνο στην «Αυγή» αλλά και στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στη «Νέα Σελίδα» και σε άλλα έντυπα.

Η διάσπαση μετά την 12η Ολομέλεια ήταν καθολική και αγκάλιασε ολόκληρο το κόμμα, όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΚΕ εσωτερικού
θέσεις τής Κομμουνιστικής ’Οργάνωσης Σπουδαστών του ΚΚΕ (Εσωτερικού)

Μέσα στις συνθήκες της δικτατορίας η προσπάθεια συγκρότησης ενός φορέα της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς με νέες αρχές, αξίες και πρακτικές, που έθεταν στο κέντρο της προσοχής τον σεβασμό στη διαφορετική άποψη, την ενθάρρυνση της αναζήτησης και του προβληματισμού, δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Τη στιγμή μάλιστα όπου ο κόσμος της αριστεράς δεν είχε ξεπεράσει τις αρχικές, οδυνηρές επιπτώσεις από την επιβολή της δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε, θα πρέπει να σημειωθεί -και αυτό το ανακάλεσε στη μνήμη ο ονομαστικός κατάλογος των κρατουμένων στις Φυλακές Κορυδαλλού που είχε συντάξει η Ασφάλεια, και ο οποίος δημοσιεύτηκε πρόσφατα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου, στην «Εφημερίδα των Συντακτών»- ότι η ανανεωτική αριστερά από τις πρώτες μέρες της δικτατορίας και στη συνέχεια υπήρξε μια από τις βασικότερες δυνάμεις που κράτησε το νήμα της οργανωμένης αντίστασης στη διάρκεια της επταετίας, χωρίς οικονομικά μέσα, χωρίς επαρκή διεθνή στηρίγματα και με μια ιστορικά ασύμβατη με την αριστερά συμπεριφορά εκ μέρους της «άλλης πλευράς», που συνεχίστηκε και διαρκεί μέχρι σήμερα, ξεπερνώντας κατά περιόδους τα όρια της αντιπαράθεσης με όρους πολιτικής.

Με δημοκρατία και ελευθερία

Το ΚΚΕ εσωτερικού, μετά την πτώση της δικτατορίας

Πλάνα από το 1ο Συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού (Πανιώνιος, 1976) – Φιλμ 8μμ του Χάρη Πολιτόπουλου στο YouTube.

δεν μπόρεσε να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις της αριστεράς που είχαν διαφωνήσει με την 12η Ολομέλεια, ούτε τις νέες δυνάμεις με τις οποίες είχε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συμπορευθεί στη διάρκεια της δικτατορίας, όπως, π.χ., η Δημοκρατική Άμυνα. Τα εκλογικά του αποτελέσματα κυμάνθηκαν πάντα σε χαμηλά ποσοστά. Ωστόσο, καταγράφηκε σαν μια πολιτική δύναμη της αριστεράς που έφερνε καινούργιες ιδέες με τη στρατηγική του για τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, ώστε να καταξιώνεται ως μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη. Η στρατηγική του αυτή σε συνδυασμό με το σταθερό προσανατολισμό προς την Ευρώπη -«Για μια Ευρώπη των λαών», μια «Ευρώπη με ευρύτερο πεδίο αντίληψης των ταξικών αγώνων των εργαζομένων και των λαών»- είχε προκαλέσει ευρύτερο ενδιαφέρον και συζητήσεις σε πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Η νέα στρατηγική για την οικοδόμηση ενός ανανεωτικού κομμουνιστικού κόμματος συνδεόταν με μια σειρά νέες αντιλήψεις για την ίδια τη λειτουργία και τη δράση του, μακριά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σύμφωνα με αυτήν, όλα τα κομματικά όργανα, ανώτερα και κατώτερα, θα έπρεπε αποκτήσουν ουσιαστική λειτουργία, δηλαδή «να είναι όργανα πολιτικής ευθύνης». Γιατί «μόνο έτσι μπορούν να έχουν ουσιαστική συμμετοχή όλα τα μέλη και οι οργανώσεις». «Το κόμμα οφείλει να υπάρχει πραγματικά στο χώρο του». Αυτό όφειλε να είναι και το ζητούμενο: να προγραμματίζει και να ελέγχει.

Το συνδικαλιστικό κίνημα

Η νέα στρατηγική προϋπέθετε νέες επεξεργασίες και προτάσεις, για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς και το κράτος. Η διαδικασία αυτή, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να είναι ευθύγραμμη, χωρίς δυσκολίες και συγκρούσεις. Ήταν και θα είναι μια πορεία δύσκολη, με αντιφάσεις και ανατροπές. Μια πορεία «μακρά, μέσω των θεσμών», στην οποία καθοριστικό ρόλο θα έχει «το μαζικό κίνημα, ένα κίνημα από τη φύση του πολύμορφο, πολυδιάστατο, πολυαξονικό, συναποτελούμενο από πλήθος επιμέρους κινημάτων».

Η ραχοκοκαλιά ενός τέτοιου πλατιού κινήματος δεν μπορεί παρά να είναι «ένα ισχυρό εργατικό κίνημα». Από εδώ ξεπηδάει και η ανάγκη ενός μαζικού αυτοδύναμου, ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας δεν έχει μόνο να επιδείξει πλούσια δράση και προσφορά. Είχε ταυτόχρονα την ατυχία να εκπροσωπείται από δοτές αντιδημοκρατικές ηγεσίες.

Για το ΚΚΕ εσωτερικού και τις ανανεωτικές συνδικαλιστικές δυνάμεις στο χώρο (ΑΕΜ), η έξοδος από τη δικτατορία ήταν μια σημαντική ιστορική στιγμή για το συνδικαλιστικό κίνημα, με πολλές δυνατότητες για μια πορεία ενωτική, δημοκρατική, με στόχο την αποκατάσταση της συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Δυστυχώς, οι αριστερές δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Ενώ συμφωνούσαν επί της αρχής, διαφωνούσαν στο διά ταύτα, έχοντας επιλέξει ως απώτερο στόχο τους την αριθμητική επικράτηση. Έτσι, η συνδικαλιστική ηγεσία που είχε βρεθεί στην ΓΣΕΕ με τις ευλογίες του τότε υπουργού Εργασίας Κ. Λάσκαρη, παρέμεινε στη θέση της μέχρι το 1982, οπότε αποπέμφθηκε με δικαστική απόφαση και διορίσθηκε νέα, προσωρινή διοίκηση, με πρόεδρο τον Ορέστη Χατζηβασιλείου, ο οποίος παραιτήθηκε μετά από ένα χρόνο, εκφράζοντας την αντίθεσή του στο άρθρο 4. Το συνδικαλιστικό κίνημα, όμως, δεν απέφυγε τον συντεχνιασμό, την κομματική εξάρτηση και τα φαινόμενα γραφειοκρατίας.

Οι αγώνες των εργαζομένων

Μεταδικτατορικά αναπτύχθηκαν σημαντικοί εργατικοί αγώνες, εμπνεόμενοι από ένα καινούργιο πνεύμα. Το ΚΚΕ εσωτερικού, με βάση τις καινοτόμες αντιλήψεις του για τη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου που θα εξέφραζε την αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων και το διευρυμένο ρόλο των συνδικάτων, πρότεινε μια σειρά από νομοθετικές προτάσεις για:

– Την επικύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας και την σύσταση εργασίας 143, και την κατοχύρωση και διασφάλιση των συνδικαλιστών ελευθεριών στους χώρους δουλειάς.

– Την καθιέρωση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής -που ίσχυε τότε στις ευρωπαϊκές χώρες και που σήμερα διασώζεται μόνο στο Βέλγιο.

– Τη σύσταση συμβουλίων «προσωπικού επιχειρήσεων» για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη λύση των προβλημάτων.

Η αντίστροφη πορεία

Οι προτάσεις αυτές σηματοδότησαν μια πορεία με προοδευτική κατεύθυνση, η οποία όμως πολύ γρήγορα αμφισβητήθηκε, ως αποτέλεσμα της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κυβερνούσαν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης τη δεκαετία του ’80 άρχισαν να προσαρμόζονται στις νεοφιλελεύθερες επιταγές της λιτότητας και της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους.

Την πολιτική αυτή επικύρωσε η συνθήκη του Μάαστριχτ, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο ευρωκομμουνισμός -με πρώτο το ΚΚ Ιταλίας- είχε ήδη μεταλλαχθεί. Το γιατί θα μπορέσουμε να το μάθουμε αν ο Ντ’ Αλέμα ή άλλος από την τότε ηγεσία αποφασίσει να γράψει κάποτε την αυτοβιογραφία του…

Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο δεν υπήρχε πλέον, είχε έρθει το «τέλος της ιστορίας»… Οι δυνάμεις της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, κομμουνιστές, οικολόγοι κ.λπ., μετά από μικρές και μεγάλες διασπάσεις, βρέθηκαν σε διάφορα σχήματα -ΑΚΟΑ, Συνασπισμός, ανένταχτοι- άρχισαν να ανιχνεύουν και να ζητούν διέξοδο, με κοινές και παράλληλες προσπάθειες, αντλώντας από μια κοινή παρακαταθήκη ανησυχιών και αναζητήσεων. Έτσι βρέθηκαν στους ίδιους δρόμους στη Γένοβα, στο Άμστερνταμ και αλλού, με όλους αυτούς που αγωνίζονταν στην Ευρώπη κατά της λιτότητας και των αντικοινωνικών μέτρων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αντιμέτωπες, στη συνέχεια, με την ανάγκη να αποκρούσουν τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης που ξέσπασε με ολέθριες συνέπειες για τις χώρες του Νότου.

Υπολογίσιμη πολιτική δύναμη

Από τότε η ελληνική ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά αναδείχθηκε και παραμένει μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που τόλμησε να αναλάβει ευθύνες. Την τόλμη αυτή δεν επέδειξε ο Πρόντι, όταν σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις, αναδείχθηκε πρωθυπουργός στην Ιταλία με τη στήριξη ολόκληρης της Αριστεράς. Μέσα σε δύο χρόνια απέτυχε και παραιτήθηκε, με ολέθριο αποτέλεσμα την κονιορτοποίηση της ιταλικής αριστεράς. Το ίδιο και ο Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, όταν μετά τις μεγάλες απεργίες των Γάλλων σιδηροδρομικών, κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε την κυβέρνηση της «πληθυντικής αριστεράς». Μετά την ψήφιση μερικών προοδευτικών μέτρων, μεταξύ αυτών και το εμβληματικό 35ωρο, άρχισε να προσαρμόζεται και τελικά ηττήθηκε στις εκλογές.

Εδώ ακριβώς η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά διαφοροποιείται από τη σοσιαλδημοκρατία. Γιατί μέσα σε δύσκολες συνθήκες χρεοκοπίας φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα να βγει η Ελλάδα από την μνημονιακή επιτήρηση. Το επόμενο βήμα είναι να πετύχει και στην μεταμνημονιακή εποχή, κινητοποιώντας τα μαζικά κινήματα.

Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού

(σσ Στις 5 – 15 Φλεβάρη 1968, πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη η 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ . Στη 12η Ολομέλεια το ΚΚΕ διασπάστηκε, αν και όταν αυτή συνήλθε, το Κόμμα επί της ουσίας ήταν διασπασμένο, αρχίζοντας από την ΚΕ και το Πολιτικό της Γραφείο.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού (ΚΚΕ εσωτ.) υπήρξε ελληνικό πολιτικό κόμμα της Αριστεράς, που προήλθε από τη διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ μετά το Φεβρουάριο του 1968. Η ιδεολογική του ταυτότητα υπήρξε η ελληνική εκδοχή του Ευρωκομμουνισμού, η ανανέωση της Αριστεράς και η επαγγελία ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο».

Στη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα μέσα από το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο – Π.Α.Μ. και την οργάνωση νεολαίας “Ρήγας Φεραίος“.

Μεταπολίτευση

Στις πρώτες εκλογές μετά την Μεταπολίτευση το ΚΚΕ Εσωτερικού συνεργάστηκε με την ΕΔΑ και το ΚΚΕ στην δημιουργία του συνασπισμού της Ενωμένης Αριστεράς. Η Ενωμένη Αριστερά απέσπασε 464.787 ψήφους και εξέλεξε 8 βουλευτές. Η συνεργασία με το ΚΚΕ δεν συνεχίστηκε και στις επόμενες εκλογές το ΚΚΕ Εσωτερικού σύναψε την “Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων“, με την οποία και απέσπασε 139.356 ψήφους και εξέλεξε δύο βουλευτές, τον Ηλία Ηλιού και το Λεωνίδα Κύρκο, ο οποίος αργότερα δέχτηκε και σκληρή κριτική για τη συνεργασία αυτή.

Στις επόμενες εκλογές, το 1981, το ΚΚΕ Εσωτερικού πήρε μέρος αυτόνομο και έλαβε 76.404 ψήφους με ποσοστό μόλις 1.34% και δεν κατάφερε να εκλέξει βουλευτή στο κοινοβούλιο. Στις Ευρωεκλογές του ίδιου χρόνου τα ποσοστά ήταν αρκετά υψηλότερα, γεγονός το οποίο αποδεικνύει την “αιμορραγία” της εκλογικής βάσης του κόμματος προς το ΠΑΣΟΚ καθώς και την επιτυχία του συνθήματος του Ανδρέα Παπανδρέου “όχι ψήφος στη Δεξιά”.

Το 4ο Συνέδριο

Στον εσωκομματικό διάλογο που προηγήθηκε του 4ου συνεδρίου διατυπώθηκαν τέσσερις προτάσεις σχετικά με το μέλλον του κόμματος. Η πρώτη άποψη, με ηγετική φυσιογνωμία το Λεωνίδα Κύρκο, ζητούσε τη “μετεξέλιξη” του κόμματος σε ένα νέο, μη κομμουνιστικό, κόμμα της Αριστεράς, που θα ήταν ανοιχτό σε ευρύτερες συμμαχίες. Η δεύτερη άποψη, που υποστηρίχτηκε από το γραμματέα του κόμματος Γιάννη Μπανιά και τον πρώην γραμματέα Μπάμπη Δρακόπουλο, επεδίωκε την “αναβάθμιση” του κόμματος, τη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του και παράλληλα τη ριζοσπαστικοποίησή του. Η λεγόμενη “τρίτη άποψη” ήταν και αυτή υπέρ ενός νέου φορέα της Αριστεράς, έκανε όμως κριτική στην παλαιότερη πορεία του κόμματος από τα αριστερά, και τόνιζε την ανάγκη της σύνδεσής του με τα νέα κοινωνικά κινήματα. Τέλος, η λεγόμενη “τέταρτη άποψη” θεωρούσε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για ριζικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος.

Στο συνέδριο (Μάιος 1986) υπερίσχυσαν οι προτάσεις για τη δημιουργία ενός νέου, μη κομμουνιστικού φορέα. Τον Ιανουάριο του 1987, 29 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής από την τάση της “αναβάθμισης”, δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν στις διεργασίες για την ίδρυση του νέου φορέα και συγκρότησαν το ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά, κίνηση στην οποία συμμετείχε και η πλειοψηφία της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τον Απρίλιο του 1987 έγινε το ιδρυτικό συνέδριο του νέου κόμματος που ονομάστηκε Ελληνική Αριστερά (Ε.ΑΡ.) με γραμματέα το Λεωνίδα Κύρκο.

Εξέφραζε το κεντροαριστερό τμήμα του ευρωκομμουνισμού, σε αντίθεση όμως με αντίστοιχα κόμματα της Δυτικής Ευρώπης ουδέποτε συνεργάσθηκε με τη σοσιαλδημοκρατία.  Δε συμμετείχε ποτέ αυτόνομα σε εκλογές, αφού λίγο μετά την ίδρυσή της συνεργάσθηκε με το ΚΚΕ στη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου.

Το 1992, μετά την αποχώρηση του ΚΚΕ από το Συνασπισμό και τη μετεξέλιξη του τελευταίου από συμμαχία σε κόμμα, η ΕΑΡ αυτοδιαλύθηκε και τα μέλη της πέρασαν στο νέο κόμμα.

Ηγετική μορφή της ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος. Άλλοι πολιτικοί που προέρχονται από την ΕΑΡ και διακρίθηκαν με το Συνασπισμό είναι οι Φώτης Κουβέλης, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Δημήτρης Παπαδημούλης.

Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. (1987-1991)

Μετά τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού το 1986, οι δυνάμεις της κομμουνιστικής ανανέωσης (η λεγόμενη πλατφόρμα της αναβάθμισης) συνέχισαν να εκφράζονται μέσα από το Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά και την οργάνωση νεολαίας ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Ενώ το άλλο κόμμα που προέκυψε από τη διάσπαση (Ε.ΑΡ.) συνεργάσθηκε με το ΚΚΕ και συγκρότησαν τον Συνασπισμό, το Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. ακολούθησε αυτόνομη πορεία. Συμμετείχε μάλιστα στις εκλογές του 1990, καταγγέλλοντας τη συνεργασία του Συνασπισμού με τη Νέα Δημοκρατία.

Α.Κ.Ο.Α. (1991-2013)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. άλλαξε την ονομασία του σε Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά, σηματοδοτώντας τη μετατροπή του σε κινηματική αριστερή πολιτική οργάνωση που διεκδικεί την ανανέωση – ριζοσπαστικοποίηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, καθώς και τη συνάντησή του με την πολιτική οικολογία.

Το 1998 συνεργάστηκε με το Κ.Κ.Ε. στις δημοτικές εκλογές, την εποχή που το τελευταίο έκανε άνοιγμα σε συμμαχίες, στα πλαίσια της απόφασης του 15ου συνεδρίου του για τη δημιουργία Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου. Αυτή η συνεργασία δεν συνεχίστηκε στις ευρωεκλογές του 1999,με πρωτοβουλία της Α.Κ.Ο.Α., με αποτέλεσμα να υποστεί διάσπαση τον Ιανουάριο του 2000. Τα μέλη που αποχώρησαν, διαφωνούσαν με την επιδίωξη για εκλογική συνεργασία με το ΣΥΝ, ενώ επιθυμούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας με το Κ.Κ.Ε., την οποία και πραγματοποίησαν στις εκλογές του Απριλίου 2000, ιδρύοντας την Κομμουνιστική Ανανέωση.

Η Α.Κ.Ο.Α. εκδίδει την κυριακάτικη εφημερίδα «Εποχή», συμμετέχει στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και στο Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς.

Το 2004 συμμετείχε στις εκλογές με το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο οποίος διαλύθηκε αμέσως μετά τις εκλογές. Με την αναβίωσή του το 2007 η Α.Κ.Ο.Α. συμμετείχε εκ νέου. Στις εκλογές του 2007 ο γραμματέας της Α.Κ.Ο.Α. Γιάννης Μπανιάς βρέθηκε στην πρώτη θέση του Ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εκλέχθηκε βουλευτής. Την ίδια επιτυχία κατήγαγε και στην Α’ Αθήνας ο θεατρολόγος Περικλής Κοροβέσης. Είναι η πρώτη φορά που η ΑΚΟΑ εισερχόταν, μέσω στελεχών της, στο κοινοβούλιο. Στις εκλογές του 2009 κανένα μέλος της δεν κατάφερε να εκλεγεί.)

Ο Ρήγας Φεραίος (1967-1999) ήταν η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού. Ιδρύθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1967, ως Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) “Ρήγας Φεραίος”, κυρίως από πρώην μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, τοποθετήθηκε υπέρ του ΚΚΕ εσωτερικού. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και εκατοντάδες μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, ενώ οι καταδίκες των μελών του αθροίζονται σε πολλούς αιώνες. Παράλληλα η συμβολή του “Ρήγα Φεραίου” στην ανάπτυξη του μαζικού αντιδικτατορικού κινήματος ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ενώ επίσης παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα. Οι πλατιές αυτές συλλογικότητες, που αποτελούνται από φοιτητές που αναζητούν τρόπους συλλογικής αντιδικτατορικής δράσης, θα δράσουν δημόσια στις σχόλες τους και μέσα στα αμφιθέατρα διεκδικώντας τη δυνατότητα για δημόσιες συγκεντρώσεις και συζήτησης,ενώ προφυλάσσουν τον παράνομο οργανωτικό τους ιστό. Το 1972 θα συγκροτηθεί το Διασχολικό των ΦΕΑ που συντονίζει όλες τις σχολές.Το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό και θα αποτελέσει τον βασικό ιστό ανάπτυξης του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος. Παράλληλα εκατοντάδες μέλη του Ρήγα θα συμμετάσχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και η οργάνωση θα έχει την πλειοψηφία στην συντονιστική επιτροπή κατάληψης.

Τον Ιούνιο 1974 μετονομάστηκε σε Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΠΟΝ) “Ρήγας Φεραίος” και αυτοαναγνωρίστηκε ως νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού. Στη μεταπολίτευση συνέχισε τη δράση του, έχοντας ιδιαίτερη ανάπτυξη στο φοιτητικό κίνημα. Στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1976, μετονομάστηκε σε Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) “Ρήγας Φεραίος”, παρά τη διαφωνία ισχυρής τάσης, που επέμενε στη διατήρηση του ευρύτερου πολιτικού χαρακτήρα της οργάνωσης.

Στις γραμμές της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος διαμορφώθηκε πλειοψηφούσα αριστερή πτέρυγα, η οποία είχε αναφορές στον κριτικό μαρξισμό που εκπροσωπούσαν θεωρητικοί όπως ο Νίκος Πουλαντζάς και ο Λουί Αλτουσέρ καθώς επίσης και σε γεγονότα διεθνούς εμβέλειας όπως ο Γαλλικός Μάης του ’68 και η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα. Η πτέρυγα αυτή διαφωνούσε με τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές του κόμματος.

Μετά την εκλογική αποτυχία του 1977, η αριστερή πτέρυγα της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος όξυνε την κριτική της τονίζοντας πως η δημιουργία του εκλογικού σχήματος της Συμμαχίας Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων με τα θολά, μετριοπαθή και ετερόκλητα χαρακτηριστικά της, αποτελούσε την κύρια αιτία της εκλογικής συρρίκνωσης. Η εσωτερική κρίση οξύνθηκε μέχρι τις παραμονές της σύγκλισης της Β’ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της οργάνωσης, την οποία η ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν αναγνώρισε. Όσοι συμμετείχαν σε αυτή διαγράφτηκαν από την κομματική ηγεσία (65%-70% της οργάνωσης). Οι διαγραφέντες ίδρυσαν ξεχωριστή οργάνωση με τον τίτλο ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος – Β΄ Πανελλαδική.

Κατά τη διάσπαση του 1987, όταν η πλειοψηφία του ΚΚΕ εσωτερικού ίδρυσε την Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), ο Ρήγας Φεραίος αποτέλεσε νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά. Τα επόμενα χρόνια συρρικνώθηκε και το 1999, τα λίγα μέλη που είχαν απομείνει επέλεξαν να μετονομαστούν σε Νεολαία της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής Οικολογικής Αριστεράς (ΑΚΟΑ).

Ο Ρήγας Φεραίος εξέδιδε τον Θούριο. Ανάμεσα στους κατά καιρούς γραμματείς της οργάνωσης ήταν οι Κώστας Κωσταράκος, Γιάννης Βούλγαρης, Μάνος Σωτηριάδης, Μπάμπης Γεωργούλας, Νίκος Βούτσης, Νίκος Φίλης, Μιχάλης Σαμπατακάκης κ.ά.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • Αργύρης Υφαντόπουλος, « Το ΚΚΕ Εσωτερικού και ο “Ρήγας Φεραίος” στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα: μαρτυρίες και ιδεολογική διαχείριση της μνήμης » Δοκιμές, τ/χ 13-14 (2005), σελ. 217-258
  • Αργύρης Υφαντόπουλος, Η κομμουνιστική ανανέωση και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα (1972-1973). Η διαχείριση της μνήμης, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010
  • ψψ
δημοσίευση κοινωνικών μεσων ενημέρωσης