Γιατί απότυχε η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης των δανειστών

Sharing is caring!

Ελλείψει (εθνικών) εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής, και υπό το καθεστώς των συμφωνιών με τους βασικούς εταίρους της Ελλάδας, οι κυβερνήσεις της χώρας από το 2010 και έπειτα ήταν υποχρεωμένες να εφαρμόσουν μια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης. Βασικός στόχος της πολιτικής αυτής είναι η μείωση των τιμών στο εσωτερικό της χώρας σε σχέση με τις τιμές που επικρατούν στο  εσωτερικό των βασικών εμπορικών εταίρων της Ελλάδας.

Οι υπέρμαχοι αυτής της πολιτικής ισχυρίζονται ότι αν αυτό επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, τότε τα ελληνικά προϊόντα θα γίνουν πιο ανταγωνιστικά, οι έλληνες παραγωγοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια παραγωγής στο εξωτερικό και θα αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή και συνεπώς το ΑΕΠ.

Η εφαρμογή της πολιτικής αυτής άρχισε να αποδίδει ορισμένα μικρής κλίμακας αποτελέσματα σε ονομαστικούς όρους από το 2012, το έτος δηλαδή κατά το οποίο ο εγχώριος πληθωρισμός άρχισε να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό

Σε πραγματικούς όρους, ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν θετικά. Η υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, ή εναλλακτικά η μείωση του λόγου των τιμών των εμπορεύσιμων προς τις τιμές των μη εμπορεύσιμων αγαθών, δεν προκάλεσε την αναμενόμενη μεταφορά πόρων από τον τομέα των μη εμπορεύσιμων αγαθών στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών . Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η διατομεακή κινητικότητα της επιχειρηματικότητας δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η μετακίνηση επιχειρηματιών από τομείς «ρηχής επιχειρηματικότητας» (π.χ. εμπόριο) σε τομείς υψηλών απαιτήσεων (π.χ. μεταποίηση). Σημαντικό αρνητικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε και η αδυναμία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος να στηρίξει χρηματοδοτικά αυτή την αλλαγή, καθώς παράλληλα με τη διαδικασία της εσωτερικής του αναδιάρθρωσης έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις ολοένα μειούμενες καταθέσεις.

Η αδυναμία του τομέα παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας αναπληρώνοντας τα κενά που δημιουργήθηκαν στους άλλους τομείς, σε συνδυασμό με την ένταση της ύφεσης και το μείγμα πολιτικής που ακολουθήθηκε, εκτόξευσε τα ποσοστά της ανεργίας και των μακροχρόνια ανέργων σε ύψη χωρίς ιστορικό προηγούμενο

Tα τελευταία 6-7 χρόνια υπήρξε μια τεράστιας κλίμακας αποεπένδυση στη χώρα.
Προκειμένου να υπάρξει επαναφορά του επιπέδου του παγίου κεφαλαίου της ιδιωτικής οικονομίας στα επίπεδα του 2009, εκτιμάται ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες ανέρχονται περίπου σε 80 δις €. Το επενδυτικό κενό από το 2009 μέχρι σήμερα υπολογίστηκε με βάση το άθροισμα των ετήσιων διαφορών μεταξύ των πραγματικών επενδύσεων και των επενδύσεων που θα απαιτούνταν προκειμένου να διατηρηθεί κάθε έτος ο λόγος ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ)/ΑΕΠ στο επίπεδο του 2009-13.
Το απαιτούμενο αυτό κεφάλαιο των 80 δις είναι πολλαπλάσιο των διαθέσιμων πόρων του Δημοσίου (ΕΣΠΑ, ΠΔΕ, πόροι του Αναπτυξιακού Νόμου ή άλλων εναλλακτικών χρηματοδοτικών εργαλείων). Είναι επομένως απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα επόμενα χρόνια θα πραγματοποιηθεί πολύ σημαντικός αριθμός ιδιωτικών επενδύσεων στη χώρα (προερχόμενων από την Ελλάδα και το εξωτερικό), ώστε να καταστεί εφικτή η αντιστροφή της τάσης αποεπένδυσης και να βρεθεί η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης.