Για τις ήττες και για τις νίκες

Sharing is caring!

Δημήτρης Γιατζόγλου· Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017  

Αντιμέτωπη επί χρόνια με μια σειρά από μικρές και μεγάλες ήττες, βιώνοντας σκληρές δοκιμασίες και περνώντας κάτω από καυδιανά δίκρανα, η Αριστερά στη χώρα μας υπέστη έναν μακροχρόνιο εθισμό. Διαμόρφωσε – καταναγκαστικά εν πολλοίς – αυτό που θα ονομάζαμε μια «κουλτούρα της ήττας» · αλλά και διαμορφώθηκε από αυτήν.

Αυτή η κουλτούρα, αρθρωμένη γύρω από το αίτημα της προσωπικής αξιοπρέπειας και διαμεσολαβημένη από τις βασικές σταθερές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, συγκροτούσε χώρους επιβίωσης και αναπνοής, γραμμές άμυνας και αντοχής, κώδικες καθημερινής ζωής. Και ολοκληρωνόταν, όσο κι αν ακούγεται αντιφατικό, και με την αποδοχή ενός συλλογικού και ατομικού modus moriendi –ο τρόπος του θανάτου τους  -, που λειτουργούσε ως έσχατη ανατροπή της ήττας και ως κατάφαση ζωής. Ένα είδος «οντολογικού προτάγματος» που χιλιάδες αριστερών το υλοποίησαν ως αναπόφευκτη (και πολιτικά ορθολογική) συνέπεια της επιλογής τους. Ο Ν. Μπελογιάννης το συνόψισε, ως τυπικό ιστορικό παράδειγμα.   Αν η διαχείριση των ηττών της υπήρξε για την Αριστερά ένα οδυνηρό πλην οικείο πεδίο, η εξοικείωση με τις νίκες, στις σημερινές συνθήκες, είναι μια περίπλοκη υπόθεση, με κινδύνους και παγίδες. Αν η προτροπή «αγάπα το κελί σου» έπαψε να ισχύει ως οδηγός επιβίωσης, το «…και διάβαζε πολύ» διατηρεί μια αυξημένη επικαιρότητα. Η εμπειρία, από το 2014 και μετά είναι διδακτική. Δεν πρόκειται μόνο για την ανάγκη μιας συνεχούς διακρίβωσης της σχέσης του πολιτικού πράττειν με τις ηθικές και αξιακές του προϋποθέσεις · αλλά για την ανάγκη διαμόρφωσης μιας «κουλτούρας της νίκης» – από θέση κυβερνητικής ευθύνης ή αντιπολίτευσης, μικρή σημασία έχει. Αυτή η κουλτούρα (για την οποία, εγκυρότεροι γνωσιακά μπορούν να μιλήσουν επαρκέστερα), απαιτεί ορισμένες σταθερές : Όπως, ας πούμε μια αναγκαία διαλεκτική ένταση μεταξύ της στρατηγικής σταθερότητας και της διανοητικής μετριοπάθειας, ή αλλιώς την ενσωμάτωση της «πρακτικής της αμφιβολίας», με ό,τι αυτό συνεπάγεται πέρα από τις συμβατικές ηθικολογίες. Απαιτεί, αφετηριακά, μια αυστηρή επίγνωση των ορίων · ώστε να μην οδηγείται η στάση και η πράξη σε ελαφρότητες. (Να ξέρεις δηλαδή να χαλιναγωγείς την οίηση). Απαιτεί τη διαρκή προσπάθεια να «μεταφράζεις» την ταξικότητα σε εθνική ηγεμονία. Και πολλά άλλα, όχι εύκολα και πρόχειρα. Η ευθύνη των στελεχών της κυβέρνησης σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι πρωταρχική και ολοφάνερη. Αλλά αυτό αφορά ολόκληρη την Αριστερά. Προϋποθέτει, τέλος, ένα διαρκή αναστοχασμό πάνω στην «κουλτούρα της ήττας» εκείνων των χαλεπών καιρών, που αλλοίμονο αν την καταχωνιάσουμε στο ντουλάπι με τα αζήτητα, ως μια εξαντλημένη υπόθεση. Όσο για το γνωστό πολιτικό παίγνιο των αντιπάλων, να καθαγιάζουν την πολιτική μας παράδοση με τη μεγαθυμία του νικητή, να την διαβάζουν επιλεκτικά, ή να ασχημονούν σε βάρος της όταν κλονίζεται το πολιτικό και πολιτισμικό τους αφήγημα, αυτό είναι μια τιποτένια και πληκτική ιστορία. Έχουμε σοβαρότερα πράγματα να σκεφτούμε : Ένα συλλογικό, πολιτικό modus vivendi -τρόπος ζωής-, ανθεκτικό, πολυμήχανο και παραγωγικό.