Τι είναι η πολιτική κοινωνικοποίηση;

ΤΗς Μάρω Παντελίδου Μαλούτα*

ΑΠΌ ΤΗΝ τελευταία της συγγραφική δουλειά περιλαμβάνεται στο αποθετήριο ηλεκτρονικών δημοσιεύσεων του προγράμματος Κάλλιπος: Πολιτισμικές Συνιστώσες της Πολιτικής Διαδικασίας: Πολιτική Κοινωνικοποίηση και Ελληνική Πολιτική Κουλτούρα, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα και Βοηθήματα, 2015, www.kallipos.gr

Σύμφωνα με έναν κλασικό στην ελληνική βιβλιογραφία ορισμό, η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι «μια διαδικασία με την οποία αποκτούμε έμμεσα ή άμεσα ένα σύστημα αντιδράσεων, προκαταλήψεων, γνώσεων και εκτιμήσεων σχετικά με το πολιτικό φαινόμενο.3 To σύστημα αυτό μας προδιαθέτει και μας προσανατολίζει σε ορισμένο μέτρο να επιλέξουμε στη συνέχεια συνειδητά ή ασυνείδητα και σε σχέση με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα την α ή β γενική ή ειδική πολιτική κατεύθυνση». (Μεταξάς, 1976, σ.12.) Πρόκειται δηλαδή για τη διαδικασία δημιουργίας ενός συστήματος προδιαθέσεων, οι οποίες απορρέουν από τη μορφολογία των κοινωνικών σχέσεων (Bourdieu, 1972), και με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα αυτό εναρμονίζεται πρωτίστως με τις πολιτισμικές εκφράσεις που ενισχύουν την υπάρχουσα ηγεμονία. Αλλά, συγχρόνως, εμπεριέχει και τις κοινωνικές αντιθέσεις και μπορεί να τις προβάλει, αφήνοντας περιθώρια εναλλακτικών εκφράσεων.4

Ένας άλλος, επίσης ευρύς ορισμός της πολιτικής κοινωνικοποίησης, που παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή τονίζει και τη δημιουργία αντίληψης από τον/ην κοινωνικοποιούμενο/-η για τον εαυτό του/ης ως πολίτη, είναι αυτός που την ορίζει ως «τη διαδικασία με την οποία το άτομο αποκτά στάσεις, πεποιθήσεις και αξίες σχετικά με το πολιτικό σύστημα του οποίου είναι μέλος, και σχετικά με το δικό του ρόλο ως πολίτη στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος». (Greenberg, 1970, σ. 3.) Αν υπογραμμίσουμε ότι, η πολιτική κοινωνι- κοποίηση είναι μια κοινωνική διαδικασία που διεξάγεται σε συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις κατευθύνσεις της, θα έχουμε, νομίζω, μια προσέγγιση στην έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης με ικανοποιητικά επιστημονικά εχέγγυα, ενώ συγχρόνως θα είναι απαλλαγμένη από ιδεολογικές και αξιολογικές φορτίσεις σχετικά με το θέμα της «επιβίωσης».

Στο θέμα αυτό θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο. Από τώρα όμως μπορούμε να πούμε ότι, η μονοσήμαντη αντιμετώπιση της πολιτικής κοινωνικοποίησης ως λειτουργίας του πολιτικού συστήματος που συμβάλλει στην επιβίωσή του -η οποία παρατηρείται σε μεγάλο μέρος της καθιερωμένης βιβλιογρα- φίας- οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην υπερβολική σπουδαιότητα που αποδίδεται στην επίδραση των δύο αρχικών φορέων κοινωνικοποίησης, της οικογένειας και του σχολείου. Επίδραση που θεωρείται ακόμη και

«απόλυτα καθοριστική» για το κοινωνικοποιούμενο παιδί.5 Διότι άλλο είναι να θεωρείται μεγάλη η κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα φορέων όπως η οικογένεια ή το σχολείο και βαρύνουσα η επιρροή τους, όπως προτείνεται στην παρούσα μελέτη, και άλλο να προσλαμβάνεται η επίδρασή τους ως απόλυτα καθοριστική.6 Παράλληλα, στις προσεγγίσεις αυτές υπερτονίζεται η ψυχολογική συνιστώσα της διαδικασίας, αποκομμένη από τον κοινωνικό περίγυρο, ο οποίος όμως τελικά είναι αυτός που πρωτίστως την καθορίζει.

  • Μια παρατήρηση για τον όρο: Επιλέγω να αναφέρομαι στην έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης, παρό- τι υπάρχουν θεμιτές επιφυλάξεις που την αφορούν, καθώς και εναλλακτικές προτάσεις, όπως εγκοινωνισμός, κοινωνιοποίηση κλπ., τις οποίες όμως δεν προκρίνω. Αναγνωρίζω, βέβαια, πώς ο όρος κοινωνικοποίηση, αυτός καθαυτός, δημιουργεί προβλήματα αφού, όπως επισημαίνει ο Δερτιλής (1985, σσ.299-300), όχι μόνο συγχέεται με οικονομικούς όρους (κρατικοποίηση, εθνικοποίηση), αλλά επιπλέον, το δεύτερο συνθετικό του, –ποίηση, προσδίδει υπερβολική έμφαση στο αλλοτριωτικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Επίσης, δεν αποδέχομαι ως συνώνυμο τον όρο πολιτικοποίηση, για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω. Βλ. Κεφάλαιο 2.2.
  • Στο σημείο αυτό, εκτός από. την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έννοια του habitus στo Bourdieu, 1972, μεγάλο ενδι- αφέρον παρουσιάζουν τόσο η έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας στον Gramsci, 1971, όσο και οι αναλύσεις του Althusser, 1976, για τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους». Ιδιαίτερα όσον αφορά το ρόλο του σχολείου στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης.
  • Για μια κριτική αυτής της αντίληψης, βλ. Μεταξάς, 1976, σσ. 18-22. Για τις φροϋδικές ρίζες της, βλ. Dawson, Prewitt, 1969, σσ. 9-10.
  • Η διάκριση αυτή πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, διότι αλλιώς μοιάζει να υπάρχει αντίφαση μεταξύ της κριτικής που ασκείται εδώ και της υποστήριξης της μεγάλης κοινωνικοποιητικής επίδρασης των δύο αρχικών φορέων κοινωνικοποίησης, που διατυπώνεται τόσο στο παρόν κεφάλαιο, όσο και στο Κεφάλαιο 5.

Πράγμα που αγνοείται ή αποσιωπάται στις σχετικές θεωρήσεις, όπου κατά παράδοση το ψυχολογικό επίπεδο γίνεται αντιληπτό ως ξεχωριστό από την κοινωνική πραγματικότητα.

Στο ερμηνευτικό σχήμα όπου τονίζεται η λειτουργία επιβίωσης ως στόχος της πολιτικής κοινωνικοποίησης διαφαίνεται, πράγματι, μια ιδιαίτερα απλουστευτική αντίληψη για την κοινωνική αναπαραγωγή. Για τον Hyman, 1969, μάλιστα, που καθιέρωσε τον όρο «πολιτική κοινωνικοποίηση»7 και ο οποίος τονίζει τον πρωταρχικό και καθοριστικό ρόλο της οικογένειας στην «εκμάθηση» πολιτικής συμπεριφοράς, κοινωνικοποίηση είναι «η εκμάθηση από το άτομο κοινωνικών προτύπων που αντιστοιχούν στην κοινωνική του θέση, όπως μεταβιβάζονται μέσω διαφόρων κοινωνικών φορέων» (Hyman, 1969, σ. 18). Βλέπουμε ότι αφενός, ο συγγραφέας αυτός δεν αφήνει περιθώρια νέων προτύπων και ανατρεπτικών μηνυμάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, και αφετέρου, η πολιτική κοινωνικοποίηση εμφανίζεται να έχει έκδηλο πολιτικό ρόλο, αφού, κατά τον Hyman (1969, σ.10) : «Οι άνθρωποι πρέπει να μαθαίνουν καλά και νωρίς την πολιτική τους συμπεριφορά. Αλλιώς δεν θα υπάρχει κανονικότητα, ίσως ακόμα να υπάρξει και χάος». Η διατύπωση αυτή, με τις αξιολογικές και κανονιστικές της συνδηλώσεις, αποτελεί πρότυπο του τι πρέπει να αποφεύγεται στην πολιτική ανάλυση, αν θέλουμε να διαμορφώσουμε εννοιολογικά εργαλεία που στο στάδιο της εμπειρικής έρευνας δεν θα λειτουργούν στρεβλωτικά και περιοριστικά για τη μελέτη μας.

Επιπλέον, ενώ παρατηρούμε ότι κατά τον Hyman, 1969, υπάρχει διαφοροποίηση στα κοινωνικά πρότυπα που μεταβιβάζονται, αφού τα άτομα διαφέρουν ως προς την κοινωνική τους θέση (παρότι και αυτό παρουσιάζεται ως δεδομένο και μονοσήμαντο), αξίζει να προσέξουμε και τον εξαιρετικά δηλωτικό υπότιτλο του βιβλίου του, που καθιέρωσε το 1959 την πολιτική κοινωνικοποίηση ως ερευνητικό κλάδο: «Μια μελέτη για την ψυχολογία της πολιτικής συμπεριφοράς». Ο Hyman (1969, σ.8, σ.2), όντως διευκρινίζει ότι «στόχος του βιβλίου είναι να καταγράψει την ειδική και συστηματική προσφορά της ψυχολογικής ανάλυ-σης στην κατανόηση της πολιτικής συμπεριφοράς». Δηλώνει δε ότι, «η ψυχολογική προσέγγιση δεν είναι η αποκλειστική προσέγγιση, αλλά σίγουρα είναι ουσιαστικό συμπλήρωμα στην πολιτική επιστήμη». Αυτή η θέση, φαινομενικά θεμιτή, προσφέρεται για παρερμηνείες αφού διαχωρίζει απόλυτα το ψυχολογικό από το κοινωνιολογικό επίπεδο, κι αυτό όχι μόνο αναλυτικά.8 Έτσι διαμορφώνεται μια τάση που αποσιωπά τον κοινωνικό περίγυρο και αγνοεί ότι, οι «ψυχολογικές» συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας είναι και αυτές σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά καθορισμένες. Η κοινωνία είναι αυτή που αποδίδει αξία και απαξία, ενώ προβάλλει πρότυπα που έχουν κανονιστικό ρόλο, και κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλει στη διαμόρφωση τάσεων και προδιαθέσεων, στερήσεων και απωθημένων, που ενδέχεται πολιτικά να λειτουργήσουν κατά συγκεκριμένο τρόπο.

Ο αυταρχισμός, για παράδειγμα, που εκδηλώνεται με τάσεις υποταγής και επιθετικότητας, με έλλειψη κάθε αυτοκριτικής διάθεσης και διαχωρισμό του κόσμου σε «δικούς» και «άλλους», σύμφωνα με την πρωτοποριακή μελέτη του Adorno και της ομάδας του, 1950, και φαίνεται να σχετίζεται ως προς τις γενεσιουργούς αιτίες του με την πολιτική απάθεια, συνδέεται με συγκεκριμένη οικογενειακή κοινωνικοποίηση και την εσωτερίκευση προτύπων αυταρχισμού και έλλειψης πληροφόρησης. (Lenk, 2005). Εμείς, κοινωνικοί επιστήμονες, οφείλουμε να διερευνήσουμε τις κοινωνικές παραμέτρους που συμβάλουν στη διαμόρφωση αυταρχικής ή πολιτικά απαθούς προσωπικότητας. Όχι απλώς να εντοπίσουμε τις σχετικές διαστάσεις στον ψυχισμό των φορέων τους, όπως ενδεχομένως θα έκαναν ειδικοί άλλων κλάδων ώστε να παρέμβουν στις υποκειμενικές δυσλειτουργίες που συνεπάγονται, και στην αυτοεικόνα που απορρέει από τα παραπάνω χαρακτηρολογικά στοιχεία, τα όποια όντως (μπορεί να) έχουν και σημαντικές πολιτικές συνδηλώσεις και επιπτώσεις.

Είναι γεγονός ότι στις έρευνες που μελετούν φαινόμενα πολιτικής κοινωνικοποίησης υφέρπουν σε μεγάλο βαθμό ψυχολογισμοί. Για παράδειγμα αναφέρω την κλασική και πρωτοποριακή μελέτη του Greenstein, 1976, σ. 127, όπου στο ζήτημα των διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων αγοριών και κοριτσιών, και συγκεκριμένα στο θέμα του παρατηρούμενου μεγαλύτερου πολιτικού ενδιαφέροντος των αγοριών, προτείνεται ως εξήγη-

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, αν ο όρος καθιερώνεται στο τέλος της δεκαετίας του 1950, το φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται έχει προ πολλού απασχολήσει μελετητές της κοινωνικής πραγματικότητας. Για μια συνοπτική παρουσίαση της «προϊστορίας» του κλάδου, βλ. Greenstein, 1976, σσ. 2-9. Πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για διάφορες προσπάθειες ένταξης της ψυχολογίας στην κοινωνική θεωρία, βλ. στο Ο’ Neil1, 1985, σσ. 214-245.

ση το εξής: «Παρότι η πολιτική δεν αποτελεί σημαντικό αντικείμενο ενδιαφέροντος των παιδιών κανενός φύλου, ωστόσο εναρμονίζεται καλύτερη με τον ‘εκ φύσεως’ ενθουσιώδη χαρακτήρα των αγοριών». Η υπό- θεση αυτή αγνοεί εντελώς τα έμφυλα πρότυπα πολιτικής, και όχι μόνο, κοινωνικοποίησης, τον διαχωρισμό ιδιωτικού/δημόσιου χώρου και τον μακραίωνο αποκλεισμό των γυναικών από την πολιτική διαδικασία, και αποδίδει σε χαρακτηρολογικές «έμφυτες» συνιστώσες των αγοριών, μια έκφραση της κοινωνικοποίησής τους! Το ζήτημα της έμφυλης κοινωνικοποίησης θα μας απασχολήσει παρακάτω στο Κεφάλαιο 3. Μπορούμε όμως, γενικότερα, να πούμε από τώρα ότι, είναι φανερό πώς στις προσεγγίσεις που δεν εντάσσουν τους ψυχολογικούς παράγοντες στο κοινωνικό τους πλαίσιο διαφαίνεται και μια α-ιστορική αντίληψη για τα άτομα, που παραπέμπει στην έννοια της «ανθρώπινης φύσης». (Leonard, 1984.)

Παρά τις πολλαπλές αδυναμίες των κλασικών προσεγγίσεων της πολιτικής κοινωνικοποίησης, που χαρακτηρίζουν κυρίως την αμερικανική βιβλιογραφία μιας συγκεκριμένης περιόδου οπότε και αναπτύχθηκαν ραγδαία (1960-1980), συγχρόνως, δεν πρέπει να παραλείψουμε να τονίσουμε και μια άλλη διάσταση: Παρ’ όλες τις ειδικές αδυναμίες τους, αυτές οι προσεγγίσεις του πολιτικού φαινομένου συνέβαλαν στη διεύρυνσή του γνωστικού αντικειμένου της πολιτικής επιστήμης μέσω της μελέτης της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης (Μεταξάς, 1976, 1979). Από αυτή την άποψη, συνιστούν πρόοδο στην επιστημονική γνώση, αφού γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του ατομικού επιπέδου με τις γενικές κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες. (Connell, 1975). Με δεδομένο το παραπάνω, το ερώτημα βέβαια είναι αν η συγκεκριμένη σύνδεση είναι επιτυχημένη, και σε ποιο βαθμό οι «ψυχολογισμοί» παραμορφώνουν το πρότυπο ανάλυσης, μειώνοντας αισθητά την ισομορφία του. Κι έτσι στερούν τις σχετικές προσεγγίσεις από κάθε εχέγγυο επιστημονικότητας. Οι ψυχολογισμοί αυτοί παραπέμπουν ενδεχομένως στην «προϊστορία» του κλάδου, που απασχόλησε πρώτα εκπαιδευτικούς, φιλοσόφους και ψυχολόγους, και μόνο αργότερα πολιτικούς επιστήμονες. Ίσως πάλι να οφείλονται στον έντονο εμπειρισμό που χαρακτηρίζει μεγάλο αριθμό μελετών για την πολιτική κοινωνικοποίηση παιδιών και εφήβων, που προβαίνουν σε ποσοτικές αναλύσεις έξω από κάθε θεωρητικό πλαίσιο. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία μελετών, οι οποίες βασίζονται σε εμπειρική έρευνα, η μέτρηση των πολιτικών στάσεων μοιάζει συχνά να αποτελεί απλουστευτικά, βασικό στοιχείο εξήγησης της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, το οποίο και θεωρείται διαχρονικό δεδομένο (Παντελίδου Μαλούτα, 1982, σσ. 7-22).

Σε πιο πρόσφατες μελέτες στο πεδίο της πολιτική κοινωνικοποίησης, οι οποίες τοποθετούνται χρονικά μετά την περίοδο άνθησης του κλάδου -που συντελέστηκε στην αρχή κυρίως του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα-, το ερευνητικό κλίμα έχει πλέον αλλάξει. Αποφεύγονται, κατά κανόνα, έκδηλοι ψυχολογισμοί, όπως και αξιολογικές τοποθετήσεις, ηθικοπλαστικές/κανονιστικές ερμηνείες της διαδικασίας (βλ. και Κεφ.2), μονιστικές επιλογές και δειγματοληψίες που ενίοτε είναι πολύ αμφισβητούμενης επιστημονικότητας. (Sherrod, Flanagan, Youniss, 2002). Όπως για παράδειγμα όταν ταυτίζονται «τα παιδιά» (του δείγματος) με αγόρια μόνο. Πλέον, η εννοιολόγηση της πολιτικής κοινωνικοποίησης αναφέρεται στη διαδικασία αυτή ως δημιουργό «προτύπων και διαδικασιών, διαμέσου των οποίων τα υποκείμενα αναπτύσσουν την πολιτική τους φυσιογνωμία και αποκτούν γνώσεις, δομώντας έτσι την ιδιαίτερη σχέση τους με το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν» (Sapiro, 2004, 3). H Owen, 2008, προσθέτει στον παραπάνω ορισμό, όσον αφορά το μίκρο-ε- πίπεδο, τη σημασία της εκμάθησης από τα υποκείμενα των συμβόλων και των ιδιαίτερων «τελετουργιών» που χαρακτηρίζουν την πολιτική διαδικασία στη συγκεκριμένη κοινωνία, γνώση χωρίς την οποία οι πολίτες θα ήταν «ξένοι» στην ίδια τους την πολιτική κουλτούρα.

Πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι, το ζήτημα της σχέσης του πολιτικώς δρώντος υποκειμένου με το πολιτικό σύστημα, και γενικότερα, της σχέσης ατόμου και κοινωνίας, ή «δράσης» και «κοινωνικής δομής», είναι πολύ ευρύτερο, θεμελιώδες θα έλεγα, αφού βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινωνικής θεωρίας εδώ και πολλά χρόνια, όπως ήδη αναφέρθηκε. Σύγχρονες προσεγγίσεις στο θέμα, που στοχεύουν στο να ξεπεράσουν παλιότερες μανιχαϊκές επιλογές, που ουσιαστικά υπερτόνιζαν τη σημασία του ενός παράγοντα σε βάρος του άλλου, τοποθετούν το όλο ζήτημα σε άλλη βάση. To θέμα δεν είναι πια πώς η δομή καθορίζει την δράση των ανθρώπων, ή πώς ένας συνδυασμός δράσεων διαμορφώνει τη δομή, αλλά μάλλον πώς «δομείται η δράση στην καθημερινή ζωή, και πώς τα δομημένα χαρακτηριστικά της δράσης αναπαράγονται, από το γεγονός και μόνο της πραγματοποίησής της».9 Η προσέγγιση αυτή ενδιαφέρει ουσιωδώς τις μελέτες που αναφέρονται στην πολιτική κοινωνικοποίηση, έστω και εάν η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στη σχετική διαδικασία stricto sensu, δεν μοιάζει να διαλέγεται με τη βιβλιογραφία της κοινωνικοποίησης.

Αν είμαστε προϊόντα της κοινωνικοποίησής μας, συνεπώς, δεν είμαστε μόνο αυτό. Διότι δεν είμαστε ούτε παθητικοί δέκτες μηνυμάτων, ούτε αναπαράγουμε ότι δεχτήκαμε. Αντίθετα, είμαστε και παραγωγοί των συνθηκών στις οποίες ζούμε, και εντός των οποίων θα διεξαχθεί, πρωτίστως, η πρώιμη κοινωνικοποίηση νέων γενεών, αλλά θα συνεχιστεί και η δική μας. Η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι μια συνεχής πολιτισμική διαδικασία, που διεξάγεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής, μέσω της οποίας διαμορφώνεται η συνολική πολιτική φυσιογνωμία των υποκειμένων. Βεβαίως, συγκεκριμένες φάσεις παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα από άλλες. Οι φάσεις αυτές συγκεντρώνονται προνομιακά στην παιδική και την εφηβική ηλικία, όσον αφορά βασικές προδιαθέσεις με σημαντικότατες πολιτικές συνδηλώσεις, όπως είναι οι τομές δημοκρατικότητα/αυταρχισμός, συμμετοχικότητα/απάθεια.

Τελικά, μιλώντας για πολιτική κοινωνικοποίηση αναφερόμαστε σε μια περίπλοκη κοινωνική διεργασία και σε ένα πολύπλοκο αντικείμενο μελέτης: Διαφορετικές φάσεις, όπως πρώιμη και δευτερεύουσα κοινωνικοποίηση, διαφορετικά είδη που απευθύνονται σε διαφορετικούς/-ες κοινωνικοποιούμενους/-ες (ηλικιακά αλλά όχι μόνο), όπως είναι η λανθάνουσα και ή έκδηλη κοινωνικοποίηση, πολλαπλοί φορείς με διαφορο- ποιημένη βαρύτητα ως προς διαφορετικές παραμέτρους της διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων, και διαφορετικές κοινωνικοποιητικές περίοδοι με διαφορετική κοινωνικοποιητική αποτελε- σματικότητα: Όλα αυτά περιγράφουν, πράγματι, μια περίπλοκη και δυναμική κοινωνική διαδικασία που είναι βαρύνουσας σημασίας για την πολιτική συμβίωση. Ως τομέας έρευνας, η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης παρουσιάζει μάλιστα ένα πρόσθετο ενδιαφέρον γιατί από τη «φύση» τού αντικειμένου της προσφέρει ένα αντικαθρέφτισμα των τάσεων και των ρευμάτων στο σύνολο της Πολιτικής Επιστήμης, ενώ συγχρόνως είναι ένας τομέας κατ’ εξοχήν διεπιστημονικός. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το θέμα του ο/η πολιτικός/-ή επιστήμονας που μελετά φαινόμενα πολιτικής κοινωνικοποίησης είναι ενδεικτικός τού πώς αντιμετωπίζει το αντικείμενο της επιστήμης του/ης, τα πολιτικά φαινόμενα, δηλαδή, στο σύνολό τους.

*Δημοσιεύσεις

https://chronos.fairead.net/pantelidou-malouta-rizospastismos

Η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΔΩ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Η Μ. Παντελίδου Μαλούτα
Η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα και δέκα βιβλία στα οποία περιλαμβάνονται:

  • Tο φύλο της δημοκρατίας: Ιδιότητα του πολίτη και έμφυλα υποκείμενα, Αθήνα, 2002, Σαββάλας\Κοινωνικές Επιστήμες.
  • “The glass menagerie of urban governance and social cohesion: Concepts and stakes/concepts as stakes” (με Th. Maloutas), International Journal of Urban and Regional Research, 28, 2, 2004, 
  • “Comparing frames framing comparisons: Greece/EU frames on gender inequality in politics”, Thematic issue of The Greek Review of Social Research, 117, 2005, pp.149-167.
  • The gender of democracy. Citizenship and gendered subjectivity, London, 2006, Routledge.
  • Μισός αιώνας γυναικείας ψήφου/ Μισός αιώνας γυναίκες στη Βουλή, Αθήνα, 2006, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.
  • Πολιτική Συμπεριφορά: Θεωρία, Έρευνα και Ελληνική Πολιτική, Αθήνα, 2012, Σαββάλας.

Η τελευταία της συγγραφική δουλειά περιλαμβάνεται στο αποθετήριο ηλεκτρονικών δημοσιεύσεων του προγράμματος Κάλλιπος:

  • Πολιτισμικές Συνιστώσες της Πολιτικής Διαδικασίας: Πολιτική Κοινωνικοποίηση και Ελληνική Πολιτική Κουλτούρα, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα και Βοηθήματα, 2015, www.kallipos.gr