ΤO ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ , ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ και ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ Ο.Τ.Α.

Ενημέρωση Ειδήσεις Πληροφόρηση

Sharing is caring!

ΤO ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ , ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ και ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ Ο.Τ.Α.

Γαβρίλης Κουγιανός
Στέλεχος ΚΕΔΚΕ
Μέλος της Επιτροπής Οικονομικών

Θα παρουσιάσουμε το θεσμικό πλαίσιο για τα οικονομικά των OTA, τον δημοτικό προϋπολογισμό, τα σχετικά με τα δημοτικά έσοδα και έξοδα , και την χρηματοδότηση των ΟΤΑ από το κράτος.
To Σύνταγμα στο άρθρο 102 παρ. 5 αναφέρει:
«Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρω­ση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυ­τόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. Νόμος ορίζει τα σχετι­κά με την απόδοση και κατανομή, μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των φόρων ή τελών που καθορίζονται υπέρ αυτών και εισπράττονται από το κράτος. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιο­τήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγε­ται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τον καθορισμό και την είσπραξη τοπικών εσόδων απευθείας από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης».
Με την παραπάνω διάταξη εισάγονται τρεις νέοι κανόνες:
1. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από το κράτος στους Ο.Τ.Α. πρέπει να συνοδεύεται και από
τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων.
2. Διασφαλίζεται η διαφάνεια ως προς τη διαχείριση των οικονομικών τους.
3. Υπάρχει ρητή πρόβλεψη για τη δυνατότητα τους να επιβάλλουν και να εισπράττουν με δικές τους αποφάσεις και με δικούς τους μηχανισμούς τοπικά έσοδα, τα οποία δεν έχουν τη μορφή του ανταποδοτικού τέλους.
Η πρόβλεψη του Ε.Χ.Τ.Α.
Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Τοπικής Αυτονομίας στο άρθρο 9 (Ν. 1850/89) προβλέπει:
«Οι Ο.Τ.Α. έχουν δικαίωμα, στο πλαίσιο της εθνικής οικονομικής πολιτικής, σε επαρκείς ίδιους πόρους, τους οποίους μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι πόροι των Ο.Τ.Α. πρέπει να είναι ανάλογοι με τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα ή το νόμο και τουλάχιστον ένα μέρος των οικονομικών τους πόρων πρέπει να προέρχεται από τοπι­κούς φόρους και τέλη, το ύψος των οποίων έχουν το δικαίωμα να ορίζουν μέσα στα όρια του νόμου».
Προβλέπεται ακόμα η εναρμόνιση των πόρων με την πραγματική εξέλιξη του κόστους άσκησης των αρμοδιοτήτων, καθώς και η προστασία των ασθενέστερων οικονομικά Ο.Τ.Α. Τέλος, κατοχυ­ρώνεται το δικαίωμα των Ο.Τ.Α. να εκφράζουν τη γνώμη τους «με κατάλληλο τρόπο, όσον αφορά τους τρόπους παροχής σε αυτούς των κατανεμόμενων πόρων, οι οποίοι, στο μέτρο του δυνατού, δεν πρέπει να προορίζονται για τη χρηματοδότηση ειδικών σχεδίων, αλλά να σέβονται τη θεμελιώ­δη ελευθερία της πολιτικής των Ο.Τ.Α. στα δικά τους πεδία αρμοδιότητας».
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Τα αιρετά όργανα των Δήμων, έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες, προς την οικονομική διοίκηση:
Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του, εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Δημάρχου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής. Σε οικονομι­κά θέματα αποφασίζει κυρίως για:
α) Τον ετήσιο προϋπολογισμό και απολογισμό του Δήμου, των δημοτικών ιδρυμάτων και των λοι­πών νομικών προσώπων.
β) Την επιβολή φόρων, τελών και δικαιωμάτων.
γ) Την εκποίηση, εκμίσθωση δημοτικών ακινήτων και την αγορά, μίσθωση ακινήτων.
δ) Τη σύναψη δανείων.
ε) Την ίδρυση και λειτουργία δημοτικών επιχειρήσεων και Ν.Π.Δ.Δ.
Η Δημαρχιακή Επιτροπή είναι αποφασιστικό όργανο και έχει τις εξής αρμοδιότητες:
α) Συντάσσει τον προϋπολογισμό του δήμου, προελέγχει τον απολογισμό, τον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσεως,
β) Αποφασίζει για τη διάθεση των πιστώσεων που είναι εγγεγραμμένες στον προϋπο­λογισμό.
γ) Καταρτίζει τους όρους, συντάσσει τις διακηρύξεις, διεξάγει και κατακυρώνει όλες τις δημο­πρασίες.
δ) Μελετά την ανάγκη σύναψης δανείων, καταρτίζει τους όρους και εισηγείται στο δημοτικό συμ­βούλιο.
ε) Αποφασίζει για την άσκηση όλων των ένδικων μέσων, την υποβολή προσφυγών στις διοικητι­κές αρχές, την αποδοχή κληρονομιών και δωρεών.
Ο Δήμαρχος
α) Εκτελεί τις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, της δημαρχιακής επιτροπής και υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο Δήμος. Εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή.
β) Ορίζει τους Αντιδημάρχους, τους μεταβιβάζει αρμοδιότητες του και είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών του Δήμου.
γ) Συνυπογράφει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δαπανών, οι οποίες έχουν εκκαθαρι­στεί από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου.
δ) Ασκεί τις αρμοδιότητες που του αναθέτουν ειδικές διατάξεις του Κώδικα ή άλλοι νόμοι.
Ο δημοτικός προϋπολογισμός
Ο δημοτικός προϋπολογισμός είναι η απόφαση του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου -διοικητική πράξη-με την οποία προσδιορίζονται τα έσοδα και καθορίζονται τα όρια των εξόδων για κάθε οικονομικό έτος.
Έσοδα του προϋπολογισμού θεωρούνται:
• Τα ποσά που βεβαιώνονται στη διάρκεια του έτους, άσχετα από το έτος στο οποίο ανάγονται.
• Τα εισπραττόμενα ποσά που η βεβαίωση τους είχε ήδη συντελεστεί στα προηγούμενα έτη.
Έξοδα του προϋπολογισμού θεωρούνται οι υποχρεώσεις του Ο.Τ.Α. προς τρίτους, είτε από συμ­βάσεις είτε από κάθε άλλη οφειλή, οι οποίες καθίστανται απαιτητές κατά τη διάρκεια του έτους.
Στον προϋπολογισμό εγγράφονται μόνο έσοδα και έξοδα που προβλέπονται από διατάξεις νόμων, καθώς και δαπάνες που εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες των Ο.Τ.Α. ή συντελούν στην εκπλήρωση της αποστολής τους.
Οι αρχές κατάρτισης
1) Ο προϋπολογισμός συντάσσεται για ένα οικονομικό – ημερολογιακό έτος, η χρονική περίο­δος που περιλαμβάνει τις διαχειριστικές και λογιστικές πράξεις, που έχουν σχέση με τα έσοδα, τα έξοδα, και τα περιουσιακά στοιχεία των Ο.Τ.Α.
2) Ο προϋπολογισμός είναι υποχρεωτικά ισοσκελισμένος.
3) Στον προϋπολογισμό εγγράφονται όλα τα έσοδα και έξοδα.
4) Τα ποσά πρέπει να είναι σωστά, να μη δημιουργούν σύγχυση και ασάφειες και να διευκολύ­νουν τον έλεγχο από το δημοτικό συμβούλιο, τους πολίτες και την περιφερειακή διοίκηση. Οι εκτιμή­σεις και οι προβλέψεις πρέπει να επαληθεύονται, όσο το δυνατόν περισσότερο, στο τέλος του έτους.
Έσοδα – έξοδα (δαπάνες)
Τα έσοδα των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. διακρίνονται σε:
1) τακτικά, που προέρχονται από:
θεσμοθετημένους υπέρ αυτών πόρους,
εισοδήματα της κινητής και ακίνητης περιουσίας,
ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα,
φόρους, τέλη, δικαιώματα και εισφορές
τοπικά δυνητικά τέλη και εισφορές
2) έκτακτα, που προέρχονται από:
δάνεια, δωρεές, κληροδοτήματα,
διάθεση, εκποίηση και γενικά εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων
συμμετοχή σε επιχειρηματική δραστηριότητα
πρόστιμα, διοικητικές κυρώσεις και από κάθε άλλη πηγή.
Οι δαπάνες (έξοδα) διακρίνονται σε:
1) υποχρεωτικές, που εγγράφονται κατά προτεραιότητα στον προϋπολογισμό και περιλαμβά­νουν όλα τα έξοδα διοίκησης, τα τοκοχρεολύσια, τις ετήσιες εισφορές σε Ν.Π.Δ.Δ. και συνδέ­σμους, τις δαπάνες υλοποίησης συμβάσεων κ.ά. Οι δαπάνες αυτές πληρώνονται κατά προτεραιό­τητα από τα έσοδα και μόνον εφόσον τα τελευταία επαρκούν, μπορούν να πραγματοποιηθούν άλλες.
2) προαιρετικές, στις οποίες εντάσσεται κάθε άλλη δαπάνη που προβλέπεται από διάταξη νόμου ή εξυπηρετεί λειτουργικές ανάγκες των Ο.Τ.Α. ή συντελεί στην εκπλήρωση της αποστολής τους.
Ίδια Έσοδα
Τα έσοδα αυτά συμβάλλουν σημαντικά στην οικονομική αυτοδυναμία των Ο.Τ.Α., επειδή το ύψος τους εξαρτάται από την αποφασιστικότητα των αιρετών οργάνων να τα επιβάλουν και από την ικανότητα των οικονομικών υπηρεσιών να τα βεβαιώσουν και να τα εισπράξουν. Σε όσους Δήμους τα έσοδα αυτά υπερβαίνουν το 50% των συνολικών τους εσόδων, παρατηρείται υψηλό ποσοστό αυτοχρηματο­δότησης κυρίως των λειτουργικών δαπανών, αλλά και υπολογίσιμου τμήματος των επενδύσεων τους.
1) Δημοτικός Φόρος είναι η υποχρεωτική χρηματική εισφορά των φυσικών και νομικών προσώ­πων προς την Τ.Α., χωρίς άμεση και ειδική αντιπαροχή της τελευταίας προς αυτά. Στοιχεία του φόρου είναι η χρηματική καταβολή, ο υποχρεωτικός της χαρακτήρας και η μη παροχή συγκεκριμέ­νης υπηρεσίας από την Τ.Α.
2) Τέλος είναι η υποχρεωτική χρηματική εισφορά προς την Τ.Α. έναντι ειδικού ανταλλάγματος το οποίο αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη παροχή αγαθού ή υπηρεσίας. Το στοιχείο που διαφοροποιεί το φόρο από το τέλος είναι η σχέση ανταλλάγματος και εισφοράς που πρέπει να είναι ανάλογη του οφέλους που απολαμβάνει ο φορολογούμενος (ανταποδοτικός χαρακτήρας).
3) Δικαίωμα είναι η υποχρεωτική χρηματική εισφορά έναντι ειδικού ανταλλάγματος το οποίο αντιστοιχεί σε παροχή αγαθού ή υπηρεσίας, ανεξάρτητα από τη χρήση τους. Διαφοροποιείται από το τέλος επειδή δεν είναι ανταποδοτικό και στη μη απαραίτητη χρήση του αγαθού ή υπηρεσίας.
4) Εισφορά είναι η υποχρεωτική χρηματική εισφορά έναντι ειδικού ανταλλάγματος μεγαλύτε­ρης αξίας το οποίο αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη παροχή αγαθού ή υπηρεσίας (π.χ. πολεοδομικές εφαρμογές). Διαφοροποιείται από το τέλος στο ύψος της, που είναι μικρότερο του οφέλους που απολαμβάνει ο φορολογούμενος.

Επιχορηγήσεις
Οι επιχορηγήσεις διακρίνονται σε:
τακτικές ή έκτακτες, με βάση την περιοδικότητα και τη θεσμική τους κατοχύρωση,
γενικές ή ειδικές, ανάλογα με τον προορισμό των σχετικών εσόδων (δαπάνες κάθε είδους ή συγκεκριμένες δαπάνες).
Οι τακτικές επιχορηγήσεις διευκολύνουν τον οικονομικό προγραμματισμό των Ο.Τ.Α. και οι γενι­κές δεν θίγουν την οικονομική και διοικητική τους αυτοτέλεια. Αποτελούν το κυριότερο μέσο που έχει στη διάθεση της η κεντρική διοίκηση για να χρηματοδοτεί γενικά τους Ο.Τ.Α., να ενισχύει τους οικο­νομικά αδύναμους και να προωθεί την οικονομική της πολιτική.
Οι έκτακτες επιχορηγήσεις θα έπρεπε να καλύπτουν μόνο απρόβλεπτες, επείγουσες και συνα­φείς ανάγκες. Η χρησιμοποίηση τους σε μόνιμη βάση εντείνει την εξάρτηση των Ο.Τ.Α. από το κρά­τος και τις περισσότερες φορές είτε δεν επιτυγχάνουν τους στόχους τους, είτε η αποτελεσματικότη­τα τους είναι περιορισμένη.
Οι ειδικές επιχορηγήσεις χρησιμοποιούνται για να προωθηθούν κρατικές πολιτικές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ή για να ενισχυθεί η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών από τους Ο.Τ.Α. Η ευρεία χρησιμοποίηση εκτάκτων και ειδικών επιχορηγήσεων αποτελεί κλασικό παράδειγμα συγκεντρωτικής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (Κ.Α.Π.)
Με το Νόμο 1828/1989 το σύστημα των κρατικών επιχορηγήσεων προς την πρωτοβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση συνδέθηκε άμεσα με την απόδοση συγκεκριμένων φόρων και τελών. Η μεταρρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν τον ετήσιο προσδιορισμό του ύψους της κρατικής επιχορήγη­σης με αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια (αποδόσεις φόρων), αφετέρου δε τη σύνδεση της τελευταίας με τις δημοσιονομικές – φορολογικές πολιτικές και μέτρα που προωθούσε η κεντρική διοίκηση, είτε αυτόνομα είτε με βάση τις κατευθύνσεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με το σύστημα αυτό οι κρατικοί πόροι που κατανέμονται στους Ο.Τ.Α. παραμένουν στην ευθύνη της κεντρικής διοίκησης (κεντρικοί), ενώ το ύψος τους δεν εξαρτάται πλέον από συγκυριακές πολιτικές αποφάσεις κυβερνητικών οργάνων αλλά από τη δυναμικότητα των συγκεκριμένων φόρων και τελών (αυτοτελείς).
Οι Κ.Α.Π προέρχονται από τις παρακάτω πηγές φορολογικών εσόδων:
1) Ποσοστό 20% των συνολικών ετήσιων καθαρών εισπράξεων από το φόρο εισοδήματος φυσι­κών και νομικών προσώπων (Φ.Ε.Φ.Ν.Π.).
2) Ποσοστό 50% από τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων.
3) Ποσοστό 3% από τις συνολικές εισπράξεις του φόρου μεταβίβασης ακινήτων.
4) Ποσοστό 20% των συνολικών ετήσιων καθαρών εισπράξεων από το φόρο στους τόκους των τραπεζικών καταθέσεων.
Το προϊόν των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων κατανέμεται κάθε χρόνο σε τρεις κατηγορίες, με βάση τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις:
α) Το ένα τρίτο (1/3) των εσόδων που προέρχονται από το 20% του Φ.Ε.Φ.Ν.Π. εγγράφεται στον προϋπολογισμό δημόσιων επενδύσεων, διατίθεται για τη χρηματοδότηση επενδυτικών δραστηριοτή­των των Ο.Τ.Α. και ονομάζεται «Συλλογική Απόφαση Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Σ.Α.Τ.Α.)».
β) Το υπόλοιπο ποσό των Κ.Α.Π. (2/3 του Φ.Ε.Φ.Ν.Π., τέλη κυκλοφορίας, φόρος μεταβίβασης ακινήτων) εγγράφεται στον τακτικό προϋπολογισμό, αποτελεί γενικό έσοδο των Ο.Τ.Α. και μπορεί να διατεθεί για οποιαδήποτε δαπάνη.
γ) Από το 2005, παρακρατείται ένα μέρος των Κ.Α.Π. για τη χρηματοδότηση του αναπτυξιακού προγράμματος «ΘΗΣΕΑΣ», που διαδέχθηκε το Ειδικό Πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ε.Π.Τ.Α.) (1998-2004). Συγκεκριμένα αποδίδονται στο πρόγραμμα αυτό το 25% της Σ.Α.Τ.Α., το 10% των Κ.Α.Π., το 80% των εσόδων από το 20% του φόρου στους τόκους των τραπεζικών καταθέσεων.
δ) Τα υπόλοιπα της Σ.Α.ΤΑ. και των Κ.Α.Π., όπως διαμορφώνονται τελικά, κατανέμονται στους Ο.Τ.Α. με δύο ξεχωριστές κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι­κών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση της ΚΕΔΚΕ. Στη συνέχεια οι Κ.Α.Π. κατανέμονται, μέσω του Τ.Π.Δ., στους Ο.Τ.Α. κάθε μήνα (τακτική επιχορήγηση), ενώ η Σ.Α.Τ.Α. κάθε τετράμηνο.
Οι δύο αποφάσεις κατανομής περιλαμβάνουν γενικές και ειδικές επιχορηγήσεις που κατανέμο­νται με ξεχωριστές διαδικασίες και κριτήρια κατανομής στους Ο.Τ.Α. Οι γενικές και ορισμένες ειδι­κές έχουν θεσμοθετηθεί μέσω διάφορων νόμων, ενώ πολλές ειδικές επιχορηγήσεις αποτελούν προϊόν κάλυψης αναγκών Ο.Τ.Α. Επίσης κάποιες θεσμοθετημένες ειδι­κές επιχορηγήσεις αφορούν αρμοδιότητες που έχουν μεταβιβαστεί στους Ο.Τ.Α. και το κόστος άσκησης τους πρέπει, με βάση την επιταγή του Συντάγματος, να καλύπτεται από το κράτος.
Ο προϋπολογισμός ως εργαλείο προγραμματισμού
Το οικονομικό – διαχειριστικό – λογιστικό σύστημα των Δήμων και των Κοινοτήτων, που ίσχυε τα τελευταία σαράντα χρόνια, μετά τις μεγάλες αλλαγές που μεσολάβησαν στη δομή, τις αρμοδιότη­τες και τις λειτουργίες των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α., δεν τους επέτρεπε να ασκήσουν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες τους και να ανταποκριθούν στις αναπτυξιακές και κοινωνικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Δεν αποτελούσε εργαλείο διοίκησης, προγραμματισμού και παρακολούθησης των δραστηριο­τήτων τους και δυσχέραινε σημαντικά τις προγραμματικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες της κεντρι­κής και περιφερειακής διοίκησης. Δημιουργούσε επίσης πρόσθετες δυσκολίες στην αξιοποίηση των προγραμμάτων και χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η κατάρτιση του προϋπολογισμού δεν είχε το χαρακτήρα της ανάληψης δεσμευτικών οικονομι­κών υποχρεώσεων για τις δημοτικές αρχές, που από το βαθμό επίτευξης τους θα κριθεί η αποτελε­σματικότητα των αιρετών οργάνων και του υπηρεσιακού μηχανισμού. Η παρακολούθηση του, τις περισσότερες φορές, γινόταν για να διαπιστώνεται η υπέρβαση ή όχι κάποιων κονδυλίων και να δημιουργείται η εντύπωση ότι ασκείται κάποιας μορφής έλεγχος.
Η σύνταξη του δεν προσδιοριζόταν με βάση τις δυνατότητες πραγματοποίησης εσόδων και στη συνέχεια μέσω αυτών, τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων. Πολύ συχνά τα έσοδα και οι δαπά­νες υπερεκτιμούνταν, ώστε να αποφεύγονται τυχόν τροποποιήσεις.
Τα τελευταία χρόνια μεσολάβησαν πολλές αλλαγές με στόχο τον εκσυγχρονισμό του, όπως:
1. Η εισαγωγή του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος απετέλεσε το δεύτερο βήμα για τον εκσυγχρονισμό της οικονομικής διοίκησης και διαχείρισης (Π.Δ. 315/1999 – Υ.Α. 4604/2005). Εκπονήθηκε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης, με τη συνεργασία ΥΠΕΣΔΔΑ – ΚΕΔΚΕ – ΕΕΤΑΑ και εφαρμόζεται πλέον από το 90% των υπόχρεων Δήμων (με πληθυσμό πάνω από 5.000 κατοίκους).
2. Το δεύτερο σημαντικό βήμα αφορά το νέο τύπο προϋπολογισμού που εκκρεμούσε από το 1970 και εγκρίθηκε το 2004 .
3. Οι διαδικασίες κατάρτισης και έγκρισης του προϋπολογισμού / απολογισμού έγιναν πιο ουσιαστικές και λειτουργικές.
Ο προϋπολογισμός αποτελεί τον κυριότερο τοπικό δημοσιονομικό θεσμό που χρησιμοποιούν οι Ο.Τ.Α. για να υλοποιήσουν τα προγράμματα δράσης και να ασκήσουν τις αρμοδιότητες τους.
Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει τις δραστηριότητες που προγραμματίζει ένας Ο.Τ.Α. για ορι­σμένη περίοδο (ετήσια), για τις οποίες σκοπεύει να δαπανήσει έσοδα που υπολογίζει να εισπράξει από διάφορες πηγές Αποτελεί λοιπόν απαραίτητο εργαλείο για την ορθολογική διαχείριση των οικονομικών των Ο.Τ.Α..
Στον προϋπολογισμό ενσωματώνονται σε ετήσια βάση οι στόχοι των αιρετών οργάνων και εξει­δικεύονται ποσοτικά οι τοπικές πολιτικές, τις οποίες θα υλοποιήσουν τα εκτελεστικά όργανα και ο υπηρεσιακός μηχανισμός. Καταγράφονται επίσης οι συγκεκριμένες πηγές εσόδων και χρηματοδό­τησης των παραπάνω στόχων και πολιτικών. Ο προϋπολογισμός αποτελεί λοιπόν ένα ετήσιο πρό­γραμμα εσόδων και δαπανών, ο βαθμός υλοποίησης του οποίου αποτελεί κριτήριο ορθής κατάρτι­σης και αποτελεσματικότητας των αιρετών οργάνων και των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α.