Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες σε Καλαμάτα και Μεσσήνη

Sharing is caring!

Με το θέμα των Μικρασιατών προσφύγων που έφτασαν στην Καλαμάτα και τη Μεσσήνη τις δεκαετίες 1910 και 1920, μετά τον ξεριζωμό τους, καταπιάνονται στη νέα τους έκδοση τα Γενικά Αρχεία του Κράτους στο Νομό Μεσσηνίας. Οι συγγραφείς του βιβλίου Αναστασία Μηλίτση – Νίκα και Χριστίνα Θεοφιλοπούλου – Στεφανούρη παρουσίασαν χθες σε συνέντευξη Τύπου μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα, που, όχι απλώς μας γνωρίζει την ιστορία, αλλά αναμένεται να αποτελέσει εργαλείο για τους ερευνητές του μέλλοντος. Η έκδοση έχει τίτλο «Προσφυγικοί συνοικισμοί Καλαμάτας και Μεσσήνης» και την προλογίζει ο οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.   1914 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε χθες η κα Μηλίτση, οι πρώτοι πρόσφυγες έφτασαν στο λιμάνι της Καλαμάτας από την περιοχή των Δαρδανελίων, τους φθινοπωρινούς μήνες του 1914, δηλαδή μετά την είσοδο της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε οι Τούρκοι άρχισαν τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Απ’ ό,τι φαίνεται στον τοπικό Τύπο, δεν προκλήθηκε ιδιαίτερη αναστάτωση στην πόλη της Καλαμάτας. Μάλλον ευπρόσδεκτα υπήρξαν τα επιπλέον εργατικά χέρια, πολλά από τα οποία ήταν εξειδικευμένοι τεχνίτες.   1922 «Το σκηνικό διαμορφώθηκε πολύ διαφορετικά το 1922», όπως πρόσθεσε η κα Μηλίτση.«Ένταση και κραδασμοί προκλήθηκαν στην τοπική κοινωνία, ιδιαίτερα στην ομαλή λειτουργία της αγοράς. Κερδοσκοπία, φημολογίες, ελλείψεις σε τρόφιμα, επιδημίες, όπως μηνιγγίτιδα, ελονοσία, δάγκειος πυρετός, φυματίωση και ποικίλα άλλα προβλήματα δίνουν το στίγμα της περιόδου. Και αυτό, γιατί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, δηλαδή την τριετία 1922-1925, έφθασε στη μεσσηνιακή γη ένας μεγάλος όγκος προσφύγων. Σύμφωνα, μάλιστα, με την απογραφή του 1923, ήλθαν 9.323 πρόσφυγες. Όμως, δεν εγκαταστάθηκαν εδώ όλοι. Συνήθως, καραβιές προσφύγων αποβιβάζονταν στο λιμάνι της Καλαμάτας και από εκεί στοιβάζονταν στις επιταγμένες αποθήκες, για να μεταφερθούν και πάλι, ύστερα από λίγο, σε άλλα λιμάνια, πόλεις και χωριά. Η Καλαμάτα δεν εξελίχθηκε ποτέ σε προσφυγούπολη, όπως η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη. Λειτούργησε περισσότερο ως ενδιάμεσος σταθμός στις μετακινήσεις των ταλαιπωρημένων αυτών ανθρώπων. Πόσοι ακριβώς εγκαταστάθηκαν στην Καλαμάτα δε γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως από τις απογραφές του 1920 και 1928 ότι ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε από 20.800 σε 28.960 κατοίκους αντίστοιχα. Επίσης, γνωρίζουμε από το Αρχείο της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας Μεσσηνίας ότι στους 8 προσφυγικούς συνοικισμούς της Καλαμάτας εγκαταστάθηκαν 2.090 πρόσφυγες, ενώ στο συνοικισμό της Μεσσήνης 115. Οι συγκεκριμένοι πρόσφυγες ήλθαν, πάνω από τους μισούς (ποσοστό 56%),από το Αϊβαλί, τη Σμύρνη και τα προάστιά της, από την περιοχή της Νικομήδειας, της Κυζίκου και από αλλού». Σύμφωνα με τα στοιχεία των ΓΑΚ Μεσσηνίας, πάνω από τα 2/3 αυτών των ανθρώπων ήταν γυναικόπαιδα, ανάμεσά τους πολλές χήρες και ορφανά. «Δεν είναι ασφαλώς σύμπτωση ότι υπήρχε συνοικισμός – ο συνοικισμός της Ανάληψης – που έφερε την επωνυμία “Χηρέικα”» επισήμανε η κα Μηλίτση.   Συνοικισμοί «Το πρόβλημα που κυριάρχησε, από την πρώτη στιγμή, ήταν η εξασφάλιση στέγης. Γι’ αυτό, από τα πρώτα μέτρα που πήραν (οι αρμόδιοι φορείς), ήταν να επιτάξουν κάποιες αποθήκες ή κτήρια, όπως για παράδειγμα τη Λαϊκή Σχολή, και παράλληλα να κατασκευάσουν ξύλινους καταυλισμούς, δηλαδή ξύλινα παραπήγματα, στις παρυφές της πόλης. Συγκεκριμένα, στον Κορδία και την Ανάληψη το 1914, στον Άγιο Ιωάννη του Αβραμιού το 1922, στην Ανατολική Παραλία και τη Φυτειά το 1923…». Ακολούθησαν τα λίθινα σπίτια, με πρώτο τον οικισμό στην Ανάληψη το 1926, στου Αβραμόγιαννη, την Ανατολική Παραλία και την πόλη της Μεσσήνης το 1930, στην Αγία Τριάδα και τον Άγιο Κωνσταντίνο το 1932 και στον Κορδία το 1935. Έρευνα σε 650 οικογένειες Στα στοιχεία που μελετήθηκαν προκειμένου να εκδοθεί το βιβλίο, αναφέρθηκε η κα Θεοφιλοπούλου: «Από το αρχείο της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας καταγράψαμε και μελετήσαμε 650 προσφυγικές οικογένειες των προσφυγικών συνοικισμών Καλαμάτας και Μεσσήνης, δηλαδή κάπου 2.200 άτομα. Πρόκειται για άστεγους, άπορους, χήρες, παραπηγματούχους, συστεγαζόμενους, πολεμοπαθείς, θαλασσόπληκτους, που δίκαια προηγούνταν στην εξασφάλιση στέγης σε σχέση με τους υπόλοιπους πρόσφυγες». Το αρχειακό υλικό που ερευνήθηκε ήταν από υπεύθυνες δηλώσεις και αιτήσεις των προσφύγων, μέχρι επιστολές τους προς τις Αρχές, βεβαιώσεις και πιστοποιητικά των Αρχών, της Νομαρχίας, του Δήμου της Αστυνομίας, του Υποθηκοφυλακείου, των Προσφυγικών Συλλόγων, ακόμα και των εφημέριων μια ενορίας, δελτία, πίνακες απογραφής, κ.ά. Στην έκδοση παρουσιάζονται επίσης σύλλογοι και αθλητικά σωματεία που ιδρύθηκαν τότε στην περιοχή, ονοματεπώνυμα, επαγγέλματα των προσφύγων, κ.λπ. Το βιβλίο εκδόθηκε σε 1.000 αντίτυπα και θα διανεμηθεί δωρεάν σε συγκεκριμένους αποδέκτες, ανθρώπους της θρησκευτικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της Μεσσηνίας. Της Μαρίας Νίκα