Για το δημόσιο χώρο στη Θεσσαλονίκη

Ενημέρωση Ειδήσεις Πληροφόρηση

Sharing is caring!

Της Εύης Αθανασίου

Στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων αστικών πολιτικών και του αδιαμφισβήτητου δόγματος της αστικής ανταγωνιστικότητας στην παγκόσμια αγορά, ο δημόσιος χώρος αναγνωρίζεται ως ένα από τα συστατικά ενός ελκυστικού αστικού περιβάλλοντος.  Σε όλα τα έργα «αστικής αναγέννησης», που επιχειρούν να ενισχύσουν την οικονομία της πόλης προωθώντας μία διακριτή και αναγνωρίσιμη εικόνα της στο παγκόσμιο κοινό των επενδυτών και των τουριστών, ο δημόσιος χώρος παίζει κεντρικό ρόλο.  Συνεισφέρει στην κατασκευή της προωθούμενης διακριτής τοπικής ταυτότητας, ενώ γίνεται ταυτόχρονα ιδανικός υποδοχέας της παγκόσμιας αστικής εμπειρίας της κατανάλωσης και του ελεύθερου χρόνου.  
Το ζητούμενο της ανταγωνιστικότητας προτάσσει ζωντανούς και ελκυστικούς δημόσιους χώρους για τους πολίτες, όμως κάποιοι από αυτούς χρειάζεται να εξαιρεθούν, καθώς η φυσική τους παρουσία υποβαθμίζει το χώρο, οπτικοποιεί την ανισότητα και τη φτώχεια, πυροδοτεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στη μεσαία τάξη. Ένα συνεχώς στενότερο φάσμα συμπεριφορών γίνεται ανεκτό και επιτρεπτό, και οτιδήποτε πέρα από αυτό κρίνεται εκκεντρικό και ανεπιθύμητο, καθώς μπορεί να υπονομεύσει την κύρια λειτουργία του δημόσιου χώρου, δηλαδή την κατανάλωση και την αναψυχή της μεσαίας τάξης και των τουριστών. Το «δικαίωμα στην πόλη» περιορίζεται στους πολίτες που δεν είναι ανεπιθύμητοι και επαναπροσδιορίζεται στο «δικαίωμα στην κατανάλωση» αγαθών και μοναδικών αστικών εμπειριών.

Υβριδική γεωγραφία

Ο αποκλεισμός, μέσα από κανόνες χρήσης και καθεστώτα λειτουργίας, όπως απαγορεύσεις μικροπωλητών, πλανόδιων μουσικών, μοιράσματος φυλλαδίων, την αστυνόμευση και φύλαξη, αλλά και μέσα από στρατηγικές σχεδιασμού, όπως πύλες εισόδου και περιφράξεις ανάγεται σε σύγχρονη στρατηγική για τον δημόσιο χώρο.  Σε συνδυασμό με την υπονόμευση του δημόσιου χαρακτήρα, μέσα από ένα ευρύ και διαφοροποιημένο φάσμα μηχανισμών που ξεκινά από τις αθώες υιοθεσίες δένδρων και παιδικών χαρών, περνά από τις χορηγίες πάρκων και πλατειών και φτάνει στους ιδιωτικά κατασκευασμένους δημόσιους χώρους, επαναπροσδιορίζεται η ίδια η φύση του δημόσιου χώρου και ο ρόλος του στην πόλη. Η ελευθερία στην πρόσβαση, η τυχαία συνάντηση και συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων, η ανοχή και η ελευθερία των πολιτών να διεκδικούν, να διαμαρτύρονται ή ακόμη και να βρίσκονται τον δημόσιο χώρο σχετικοποιούνται ή αναιρούνται πλήρως.  
Κάθε πόλη υλοποιεί τις δικές της τοπικές εκφάνσεις των παραπάνω τάσεων συνεισφέροντας στην νέα υβριδική γεωγραφία του δημόσιου χώρου.  Η Θεσσαλονίκη, στη συνθήκη της κρίσης, βιώνει μετασχηματισμούς στην οικονομία και τον κοινωνικό της ιστό που εκδηλώνονται με ποικίλους τρόπους στο αστικό τοπίο. Συγκεκριμένες μετατοπίσεις στη διαχείριση και τους κανονισμούς λειτουργίας πλατειών και πάρκων υλοποιούν την τοπική εκδοχή των τάσεων προς την ιδιωτικοποίηση και τον αποκλεισμό, υπονομεύοντας το ρόλο του δημόσιου χώρου. Νομιμοποιημένες στο πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας, οι τάσεις αυτές πυροδοτούνται, ενισχύονται και επεκτείνονται στη συνθήκη της κρίσης. Τέτοιες μετατοπίσεις, συχνά λεπτές και αόρατες, είναι η χορηγία εξοπλισμού πάρκου και η ανάληψη έργων συντήρησης από ιδιωτικές εταιρείες αλλά και η απαγόρευση, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, των πολιτικών συγκεντρώσεων στην πλατεία Αριστοτέλους στις εκλογές του 2012, στο όνομα της εύρυθμης λειτουργίας της τοπικής αγοράς.

Επιχείρηση εναντίον του πλήθους

Το κέντρο της Θεσσαλονίκης συγκεντρώνει παραδοσιακά, εκτός από την εμπορική δραστηριότητα, και την αναψυχή, και ιδιαίτερα αυτή των νέων σε σημειακές και μετακινούμενες συγκεντρώσεις. Η έκφρασή της αναψυχής στον δημόσιο χώρο είναι η παρουσία των τραπεζοκαθισμάτων, συχνά με αμφισβητούμενη νομιμότητα, και σε έκταση που θέτει υπό αίρεση τον δημόσιο χαρακτήρα των πλατειών και των πεζοδρομίων. Στα χρόνια της κρίσης, ο ελάχιστος ελεύθερος, μη εμπορευματοποιημένος, δημόσιος χώρος του κέντρου, καταλήφθηκε από ένα διαφοροποιημένο πλήθος νέων που δεν καταναλώνει στα καφέ και τα μπαρ του κέντρου, αλλά διασκεδάζει χωρίς ή με λίγα χρήματα στις πλατείες και τους πεζόδρομους.   
Η πρόσφατη επιχείρηση της αστυνομίας στον πεζόδρομο της Ικτίνου στρέφεται εναντίον αυτού του πλήθους. Νομιμοποιείται στη βάση της ασφάλειας των πολιτών και της απρόσκοπτης λειτουργίας των παρακείμενων καταστημάτων αναψυχής. Κινητοποιεί το φόβο και στενεύει ακόμη περισσότερο το φάσμα των συμπεριφορών που είναι ανεκτές στο δημόσιο χώρο. Εντάσσεται στην επίσημη, έστω αποσπασματική, στρατηγική που αντιλαμβάνεται τον δημόσιο χώρο ως ελκυστικό υποδοχέα της κατανάλωσης και επιδιώκει την εκκαθάριση οποιασδήποτε δραστηριότητας δεν συνδέεται με αυτήν.  
Οι πρόσφατες μετατοπίσεις στη διαχείριση του δημόσιου χώρου της Θεσσαλονίκης μας θυμίζουν ότι, ο δημόσιος χώρος, οι πλατείες, τα πάρκα, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, δεν υπήρξε ποτέ ο φαντασιακός κοινός χώρος, συνάντησης συνύπαρξης, αντιπροσώπευσης και συλλογικότητας.  Δεν ήταν πάντα ανοικτός σε όλους και ανεκτικός στο διαφορετικό. Η σχέση του με την δημοκρατία και την δημόσια σφαίρα ήταν επίσης υπό συζήτηση και μάλλον επισφαλής. Ήταν πάντα αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διεκδίκησης και αγώνων και με αυτή την έννοια είναι περισσότερο μία διαρκής διαδικασία, παρά ένα υλικό συστατικό της πόλης. Όπως το έθεσε ο Lefebvre το 1968, το «δικαίωμα στην πόλη», το δικαίωμα να βρίσκεσαι να κατοικείς να φτιάχνεις την πόλη, που εκφράζεται πιο απτά στους δρόμους, τους πεζόδρομους και τις πλατείες, ήταν πάντοτε «μια κραυγή και μια απαίτηση».

* Η Εύη Αθανασίου είναι επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ