6 κεφ. ” Αναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης” 2η Ενότητα

2η ενότητα


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

6.2        EΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζειεναλλακτικές στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα στηνπόλησυνθέτοντας ζητήματαπουπραγματεύονται τακε- φάλαια του βιβλίου και κυρίως απόψεις, προσεγγίσεις και προτάσεις που διατυπώθηκαν σε συνεντεύξεις με επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί και αναδείξει πρωτοβουλίες και συμπεριφορές που εκδηλώνονται απένα- ντι στις συνέπειες της κρίσης. Η ενότητα αναφέρεται στους τρόπους που τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο επιλέγονται δράσεις και διαμορφώνονται πρακτικές προκειμένου οι πόλεις και οι πολίτες να αντι- μετωπίσουν ή να αποφύγουν τις συνέπειες της κρίσης. Φαινόμενα όπως η μετανάστευση νέων επιστημόνων στερούν τις πόλεις από δημιουργικές δυνάμεις και συντελούν στη συρρίκνωση ή στην αύξηση του ποσοστού γήρανσης του αστικού πληθυσμού, υπονομεύοντας έτσι πολλαπλά τις προοπτικές ανάκαμψης των πόλεων. Από την άλλη πλευρά τονίζεται ότι στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης αναδύονται και ενισχύονται τάσεις συλλογικότητας, για παράδειγμα μέσα από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης

και προσφοράς σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ένα φαινόμενο που σημα- τοδοτεί την ανάκτηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και μπορεί να αποτε- λέσει στοιχείο τόνωσης της κοινωνικής συνοχής. Με τον τρόπο αυτό, οι α- ναδυόμενες στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα των πολιτών στη διαμόρφωσητης πόλης τους, σφυρηλατούν ουσιαστικά τησυνολική αντα- πόκριση της πόλης, που περιλαμβάνει και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, στην προώθηση του οράματος για μια βιώσιμη και ανθεκτική πόλη.

Σχετικά με τα θέματα που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο, οι διάλογοι που πραγματοποιηθήκαν με ειδικούς επιστήμονες στα θέματα της γεωγραφίας των πόλεων με αφορμή ζητήματα όπως η όξυνση των κοι- νωνικών ανισοτήτων και της ανεργίας, οι χωρικές μεταβολές λόγω της αλ- λαγής της οικονομικής και κοινωνικής βάσης των πόλεων, το οικιστικό πρόβλημα και η στεγαστική κινητικότητα, η ενίσχυση συνεργατικών δρά- σεων με γνώμονα την αλληλεγγύη, η σχέση της πόλης με το φυσικό περι- βάλλον, ανέδειξαν στρατηγικές ανάκαμψης μεέμφασηστην κοινωνική δυ- ναμική της πόλης. Ορισμένες διατυπώνονται με σαφήνεια, ενώ κάποιες διαμορφώνονται εμμέσως μέσα από την κριτική των «κακώς κειμένων». Συνοπτικά οι περισσότερες ιδέες και επισημάνσεις εστιάζουν στη διαχεί- ριση του οικιστικού αποθέματος, στη χάραξη στρατηγικής για τις πόλεις και στον ρόλο των αρμόδιων φορέων.

Η διαχείριση και αξιοποίηση της μικρής ιδιοκτησίας ως μια μορφή ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που στην πραγματικότητα θα γεφυ- ρώνει τις διαφορές μεταξύ των μικροϊδιοκτητών και των ενοικιαστών και θα διευθετεί τα προβλήματά τους με αμοιβαία επωφελείς τρόπους, είναι μιαστρατηγική που επισημαίνει ο Θωμάς Μαλούτας. Λαμβάνοντας υπόψη, από τη μια, τον κίνδυνο απώλειας της περιουσίας των μικροϊδιοκτητών ε- ξαιτίας των συνεχών φορολογικών πιέσεων σε συνδυασμό με το επισφα- λές πρόσθετο εισόδημα λόγω της μειωμένης ζήτησηςγιαμίσθωση και από την άλλη, τη δυσκολία πρόσβασης στην κατοικία λόγω μειωμένου ή επισφαλούς εισοδήματος που διατρέχει ορισμένες ευάλωτες κοινωνικές ομά-

δες οδηγώντας ακόμα και σε οριακές καταστάσεις (αστεγία), προτείνει την ύπαρξη κάποιας κοινωνικής συμφωνίας που θα δημιουργεί ασφάλειες και για τις δύο πλευρές. Έτσι, αφενός οι μικροϊδιοκτήτες θα αρκεστούν σε κά- ποιο μικρότερο αντίτιμο για αυτό που νοίκιαζαν παλαιότερα, αφετέρου οι πιο ευάλωτες ομάδες θα έχουν πρόσβαση σε μια κατοικία παρέχοντας ταυτόχρονα κάποια εχέγγυα ότι θα παραμείνουν σε αυτήν για κάποιο χρο- νικό διάστημα και ότι δε θα φύγουν μόλις αλλάξει η κατάσταση. Αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στην κατοικία μπορεί να εξασφαλίζεται όχι μόνο έ- ναντι ενός χαμηλού μισθώματος αλλά και έναντι κάποιας προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, που θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, κάποια κοι- νωνική εργασία της μιας ή της άλλης μορφής ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε ατόμου.

Στην πραγματικότητα, ο Μαλούτας προτείνει –αντί να αφεθεί η ε- πίλυσητωνπροβλημάτων να γίνει από τηναγορά, όπως συμβαίνει σήμερα άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι–, τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης που θα διέπεται από τους κατάλληλους μηχανισμούς και θα δίνει τη δυνα- τότητα στους μικροϊδιοκτήτες να παράσχουν για ένα διάστημα το ακίνητό τους για κοινωνική κατοικία ή άλλη κοινωνική χρήση έναντι της φορολογι- κής τους υποχρέωσης και ενός σημαντικά χαμηλότερου ενοικίου. Έτσι, ο χωρικά διάσπαρτος τομέας της ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που δεν αναπτύχθηκε ποτέ στην Ελλάδα, θα μπορεί να είναι προσβάσιμος σε πολλές ομάδες που δεν μπορούν εύκολα να στεγαστούν υπό τις παρούσες συνθήκες στη βάση χαμηλότερου ενοικίου ή/και προσφοράς κοινωνικής υπηρεσίας στην τοπική κοινότητα. Καταλήγοντας επισημαίνει ότι «με τον τρόπο αυτό η μικρή ατομική ιδιοκτησία στην κατοικία, που χρησιμοποιή- θηκε μεταπολεμικά ως βασικό όπλο για την κατοχύρωση και εδραίωση ε- νός συντηρητικού πολιτικού τοπίου, σήμερα θα μπορούσε να είναι ο πρα- κτικός συνδετικός κρίκος για μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία μεταξύ χαμηλών μεσαίων στρωμάτων και εργατικών και άλλων λαϊκών στρωμά- των χωρίς περιουσία προς ένα αλληλέγγυο μέλλον».

Παίρνοντας αφορμή από τις νέες συλλογικότητες και τις πρωτο- βουλίες που αναπτύσσονται μέσα στην κρίση στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας του περιβάλ- λοντος στο χαμηλό επίπεδο της γειτονιάς (όπως τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία κ.ο.κ.), ο Μαλούτας υπογραμμίζει την ανάγκη ορ- γάνωσης, πολιτικής πλαισίωσης και κατεύθυνσης αυτών των κινημάτων ώ- στε να δημιουργηθούν συνέργειες και να οδηγηθούν προς κάποιο τελικό αποτέλεσμα πουθαέχει έναν κοινωνικά θετικό χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ιδιαίτερα σήμερα η αγορά δεν μπορεί να ρυθμίσει τις κοινωνικές σχέσεις με τρόπο αποδεκτό, ενώ ούτε το κλασικό κράτος πρόνοιας είναι εφικτό, σε μια χώρα που παραδοσιακά δεν είχε ιδιαίτερες προνοιακές δομές, απαιτεί- ται η δυνατότητα κάποιων πολιτικών μορφωμάτων να δημιουργήσουν ένα ηγεμονικό –ιδεολογικό και πολιτικό– πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπο- ρέσουν να εντάξουν παραγωγικά αυτή τηδυναμική, να τηνενισχύσουν και να της δώσουν μια προοπτική χωρίς να τηγραφειοκρατικοποιήσουν ή/και να την αποδυναμώσουν προσπαθώντας να την οικειοποιηθούν. Η ανά- πτυξη ενός νέου οράματος της κοινωνίας που θα βασίζεται στην αλληλεγ- γύη και όχι στον ανταγωνισμό μπορεί να διευκολύνει τη μετάβαση στη μετά την κρίση εποχή, αλλά ταυτόχρονα να αποτελέσει και μια στέρεα βάση πάνω στην οποία θα μπορεί κανείς να χτίζει συνεχώς ακόμα και μετά την έξοδο από την κρίση.

Η ανάγκη σχεδιασμού και υλοποίησης μιας στρατηγικής των πό- λεων που θαπροκαλέσει μιαδυναμική, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική ή άλλη, ανάλογα και με τις δυνατότητες που έχει η καθεμία, είναι στρατη- γικήεπιλογή που εξετάζει ο Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας. Όπως επιση- μαίνει, είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν εκείνες οι δυνάμεις, πολιτικές ή κοινωνικές, που θα πάρουν τις πρωτοβουλίες, θα συγκροτήσουν προ- γράμματα, οικονομίες γνώσης, πολιτιστικές βιομηχανίες κ.ο.κ. και, εν γένει, θα δώσουν ουσιαστικές προτεραιότητες σε κρίσιμα θέματα, όπως η απα- σχόληση των νέων ή ο πολιτισμός, αντί να ασχολούνται με έργα εξωραϊ-

σμού και εντυπωσιασμού υπό τη μορφή «αστικών αναπλάσεων». Τονίζει μάλιστα τον καταλυτικό ρόλο που έχουν οι Δήμοι στην ανάληψη αλλά και στην υποστήριξη ανάλογων πρωτοβουλιών.

Όσον αφορά τον τομέα της κατοικίας, ο Δελλαδέτσιμας προτείνει μια διαφορετική λογική διαχείρισης του οικιστικού αποθέματος. Υπογραμ- μίζει την κρισιμότητα που έχει η δομή της ιδιοκτησίας, καθώς η ύπαρξη πολλών και μικρών ιδιοκτητών σε ένα ακίνητο (συνήθως την πολυκατοι- κία) είναι αποτρεπτική για την ανανέωση και αξιοποίησή του. Στη βάση αυτή προτείνει την εισαγωγή διαφορετικών σχημάτων (εταιρειών, κοινο- πραξιών) στον τομέα των ακινήτων, ώστε να υπάρχει περισσότερο αποτε- λεσματική διαχείριση, αντλώντας αντίστοιχη εμπειρία από την Ευρώπη. Μέχρι σήμερα οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα διαχείρι- σης ακινήτων στην Ελλάδα αφορούν κυρίως σε μεγάλα ακίνητα και δεν έ- χουν μπει στην πραγματικότητα της ελληνικής πόλης. Ωστόσο, συνιστούν ένα μηχανισμό που ρίχνει στην αγορά και ακίνητα τα οποία κάτω από τους όρους που επικρατούν σήμερα στην Ελλάδα μένουν αναξιοποίητα. Συνο- πτικά, στο πλαίσιο της ανάκαμψης των πόλεων βασικό ζήτημα αποτελεί η επανάχρηση του οικιστικού αποθέματος. Δεδομένου ότι το κόστος κατα- σκευής νέων κατοικιών είναι πια απαγορευτικό, σε συνδυασμό με την έλ- λειψη τραπεζικής πίστης, η αξιοποίηση των ακινήτων –που κάτω από άλ- λες συνθήκες θα έμεναν κλειστά– αναδεικνύεται σε πυλώνα της οικιστικής πολιτικής. Ωστόσο, είναι αναγκαία η υποστήριξη από φορείς και από κεφά- λαιο. Εδώ τονίζει και πάλι τον κρίσιμο ρόλο που θα μπορούσε να αναλάβει η δημοτική αρχή σε σχέση με τη δημιουργία κάποιων θυλάκων με κάποια μορφή κοινωνικής στέγης. Ως παράδειγμα φέρει το εγχείρημα του Ερυ- θρού Σταυρού που έχει αποκαταστήσει κάποια ακίνητα ιδιοκτησίας του στο κέντρο της Αθήνας και τα έχει παραχωρήσει σε μετανάστες, για ένα διάστημα περίπου πενταετίας, έναντι χαμηλού μισθώματος ενοικίου ή ερ- γασιών επισκευής από μέρους τους.

Αντίθετα με την τρέχουσα πρακτική των μικροβελτιώσεων και των
αποσπασματικών παρεμβάσεων αρχιτεκτονικού κυρίως χαρακτήρα, ο Δη-  μήτρης Εμμανουήλ τονίζει ότι η χάραξη στρατηγικής και ο ρυθμιστικός ρό- λος των σχεδίων-πλαισίων είναι αναγκαίες συνθήκες για την αντιμετώπιση των σύνθετων και ποικίλων προβλημάτων που έχουν οι πόλεις, ακόμα και αν δεν πρόκειται για θεσμοθετημένες ενέργειες. Συμπληρωματική ως προς τον ρυθμιστικό σχεδιασμό, αλλά εξίσου αναγκαία, είναι η ύπαρξη ε- κείνων των θεσμών και φορέων που λειτουργούν ως μέσα ανάπτυξης προ- βληματισμού γιατο αστικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν, κατά τον Εμμανουήλ, οι Οργανισμοί Ρυθμιστικού Αθήνας και Θεσσαλονίκης που δεν είχαν διεκπεραιωτικό ρόλο αλλά αποτελούσαν εστίες ανάπτυξης προβληματισμού, συγκέντρωσης και διαμόρφωσης υλικού, ή- ταν κατάλληλα στελεχωμένοι και τελικά είχαν ρόλο θεματοφύλακα, με την έννοια της βελτίωσης και της προστασίας του αστικού περιβάλλοντος.

Η ανάγκη αξιοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου που υπάρχει στην Ελλάδα και του εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού, το οποίο σήμερα αντιμετωπίζεται ως εξαγώγιμο προϊόν, επισημαίνεται από την Πα-  ναγιώτα Κουτρολίκου. Αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, με τα υψηλά προσό- ντα, τις καινοτόμες ιδέες και τις δεξιότητες που έχει, μπορεί να προσδώσει στην πόλη μια δυναμική μέσα από τηνανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η άρση των συνεχών πιέσεων που ασκούνται κυρίως μέσω της φορολόγησης, η δημιουργία ευνοϊκότε- ρης αντιμετώπισης των νέων επαγγελματιών όσον αφορά το ασφαλιστικό και το φορολογικό και εν γένει η συγκρότηση των δομών εκείνων που θα τους ενθαρρύνουν και θα τους βοηθήσουν να αξιοποιήσουν το κεφάλαιο που διαθέτουν.

Σχετικά με την περιβαλλοντική αναβάθμιση της πόλης, ο Ματθαίος  Σανταμούρης αποσαφηνίζει ότι αυτή δεν επηρεάζεται τόσο από τη σημερινή κρίση, όσο από την αδυναμία διαχείρισης των υφιστάμενων δομών. Επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στην πόλη απαιτεί πολύ καλή γνώση της υφιστάμενης κατάστασης και χρειάζεται ολιστική αντιμετώπιση από τους φορείς και όχι αποσπασματικές δράσεις και έργα. Περιστασιακές λύσεις ή μεμονωμένες ενέργειες, όπως η δη- μιουργία μικρών χώρων πρασίνου, μπορεί να βοηθούν, αλλά στην πραγ- ματικότητα χρειάζεται να είναι ενταγμένες σε ένα γενικότερο σχεδιασμό για να υπάρχουναπτά αποτελέσματα όσον αφορά τουλάχιστον την αμι- γώς περιβαλλοντική διάσταση, όπως για παράδειγμα την αντιμετώπιση της πρόκλησης της κλιματικής αλλαγής. Εντούτοις,προκειμένου οι πόλεις ναείναι πιο φιλικές προς το περιβάλλον, περισσότερο προσαρμοστικές και ανθεκτικές απέναντι σε μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα, ο Σαντα- μούρης ενθαρρύνει την ανάληψη δράσεων, όπως η δημιουργία πράσινων ταρατσών ή η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον. Ειδικά για τις πράσινεςταράτσες αποσαφηνίζεται ότι απαιτούνται μεγάλες επιφάνειες για να είναι αποτελεσματικές και υπό αυτή την οπτική έχει νόημα ναυλο- ποιούνται σε δημόσια ήδημοτικά κτίρια, ήσε μεγάλα εμπορικάκτίρια και όχι σε κτίρια πολυκατοικιών. Η χρήση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον δεν σκοπεύει τόσο στηνπαραγωγή ενέργειας όσο στην περιβαλλοντική εκπαί- δευση και ευαισθητοποίηση κυρίως των νέων. Ως χαρακτηριστικά παρα- δείγματαχρήσης αστικών τεχνολογιών, ο Σανταμούρης αναφέρει την ε- γκατάσταση φωτοβολταϊκών πεζοδρομίων (Δήμος Υμηττού) και τηχρήση φωτοκαταλυτικής ασφάλτου και φωτοκαταλυτικών πεζοδρομίων που α- ποσκοπούνστην απορρόφηση της ρύπανσης σε αστικές περιοχές (όπως η οδός Θηβών στα δυτικά προάστια της Αθήνας). Παρόλο που τέτοιες δρά- σεις φαίνονται φιλόδοξες, μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ακόμη και την ε- ποχή της κρίσης, ιδιαίτερα με τηναξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και χρηματοδοτικών εργαλείων (όπως το ΕΣΠΑ), ενώ σε κάθε περίπτωση το κόστοςκατασκευής τους δεν είναι πολύ πιο δαπανηρό από τις συμβατικές κατασκευές.

Η ανάλυση του τρίτου κεφαλαίου, καθώς και οι συνεντεύξεις που  διενεργήθηκαν για την πολιτική αστικής αναγέννησης στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση», θέτουν –εκτός των άλλων– και το πλαίσιο για τη συμβολή της πολιτικής αυτής στην αναζήτηση εναλλακτικών στρατηγικών ανάκαμψης. Αυτό που γίνεται εξαρχής καθαρό είναι ότι η αναζήτηση συν- θηκών ανάκαμψης δεν αφορά μόνον το οικονομικό-επενδυτικό πεδίο, αλλά συνολικά όλα εκείνα τα ζητήματα που καθιστούν την πόλη πιο βιώ- σιμη από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, δίνοντας μά- λιστα, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου δυνατότητες ανάδρασης έτσι ώστε το όποιο επενδυτικόαποτέλεσμανααποκτήσειμεγαλύτερεςαντοχές στο χρόνο. Η ανάλυση έδειξε ότι για να έχει η πολιτικής αστικής αναγέννη- σης εκείνα τααποτελέσματα πουδιαμορφώνουν συνθήκες ανάκαμψης, με τα όποια σχέδια την υλοποιούν, πρέπει να συνθέτει με περιεκτικό τρόπο μια ποικιλία διαδικασιών, παρεμβάσεων, εργαλείων καιεμπλεκόμενων φο- ρέων για την αντιμετώπιση αστικών προβλημάτων ταυτόχρονα οικονομι- κού, κοινωνικού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού χαρακτήρα. Σε αυτή τη σύνθεση οφείλει να εμπλέκει όλους τους σχετικούς φορείς –δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα– ανάλογα με τους ρόλους που αναλαμβάνουν ή μπορούν να αναλάβουν. Με αυτά ως δεδομένα, εξετάζονται στη συνέχεια κρίσιμαζητήματα που μπορούν να συμβάλουν σε μια ανασύνθεση της πο- λιτικής αστικής αναγέννησης και να την καταστήσουν εργαλείο και ουσια- στική διαδικασία στην υλοποίηση στρατηγικών ανάκαμψης.

Καταρχήν είναι κρίσιμη η εναρμόνιση της αστικής αναγέννησης με τις τοπικές ανάγκες αλλά και γενικά η προσέγγιση «από το τοπικό στο πα- γκόσμιο». Η εναρμόνιση με τις τοπικές ανάγκες που συχνά παραμελήθηκε ή δεν υπήρξε καν σε πολλές αστικές παρεμβάσεις επηρέασε καθοριστικά την τρωτότητα των σχετικών σχεδίων. Η επένδυση στη γη και στα ακίνητα είναι μέρος της οικονομίας και επομένως εκ των πραγμάτων γίνεται μέρος και της πολιτικής οικονομικής αναζωογόνησης μιας περιοχής. Όμως, κα- θώς συχνά παράγονται νέοι χώροι για κερδοσκοπικούς λόγους και όχι σε απόκριση προς τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, η επένδυση στον χώρο μπορεί να καταλήξει να «αυτοτραυματιστεί» εξαιτίας της υπερπαρα- γωγής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Madanipour. Σε πολλές περιπτώ-

σεις οι δημόσιες αρχές προωθούν σχέδια ως απλή άσκηση διαμόρφωσης της εικόνας της πόλης και χρησιμοποιούν μέτρα πολιτικής που είναι απο- συνδεδεμένα από το χωρικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα σχέδια αυτά.

Είναι αναγκαία συνεπώς η καλύτερη θεώρηση του τοπικού και του ευρύτερου περιβάλλοντος, αντί της απλής μεταφοράς παραδειγμάτων που έχουν αναπτυχθεί σε άλλα πλαίσια, όπως επίσης και η οργανική και συστηματική παρέμβαση σε εναρμόνιση με το συγκεκριμένο τόπο της α- στικής επέμβασης. Έτσι μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προ- βλήματα της ανισότητας και να παρακινηθεί η τοπική οικονομία που είναι αναγκαία συνθήκη της οικονομικής αναζωογόνησης. Η εναρμόνιση με τις τοπικές συνθήκες είναι μια παράμετρος που ενσωματώνει καλύτερα όλες τις διαστάσεις της βιωσιμότητας στην αστική αναγέννηση. Αυτό συνιστά μια προσέγγιση από το «τοπικό στο παγκόσμιο», προσέγγιση που φυσικά δεν αμφισβητεί την παγκόσμια διάσταση των αστικών ζητημάτων και της αστικής ανάπτυξης. Σημαντικό ζήτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης εί- ναι επιπλέον οι τρόποι διαχείρισης των υφιστάμενων πόρων σε μια ευρύ- τερη παγκόσμια κατάσταση, ενώ παράλληλα η καλή τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τις παγκόσμιες διαδικασίες προς όφελός της παρά να αφεθεί χωρίς έλεγχο. Έτσι, η κρίση καθιστά αναγκαίο κάποιου εί- δους τοπικό έλεγχο της αστικής ανάπτυξης.

Σε συνάρτηση με το προηγούμενο ζήτημα είναι και η διασφάλιση τηςενσωμάτωσης τηςκοινωνικής και περιβαλλοντικής διάστασης στασχέ- δια αστικής αναγέννησης. Παρά τον εξ ορισμού διατομεακό χαρακτήρα της πολιτικής, αυτή η ενσωμάτωση δεν ήταν πάντα διασφαλισμένη και δεν είχε άμεσο χαρακτήρα στις επιμέρους αστικές παρεμβάσεις. Η παροχή τουλάχιστον ικανοποιητικών κοινωνικών αγαθών –σταοποίασήμερα πρέ- πει να συμπεριληφθεί σε ένα βαθμό και η κατοικία– είναι από τα βασικά ζητούμενα τέτοιων επεμβάσεων. Σήμερα οι προκλήσεις είναι η αυξανό- μενη κοινωνική ανισότητα και η κλιματική αλλαγή, ζητήματα που δεν αντι-

μετωπίζονται πλήρως με τηνέμφασηστο πεδίο μόνον της οικονομίας. Έτσι αυτό που καθίσταται σημαντικό είναι πώς θα διατηρηθούν στην ατζέντα της πολιτικής τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα μέσα στα οικο- νομικά μέτρα που διαμορφώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία και η επανεξέταση της έμφασης που δινόταν μέχρι σήμερα σε αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού τύπου λύσεις. Το επίκεντρο μιας πολιτικής αστικής ανα- γέννησης, στο σημερινό πλαίσιο των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πόλεις, θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός πολιτικών, τόσο χωρικών όσο και κοινωνικών, που συνδιαλέγονται μεταξύ τους όπως επισημαίνει ο Σκά-  γιαννηςκαιδενπροωθούνται απλώς παράλληλα, χωρίς βέβαιανααποκλεί- ονται παράλληλες πολιτικές, εφόσον εξυπηρετούν κοινούς στόχους.

Σε συνέχεια με τα παραπάνω έρχεται η επαναθεώρηση της κλίμα- κας των επεμβάσεων και η εμπλοκή του τοπικού πληθυσμού. Η μεγάλη κλίμακα των επεμβάσεων δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι σημαντική και δεν εμπεριέχει πολλές δυνατότητες η αξιοποίηση του μεγά- λης έκτασης αποθέματος ιδιαίτερα στην αστική περίμετρο (όπως φαίνεται στα σχέδια για την πόλη της Αθήνας που βρέθηκαν στην επικαιρότητα ε- ξαιτίας της κρίσης και της ανάγκης για προσέλκυση επενδύσεων). Το ζή- τημα της κλίμακας τίθεται ιδιαίτερα για τα κέντρα των πόλεων και γενικά τις κεντρικές/εσωτερικές ζώνες. Υπό το πρίσμα της κρίσης, η πολιτική αστι- κής αναγέννησης δεν μπορεί να εστιάζει αποκλειστικά στη διαμόρφωση της εικόνας, του προσώπου της πόλης, έστω και αν αυτό την κάνει πιο α- νταγωνιστική ή είναι αναγκαίο για την προσέλκυση επενδύσεων. Είναι πά- ντως απαραίτητη και η στροφή στο «πονεμένο κομμάτι της πόλης», όπως λέει χαρακτηριστικά η Σακελλαρίδου. Οι αστικές παρεμβάσεις οφείλουν να επιδιώκουν την ισορροπία ανάμεσα στις επιμέρους περιοχές της πόλης με τρόπο που δεν θα οδηγούν στην περιθωριοποίηση συγκεκριμένων τόπων. Η ελληνική πόλη ειδικότερα, λόγω της ιδιομορφίας της, προσφέρεται για πολιτικές αναζωογόνησης και αναπλάσεων μικρής κλίμακας, σε επίπεδο γειτονιάς, δίνοντας πιο πολλές δυνατότητες μικρο-παρεμβάσεων και μι-

κρο-διορθώσεων με απλά εργαλεία. Η μέριμνα για τη μικρή κλίμακα προ- ϋποθέτει και τη χρήση εργαλείων που είναι πιο κοινωνικά και ενισχύουν περισσότερο παρεμβάσεις από τα κάτω προς τα πάνω με μορφές περισ- σότερο συμμετοχικού σχεδιασμού. Σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτά τα εργαλεία πρέπει να συνάδουν με το πλαίσιο κάθε κοινωνίας ή ακόμα και κάθε γειτονιάς όπως αναφέρει η Δούμπα. Έτσι καθίσταται αναγκαία και ε- κείνη η κλίμακα αστικής αναγέννησης που ξεκινάει από τον ίδιο τον πληθυσμό και τις δικές του ανάγκες δίνοντας έμφαση στις επεμβάσεις σε επίπεδο γειτονιάς.

Τέλος, είναι αναγκαία η έμφαση στην ενεργητική διαχείριση του χώρου της πόλης και στην πολυτομεακή της ανάπτυξη. Σεπολλές περιο- χές, όπως για παράδειγμα τα ιστορικά κέντρα, οι πιο ενεργητικές πολιτικές διαχείρισης των πλεονεκτημάτων τους συμβάλλουν και σε άλλες πολιτικές των πόλεων όπως είναι η τουριστική πολιτική,ενώ παράλληλα με λίγες ε- πενδύσειςδίνεται η δυνατότητα προστασίας ενός δημόσιου αγαθού χωρίς κόστος για τονκάτοικο. Σε μια περίοδομεσοπρόθεσμης πτώσης του μέ- σου εισοδήματος είναι σημαντικό να εξασφαλίζονται δημόσια αγαθά που δεν κοστίζουν, όπως τονίζει οΚαμάρας. Επιπλέον, μέσα από πολιτικές δια- χείρισης των χρήσεων, οι οποίες είναι δημόσιες πολιτικές, μπορούν να δια- μορφωθούν συνθήκες προσέλκυσης δραστηριοτήτων διαφορετικών από αυτές της κατανάλωσης, αναυτές οι πολιτικέςπριμοδοτήσουν δραστηριό- τητες που σχετίζονται με την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών και προσελκύσουν νέους ανθρώπους που έχουν τις ιδέες για νεόφυτες επιχει- ρήσεις.Το θέμα της ενεργητικής διαχείρισης στο παράδειγμα των ιστορι- κών κέντρων συμβάλλει, από τη μια μεριά, στην εισαγωγή κατανάλωσης από το εξωτερικό (από τον τουρίστα) και,από την άλλη, βοηθάει τον κά- τοικο προσφέροντας ένα δημόσιο αγαθό υψηλής ποιότητας σε χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Ταυτόχρονα η πολιτική των χρήσεων γης ενισχύει ένα άλλο πρότυπο για την πόλη, το οποίο δεν είναι προσανατολισμένο μόνον στην κατανάλωση αλλά και στην παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτές οι ενεργητικές πολιτικές προϋποθέτουν βεβαίως ένα σύστημα σχεδιασμού που λειτουργεί ως εργαλείο και όχι ως εμπόδιο στην ανάπτυξη και στην οικονομική δραστηριότητα εν γένει, ό- πως συμβαίνει στην Ελλάδα όπου το σύστημα σχεδιασμού στην τωρινή μορφή του θέτει εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα και ευνοεί την ολιγαρχική δομή της οικονομίας, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου. Έ- τσι, το ζητούμενο δεν είναι ένα ριζικά νέο σύστημα σχεδιασμού,αλλά να διαμορφωθούν εκείνοι οι θεσμοί που λειτουργούν με τρόπο ώστε να εξα- σφαλίζεται ισότιμα και με διαφάνεια η δυνατότητα να αναπτύξουν οι πολί- τες τη δραστηριότητά τους στον χώρο της πόλης.

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, οι πόλεις είναι τα κέντρα δρα- στηριότητας όπου διαβιούν οι περισσότεροι άνθρωποι και συνεπώς οι συνθήκες τους έχουν πολύ μεγάλη σημασία καθώς αφορούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό κατοίκων και εργαζομένων. Στο πλαίσιο κρίσεων, όπως έ- γινε και στο παρελθόν, οι πόλεις καλούνται να ασκήσουν πολιτικές για την ανασυγκρότηση τόσο του δικού τους όσο και του εθνικού παραγωγικού ιστού και συνεπώς γίνονται το επίκεντρο μεγάλων μετασχηματισμών αλλά και μεγάλων αποφάσεων. Η πολεοδομική πολιτική και τα δημόσια εργα- λεία που θα έχουν στη διάθεσή τους οι πόλεις –ιδίως οι μεγάλες– σε συν- δυασμό με την αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου, μπορούν να οδη- γήσουν σε μια διαφοροποιημένη και περισσότερο βιώσιμη οικονομία, η ο- ποία θαείναι σεθέσηναυποστηρίξει και δημόσια αγαθάπου έχουνχωρική έκφραση.

Οι διάλογοι που διενεργήθηκαν σχετικά με τηνπολιτική αξιοποίη-  σης της δημόσιας περιουσίας την περίοδο της κρίσης και τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, ζητήματα που διερευνήθηκαν στο τέταρτο κεφάλαιο, ανέδειξαν ενδιαφέρουσες α- πόψεις και προσεγγίσεις σε σχέσημε τησυμβολή πουθαμπορούσε να έχει η δημόσια περιουσία στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία και στη δια- μόρφωση στρατηγικών ανάκαμψης. Σημαντικό θέμα συζήτησης αποτέλεσε καταρχάς ο χαρακτήρας που θα πρέπει να έχει η στρατηγική αξιοποίη- σης της δημόσιας περιουσίας και οι στόχοι που θα πρέπει να θέσει ώστε να έχει θετικές επιδράσεις στην οικονομική ενδυνάμωση και αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, που βιώνουν πολλαπλά κοινωνικά και περιβαλλο- ντικά προβλήματα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον (παροχή κοινωνικών αγαθών, προστασία του περιβάλλοντος κλπ.). Επίσης, το κατά πόσο υπάρχουν κάποια όρια ή ασφαλιστικές δικλείδες που θα έ- πρεπε να τεθούν, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες –τον επείγοντα δη- λαδή χαρακτήρακαι την εξωγενή πίεση– υπό τις οποίες υλοποιείται η πο- λιτική αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα. Κύριο ακόμη σημείο συζήτησης, που σχετίζεται με τον τρόπο συγκρότησης της στρατη- γικής αξιοποίησης, αποτέλεσε και το ζήτημα της συναίνεσης της τοπικής κοινωνίας, της συμμετοχής ήκαι συνδιαμόρφωσης των πολιτικών αξιοποί- ησης, καθώς τόσοοι παλαιότερες όσο και οιπιο πρόσφατες προσπάθειες αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας συνοδεύτηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις από σημαντικές αντιδράσεις τοπικώνπαραγόντων και κυρίως κινημάτωνπολιτών. Βασικά ερωτήματα πουτέθηκανωςπροςτοσυγκεκρι- μένο ζήτημα ήταν το κατά πόσο η αντίδραση αυτή πηγάζει από την έλ- λειψη εμπιστοσύνης απέναντιστοκράτοςκαιτους φορείςπου διαχειρίστη- καν μέχρι σήμερατη δημόσια περιουσία και ποιος τελικά θα μπορούσε να είναι ο ρόλος των κινημάτων πόλης. Σε τι θα μπορούσανδηλαδή να στο- χεύσουνή τι θα μπορούσαννααντιπροτείνουν πέρα από την αντίδραση στην προτεινόμενη πολιτική αξιοποίησης.

Ο Χάρης Κοκκώσης θεωρεί ότι ακριβώς αυτή την περίοδο της κρίσης είναι πολύ σημαντική η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αποτελεί όμως πολύ κρίσιμο ζήτημα το με ποιους όρους θα γίνει, ποιοι θα είναι οι στόχοι και ποια η στρατηγική. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που το δημόσιο δεν έχει χρήματα να επενδύσει και που η οικονομία δεν μπορεί να στηρίξει κάποιες επεμβάσεις που θα παρέχουν ευκαιρίες στους ανθρώπους, πρέπει να πάμε σε μια έξυπνη συνύπαρξη, δηλαδή συνεργασία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μέσα όμως από μια συγκροτημένη και συντονισμένη προσπάθεια. Τονίζει επίσης ότι δεν αρκεί η προσφορά δημόσιας γης για την προσέλκυση επενδύσεων στη δημόσια περιουσία, καθώς η απλή παραχώρηση ενός ακινήτου σε κάποιον επενδυτή δεν εξασφαλίζει απαραίτητα ότι θα συμβάλει ουσιαστικά στην αναζωογόνηση της περιοχής. Απαιτείται λοιπόν μια ευρύτερη δημόσια πολιτική που να μπορεί να δρα συμπληρωματικά και συνεργιστικά, μια ευρύτερη πολι- τικήαναζωογόνησης και αναγέννησης, με αναβάθμιση του δημόσιουχώ- ρου και των υποδομών, που θα στηρίζει την επιχειρηματικότητα, θα αλλά- ζει τη δομήτων ευκαιριών και θα μπορείνα προσφέρει νέες δυνατότητες σε μια περιοχή, να επιφέρει ανάπτυξη και να δημιουργήσει νέες θέσεις ερ- γασίας. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να δοθούνκίνητρα και ενισχύσεις σε μικρέςεπιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνταιστονχώρο της καινοτο- μίας και χρειάζονται φθηνό χώρο, ώστε να εγκατασταθούν για ένα διά- στημα πέντε-δέκα χρόνων σε περιοχέςστο κέντρο της Αθήνας. Επισημαί- νει ακόμηότιυπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης της δημόσιας περιου- σίας, είτε εμπλέκοντας ιδιώτες, όπως για παράδειγμα η παραχώρησητης έκτασης στο Παλιούρι, όπου η αναζωογόνησητηςπαλιάς ξενοδοχειακής μονάδαςμπορεί να προσδώσει ζωντάνια σε όλη την περιοχή,είτε όχι, κα- θώςαυτή μπορεί να γίνει και από το Δημόσιο, όπως ηδημιουργία του Τε- χνολογικού Πάρκου από το ΕΜΠ στο Λαύριο, όπου έχουν εγκατασταθεί ε- πιχειρήσεις που ασχολούνται με νέες τεχνολογίες, οι οποίες σε συνδυασμό με το καινούριολιμάνι έχουν προσδώσει σημαντική ζωή σε μια περιοχή που ήταν πεθαμένηβιομηχανικά. Σημαντικές δυνατότητες έχει κατά τη γνώμη του και η αξιοποίηση των ιαματικών πηγών (πχ. Υπάτη, Καμένα Βούρλα κλπ.), οι οποίες λόγω των εξελίξεωνστην ιατρική αλλά και της μεί- ωσης της δυνατότητας του ΙΚΑ να αναγνωρίζει αυτού του είδους τις θερα- πείες,υπέστησαν και υφίστανται μεγάλη ύφεση. Ενδιαφέρον παράδειγμα αξιοποίησης με θετική επίδραση για την ευρύτερη περιοχή αποτελεί η δημιουργία μιας ξενοδοχειακής μονάδας στο Πλατύστομο που στράφηκε σε
μια  πιο σύγχρονη  αντίληψη για  το τι  σημαίνει ιαματικός  τουρισμός (wellness, spa κλπ.).

Ο Κοκκώσης πιστεύει επίσης ότι μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον κατά την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας αρκεί να βρούμε τελικά τρόπους να ξεπεράσουμε ένα ευρύ- τερο πρόβλημα, κοινωνικό σε μεγάλο βαθμό, να βρούμε δηλαδή τρόπους συνεργασίας και συνέργειας, να καταφέρουμε να υπάρξει πραγματική δια- βούλευση, όσο κι αν αυτό ακούγεται ουτοπικό για την ελληνική πραγματι- κότητα. Στηνέλλειψημηχανισμών διακυβέρνησης στην Ελλάδα, πέρα από τις τυπικές και συνήθως άκαρπες διαδικασίες διαβούλευσης, αποδίδει και την αδυναμία συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης. Οι κοινωνικοί ε- ταίροι και η τοπική κοινωνία έχουν και επιβάλλεται ναέχουν έναν πολύ ζω- τικό ρόλο σε κάθε κοινωνία, που είναι να αναδείξουν τα ειδικά προβλή- ματα, κοινωνικής προσβασιμότητας σε υπηρεσίες, κοινωνικής δικαιοσύ- νης, προστασίας περιβάλλοντος, προστασίας της πολιτιστικής κληρονο- μιάς κλπ., αλλά και ενίσχυσης της ταυτότητας ενός τόπου, εμπλουτίζοντας έτσι τον διάλογο, ο οποίος δεν μπορεί να αφεθεί έτσι απλά μεταξύ δημό- σιου και ιδιωτικού τομέα. Λόγω της προσωπικής του εμπειρίας όμως από διαδικασίες διαβούλευσης, εμφανίζεται πολύ σκεπτικός σε σχέση με τις προθέσεις και τις τακτικές αρκετών από αυτές τις ομάδες, οι οποίες ενώ έ- χουν έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, δυστυ- χώς στην Ελλάδα, δεν έχουν ασκήσει κατά τη γνώμη του, με την υπευθυ- νότητα που θα έπρεπε τον ρόλο τους. Κατά την άποψή του υπάρχουν φο- ρείς που το κάνουν σωστά και αποτελεσματικά, αλλά μια μεγάλη πλειονό- τητα είναι απλά φορείς αντίδρασης, αντίδρασης σε οτιδήποτε πάει να αλ- λάξει γύρω μας, ή συχνά ακόμα και αντίδρασης που σχετίζεται με το ότι εκπροσωπεύουν συμφέροντα τρίτων, ιδιαίτερα σε θέματα επενδύσεων, με αποτέλεσμα να χάνουν την αξία τους και να μειώνεται κοινωνικά η εικόνα τους.

Ο Guy Burgel πιστεύει, όπως και άλλοι –αν και αυτό δεν αποτελεί όπως επισημαίνει ο ίδιος την κυρίαρχη άποψη– ότι σε μια περίοδο κρίσης, οι δημόσιες επενδύσεις και πιο συγκεκριμένα οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, πρέπει να αποτελέσουν τη μηχανή επανεκκίνησης της οικονομικής ανάπτυξηςκαι άρα καταπολέμησης των επιπτώσεων της κρίσης. Θεωρεί ότι ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων, που είναι και η κυρίαρχη λο- γική τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα επειδή το δημόσιο χρέος είναι μεγάλο, είναι καταστροφικός. Αναφέρεται, όπως και πολλοί άλλοι, στο New Deal του Ρούζβελτ μετά την κρίση της δεκαετίας του 1930, επισημαίνοντας ότι είναι γνωστό ότι η οικονομική ανάκαμψη έγινε μέσα από δημόσιες επενδύσεις, μεγάλα δημόσια έργα κλπ. Οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, δηλαδή στα μεγάλα έργα προς όφελος του συνόλου των πολιτών δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να βασίζονται αποκλειστικά σε δημόσια χρηματοδότηση. Με σωστή διαπραγμάτευση μπορούμε να έχουμε ενέσεις ιδιωτικού κεφαλαίου, όπου ο καθένας, με βάση την περίφημη φόρμουλα «win-win», θα επωφεληθεί από μια επένδυση καλά στοχευμένη και χωροθετημένη. Πιστεύει λοιπόν ότι η δημόσια ιδιοκτησία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα, δηλαδή για να υλοποιηθούν επεμβάσεις προς όφελος του συνόλου των πολιτών, και ότι το κράτος θα έπρεπε να συμμετέχει σε αυτές τις επεμβάσεις ώστε να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον και όχι να παίρνει απλά τη θέση του πωλητή των εκτάσεων. Επισημαίνει όμως ότι γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος, ένακράτοςικανόναδιαπραγματευτεί δίκαιες συμφωνίες, το οποίο δενείναι κατά τη γνώμη του η περίπτωση του ελληνικού κράτους (βλ. ανα- λυτικότερα Υποενότητα 4.3.3).

Όσον αφορά τον ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν τα κινήματα πολιτών στη συνδιαμόρφωση πολιτικών αξιοποίησης, ο Burgel βρίσκει πολύ θετικό ότι υπάρχουν κινήματα που διεκδικούν, κινήματα συνειδητο- ποίησης, αλλά κατά τη γνώμη του η πλειονότητά τους εμφανίζει πολύ χα- μηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης. Δεν έχουν μια σαφή εικόνα της κατά- στασης και η συνειδητοποίηση των προβλημάτων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη ως προς το βάθος των στόχων της. Τονίζει ότι δεν είναι απλά η απουσία του κράτους η οποία είναι αξιοσημείωτη στην Ελλάδα, αλλά και η έλλειψη συνειδητοποίησης ως προς την ιδιότητα του πολίτη. Ορμώμενος από την προσωπική του εμπειρία και την επαφή του με την κοινωνία της Σαντορίνης, η οποία κατά κύριο λόγο δεν είναι ντόπια,επισημαίνει ότι δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι μπορεί αυτή να προσφέρει από την ιδιωτική της περιουσίαστις επενδύσεις στον δημόσιο τομέα. Η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας είναι συνήθως να καταγγέλλει την κακή διαχείριση των δημο- σίων επενδύσεων, αλλά δεν συμμετέχει άμεσα στην αποκατάστασή τους. Έχουμεεπομένως μια αφύπνισητωνπολιτών, αλλά δεν φτάνει ως το ση- μείο να πουν ότι οι δημόσιεςεπενδύσεις, ο δημόσιοςτομέας, δεν αποτελεί μόνο ευθύνη των υπουργείων, της διοίκησης, των δημόσιων επιχειρή- σεων, αλλά και της κοινωνίαςτων πολιτών. Έτσι, η ανησυχίατων πολιτών, οιοποίοι συνειδητοποιούν πολύ καλά ότι συμβαίνουν πράγματα που δεν είναι φυσιολογικά, είναι συναισθηματική, και φοβάται ότι η εκδήλωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στη συλλογική συνειδητοποίηση των προβλη- μάτων. Δηλαδή,υπάρχει έλλειψη πολιτικού οράματος εκ μέρους του κρά- τους, και παράλληλαυπάρχει έλλειψη πολιτικούοράματος και εκ μέρους των πολιτών που αντιδρούν. Δενθεωρεί ότι είναι σε θέσηναπροτείνει θαυ- ματουργές λύσεις, καθώς παραμένει ένας αναλυτής, αλλά υπογραμμίζει ότι πρόκειταιγια μια ενδιαφέρουσα κατάσταση όσον αφορά το επίπεδο των ιδεών, της σύλληψηςτων κοινωνικών επιστημών, καθώς και της λει- τουργίαςμιας κοινωνίας των πολιτών που δεν είναι πολύ ισχυρή. Στο πλαί- σιο αυτό, η Ελλάδα αποτελεί γι’ αυτόν ένα καλό εργαστήριο διερεύνησης του παραλογισμού των κοινωνιών. Είχε θαυμάσει, όπως επισημαίνει, στη δεκαετίατου εξήντα, το μυστήριο της ανάπτυξης και της αναδιανομής της ανάπτυξης(Burgel, 1978· 2002) και σήμερα είναι έκπληκτος από το μυστή- ριο της φτωχοποίησης και της επιβίωσης. Όπως τονίζει, παρά τη μεγάλη μείωση των μισθών και των συντάξεων και την αύξηση των φόρων, η ελ- ληνική κοινωνία εξακολουθεί να επιβιώνει. Εάν τα ίδια πράγματα συνέβαιναν στη Γαλλία, θα υπήρχε η απόλυτη κρίση. Η «ανθεκτικότητα» της ελλη- νικής κοινωνίας είναι κατά τη γνώμη του αξιοθαύμαστη, όπως επίσης και ένας παράγοντας ελπίδας.

Η Γεωργία Γιαννακούρου υπογραμμίζει ότι ο ρόλος της αξιοποίη- σης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας στην αναζωογόνησητωνπόλεων και ειδικά των περιοχών κεντρικών λειτουργιών, αποτελεί μια παραγνωρι- σμένη πτυχή της σχετικήςσυζήτησης στην Ελλάδα. Ίσως επειδή το πρό- γραμματης αξιοποίησης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίουέχει επι- κεντρωθείκατά κύριο λόγο σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, σε τουρι- στικά αναπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες περιοχές. Ωστόσο, τονίζει, ένα με- γάλο μέρος των δημοσίωναστικών ακινήτων παραμένει επί σειρά ετών α- ναξιοποίητο ή υπο-αξιοποιείται (πχ. ενοικιάζεται σε χαμηλές τιμές), όπως για παράδειγμα στο ιστορικό καιεμπορικό κέντρο της Αθήνας. Θεωρεί λοι- πόν ότι η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει την κινητήρια δύ- ναμη για την ενεργοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, που σήμερα παραμέ- νουνεπιφυλακτικά και βρίσκονται σε στάσηαναμονής, πρώτον,διότι δεν υπάρχειεμπιστοσύνη στο κράτος και δεύτερον, διότι δεν υπάρχει και το κατάλληλοθεσμικό πλαίσιο. Εάν λοιπόν ξεκινούσε μιατέτοια πρωτοβου- λία από το Δημόσιο,με τη μορφή μιας συστηματικής και συντονισμένης προσπάθειας και μέσω κατάλληλων νομικών εργαλείων, πιστεύει ότι αυτό θα άλλαζε την ψυχολογίατης αγοράς. Κατά τη γνώμη της, ένα πρόγραμμα αξιοποίησης δημοσίων αστικώνακινήτων θαμπορούσε νασυνδυαστείκαι μεευρύτερα μέτρα αστικής ανάπτυξης ή αναζωογόνησης, όπωςπαρεμβά- σεις στον δημόσιοχώρο (αισθητικές, αρχιτεκτονικές κλπ.) καθώς και πολε- οδομικέςρυθμίσεις. Εξίσου σημαντικό θα ήταν και το όφελος για τη διατή- ρηση και ανάδειξητης πολιτιστικής κληρονομιάς, δεδομένου ότι πολλά δημόσιακτίρια έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα, όπως και η,μέσω νέων χρήσεων, προσέλκυση κατοίκων και επιχειρηματιών. Επιπλέον μπορούν να προκύψουνπόροι που θα μπορούσαν να διοχετευθούν στη συνέχεια στη χρηματοδότηση και άλλωνδημοσίων αναγκών. Παράλληλα, μπορούν
να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας τόσο κατά το στάδιο της κατασκευής των σχετικών έργων όσο και κατά το στάδιο της λειτουργίας των σχετικών χρήσεων και εγκαταστάσεων. Ιδίως εφόσον το πρόγραμμα αξιοποίησης συνδυαστεί με υπηρεσίες ή προϊόντα που βρίσκονται ή θα βρεθούν τα επόμενα χρόνια στην αιχμή της ζήτησης (πχ. τουρισμός, αναψυχή κλπ.). Αν και συμφωνεί ότι υπό συνθήκες πίεσης μπορεί να ληφθούν αποφάσεις που δεν θα είναι πάντοτε προϊόν εξαντλητικής συζήτησης, πολλώ μάλλον συναίνεσης ,ωστόσο, θυμίζει ότι σε άλλες περιόδους, ιδίως στις περιόδους της επίπλαστης ευημερίας του παρελθόντος, υπήρχε ταυτόχρονα και ένας ε- φησυχασμός, ο οποίος δικαιολογούσε, αρκετά απλόχερα, κατά τη γνώμη της,τις όποιες καθυστερήσεις, τις ανακολουθίες και, τελικά, τις αποτυχίες. Ίσως λοιπόν, καταλήγει, η κρίση και τα νέα δεδομένα που αυτή δημιουργεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για επιτάχυνση των διαδικασιών σε διάφο- ρους τομείς.

Σχετικά με το ζήτημα των αντιδράσεων στις προσπάθειες αξιοποί- ησης, η Γιαννακούρου επισημαίνει ότι κινητοποιήσεις και αντιδράσεις υ- πάρχουν και αλλού. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι, κατά τη γνώμη της, ότι συνήθως οι κινητοποιήσεις εξαντλούνται στη στείρα διαμαρτυρία και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε να γίνει μια πιο γό- νιμη συζήτηση. Στο σημείο αυτό επαναφέρει και αυτή το ζήτημα της έλλει- ψης παράδοσης δημοσίου διαλόγου και τις ελλιπείς διαδικασίες συμμετο- χής στην Ελλάδα στο πεδίο του πολεοδομικού σχεδιασμού. Επισημαίνει ότι το ελληνικό πολεοδομικό παράδειγμα δεν ενθάρρυνε την παραγωγή ενός εξωστρεφούς συστήματος σχεδιασμού, ούτε βοήθησε στην οικοδό- μησηδημοσίου λόγου και διαλόγου για τα πολεοδομικά ζητήματα,«εκπαι- δεύοντας» σχετικά και τους πολίτες. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, συχνά, οι αντιδράσεις σε διάφορες πολεοδομικές πρωτοβουλίες εξαντλούνται στο «όχι», χωρίς να απαντούν στο «τι θα κάνουμε», κάτι που πλήττει κατά τη γνώμη της την αξιοπιστία των αντιδράσεων ακόμη και όταν αυτές είναι καταρχήν εύλογες.

Συνεχίζει, εκφράζοντας την άποψη ότι χρειαζόμαστε πιο εντοπι- σμένες πολεοδομικές παρεμβάσεις, ιδίως πιλοτικού χαρακτήρα, ώστε να μελετηθούν σε βάθος και από τα κάτω οι ανάγκες συγκεκριμένων περιο- χών. Τονίζει ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα της αξιοποίησης των δημοσίων αστικών ακινήτων, δηλαδή ο προσανατο- λισμός τους σε νέες χρήσεις, νέες αστικές λειτουργίες, που δεν μπορούν να προσφερθούν από τα ιδιωτικά ακίνητα, λόγω της πολύπλοκης ιδιοκτησια- κής δομής τους (πολλοί συνιδιοκτήτες, κληρονομικά προβλήματα, ιδιο- κτήτες αγνώστου διαμονής κλπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτούνται εξειδι- κευμένες, έξυπνες, πιο δημιουργικές προσεγγίσεις που θα συσχετίζουν τις προτεινόμενες αναπτύξεις με τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιο- χής, δημιουργώντας τις βέλτιστες δυνατές συνέργειες. Μια ιδέα θεωρεί ότι θα ήταν η δημιουργία clusters δημοσίων ακινήτων ανά περιοχή που θα συνδυάζονταν με προγράμματα ευρύτερων δημοσίων παρεμβάσεων, ό- πως αναβάθμισης του δημόσιου χώρου και των αστικών υποδομών, προ- ώθησης ήπιων μορφών μετακίνησης, αντιμετώπισης της ηχητικής και αι- σθητικής ρύπανσης, καθώς και δημιουργίας χώρων στάθμευσης, ιδίως στις περιοχές που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τις δημόσιες συγκοι- νωνίες. Πιστεύει λοιπόν ότι μέσα από έναν συνδυασμό τέτοιων μέτρων, η αξιοποίηση των δημοσίων αστικών ακινήτων μπορεί να αποδειχθεί πολ- λαπλά βιώσιμη και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει και ευρύτερους πολεο- δομικούς στόχους.

Ο Πάνος Παναγιωτίδης τονίζει ότι η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των προγραμμάτων αξιοποίησης των δημοσίων ακινήτων, αλλά και των αποκρατικοποιήσεων γενικότερα, είναι η ισχυρή πολιτική βούληση για την υλοποίησή τους, ενώ προαπαι- τούμενο στοιχείο για τηνεπιτυχία τους είναι η αλλαγή του τρόπου λειτουρ- γίας των διαφόρων τομέων της οικονομίας και του δημοσίου. Θεωρεί ότι η πραγματική αξία του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, πέραν του ά- μεσου εισπρακτικού σκοπού, έγκειται στις επενδύσεις που οι επενδυτές θα

κάνουν προκειμένου να αναπτύξουν είτε τη γη είτε τις υποδομές που ανέ- λαβαν, ενώ θεωρεί βέβαιο ότι η αξιοποίηση θα φέρει περαιτέρω επενδύ- σεις και θα προσθέσει θέσεις εργασίας. Επιπλέον, το κράτος θα λάβει κρί- σιμη οικονομική ενίσχυση που μπορεί στη συνέχεια να επανεπενδύσει σε υφιστάμενες υποδομές και δημόσιες λειτουργίες. Πιστεύει ότι η αξιοποί- ηση της δημόσιας περιούσιας μπορεί και πρέπει να παίξει τον ρόλο ατμο- μηχανής ανάπτυξης της οικονομίας, κυρίως από επενδύσεις που θα γίνουν από το εξωτερικό, αφού η ιδιωτική ακίνητη περιουσία υποφέρει τόσο από τον κατακερματισμό όσο και από ενυπόθηκα δάνεια σε αξίες προ κρίσης, που τη βάζουν ουσιαστικά σε δεύτερη μοίρα.

Όσον αφορά στις χρήσεις που θα μπορούσαν να προταθούν για τα δημόσιααστικάακίνητα, ο Παναγιωτίδης τονίζει ότι ηβέλτιστη αξιοποίηση οποιουδήποτε αστικού ακινήτου αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση και δεν εξαρτάταιαποκλειστικά από το προς αξιοποίηση ακίνητο, αλλά συνδέεται με το άμεσο περιβάλλον του. Η αξιοποίηση λοιπόν των δημοσίωνακινή- των, μέσω νέων χρήσεων ή με αναβίωσητων παλιών χρήσεων,σχετίζεται με τις δυνατότητες και δυναμικές ανάπτυξης της περιοχής που εντάσσο- νται,με τον σκοπό της επένδυσης και τον χρήστη του τελικούπροϊόντος, χωρίς βέβαια να αναιρείται το ενδεχόμενο μια νέα επένδυση να μπορεί να αλλάξειριζικά και να καθορίσει το αστικό τοπίο γύρω από αυτήν. Ενδει- κτικά, για την Αθήνα και την ευρύτερηπεριοχή της κρίνει εύλογη την ανά- πτυξηνέων τουριστικών υποδομών, προσανατολισμένων σε επιμέρους ει- δικό κοινό, πχ. νέους, φοιτητές, αλλά και συνταξιούχους, οικογένειεςκλπ. με ανάλογη υποδομή ώστε να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες της κάθε πληθυσμιακής ενότητας. Όσον αφορά τα δημόσια τουριστικά ακί- νητα, θεωρείότι μέσω ΕΣΧΑΔΑ, τα οποία κατά τη γνώμη του προσφέρουν εξαρχήςτη δυνατότητα σωστού προσανατολισμού, μπορεί να θεσμοθε- τηθεί η κατάλληλη επενδυτικήταυτότητα του ακινήτουσε συνεννόηση ε- πενδυτήκαι πολιτείας, η οποία θα καταστήσει ελκυστικό ή/και μοναδικό στην αγορά το προς αξιοποίηση ακίνητο, θα προσδώσει υπεραξία τόσο σε
αυτό όσο και στην ευρύτερη περιοχή, ενώ προσφέροντας νέες θέσεις ερ- γασίας, θα διευρυνθεί η ζώνη επιρροής των θετικών αποτελεσμάτων.Πι- στεύειεπίσης ότι, σεγεωπολιτικό επίπεδο, οινέεςεπενδύσεις μετονέοτου- ριστικό προϊόν υψηλών προδιαγραφών, που εξασφαλίζεται από το σχε- τικό νομοθετικό πλαίσιο, επανατοποθετούν τη χώρα μας στον χάρτη του διεθνούς τουρισμού, επαναπροσδιορίζοντάς την ως πύλη της Ευρώπης.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι διάλογοι ανέδειξαν σημαντικά ση- μεία σύγκλισης απόψεων ως προς το ότι η αξιοποίηση της δημόσιας πε- ριουσίας θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση στρα- τηγικών ανάκαμψης από την κρίση, μέσα όμως από μια συγκροτημένη ευ- ρύτερη πολιτική αναζωογόνησης και αναγέννησης περιοχών. Αν και μοιά- ζει να υπάρχει επίσης συμφωνία ως προς την ανάγκη εμπλοκής του ιδιωτι- κού τομέα στα προγράμματα αξιοποίησης, εντούτοις αναδεικνύονται κά- ποιες διαφοροποιήσεις ως προς το στόχο τους, την ενίσχυση δηλαδή των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα (δημόσια έργα και υποδομές) ή στον ι- διωτικό τομέα (προώθηση επιχειρηματικότητας), αλλά και ως προς τον βαθμό συμμετοχής και τον ρόλο του ίδιου του Δημοσίου στη διαδικασία υλοποίησης των επεμβάσεων. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει συμφωνία ως προς τον σημαντικό ρόλο των τοπικών κοινωνιών και των κινημάτων πο- λιτών και την ανάγκη συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης για την επιτυχή έκβασή τους και για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεων στην ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσονται. Ωστόσο, είναι αισθητή μια δυσπιστία ως προς τη δυνατότητα επίτευξης αυτού του στόχου, λόγω της έλλειψης κουλτούρας διαλόγου και αποτελεσματικών διαδικασιών συμμετοχής και διαβούλευσης στον τομέα του χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση που θεσμοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα (Ν. 4269/2014) μελετήθηκε στο πέμπτο κεφάλαιο ως ένα παράδειγμα επιδράσεων στο θεσμικό πλαίσιο, απόρροια της κρίσης ή/και ανταπόκρισης σε αυτήν. Ο συγκεκριμένος νόμος, σε συνέχεια δεκάδων νομοθετημάτων με αντικείμενο τον χωρικό σχεδιασμό που θεσπί- στηκαν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, επέφερε αλλαγές αφενός στα επίπεδα και τους τύπους χωρικών σχεδίων και αφετέρου στις κατηγορίες και το περιεχόμενο των χρήσεων γης. Με το νέο σύστημα σχεδιασμού που προωθείται, όπως περιγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, επιτυγχάνεται: α) η μείωση των επιπέδων του ρυθμι- στικού σχεδιασμού (τέσσερις κύριες κατηγορίες σχεδίων) και η απόδοση διακριτού ρόλου και περιεχομένου σε κάθε επίπεδο, β) η αντιστοίχιση των επιπέδων σχεδιασμού με τα επίπεδα άσκησης αναπτυξιακού προγραμμα- τισμού, γ) η ελάφρυνση του κράτους από τον τεράστιο όγκο λεπτομερεια- κών και τεχνικού χαρακτήραρυθμίσεων, ενώ δ) προβλέπονταιειδικές ρυθ- μίσεις αναθεώρησης του σχεδιασμού για ειδικούς καιεξαιρετικούς λόγους, ώστε ο σχεδιασμός να είναι εύκολα και με γρήγορες διαδικασίες προσαρμόσιμος. Όσον αφορά τις χρήσεις γης, ο Νόμος επαναπροσδιορίζει τις κατηγορίες και το περιεχόμενο αυτών, αυξάνοντας τις γενικές κατηγορίες χρήσεων σε 18 έναντι 9 του προηγούμενου νομοθετήματος και προβαίνοντας σε πολύ πιο αναλυτική και εξαντλητική περιγραφή των επιτρεπόμε- νων ειδικών χρήσεων ανά γενική κατηγορία. Νέο στοιχείο της προσέγγι- σης αποτελείη αντιστοίχιση των κατηγοριών χρήσεων γης με τους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), όπως αυτοί αναφέρονται στην εκάστοτε Εθνική Ονοματολογία Οικονομικών Δραστηριοτήτων. Επιδίωξη του αρμόδιουΥπουργείου είναι, μεταξύ άλλων και όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση, η ανταπόκριση των νέων κατηγοριών χρήσεων στα σύγχροναδεδομένα, η επίλυσηχρόνιων προβλημάτων και παθογενειών, αποτέλεσμα τουπροηγούμενου νομοθετικού πλαισίου, και ηεπίτευξη δια- φάνειας για τον πολίτη.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση, σε εναρμόνιση και με άλλα νομοθετήματα της πρόσφατης περιόδου, δίνει έμφαση στη ρύθμιση της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων στον χώρο, με βασική επιδίωξη τη διευκόλυνση της λειτουργίας οικονομικών/παραγωγικών δραστηριοτήτων. Στη θετική κριτική που έχει διατυπωθεί συγκαταλέγεται η επιδίωξη περιορισμού κάποιων βασικών αδυναμιών, ώστε να ανταποκριθεί άμεσα στις τρέχουσες συνθήκες της κρίσης, όπως η μείωση των επιπέδων σχεδιασμού και η δυνατότητα επιτάχυνσης των διαδικασιών διεκπεραίωσης και έγκρισης των σχεδίων. Η αρνητική κριτική που έχει ασκηθεί από την επι- στημονικήκαι επαγγελματική κοινότητα, εστιάζει στην τάση αντίληψης του χώρου ως υποδοχέα δραστηριοτήτων, στην απουσία –σε αντίθεση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο– σαφώς διατυπωμένων στόχων για τη βιώσιμηανάπτυξη και στις τρεις διαστάσειςτης, στην έλλειψηπρόβλεψης διαδικασιών διαβούλευσης και συμμετοχής κατά τις διαδικασίες σχεδια- σμού, στην πρόκρισημιας τομεακής κατά περίπτωση προσέγγισης του σχεδιασμού, στην πρόθεση παράκαμψης των βασικών προβλεπόμενων τύπων σχεδίωναπό τα διάφορα επενδυτικά σχέδια κ.ά. Όσον αφορά τις διατάξειςγια τις χρήσεις γης, η κριτικήεπικεντρώνεται στην τάση εξυπηρέ- τησης μεγάλης κλίμακαςεπιχειρηματικών δραστηριοτήτων, στηναποσπα- σματική και μη ολοκληρωμένη αντιμετώπιση τουζητήματος των χρήσεων γης, στην υπερβολική εξειδίκευση του περιεχομένου των γενικών κατηγο- ριών και στη δεσμευτικότητα που αυτός ο χειρισμόςεπιφέρει, στην απου- σία ενός πλαισίουπροβλέψεων για τον εξωοικιστικό χώρο, καθώς και σε γενικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τη φιλοσοφία που ενυπάρχει για την οργάνωση, τη μείξη και τον διαχωρισμό των χρήσεων γης. Συνολικά, επομένως,φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους οι ειδικοί της επιστήμης του σχεδιασμού του χώρουεμφανίζονται προβληματισμένοι, ακόμα και αρνη- τικοί, απέναντιστη νέα θεσμική πραγματικότητα για τον σχεδιασμό. Φαί- νεται ότι εν μέσω της κρίσης δεν δόθηκε η δέουσασημασία στηδιαμόρ- φωση των προϋποθέσεων αποδοχής του εγχειρήματος τόσο από όσους θα κληθούννα το υλοποιήσουν όσο και απότην κοινωνία. Αναδεικνύεται, επομένως, ως ένα σημαντικό ζήτημα η πρόθεσηκαι ικανότητα της πολιτι- κής ηγεσίαςνα συγκεντρώσει τους διάφορους παίκτες,νασυνθέσει από- ψεις και εμπειρίεςκαι να οδηγήσει σε ένα συναινετικό αποτέλεσμα.

Στις σημερινές συνθήκες, μοιάζει ότι οι συμβατικές προσεγγίσεις του χωρικού σχεδιασμού δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τις διαφο- ροποιημένες προκλήσεις που αναδύονται ως συνέπεια της κρίσης και επι- τάσσουν τον μετασχηματισμό των μέχρι σήμερα κυρίαρχων αντιλήψεων και πρακτικών. Ταυτόχρονα, η ανάλυση της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας των τόπων, έχει αναδειχθεί ως κεντρικό ζήτημα και ζητούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτικότητα των πόλεων και η σύνδεσή της με τον χωρικό σχεδιασμό αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο. Στη συνέχεια παρουσιάζονται συνοπτικά οι απόψεις ειδικών όπως διατυ- πώθηκαν σε μια σειρά συνεντεύξεων για τις παραδόσεις σχεδιασμού. Τα αναλυτικά πρακτικά αυτών των συνεντεύξεων είναι διαθέσιμα στη διεύ- θυνση http://gkafkala.webpages.auth.gr /site/παραδόσεις-σχεδιασμού/.

Η άποψη ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας από τους λόγους της οικονομικής κρίσης είναι ο ίδιος ο κλασικός χωρικός σχεδιασμός, όπου συμπεριλαμβάνεται και ο περιβαλλοντικός, διατυπώνεται από τον Δηµήτρη Οικονόµου. Αυτό το είδος σχεδιασμού είτε παρεμπόδιζε συστηματικά τις επενδύσεις είτε τις προσανατόλιζε προς λάθος κατευθύνσεις και κυρίως προς τον κατακερματισμό και τη χωρική διασπορά. Ο κατακερματισμός της οικονομικής βάσης υπήρξε παράγοντας μείωσης της ανταγωνιστικό- τητας και της αντοχής στην παγκόσμια κρίση. Ταυτόχρονα, ο χωρικός σχε- διασμός διευκόλυνε συστηματικά και διαχρονικά την ιδιοποίηση περιβαλ- λοντικού κεφαλαίου από τις επιχειρήσεις όλων των μεγεθών. Όπως υπο- στηρίζει συγκεκριμένα, ένα στοιχείο της όποιας αύξησης της ανταγωνιστι- κότητας των οικονομικών μονάδων στη μεταπολεμική Ελλάδα είναι η δυ- νατότητα ιδιοποίησης περιβαλλοντικού και δημοσίου (με την έννοια του δημόσιου χώρου) κεφαλαίου· ο τουρισμός και οι συναφείς δραστηριότη- τες ελεύθερου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις αυθαιρέτων, τηνόμιμηεκτόςσχεδίου δόμηση κ.ά., που αποτελούν τρόπους με τους οποίους γίνεται η ιδιοποίηση περι- βαλλοντικού κεφαλαίου από τους ιδιώτες και εδράζονται σε χωρικές πολιτικές που τα υποθάλπουν.

Κατά την άποψή του, ο χωρικός σχεδιασμός στο μέλλον μπορεί να προσανατολιστεί σε κατεύθυνση διαφορετική από την παραδοσιακή, τόσο ως προς την υποκίνηση του κατακερματισμού όσο και ως προς την περιβαλλοντική διάσταση. Όμως οι συνθήκες της κρίσης μπορούν επίσης να ωθήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη «δόση» από την παραδοσιακή θερα- πεία για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή σε ακόμα μεγαλύ- τερη ιδιοποίηση περιβαλλοντικών αγαθών, σε ακόμα μεγαλύτερη υποστή- ριξη του κατακερματισμού και σε αναζήτηση της διεξόδου μέσω της ανα- θέρμανσης της οικοδομής. Συνοψίζοντας, ο Οικονόμου θεωρεί πως όπως ένα συγκεκριμένο είδος χωρικής πολιτικής συνέβαλλε τόσο στην οικονο- μική όσο και στην περιβαλλοντική κρίση, θα μπορούσε κάποιο άλλο είδος χωρικής πολιτικής να συμβάλει στην έξοδο και από τις δύο κρίσεις.

Ένα ειδικότερο πεδίο στο οποίο υπάρχει ανάγκη αλλά και περιθώ- ρια μιας νέας προσέγγισης, είναι οι αστικές αναπλάσεις, όχι όμως με την παραδοσιακή αρχιτεκτονίζουσα προσέγγιση των πεζοδρομήσεων, αλλά με αυτήν της σύνθετης οικονομικής, κοινωνικής και χωρικής αναγέννησης των αστικών περιοχών. Σε κάποιο βαθμό, τα χαρακτηριστικά του νέου συ- στήματος για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, όσο κι αν η νομοθεσία έχει σημασία, ο Οικονόμου θεωρεί ότι μεγαλύτερη επίδραση έχει ο τρόπος με τον οποίον αυτή εφαρμόζεται, καθώς επίσης και άλλες παράμετροι οι ο- ποίες είναι θεωρητικά εκτός του συστήματος των σχεδίων. Για παρά- δειγμα, η μαζική νομιμοποίηση των αυθαιρέτων σημαίνει ότι ο χώρος πα- ράγεται πιο πολύ μέσω παράνομων διαδικασιών παρά με τις διαδικασίες του επίσημου συστήματος. Με άλλα λόγια, το νομοθετικό πλαίσιο είναι α- πλώς ένας σκελετός,που αποκτά περιεχόμενο από τις συγκεκριμένες πο- λιτικές που προωθούνται μέσω αυτού. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα πα- ραμένει ανοικτό. Το νέο σύστημα μπορεί να παίξει θετικό ρόλο υπό προϋ- ποθέσεις,όπως το περιεχόμενο και οι επιλογές των συγκεκριμένων σχεδίων που θα παραχθούν, η επάρκεια των αρμόδιων υπηρεσιών και οι πτυ- χές της χωρικής πολιτικής που τοποθετούνται εκτός της εκπόνησης των σχεδίων.

Όπως τονίζει ο Γιάννης Τσιώμης για να αντιμετωπιστεί η κρίση χρειάζεται εκτός από νέα οικονομική διαχείριση και πολιτική και κοινωνική διαχείριση και σκέψη. Βασικό μέλημα θα πρέπει να είναι η απομάκρυνση από τον συμβατικό τρόπο σκέψης και τον συμβατικό τρόπο παραγωγής του χώρου, υιοθετώντας –πρώτα οι επαγγελματίες του σχεδιασμού– την ιδέα ότι ο χώρος διαμορφώνεται μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Η εικόνα που δίνεται στον χώρο μέσω του σχεδιασμού θα πρέπει να είναι δυνατόν να είναι εξελίξιμη, διαμορφώσιμη με τις προοπτικές αλλαγών. Αναφέρεται, επομένως, σε έναν σχεδιασμό «ανοιχτό», επιδεκτικό αλλαγών, κάτι που βε- βαίως απαιτεί μια άλλη «κουλτούρα» και συνέργεια όλων των παικτών.

Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να δουλεύουμε από την κλίμακα της πόλης στη μητροπολιτική κλίμακα και να επιστρέφουμε και πάλι στα προβλήματα τοπικής κλίμακας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί στην αναζήτηση ενός νέου προφίλ πολεοδόμου και αρχιτέκτονα, ικανού να κι- νείται σε όλες τις κλίμακες. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί τη συνάρθρωση των διαφόρων γνωστικών αντικειμένων που ασχολούνται με τον χώρο. Χρειάζεται να δούμε με ποιο τρόπο μπορούν να επαναμορφωθούν διαφο- ρετικά γνωστικά αντικείμενα, τα οποία μέχρι τώρα ήταν τελείως προκαθο- ρισμένα και για επαγγελματικούς λόγους «κλειστά». Σταπαραπάνω ο Τσιώ- μης προσθέτει και την ανάγκη προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες.

Στις σημερινές συνθήκες υπάρχει μια γενική αστάθεια, η οποία ο- δηγεί στηναβεβαιότηταγια την ορθότητα και αποτελεσματικότητα των ό- ποιων προγραμματισμών. Κατά την άποψή του, το να είναι κύριο μονομε- ρές μέλημα η προσέλκυση επενδύσεων με πρόσχημα την κρίση, είναι τε- ράστιο λάθος. Η σημερινή κατάσταση αποτελεί μια κατάσταση που κλη- ρονομήσαμε πριν από την κρίση, είναι ταυτόχρονα γέννημα της κρίσης αλλάπλέον καιανεξάρτητητης κρίσης. Αυτό απαιτεί μια νέα προοπτική και μια διαδικασία αλλαγής προς την κατεύθυνση του ουσιαστικού περιεχομένου της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή προς την αντιμετώπιση όλων των διαστάσεων του χώρου, όχι μόνο της «αισθητικής». Ο ουμανιστικός δημοκρατικός πολιτισμός, υποστηρίζει ο Τσιώμης, έχει φτάσει στα όρια της ανθεκτικότητάς του, γεγονός που επιτάσσει την «αντίδραση» όλων, τόσο ως ειδικοί όσο και ως πολίτες. Θεωρώντας ως δεδομένη τη μη ανθεκτικότητα των πόλεων,περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά, ο χωρικός σχεδια- σμός αποτελεί κομβικό σημείο για την έξοδο από τις πολλαπλές κρίσεις και την αντιμετώπιση των μεταλλαγών. Εκτός από την ανάγκη παραγωγής νέων γνωστικών αντικειμένων και νέων πειραματισμών, για να παραχθεί μια νέα γνώση θα χρειαστεί να υπάρξει συλλογική διεπιστημονική και«δια- καλλιτεχνική» δουλειά, από τους ειδήμονες μέσα στα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία, η οποία θα είναι αποδεκτή και επιθυμητή από την ίδια την κοινωνία.Υποστηρίζει ότι μια πρώτη αρχή είναι να μη θεωρούμε ότι υπάρ- χει ένα μόνο χωροταξικό και πολεοδομικό μοντέλο. Μια δεύτερη αρχή εί- ναι ότι, αν υπάρχει ένα μοντέλο, αυτό είναι της διαρκούς διερεύνησης και διαρκούς εφεύρεσης σεναρίων, τρόπων παρέμβασης και μορφών.

Η άμεση ανάγκη εκσυγχρονισμού στον σχεδιασμό, με την ευρεία χρήση μοντέλωνκαι εργαλείων κατά τις αντίστοιχες διαδικασίες, αποτελεί κατά τον ΚωνσταντίνοΛαλένη καθοριστική προτεραιότητα. Η απουσία τέ- τοιων εργαλείωνστην Ελλάδα συνδέεται με την «αρχιτεκτονική» παρά- δοση του σχεδιασμού και έχει ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να περιορίζε- ται στη λεκτική περιγραφήιδανικών καταστάσεων για τη μελλοντική ει- κόνα του αντικειμένου του, χωρίς να επιτυγχάνει εν τέλει μια διάσταση ρε- αλισμούγια την πραγματοποίησή του. Το τελευταίο θα πρέπει να συσχετι- στεί και με την άποψη του Λαλένη περί ανάγκης παρακολούθησης,αξιο- λόγησης και ανάδρασης του σχεδιασμού ανά τακτά χρονικά διαστήματα και σε όλες τις φάσεις μελέτηςκαι σχεδιασμού. Ο Λαλένηςθεωρεί κρίσιμη τη χρήσηκαινοτόμων εργαλείωνκαι για την ενδυνάμωση των συμμετοχι- κών διαδικασιών. Σήμερα κυριαρχεί η αντίληψηότι ο σχεδιασμός είναι μια διαδικασία παραγωγής σχεδίων και κειμένων, που περιλαμβάνουν κυρίως περιορισμούς και απαγορεύσεις. Εκτιμά ότι ο σχεδιασμός θα πρέπει να γί- νει πιο ευέλικτος, με περισσότερες διαστάσεις, και να αποτελεί«πορεία» για την εφαρμογή των σχεδίων. Η αντίληψη για τον σχεδιασμό ως«πορεία», σημαίνει ότι σ’ αυτήν δεν εμπλέκονται μόνο η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πολεοδόμοι, αλλά και το κοινό σε διάφορα επίπεδα του χώρου.Η χρήση εργαλείων για τη συμμετοχή θα πρέπει να μεριμνά για τη διευκόλυνση μειονεκτούντων ομάδων στον σχεδιασμό, που συνήθως σήμερα δεν εκ- προσωπούνται (πχ. ΑΜΕΑ), καθώς και για τη διέγερσητου ενδιαφέροντος του κοινού,ως βασικό στοιχείο του επιθυμητού εκσυγχρονισμού. Στα πα- ραπάνω προσθέτεικαι την επιταγήγιακατάργηση των περίπλοκων γρα- φειοκρατικών διαδικασιών.

Σε σχέση με «αμφιλεγόμενα στοιχεία» της εποχής της κρίσης, όπως η διευκόλυνση της δράσης οικονομικών παραγόντων, υποστηρίζει ότι πράγματι αυτή θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, πάντοτε όμως μέσα σε ορισμέ- να πλαίσια λειτουργίας τα οποία είναι σε θέση να διασφαλίσουν την αειφο- ρική ανάπτυξη, με κύριες διαστάσεις την προστασία του περιβάλλοντος και του δικαιώματος του πολίτη να απολαμβάνει τον δημόσιο χώρο.

Ο σχεδιασμός, επομένως, θα πρέπει να γίνει περισσότερο επιχειρησιακός και ευέλικτος, με περισσότερες εισροές από συμμετέχοντες. Υπο- γραμμίζει πάντως ότι οποιαδήποτε αλλαγή προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει με προσοχή, ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών της πα- ράδοσης σχεδιασμού στη χώρα. Μια αλματώδης αλλαγή μοντέλου ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας μεγάλης έκτασης κακοδιοίκηση με σύγχρονα φαινόμενα διαφθοράς και έλλειψη ισονομίας για τους πολίτες.

Όσον αφορά το ζήτημα της ανθεκτικότητας των πόλεων και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει ο σχεδιασμός προς αυτή την κατεύθυνση, ο Λαλένης επικεντρώνεται καταρχήν στην περιβαλλοντική διάσταση της ανθεκτικότητας, συσχετίζοντάς τη με ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η προστασία από καταστροφές. Υπενθυμίζει ότι αν και οι προδιαγραφές των γενικών πολεοδομικών σχεδίων της χώρας δίνουν κατεύθυνση για την πρόβλεψη –μέσω των σχεδίων– αντιμετώπισης καταστροφών στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή της (πχ. σεισμών και με- γάλων πυρκαγιών), στην πρακτική του σχεδιασμού το αντικείμενο αυτό θεωρείται ως μια τυπική απαίτηση χωρίς πραγματική αναγκαιότητα. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι αρμόδιοι κατά περίπτωση φορείς αποφεύγουν να δεσμευτούν σε ένα πλαίσιο αντιμετώπισης καταστροφών που δεν προέρχεται άμεσα από τον δικό τους διοικητικό φορέα. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα πεδίο που θα μπορούσε να συνδυαστεί με σύγχρονες τεχνολογίες,όπως οι ΤΠΕ, που να πληροφορούν και να διαμορφώνουν κατάλληλα την αντίδραση του κόσμου απέναντι σε φυσι- κές καταστροφές, έτσι ώστε να αυξάνονται τα επίπεδα ασφάλειας.

Κατά την άποψή του, η διάσταση της ανθεκτικότητας για το ξεπέ- ρασμα της οικονομικής κρίσης, ίσως να μην μπορεί να ενταχθεί στον τυ- πικό ορισμό της «ανθεκτικότητας» (resilience). Αν υποτεθεί ότι η ανθεκτι- κότητα ερμηνεύεται με μια ευρύτητα που επιτρέπει να συμπεριληφθεί και η κρίση μέσα στις καταστροφές, τότε θα θεωρούσε ότι στα στοιχεία ανθε- κτικότητας απέναντι σε τέτοιες κρίσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται αλ- λαγές του σχεδιασμού προς τρεις κατευθύνσεις: πρώτον προς τη βελτίωση της τεχνικής του διάστασης, δεύτερον προς τη βελτίωση της ευελιξίας του, και τρίτον με τη συμπερίληψη και ενίσχυση των κοινωνικών διαστάσεων που ιδιαίτερα η κρίση καθιστά σημαντικά αναγκαίες.

Η σημερινή συγκυρία αλλάζει μεν το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, ειδικότερα ως προς τη στόχευση και τις προσδοκίες των πολιτι- κών, δεν αναιρεί όμως καθόλου τη βαρύτητα των επιχειρημάτων της κρι- τικής ως προς το σύστημα σχεδιασμού. Αντίθετα, όπως εκτιμά ο Αθανάσιος Παγώνης αδυνατίζει περισσότερο τα όποια πλεονεκτήματα υπέρ της υφι- στάμενης προσέγγισης της ρύθμισης, δεδομένου ότι το σύστημα γης και οικοδομής από το οποίο αντλούσε τη βασική της νομιμοποίηση έχει ανα- τραπεί. Ο σχεδιασμός στην Ελλάδα, ίσως επειδή στηρίζονταν στο μικρό/μεσαίο κεφάλαιο, είχε μια λογική να επιτρέπει σχεδόν παντού τη δόμηση. Κατά την άποψή του, αυτή η λογική πρέπει να αναθεωρηθεί και να τεθούν πιο σύνθετοι στόχοι, οι οποίοι δεν θα σχετίζονται μόνο με την κάρπωση της γαιοπροσόδου, αλλά θα στηρίζουν ουσιαστικά τις παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας. Πρόσφατα η συγκυρία της κρίσης έχει κινήσει άλλωστε και μια ειδική συζήτηση σχετικά το με ποιον τρόπο ο χωρικός σχεδιασμός μπορεί να διαχειριστεί τις ειδικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες με τις οποίες συνδέεται η κρίση. Αναφέρεται συγκεκριμένα ο Παγώνης στις συζητήσεις σχετικά με τις «συρρικνούμενες πόλεις» (shrinking cities) και την «αστική ανθεκτικότητα» (urban resilience). Όλα αυτά αναδεικνύουν νέες προτεραιότητες που θα πρέπει να διαχειριστεί ο σχεδιασμός, όπως η στήριξη των κοινωνικών δομών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, η κινητοποίηση ανενεργών δυναμικών.

Η λογική ρύθμισης με κανονιστικά μέσα που ίσχυε μέχρι σήμερα ως αποκλειστική αρμοδιότητα του ΥΠΕΚΑ (νυν ΥΠΑΠΕΝ) διαχωρισμένη από τις άλλες δομές προγραμματισμού, ταίριαζε στην περίοδο που ανα- πτύσσονταν οι πόλεις και υπήρχαν θερμές κτηματαγορές. Ο Παγώνης θε- ωρείότι αυτό πλέονείναι ξεπερασμένο ως αντίληψησχεδιασμού και ότι ως πρακτική δεν υπήρξε και ιδιαίτερα πετυχημένη. Η απόφαση για το τι θα γί- νει στον χώρο θα έπρεπε να είναι το προϊόν λιγότερο μιας τεχνοκρατικής επεξεργασίας από ειδικούς, πολεοδόμους, και περισσότερο το προϊόν α- ντιπαράθεσης μεταξύ κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων σε πιο ανοι- χτή βάση, ακόμα και με την παραδοχή ότι το προϊόν αυτής της αντιπαρά- θεσης δενθαείναι απαραίτητατο ιδανικό ήτοπιοδίκαιο. Ανκαιδενμπορεί κανείς να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι άμεσα ε- πιτυχές, θα πρέπει να δοθεί μια μεγαλύτερη έμφαση σε περισσότερο δια- πραγματευτικές δομές και στη λογική της επίτευξης συναίνεσης.

Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα κέντρα των πόλεων έχουν πλέονανάγκη για νέα εργαλεία. Ζητούμενο είναι πώς να ενεργοποιήσει κα- νείς σχέσεις, δυναμικές, δικτυώσεις και εν γένει στοιχεία που συνθέτουν αυτό που αναφέρεται ως ανθεκτικότητα. Υπάρχουν σήμερα καινούργια εργαλεία που σχετίζονται με αυτόν τον στόχο, όπως για παράδειγμα το ΣΟΑΠ του Δήμου Αθηναίων, το οποίο φιλοδοξεί να θέσει ένα μεγαλύτερο φάσμα επιδιώξεων. Η κατεύθυνση θα πρέπει γενικώς να είναι προς την αξιοποίηση περισσότερο καινοτόμων προσεγγίσεων. Συμβατικά εργαλεία σχεδιασμού, όπως για παράδειγμα αυτά που μέσα από την αντιπαροχή παρήγαγαν την πόλη, έχουν φτάσει σε αδιέξοδο. Λογικές κανονιστικών ρυθμίσεων για κάθε οικόπεδο και προσεγγίσεις αστικής ανάπλασης που στοχεύουν αποκλειστικά στη βελτίωση του δημόσιου χώρου, δεν επαρκούν για την ολοκληρωμένη παρέμβαση στα κέντρα πόλεων. Εν κατακλείδι, σα- φώς αναζητείται ένας νέος προσανατολισμός του χωρικού σχεδιασμού μακριά από τις λογικές του παρελθόντος.

Χωρικός σχεδιασμός και εξέλιξη των χωρικών μορφών

Χωρικός σχεδιασμός και εξέλιξη των χωρικών μορφών

Τα πρότυπα του χωρικού σχεδιασμού στρέφονται σταδιακά προς εξελικτικές προσεγγίσεις με τη χρήση υπολογιστικών μεθόδων (αλγορίθμων) προκειμένου να υποστηρίξουν την προσαρμοστική ικανότητα των χωρικών ενοτήτων. Ο Richard Dawkins στο βιβλίο του The Blind Watchmaker: Why the Evidence of Evolution Reveals a Universe without Design, συγκρίνει την ανθρώπινη ικανότητα για σχεδιασμό More »

6 κεφ. Aναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης 1η Ενότητα

Συγκρούσεις και συναινέσεις στο πλαίσιο της κρίσης

Το βιβλίο ‘Βιώσιμες Πόλεις: Προσαρμογή και Ανθεκτικότητα σε Περιόδους Κρίσης’ είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας των συγγραφέων στο πλαίσιο της ομάδας πρωτοβουλίας Πόλη+Κρίση.


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

Το βιβλίο περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια:

  1. Η βιώσιμη πόλη ως εξελικτική διαδικασία (Γρηγόρης Καυκαλάς)
  2. Η μεταβαλλόμενη γεωγραφία των πόλεων (Γεωργία Γεμενετζή)
  3. Η αστική αναγέννηση και αναζωογόνηση ως απόκριση στην αστική αλλαγή (Αθηνά Γιαννακού)
  4. Ο ρόλος της δημόσιας ιδιοκτησίας στην αστική ανάπτυξη και αναζωογόνηση (Αθηνά Βιτοπούλου)
  5. Αστική διακυβέρνηση, παραδόσεις σχεδιασμού και ο ρόλος των ειδικών (Νατάσα Τασοπούλου)
  6. Αναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης: συγκρούσεις και συναινέσεις (Ομάδα Πόλη+Κρίση)

Σύνοψη

Το τελευταίο έκτο κεφάλαιο εξετάζει τις βασικές συνιστώσες της ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας των πόλεων σε σχέση με τους χωρικούς και κοινωνικο-οικονομικούς μετασχηματισμούς των αστικών δομών. Για τον σκοπό αυτό ανασυνθέτει τα κεντρικά ζητήματα που παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, προσφέροντας έτσι ταυτόχρονα τη σύνοψη και μια συνολική εικόνα των θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο. Το κεφάλαιο αποτελείται από τρεις ενότητες οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά, κάνοντας όπου χρειάζεται άμεση ή/ και έμμεση αναφορά στα κεφάλαια που προηγήθηκαν, με στόχο να αναδειχτούν κυρίως οι πτυχές που συνδέουν τις πόλεις με την κρίση.

Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «βασικές θεωρητικές έννοιες, προσεγγίσεις και πρακτικές», εστιάζει αρχικά στις έννοιες-κλειδιά και ειδικότερα σε αυτές της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας ως τις κεντρικές έννοιες που διατρέχουν όλα τα κεφάλαια, παρέχοντας έτσι ένα ενιαίο υπόβαθρο στο πλαίσιο του οποίου καταγράφονται συμπληρωματικά ορισμένες βασικές πτυχές και εκδηλώσεις των συνεπειών της κρίσης στις πόλεις και τις πολεοδομικές πρακτικές. Η δεύτερη ενότητα αναφέρε-ται στις «εναλλακτικές στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα στην πόλη». Συ- νοψίζει και αξιοποιεί απόψεις που διατυπώθηκαν σε στοχευμένες συζητήσεις των συγγραφέων με επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί και αναδείξει πρωτοβου- λίες και συμπεριφορές που εκδηλώνονται τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο απέναντι στις συνέπειες της κρίσης. Τέλος, η τρίτη ενότηταπαρουσιάζει μέσα από την οπτική του βιβλίου ορισμένα κρίσιμα «συμπεράσματα από τη συζή- τηση για την αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης», έχοντας επίσης ως βάση αναφοράς τις απόψεις επιστημόνων όπως αυτές διατυπώθηκαν σε συνεντεύξεις με τους συγγραφείς γύρω από το κεντρικό αυτό ζήτημα, το οποίο και αποτέλεσε τον πυρήνα της αρχικήςέμπνευσης και κεντρικό άξονα της επιδίωξης του βιβλίου να συμβάλει στον προσανατολισμό της επιστημονικής συζήτησης αλλά και της κοινωνικής πρακτικής.

Προαπαιτούμενη γνώση

Προϋπόθεση για την ουσιαστική κατανόηση της ύλης του παρόντος συμπερασματικού κεφαλαίου είναι η ανάγνωση, εξοικείωση και κατανόηση με την ύλη, τα επιχειρήματα και τα παραδείγματα, που περιλαμβάνουν τα κεφάλαια του βιβλίου που προηγήθηκαν.

6.1        BΑΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ, ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Η συνθετότητα της οικονομικής και κοινωνικής γεωγραφίας των πόλεων αναδεικνύει με μεγαλύτερη ένταση τις συνέπειες της κρίσης συσσωρεύοντας μια πληθώρα αστικών προβλημάτων. Η κρίση των πόλεων εντείνεται και από τα οργανωτικά και χρηματοδοτικά ελλείμματα των κρατικών και τοπικών αρχών και επομένως από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες των πόλεων. Η παρούσα πρώτη ενότητα εστιάζει αρχικά στις έννοιες- κλειδιά που πραγματεύονται αυτά τα ζητήματα και ειδικότερα στις έννοιες της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας και στη συνέχεια καταγράφει συμπληρωματικά ορισμένες βασικές πτυχές και εκδηλώσεις των συνεπειών της κρίσης στις πόλεις και τις πολεοδομικές πρακτικές.

Οι έννοιες της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας είναι έννοιες πολυδιάστατες με διαφορετικές ερμηνείες πολλές από τις οποίες είναι σχετικά πρόσφατες και εκ των πραγμάτων αμφιλεγόμενες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυσημίας αυτών των βασικών εννοιών είναι ο τρόπος και οι μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται η βιωσιμότητα. Στο Sundström & Rydén (2003) αναφέρονται για παράδειγμα οι παρακάτω επτά εκδοχές της βιωσιμότητας που καλύπτουν τις μορφές με τις οποίες η έννοια εμφανίζεται συνήθως στις σχετικές συζητήσεις (στις παρενθέσειςαναφέρονται ορισμένες από τις περισσότερο γνωστές αναφορές των αντίστοιχων ορισμών):

  • 1) η βιωσιμότητα ως πολιτική πρωτοβουλία (Brundtland Commission και Our Common Future),
  • 2) η βιωσιμότητα ως επιστημονικό πεδίο μελέτης (Club of Rome και Limits to Growth),
  • 3) η βιωσιμότητα ως σεβασμός στη φύση (IUCN και Caring for the Earth),
  • 4) η βιωσιμότητα ως συμμετοχική δημοκρατία (Rio Conference και Agenda 21),
  • 5) η βιωσιμότητα ως δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών (Brundtland Commission και Our Common Future),
  • 6) η βιωσιμότητα ως κοινωνική δικαιοσύνη (Factor 10 Club και The factor 10 document),
  • 7) η βιωσιμότητα ως όραμα της ποιότητας ζωής (Earth Charter document).

Αντίστοιχη είναι η συζήτηση σχετικά με την έννοια της ανθεκτικότητας. Κατ’ αναλογία με την ευρύτερη συζήτηση στα πεδία των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών, η αστική ανθεκτικότητα θεωρείται ως μια πολυδιάστατη διαδικασία που περιλαμβάνει την αντίσταση στις δυνάμεις αποσταθεροποίησης και τον επαναπροσανατολισμό της αρχικής δομής σε συνέχεια ή όχι με την προηγούμενη διαδρομή της. Η ενδογενής ικανότητα προσαρμογής ενός αστικού συστήματος δεν αποτελεί πάγιο δομικό χαρακτηριστικό του αλλά επηρεάζεται από τις επιλογές και τις πρωτοβουλίες των κοινωνικών δρώντων, δηλαδή των φυσικών και θεσμικών υποκειμένων όπως είναι για παράδειγμα οι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και οι επαγγελματικές ενώσεις. Η προσαρμοστική ικανότητα της αστικής περιοχής προκύπτει από την ικανότητα των δρώντων να προετοιμάζονται, να μαθαίνουν και να ανταποκρίνονται στις διαφορετικές πιέσεις.

Η έννοια της ανθεκτικότητας έχει κατασκευαστεί με εισροές από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις όπως η ψυχολογία, η βιολογία ή η μηχανική των υλικών. Παράλληλα, η κεντρική έννοια της ανθεκτικότητας διακλαδίζεται ή/και τροφοδοτεί παράλληλες ή συμπληρωματικές έννοιες όπως η προσαρμοστικότητα, η ευπλαστότητα, η τρωτότητα, η διαδικασία μάθησης, η καινοτομία, η αυτο-οργάνωση και τα πολύπλοκα προσαρμοστικά συστήματα. Όπως σημειώνουν οι Martin-Breen & Anderies (2011), στις κοινωνικές επιστήμες η έννοια της ανθεκτικότητας αποκτά περισσότερο χαρακτήρα στόχου και συνδέεται με προσπάθειες διαχείρισης ή διακυβέρνησης προς κάποια μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό οι βασικές προσεγγίσεις είναι:

α) η παράδοση των μελετών τρωτότητας στη γεωγραφία με βασική μονάδα αναφοράς το νοικοκυριό ως μέσο αλληλεπίδρασης των διαφορετικών επιπέδων από το τοπικό στο παγκόσμιο,

β) η ανάλυση της επίδρασης των κοινωνικών δικτύων στην ανθεκτικότητα και

γ) η θεσμική προσέγγιση της πολιτική οικονομίας στα ζητήματα διακυβέρνησης των κοινών πόρων.

Ουσιαστικά πρόκειται για την αναζήτηση μιας προγραμματικής ανθεκτικότητας που θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί καλύτερα με τον όρο σταθερότητα.

Η έννοια της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας εμφανίστηκε πρόσφατα στην αστική και οικονομική γεωγραφία (Martin, 2012) περιλαμβάνοντας μηχανισμούς που μπορούν να συμβάλουν  στην αστική βιωσιμότητα. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης οι διαδικασίες συρρίκνωσης (στις πόλεις) αναμένεται να διαδοθούν ώστε να μοιάζουν τόσο φυσιολογικές όσο οι διαδικασίες ανάπτυξης, όλο και περισσότεροι τόποι και νοικοκυριά πρέπει να εμφανίζουν χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας απέναντι σε αβέβαιες, ρευστές και ταχείες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που πυροδοτούνται από τις πολιτικές λιτότητας σε μια ευρεία περιοχή της Ευρώπης. Αυτομάτως τίθεται το ζήτημα της χωρικής κλίμακας όσον αφορά την ανθεκτικότητα στις πιέσεις που προκαλούν οι κοινωνικοοικονομικοί μετασχηματισμοί στην καθημερινή ζωή. Δηλαδή, τι είδους ανθεκτικότητα είναι κατάλληλη και αν μπορεί να αναπτυχθεί σε κάθε χωρική κλίμακα.

Στη μεγαλύτερη κλίμακα κυριαρχεί η έννοια της «περιφερειακής ανθεκτικότητας» που τροφοδοτήθηκε από την οικονομική κρίση (Christopherson et al., 2010· Fingleton et al., 2012· Hassink, 2010· Martin, 2012). ΟMartin (2012: 12) ισχυρίζεται ότι η ανθεκτικότητα βασίζεται σε ένα σύστημα τεσσάρων αλληλοσυνδεόμενων στοιχείων: την αντίσταση (βαθμός ευαισθησίας ή ένταση της αντίδρασης μιας περιφερειακής οικονομίας), την ανάκαμψη, την ανανέωση και τον επαναπροσανατολισμό (επαναχάραξη πορείας και προσαρμογή) προς μια νέα τροχιά ανάκαμψης. Ο Martin τονίζει πως η περιφερειακή ανθεκτικότητα διαφέρει σημαντικά από προηγούμενες προσεγγίσεις της ανθεκτικότητας, καθώς δεν σχετίζεται με τη διατήρηση και την επαναφορά του συστήματος στην προηγούμενη κατάσταση και πρακτικές που μπορεί να μην είναι επιθυμητές αλλά, αντίθετα, με νέες πραγματικότητες και ευκαιρίες που δημιουργούνται από την καταστροφή παρωχημένων μοντέλων παραγωγής. Με άλλα λόγια, η περιοχή που ανταποκρίνεται σε ένα οικονομικό σοκ επιλέγει να χρησιμοποιήσει τις ευκαιρίες που αναδύονται για να αναπτύξει νέους τρόπους οικονομικής ανάπτυξης.

Όσον αφορά τη μικρότερη χωρική κλίμακα, οι Andres και Round (2015) θέτουν την ιδέα της «επίμονης ανθεκτικότητας», υποστηρίζοντας ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο η ανάκαμψη από μεγάλα σοκ, αλλά και η εύρεση τρόπων απόκρισης απέναντι σε συνήθεις πιέσεις της καθημερινής ζωής που προκαλούνται από περισσότερο μακροπρόθεσμες διαδικασίες όπως η οικονομική αναδιάρθρωση και οι αλλαγές στις πολιτικές του κράτους πρόνοιας. Η επίμονη ανθεκτικότητα εστιάζει στο μικρο-επίπεδο, δηλαδή στις πρακτικές που αναπτύσσουν τα άτομα, τα νοικοκυριά και τα δίκτυα τα οποία εντάσσονται μέσα σε καθορισμένα χωρικά όρια. Κρίσιμο στοιχείο στην επίμονη ανθεκτικότητα είναι η έννοια του άτυπου τόσο στη δημιουργία των δικτύων όσο και στους χώρους που αυτά καθορίζουν τη δράση τους.

Προκειμένου να κατανοηθεί και να εξηγηθεί η ανθεκτικότητα των τόπων, έχουν χρησιμοποιηθεί οι έννοιες της προσαρμογής και της προσαρμοστικότητας μέσα σε ένα πλαίσιο που οργανώνεται με βάση τους δρώντες,τους μηχανισμούς και τις τοποθεσίες, ενώ παράλληλα συσχετίζεται με τον διαχωρισμό των ποσοτικών και ποιοτικών διαστάσεων της ανθεκτικότητας. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται ηγεωγραφική διαφοροποίηση, η διαφορετικότητα και η μη κανονικότητα της ανθεκτικότητας, εγείροντας ερωτήσεις σχετικά με το είδος της ανθεκτικότητας και τίνων ανάγκες καλύπτει (Vale, 2014· Pike et al., 2010). Συνηγορώντας υπέρ της εξισορρόπησης της βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης αντιμετώπισης και των ποσοτικών και ποιοτικών διαστάσεων της ανθεκτικότητας, οι Pike et al. (2010: 68) υποστηρίζουν ότι «η διατομεακή πρόκληση της προσαρμογής και της προσαρμοστικότητας συνεπάγεται τον θεσμικό συντονισμό των πολλαπλών παραγόντων τόσο οριζόντια όσο και κάθετα, ανάμεσα στα πολλαπλά χωρικά επίπεδα από το υπερεθνικό ως το τοπικό».

Παρόμοια είναι η ιδέα της «εξελικτικής ανθεκτικότητας» ή των «πολλαπλών εξελικτικών τροχιών» που εισάγει η Davoudi (2012). Κεντρικό στοιχείο της εξελικτικής ανθεκτικότητας είναι η «αλληλεπίδραση ανάμεσα στην επιμονή, την προσαρμοστικότητα και την ικανότητα μετασχηματισμού σε πολλαπλές χωρικές κλίμακες και χρονικές περιόδους»,με στόχο περισσότερο τη διασφάλιση του μέλλοντος παρά την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση (Davoudi, 2012: 304), η οποία όχι μόνο μπορεί να μην είναι επιθυμητή αλλάενδεχομένως αναπαράγει προηγούμενες ανισότητες και δυσλειτουργίες (Vale & Campanella, 2005).

Η διαχρονική επίτευξη της ανθεκτικότητας σε διαφορετικά χωρικά επίπεδα φαίνεται ότι αποτελεί ζητούμενο προς την κατεύθυνση της βιωσιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό υπεισέρχεται το ερώτημα της γεωγραφικής διαφοροποίησης της ανθεκτικότητας, δηλαδή σε ποιο βαθμό και πώς επηρεάζεται η ανθεκτικότητα από τα διακριτά δομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των πόλεων. Ας πάρουμε το παράδειγμα της ανθεκτικότητας μιας περιοχής με όρους οικονομίας. Αντλώντας από την εμπειρία της αποβιομηχάνισης που είχε μακροπρόθεσμες και άνισες επιπτώσεις, οι Pike et al. (2010: 68) εισηγούνται τη «διαφοροποιημένη εξειδίκευση» εστιάζοντας στην ισορροπία ανάμεσα στην εξειδίκευση που εξασφαλίζει σχετική ανταγωνιστικότητα και στην ανάπτυξη σε συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες με επαρκή διαφοροποίηση ώστε να αποφεύγεται η υπερ-εξάρτηση από στενές οικονομικές βάσεις, κάτι που συμβάλλει στην κατασκευή ενός περιφερειακού πλεονεκτήματος.

Σύμφωνα με τον Hudson (2009) η περιφερειακή ανθεκτικότητα συνδέεταιμε περισσότερο αυτάρκεις και βιώσιμες μορφές ανάπτυξης που στηρίζονται στην αποσύνδεση της τοπικής οικονομίας από την ευρύτερη οικονομία, στη μεγιστοποίηση των ενδο-περιφερειακών ροών και συνδέσεων και στη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος, οδηγώντας τελικά σε περισσότερο κλειστά και αυτόνομα συστήματα, τόσο με όρους οικονο- μίας όσο και περιβάλλοντος. Αυτή η θεώρηση έρχεται σε αντίθεση με την πρόσφατα επικρατούσα άποψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και «επιτυχία» συνδέεται με τη μεγιστοποίηση των ροών και των συνδέσεων με άλλες περιοχές, συχνά σε παγκόσμια κλίμακα, και την προσέλκυση επενδύσεων και ανθρώπινου δυναμικού. Ωστόσο, ο Hudson επισημαίνει ότι οι πρακτικές για την αύξηση της ανθεκτικότητας σε ορισμένες περιοχές, απλώς μεταθέτουν χρονικά τα περιβαλλοντικά κόστη ή/και τα εκτοπίζουν χωρικά, μειώνοντας έτσι την ανθεκτικότητα άλλων περιοχών, ενώ δεν έχουν καμία βελτιωτική επίδραση στο παγκόσμιο σύστημα συνολικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δει κανείς τους ορισμούς και τις χρήσεις της ανθεκτικότητας ανάμεσα σε διαφορετικά επιστημονικά πεδία. Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα σε αντικείμενα και συστήματα. Σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να εξεταστεί ως ενιαίο αντικείμενο: πχ. ένα άτομο, ένα νοικοκυριό, ένα οικοσύστημα, μια πόλη, μια γέφυρα, μια κυβέρνηση. Στην περίπτωση αυτή η ανθεκτικότητα τείνει προς τον ορισμό που δίνει η μηχανική των υλικών. Από την άλλη πλευρά, ως σύστημα θεωρείται κάθε οριοθετημένο σύνολο δρώντων αντικειμένων και των μεταξύ τους σχέσεων. Συνήθως οι δρώντες είναι άτομα ή νοικοκυριά. Το οριοθετημένο σύνολο μπορεί να είναι από το νοικοκυριό, την πόλη, την περιφέρεια, τη χώρα έως το σύνολο του πλανήτη. Η συνήθης χρήση της έννοιας αναφέρεται στην ικανότητα ενός συστήματος να αντέξει μια ξαφνική πίεση και να συνεχίσει να λειτουργεί ομαλά ή γενικότερα να τα καταφέρει με κάθε πίεση για αλλαγή.

Το ζήτημα με τα συστήματα είναι ότι η φύση τους είναι άγνωστη. Αν και τα γραμμικά συστήματα επιτρέπουν την πρόβλεψη, είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί κοινωνικο-οικολογικό σύστημα που να μπορεί να περιγραφεί γραμμικά. Τα μη-γραμμικά συστήματα έχουν λειτουργική νομοτέλεια αλλά οι προβλέψεις εξαρτώνται από τις αρχικές συνθήκες. Εδώ υπάρχει η διπλή δυσκολία, αφενός να περιγραφεί η δυναμική του συστήματος και αφετέρου να υπολογιστούν με ακρίβεια οι αρχικές συνθήκες. Σε όλες τις περιπτώσεις κάθε απλοποιημένη ή λανθασμένη παραδοχή μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία αξιόπιστης αποτίμησης της οποιαδήποτε μελλοντικής κατάστασης του συστήματος.

Τέλος, υπάρχουν τα αυτο-δομούμενα πολύπλοκα προσαρμοστικά συστήματα τα οποία έχουν ιδιότητες όπως η ατομικότητα των επιμέρους στοιχείων, οι τοπικές αλληλεπιδράσεις των στοιχείωντου συστήματος και οι αυτόνομες διαδικασίες επιλογής και αναπαραγωγής των στοιχείων τους με βάσητααποτελέσματα τωντοπικών αλληλεπιδράσεων (Martin-Breen & Anderies, 2011). Η εξελικτική δυναμική αυτών των συστημάτων, που προσομοιάζουν στα πραγματικά κοινωνικο-οικολογικά συστήματα, είναι πρακτικά και θεωρητικά αδύνατον να προβλεφθεί.

Σχετικά με την εξέλιξη των πόλεων υπεισέρχονται επιπλέον αξιακές επιλογές που επαναπροσδιορίζουν τα βασικά ερωτήματα σχετικά με την ανθεκτικότητα ενός συστήματος οποιασδήποτε μορφής: προσαρμογή σε τι; προσαρμογή τίνος; προσαρμογή με ποιό τρόπο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σχετικά ανεξάρτητα από τον τύπο της προσαρμογής, αν δηλαδή θα είναι παθητική, ενεργητική ή προληπτική και αν θα προκύπτει αυθόρμητα ή θα είναι σχεδιασμένη εκ των προτέρων. Η προσέγγιση της βιώσιμης ανά- πτυξης θέτει έτσι θεμελιώδη ερωτήματα για τη σχέση της ανάπτυξης των πόλεων με το φυσικό περιβάλλον, τον υλικό πλούτο και την κοινωνική δι- καιοσύνη. Η πορεία των ιδεών, των αντιλήψεων και των πρακτικών για τις πόλεις και τον σχεδιασμό υπογραμμίζει ότι οι απαραίτητες προσαρμογές δεν προκύπτουν αυτομάτως από τις γενικές αρχές ή τις επιμέρους αντιλήψεις σχετικά με το περιεχόμενο και τις προτεραιότητες της βιώσιμης ανάπτυξης.

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τονίστηκε ότι η πόλη είναι μια διαδικασία συνεχών αλλαγών και μετασχηματισμών και ότι ο πολεοδομικός σχεδιασμός αποτελεί οργανικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Η εξελικτική διαδικασία αποτελεί ταυτόχρονα την πηγή των αστικών προβλημάτων αλλά και το πλαίσιο μέσα από το οποίο εξασφαλίζονται οι προοπτικές ανθεκτικότητας ή προσαρμογής και βιωσιμότητας της πόλης. Αντίστοιχα, στο δεύτερο κεφάλαιο, υπογραμμίστηκε ότι η μελέτη,η περιγραφή και η ερμηνεία των αστικών μετασχηματισμών και διαδικασιών που συντελούνται μέσα από τη σύνθεση κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων δημιουργούν το πλαίσιο για την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων με αναφορά στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον και οριοθετούν το πεδίο διαμόρφωσης των σχετικών πολιτικών.

Στον βαθμό που είναι αβέβαιο τόσο το πώς μπορούν να εξελιχθούν μελλοντικά οι σημερινοί γεωγραφικοί μετασχηματισμοί, όπως είναι οι διαδικασίες αστικής συρρίκνωσης (που σε ορισμένες περιοχές συντελούνται μάλιστα ταυτόχρονα με φαινόμενα αστικής διάχυσης και προαστιοποίησης) και η αλλαγή της οικονομικής διάρθρωσης των πόλεων και των εργασιακών σχέσεων, όσο και το ποιες μπορεί να είναι οι (νέες) αστικές αλλαγές, τα θέματα της προσαρμοστικότητας και ανθεκτικότητας αναδεικνύονται ως κεντρικά στην ατζέντα της γεωγραφίας των πόλεων. Συμπληρωματικά, η ανάγκη αναγνώρισης και διατήρησης της διαφοροποίησης των πόλεων συνεπάγεται και τη γεωγραφική διαφοροποίηση και ποικιλομορφία της ανθεκτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική αστικής αναγέννησης και αναζωογόνησης εξετάζεται στο τρίτο κεφάλαιο σε σχέση με τις προοπτικές αξιοποίησης των ευκαιριών ανάκαμψης και διεξόδου από την κρίση.  Η εξέλιξη των στόχων, των θεσμικών διαδικασιών και των πρακτικών που συνιστούν την πολιτική αστικής αναγέννησης και αναζωογόνησης αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλυσης. Όπως φαίνεται, αυτή η πολεοδομική πολιτική διαμορφώθηκε ως απόκριση σε κρίσεις και μετασχηματισμούς που υφίστανται οι πόλεις, αναδεικνύοντας παράλληλα την αναγκαιότητα συνθετικού χειρισμού των επιδράσεων της κρίσης και γενικότερα των αστικών προβλημάτων. Επίκεντρο της πολεοδομικής πολιτικής –από τη δεκαετία του 1980 και μετά γίνεται το υφιστάμενο απόθεμα αστικής γης και κτιρίων, η υφιστάμενη  πόλη δηλαδή, έτσι όπως διαμορφώνεται μέσα από προηγούμενες μακρόχρονες αστικές αλλαγές.

Αυτή την πόλη επιχειρεί η πολιτική αστικής αναγέννησης να επανεντάξει σε διαδικασίες του σήμερα για να αντιμετωπιστούν οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα τρωτότητας, αλλά και για να την αξιοποιήσει ως κεφάλαιο-τόπο διαμόρφωσης συνθηκών ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Η εγκατάλειψη και η υποβάθμιση με τις ποικίλες μορφές τους –όπως είναι οι πρώην βιομηχανικοί χώροι, οι πρώην μεταφορικές εγκαταστάσεις, τα υποβαθμισμένα ιστορικά κέντρα ή οι υποβαθμισμένες περιοχές κατοικίας– είναι κατά μια έννοια το χωρικό αποτύπωμα συνθηκών τρωτότητας τις οποίες φέρνουν στο προσκήνιο οι μικρότερες ή μεγαλύτερες κρίσεις και μεταλλαγές και καθιστούν έτσι αναγκαίες τις πολιτικές αστικής παρέμβασης ως πολιτικές ανάκτησης της ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητας της πόλης.

Οι παράγοντες  που συμβάλλουν σε αυτού του είδους τις κρίσεις συγκεκριμένων τόπων οφείλονται, χωρίς αμφιβολία, σε μετασχηματισμούς στο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό πεδίο, οι οποίοι ωστόσο διαταράσσουν –και μάλιστα με άνισο τρόπο– ισορροπίες και λειτουργίες της πόλης αποκαλύπτοντας ευπάθειες και προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις διαμορφώνουν τις συνθήκες βιωσιμότητας και ποιότητας ζωής για  τους κατοίκους τους. Την ίδια στιγμή, οι τόποι της κρίσης μιας χρονικής περιόδου, όπως είναι οι εγκαταλελειμμένες περιοχές της περιόδου της αποβιομηχάνισης, γίνονται χώροι ευκαιρίας της επόμενης περιόδου, χώροι αναδιάταξης και ανάκαμψης που φέρνουν την πόλη στο προσκήνιο των νεότερων ευρύτερων οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών με τα νέα της σημαντικά αποθέματα, πρωτίστως αποθέματα σε γη και κτί- ρια. Με αυτή την έννοια, η πολεοδομική πολιτική γίνεται ενεργητική και προωθητική, γίνεται δηλαδή μέρος της πολιτικής της πόλης να επανακα- θορίσει τη θέση της σε αυτά τα ευρύτερα πεδία, παγκοσμιοποιημένου χα- ρακτήρα σε μεγάλο βαθμό,και δεν περιορίζεται απλώς σε αμυντικές διαδικασίες ελέγχου που την καθιστούν εν τέλει αρνητικό εργαλείο. Έτσι οι
στόχοι, οι βασικές αρχές και εν γένει τα κρίσιμα χαρακτηριστικά αυτής της πολεοδομικής πολιτικής, της αστικής αναγέννησης, συγκλίνουν στη βασική της φυσιογνωμία, ότι δηλαδή πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο όραμα και συνάμα μια σύνθετη διαδικασία με την οποία επιδιώκεται η διαρκής βελτίωση της οικονομικής, φυσικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής κατάστασης ενός τόπου, μιας περιοχής που υπόκειται σε αλλαγές.

Στην τριακονταετή  εφαρμογή μιας μεγάλης ποικιλίας πολιτικών και σχεδίων αστικής αναγέννησης αναδείχθηκαν εμπειρικάορισμένες κρίσιμα θέματα και διαστάσεις που συμβάλλουν στην κατανόηση των τρόπων με τους οποίους σήμερα, στο πλαίσιο νέων κρίσεων, η πολεοδομική πολιτική καλείται να αναδιαμορφώσει τις προσεγγίσεις και τα εργαλεία της.

Το πρώτο θέμα είναι καταρχήν η σύνδεση της αστικής αναγέννησης με την ανάπτυξη των ακινήτων, καθώς εκ των πραγμάτων μία διάστασή της αφορά διαδικασίες επένδυσης στη γη με ό,τι ιδιαίτερα στοιχεία χαρακτηρίζουν αυτές της διαδικασίες. Η σύνδεση με τον τομέα ακινήτων – αν και κατά βάθος έμμεση– ουσιαστικά θέτει το ερώτημα πόσο ευάλωτες είναι οι ίδιες οι αστικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα αυτέςμεγάληςκλίμακας που περιλαμβάνουν μεγάλες επενδύσεις σε χώρους και εμπεριέχουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διαδικασιών υπερπαραγωγής ακινήτων, κερδοσκοπίας και διαμόρφωσης μονολειτουργικών τόπων. Όλα αυτά είναι πρωτίστως στοιχεία που σχετίζονται άμεσα με τον τομέα της ανάπτυξης των ακινήτων –και εν γένει με το παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης– και συνεπώς με τις ειδικότερες κρίσεις που διέρχεται συχνά ο κλάδος αυτός εξαιτίας τέτοιων επιλογών.

Το δεύτερο θέμα είναι ο ρόλος των εμπλεκόμενων φορέων και συντελεστών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που συμμετέχουν με πολλαπλούς τρόπους στα διάφορα στάδια της εφαρμογής σχεδίων αστικής αναγέννησης. Η εμπειρική μελέτη δείχνει με καθαρό τρόπο ότι αυτό που κάνει τα σχέδια αστικής αναγέννησης εφικτά και συνάμα βιώσιμα –και όχι μόνον από χρηματοδοτική άποψη που είναι φυσικά καθοριστική– είναι η αναγνώριση ότι η υλοποίηση ενός οράματος

με σύνθετα εγχειρήματα προϋποθέτει κάτι περισσότερο από μια απλή συμμετοχή σε ένα διάλογο-διεργασία για την αποδοχή του σχεδίου, δηλαδή προϋποθέτει τον επιμερισμό στα δικαιώματα αποφάσεων, στα κόστη και στους κινδύνους που εμπεριέχει το σχέδιο. Η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ακόμη περισσότερο μια «συμπαραγωγή» που εμπλέκει ποικιλία φορέων και συντελεστών ως προϋπόθεση και συνθήκη εφικτότητας, αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των σχεδίων, είναι η καθοριστική παράμετρος που μπορεί να διαχειριστεί τις δεδομένες αβεβαιότητες και εξωτερικότητες μιας διαδικασίας αστικής ανάπτυξης και να προσδώσει διαστάσεις ανθεκτικότητας στα σχέδια κάθε κλίμακας και επικέντρωσης.

Το τρίτο θέμα είναι η συσχέτιση της αστικής αναγέννησης με τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη και οι πολλαπλές μορφές που λαμβάνει αυτή η συσχέτιση. Αν και αυτή καθαυτή η πολιτική αστικής αναγέννησης είναι μια στρατηγική βιώσιμης αστικής ανάπτυξης λόγω του ότι επιχειρεί να διαχειριστεί με συνθετικό τρόπο οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, ωστόσο η ανάδειξη της διάστασης της βιωσιμότητας δεν προκύπτει αυτόματα σε όλα τα σχετικά σχέδια, τα οποία συχνά έχουν ή αποκτούν εκ των πραγμάτων διαφοροποιημένες στοχεύσεις και προτεραιότητες. Πολλές φορές μάλιστα οι αστικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες, διαμορφώνουν από μόνες τους συνθήκες δραστικής αλλαγής του τοπικού κοινωνικο-χωρικού χαρακτήρα με πολλές επιπτώσεις στον τοπικό πληθυσμό. Η πολύχρονη εμπειρία της εφαρμογής της πολιτικής δείχνει ότι υπάρχει πεδίο για περισσότερο συστηματική σύνδεση των σχεδίων αστικής αναγέννησης με τις μορφές βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, αλλά και για μεγαλύτερη επικέντρωση στον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές κοινότητες δια- μορφώνουν τις συνθήκες ποιότητας ζωής, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα φυσικά όρια των δικών τους τόπων όσο και συνολικά τις επιπτώσεις στον πλανήτη.

Οι πολλές και πολλαπλού χαρακτήρα πρακτικές, ιδιαίτερα από τον ευρωπαϊκό χώρο, καταδεικνύουν ότι η αστική αναγέννηση ποικίλει όχι μόνο στα διαφορετικά χωρικά πλαίσια αλλά και διαχρονικά, σε τέτοιο βαθμό ώστε συχνά στο ευρύτερο πλαίσιο της έννοιας «αστική αναγέννηση και αναζωογόνηση» να εντάσσονται σχέδια και προγράμματα διαφορετικής κλίμακας,διαφορετικής επικέντρωσης, διαφορετικού περιεχομένου και διαφορετικών μορφών διακυβέρνησης. Αυτή μάλιστα η πολύ μεγάλη ποικιλία σχεδίων δείχνει και σημαντικές αποκλίσεις από το τυπικό παράδειγμα της πολιτικής. Αυτές όμως οι αποκλίσεις συμβάλλουν ώστε να γίνουν κατανοητοί οι παράγοντες επιτυχίας και αποτυχίας των αστικών παρεμβάσεων και έχουν την ειδικότερη σημασία τους καθώς συσχετίζουν την τοπική διάσταση της πολιτικής με το παγκόσμιο πλαίσιο, συσχέτιση απαραίτητη στην αναζήτηση συνθηκών ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας στις πόλεις.

Αυτό που γίνεται επίσης σαφές είναι ότι οι πολιτικές αυτές, ακόμη και οι πιο αποτελεσματικές και αποδοτικές, χρειάζονται μεγάλο χρόνο για να υλοποιηθούν. Ακόμη, η επικέντρωση της πολιτικής αστικής αναγέννη- σης σε μια συγκεκριμένη περιοχή της πόλης –γεγονός που συνεπάγεται διάθεση σημαντικών κεφαλαίων μόνον σε ένα τόπο– προϋποθέτει την εν- σωμάτωση σε έναευρύτερο σχεδιασμό κατά τρόπο ώστε να βελτιώνονται οι τοπικές συνθήκες, και συγχρόνως το σχέδιο να αποτελεί παράγοντα α- ναζωογόνησης και βιωσιμότητας για το σύνολο της ευρύτερης περιοχής και της πόλης. Με αυτό το σκεπτικό είναι χρήσιμο να εξετάζονται οι πολιτι- κές αστικής ανάπλασης στην Ελλάδα, ορισμένες από τις οποίες εμπίπτουν στην πολιτική αστικής αναγέννησης, για να διαγνωστούν όχι μόνον οι ση- μαντικές αδυναμίες που διαπιστώνονται κατά κοινή ομολογία, αλλά και οι θετικές πλευρές που υπάρχουν.

Ορισμένα από τα κρισιμότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σή- μερα οι πόλεις –όπως τα ανέδειξε στην ατζέντα της πολεοδομικής πολιτι- κής η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση του 2008 και η παρατετα- μένη ύφεση που την ακολούθησε– είναι η αύξηση των χωρικο-κοινωνικών ανισοτήτων, η μείωση των υπηρεσιών δημόσιου χαρακτήρα, η αποεπένδυση στις ασθενέστερες περιοχές των πόλεων και των περιφερειών, η α- νεργία,η διάσπαση του δημόσιου χώρου, τα προβλήματα ανταγωνιστικό- τητας των μικρότερων πόλεων, η κρίση των ακινήτων,αλλά και οι επιδρά- σεις της αστικοποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπό το πρίσμα αυτής της οικονομικής κρίσης που επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει τις πόλεις είναι σημαντικό να κατανοηθούν τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής αστικής αναγέννησης. Πλευρές που την καθιστούν επίκαιρη είναι ότι πρόκειται για πολιτική που επιδιώκει να επιλύσει σύνθετα προβλήματα της πόλης δίνοντας έμφαση στην οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική και πολεοδομική διάσταση, και συμβάλλοντας έτσι έμμεσα σε αναγκαίες διαρ- θρωτικές χωρικές αλλαγές. Η κρίση έφερε επίσης στο προσκήνιοενδιαφέ- ρουσεςπροσεγγίσεις για την έννοια των εγκαταλελειμμένων περιοχών και για τη θεώρησή τους ως απόθεμα της πόλης ενώ συγχρόνως άλλοτε δια- φοροποίησε και άλλοτε ενίσχυσε υφιστάμενους κινδύνους εγκατάλειψης στους επιμέρους τόπους ή στις επιμέρους ζώνες της πόλης.

Πράγματι, στη διαμόρφωση της πολιτικής αστικής αναγέννησης ως απόκριση των πόλεων σε κρίσεις, έτσι όπως εκφράστηκε και εξελίχθηκε μέσα από ποικίλες πρακτικές και προσεγγίσεις σε διαφορετικά κοινωνικο- οικονομικά πλαίσια και τοπικές συνθήκες, κρίσιμη παράμετρο αποτέλεσε η ύπαρξη ενός μεγάλου αποθέματος δημόσιας γης, εκτάσεων δηλαδή που ανήκουν σε θεσμικούς ιδιοκτήτες ή διαχειρίζονται από δημόσιους και ημι- δημόσιους οργανισμούς, οι οποίες έχασαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την αρχική τους λειτουργία. Στην ιστορία, το γεγονός της απώλειας της αρχικής λειτουργίας κτιρίων και εκτάσεων προώθησε την ανάπτυξη της πολεοδομίας μέσα από διαδοχικές αντικαταστάσεις τμημάτων του αστικού ιστού με στόχο την προσαρμογή του στις νέες κάθε φορά οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες. Η ιδιαιτερότητα ωστόσο του φαινομένου στην πρόσφατη περίοδο έγκειται κυρίως στις διαστάσεις του, καθώς συχνά υπερέβη σε έκταση και σημασία τις κλασικές διαδικασίες αστικής ανάπτυξης και επέκτασης.

Η σημασία της δημόσιας γης ως εργαλείο άσκησης πολεοδομικής πολιτικής απασχόλησε τους ειδικούς του σχεδιασμού του χώρου κατά τη διάρκεια συγκρότησης της πολεοδομίας σε επιστημονική ειδικότητα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αυτό αποτέλεσε την αρχή της διαδικα- σίας συγκρότησης ενός συνόλου εργαλείων παρέμβασης στην ατομική ι- διοκτησία και οδήγησε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην ανάπτυξη δυναμικών πολιτικών γης με στόχο, μεταξύ άλλων, την απόκτηση γης από δημόσιους φορείς για την υ- λοποίηση πολεοδομικών επεμβάσεων και την εφαρμογή πολεοδομικών σχεδίων. Παρά το γεγονός όμως ότι η δημόσια ιδιοκτησία μοιάζει να έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και τους μετασχηματισμούς των αστικών χώρων, δεν υπάρχει επαρκής θεωρητική και κυρίως εμπειρική έ- ρευνα πάνω στο ζήτημα. Η έλλειψη αξιόπιστων εμπειρικών δεδομένων σχετικάμε τηδομή της έγγειας ιδιοκτησίας και ειδικότερα της αστικής ιδιο- κτησίας, η αποσπασματικότητα και η περιορισμένη προσβασιμότητά τους ισχύει και στην περίπτωση της δημόσιας ιδιοκτησίας, τη μελέτη της οποίας δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο το γεγονός της κατοχής και διαχείρισής της από μεγάλο αριθμό δημόσιων υπηρεσιών και οργανισμών.

Το ενδιαφέρον για τη δημόσια ιδιοκτησία, από την άποψη της πο- λεοδομικής πολιτικής, ήρθε λοιπόν ξανά στο προσκήνιο κατά τη δεκαετία του 1980, μέσα από τη γενικότερη προβληματική που αναπτύχθηκε στα- διακά γύρω από την αξιοποίηση και επανάχρηση εγκαταλελειμμένων α- στικών περιοχών, καθώς και τη σημασία απόκτησης γης για την επίτευξη ορισμένων από τους στόχους του χωρικού σχεδιασμού, σε μια περίοδο που προωθούνταν νεοσυντηρητικές πολιτικές και τύποι διακυβέρνησης με στόχο τη μείωση της κρατικής παρέμβασης και την ιδιωτικοποίηση δια- φόρων δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών.

Έτσι, τα τελευταία τριάντα χρόνια,μεγάλος αριθμός από τις μεγά- λης ή μεσαίας κλίμακας αστικές παρεμβάσεις αναζωογόνησης και αναγέννησης αστικών περιοχών υλοποιήθηκαν είτε λόγω των διαθέσιμων εγκαταλελειμμένων αστικών δημόσιων ή εν δυνάμει δημόσιων εκτάσεων, είτε λόγω της εξαγοράς ιδιωτικών εγκαταλελειμμένων αστικών εκτάσεων, κυρίως βιομηχανικών, από δημόσιους φορείς και οργανισμούς ή τοπικές αυτοδιοικήσεις στο πλαίσιο βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων πολεοδομικών προγραμματισμών και πολιτικών γης, είτε ως αποτέλεσμα συνδυασμού και των δύο περιπτώσεων. Οι πολιτικές αυτές διαχείρισης και αξιοποίησης της δημόσιας ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των σύγχρονων προσεγγίσεων και πρακτικών αστικής ανάπτυξης και αναζωογόνησης αποτέλεσαν βασικό άξονα διερεύνησης του τετάρτου κεφαλαίου.

Καθώς οι εγκαταλελειμμένες αστικές περιοχές φιλοξενούσαν σε πολλές περιπτώσεις βασικές λειτουργίες των πόλεων, καθορίζοντας συχνά τη φυσιογνωμία τους, οι δημόσιες, περιφερειακές και τοπικές αρχές τις α- ντιμετώπισαν ως μια ευκαιρία για την υλοποίηση φιλόδοξων αστικών πα- ρεμβάσεωνπου θαέδιναν τη δυνατότητα να ανακατευθύνουν τηνοικονο- μική και αστική ανάπτυξη, να διευρύνουν ή ακόμα και να επανακαθορί- σουν τις λειτουργικές βάσεις της πόλης τους, αντιμετωπίζοντας έτσι τις συ- νέπειες τοπικής εμβέλειας κρίσεων και ενδυναμώνοντας την ανθεκτικό- τητα και προσαρμοστικότητα των αστικών περιοχών στις νέες συνθήκες.

Μια σειρά από τεχνικά, οικονομικά και διαχειριστικά προβλήματα αυξάνουν την πολυπλοκότητα των επεμβάσεων αυτού του τύπου, το χρόνο υλοποίησής τους αλλά και την ιδιαιτερότητά τους, λόγω των πολλα- πλών παραγόντων που επηρεάζουν τις δυνατότητες αξιοποίησής τους, κα- θώς και των πολλών και διαφορετικών εμπλεκόμενων δρώντων, δημό- σιων και ιδιωτικών. Η ανάλυση επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών πα- ραδειγμάτων ανέδειξε τη μεγάλη ποικιλία στρατηγικών παρέμβασης και προσεγγίσεων ως προς τους στόχους και τα λειτουργικά προγράμματα, αλλά και εργαλείων και μηχανισμών διαχείρισης και ανάπτυξης της έγγειας ιδιοκτησίας. Ενδεικτική είναι η δημιουργία ειδικών δημόσιων φορέων, κυ- ρίως κτηματικών εταιρειών, που προικοδοτούνται με αρμοδιότητες και εργαλεία απόκτησης γης και προετοιμασίας των εκτάσεων ώστε να δεχθούν νέες χρήσεις, αλλά και η θεσμοθέτηση εργαλείων σχεδιασμού και υλοποίησης που «παρακάμπτουν» συχνά τις μέχρι τότε συνήθεις διαδικασίες πολεοδομικού σχεδιασμού, η δημιουργία δηλαδή ευέλικτων πλαισίων με στόχο την προώθησησυνεργατικών σχημάτων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Σημαντικήείναι επίσης και η προώθησηδιαδικασιών, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων, συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης με τη συμμετοχήτης τοπικής κοινωνίας.

Παρά την αναμφισβήτητα συνεχώς αυξανόμενη σημασία του ρό- λου του ιδιωτικού τομέα στη διαμόρφωση και υλοποίηση των επεμβά- σεων, ηπαρουσία του δημόσιου τομέα, κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και του κεντρικού κράτους, παραμένει εξίσου σημαντική, καθώς το κόστος απόκτησης και προετοιμασίας των εκτάσεων για ανάπτυξη λει- τουργεί συχνά αποτρεπτικά για τον ιδιωτικό τομέα. Άλλωστε, η προσφορά της δημόσιας γης ή η απόκτησή της δεν αρκεί στην πράξη για την προσέλ- κυση επενδύσεων στον αστικό χώρο. Μία σειρά από παράγοντες, όπως η ύπαρξη συνολικής στρατηγικής, σωστού προγραμματισμού, αξιόπιστων και αποτελεσματικών μηχανισμών υλοποίησης, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ελκυστικότητα ενός επενδυτικού σχεδίου, που μόνο ο δημόσιος τομέας μπορεί να εξασφαλίσει, όπως άλλωστε και τον καθορι- σμό ορίων στη δράση του ιδιωτικού τομέα και τη χωροθέτηση χρήσεων που απευθύνονται στο σύνολο των κατοίκων (δημόσιοι χώροι και εγκατα- στάσεις κοινωνικού εξοπλισμού).

Στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαχείρισης της δημόσιας ιδιοκτησίας που υιοθετήθηκαν από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους είχαν ως αποτέλεσμα την ιδιωτικοποίηση, νόμιμη και παράνομη, του μεγαλύτερου τμήματος του αποθέματος δημόσιας γης, αγροτικής και αστικής. Οι πολιτι- κές προστασίας και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των καταπατημέ- νων δημοσίων εκτάσεων ακόμη και σήμερα, καθώς και του σημαντικού μέρους των δημοσίων αστικών ακινήτων που παραμένει επί δεκαετίες α- ναξιοποίητο ήυπο-αξιοποιείται, αν και θαμπορούσε μέσααπό κατάλληλες διαδικασίες και υπό όρους να αποδίδει έσοδα για την κάλυψη άλλων κοι- νωνικών αναγκών.Η δημόσια γη δεναντιμετωπίστηκε δηλαδή ως ένα α- πόθεμα μέσω του οποίου το κράτος επεδίωξενα ασκήσει τη δική του πο- λιτική για τον χώρο. Έτσι, παρά την ύπαρξη σημαντικού μεγέθους αστικών εκτάσεωνπου τις διαχειρίζονταν διάφοροι δημόσιοι φορείς και οργανι- σμοί, αλλά και τις ενδιαφέρουσες προτάσεις που αναπτύχθηκαν κατά και- ρούς –όπως αυτές για την επανάχρηση των στρατοπέδων του πολεοδομι- κού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης τις δεκαετίες 1990-2000 με στόχο τη συνολική αναδιοργάνωση του αστικού χώρου και τη δημιουργία χώ- ρων πρασίνου και εγκαταστάσεων κοινωνικού εξοπλισμού– δεν υλοποιήθηκαν παρά πολύ λίγες μεγάληςκαι μεσαίας κλίμακας επεμβάσεις αστικής ανάπλασηςή αναγέννησης (πχ. Φαληρικό δέλτα, προβλήτα Α΄ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και στη νέα παραλία, παραλία Βόλου και Ηρακλείου).

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο ευρύτερων αλλα- γών στα δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος διαχείρισης και αξιοποί- ησης της γης και του κατασκευαστικού τομέα, καταγράφονται προσπά- θειες ανάπτυξης μιας πιο συνεκτικής και συγκροτημένης στρατηγικής διαχείρισης της δημόσιας ιδιοκτησίας, με στόχο την προώθηση της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και την αξιοποίηση με ιδιωτικής μορ- φής ανάπτυξη, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα στην πράξη. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας επανήλθε δυ- ναμικά στο προσκήνιο, κυρίως ως μέρος των δεσμεύσεων των δανειακών συμβάσεων της χώρας σχετικά με την εξόφληση του δημοσίου χρέους και την προσέλκυση επενδύσεων. Μέσα από πληθώρα νομοθετημάτων, θε- σμοθετήθηκε ειδικός φορέας με στόχο την ιδιωτικοποίηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας του Δημοσίου και της ιδιοκτησίας δημοσίων φορέων και οργανισμών, μεταξύ των οποίων και παρόχων δημοσίων αγαθών και υπηρε- σιών, και διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο χωρικού σχεδιασμού με στόχο την
επιτάχυνση και απλοποίηση των διαδικασιών ανάπτυξης και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας μέσω επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα.

Η πολιτική αυτή αξιοποίησης που προωθείται έχει εγείρει έναν έ- ντονο δημόσιο και επιστημονικό διάλογο, παράλληλα με σημαντικές δια- μαρτυρίες και αντιδράσεις από κινήματα πολιτών και συλλογικές οργανώ- σεις. Αναδείχτηκαν έτσι οι διαφορετικές, συχνά αντιθετικές, απόψεις και α- ντιλήψεις, οι οποίες αφορούν: τον χαρακτήρα και τις επιπτώσεις της συγκε- κριμένης πολιτικής αξιοποίησης και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας πε- ριουσίας, τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η δημόσια περιουσία στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία και στη διαμόρφωση στρατηγικών ανάκαμψης, το ζήτημα της αντιμετώπισης των δημόσιων αγαθών και του τρόπου διαχείρισης των δημόσιων πόρων –άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανθεκτικότητα όχι μόνο των αστικών αλλά ευρύτερων γεωγραφικών σχηματισμών– αλλά και την ανάγκη ανάπτυξης αποτελεσματικών διαδικασιών συμμετοχής και διαβούλευσης με στόχο τη συνδιαμόρφωση προτάσεων αξιοποίησης για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεών τους στην ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσονται.

Τα παραπάνω κάνουν φανερή τη σημασία της διακυβέρνησης, του ρόλου των πολιτικών και τη συμμετοχή των ειδικών και των κοινωνικών εταίρων σε όλα τα γεωγραφικά επίπεδα. Ειδικότερα το ζήτημα της διακυβέρνησης και του ρόλου των ειδικών (δηλαδή των επαγγελματιών πολεοδόμων-χωροτακτών) στο πλαίσιο διαφορετικών «παραδόσεων» ή «κουλτούρας» σχεδιασμού, εξετάστηκε στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου. Οι έννοιες «διακυβέρνηση», «παράδοση» και «κουλτούρα σχεδιασμού» χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα και συνθετότητα, καθώς έχουν αποδοθεί πολλαπλέςερμηνείες, καθιστώντας τις συχνά ασαφείς, ενώ ακόμα περισ- σότερο ασαφήείναι τα μεταξύ τους όρια. Για παράδειγμα, είναι σύνηθες το φαινόμενο –όχι αναίτια– οι έννοιες «παραδόσεις σχεδιασμού» και «κουλτούρες σχεδιασμού» να χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημες. Επιχειρώντας εδώ μια αδρομερή αποσαφήνιση των σχετικών εννοιών, αναδεικνύοντας και τις μεταξύ τους επικαλύψεις/αλληλεξαρτήσεις, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η «παράδοση σχεδιασμού» μιας χώρας προσδιορίζεται σε σημαντικό βαθμό από θεσμικούς παράγοντες, ακολουθούμενες διαδικασίες και πρότυπα, αλλά ταυτόχρονα επηρεάζεται και από ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες, αναπόσπαστο στοιχείο στην ανάλυση και της έννοιας της «κουλτούρας». Οι διαφορετικές «κουλτούρες σχεδιασμού» από την άλλη ενσωματώνουν τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα των ατομικών ή συλλογικών συμπεριφορών, στάσεων και αντιλήψεων, που συνθέτουν τις πραγματικές σχέσεις που αναπτύσσονται κατά τις διαδικασίες του σχεδιασμού και κατ’ ακολουθία επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι εμπειρίες και ο ρόλος των πολεοδόμων απο- τελούν σημαντικό παράγοντα που προσδιορίζει την «κουλτούρα σχεδια- σμού» μιας περιοχής, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Abukhater (2009: 74), «διαφορετικοί πολεοδόμοι, ανάλογα με το υπόβαθρο, το όραμα και το σύστημα αξιών τους, δρουν διαφορετικά», γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα. Η διακυβέρνηση, τέλος, αποτελεί τη θεωρητική προσέγγιση που επιδιώκει να αναλύσει τόσο τις επίσημες (θεσμικές) όσο και τις ανεπίσημες διαδικασίες μέσα από τις οποίες γίνεται η συνά- θροιση των διαφόρων παικτών και η διαπραγμάτευση, η διαμεσολάβηση ή ακόμα και η σύγκρουση των διαφορετικών απόψεων και συμφερόντων. Επομένως, μια δεδομένη διαδικασία διακυβέρνησης επηρεάζεται από τα χαρακτηριστικά τόσο της «παράδοσης» όσο και των διαφορετικών κατευθύνσεων «κουλτούρας σχεδιασμού».

Η σύνθεσηόλων αυτών των ζητημάτων αποτέλεσε τον κεντρικό ά- ξονα του πέμπτουκεφαλαίου, με αφετηρία αλλά και κατάληξη το περιεχό- μενο και τον ρόλο του χωρικού σχεδιασμού. Ως αφετηρία, ο χωρικόςσχε- διασμός αναλύθηκε ως μια διαδικασία σύνθετη, πολύπλευρη και «πολι- τική», έχονταςπεριεχόμενο πολύ ευρύτερο του σχεδιασμού των χρήσεων γης και μιας ρυθμιστικής παρέμβασης, που αφορά στονσυντονισμό ενός εύρους τομέων πολιτικής, και που ασκείται σε πολλά επίπεδα με διαφορε- τικό κάθε φορά χαρακτήρα και περιεχόμενο. Ως κατάληξη, αναζητήθηκε ένας νέος ρόλος για τον σχεδιασμό και τους ειδικούς που να ανταποκρίνεται σε ένα ραγδαία εξελισσόμενο περιβάλλον και σε ιδιαίτερες συνθήκες όπως αυτές που δημιουργεί η τρέχουσαοικονομική κρίση. Ο περισσότερο ευέλικτος,επιχειρησιακός και συμμετοχικός χαρακτήρας, η συνθετικήθε- ώρηση του χώρου ως ένα ολοκληρωμένο και σύνθετοκοινωνικό, οικονο- μικό και περιβαλλοντικό σύστημα, η ενσωμάτωση διαδικασιών συνεργα- σίας, διάδρασηςκαι εκμάθησης, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, μέσων και καινοτόμων εργαλείων, είναι τα κρίσιμα θέματα που αναδείχθηκαν.

Στο ίδιο κεφάλαιο επιχειρήθηκε επίσης να κατανοηθεί το ευρύτερο πλαίσιο που επηρεάζει και καθοδηγεί τις παρεμβάσεις και αλλαγές που συμβαίνουν τόσο στο επίπεδο της πόλης όσο και σε ευρύτερεςεδαφικές ενότητες και επιπλέον να δοθεί έμφαση και να εντοπιστούν οι μεταλλαγές που έχουν προκληθείλόγω της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην Ελ- λάδα. Ειδικότερα ως προς την κυρίαρχη «παράδοση σχεδιασμού» θα περί- μενε κανείς σημαντικές επιδράσεις. Όπως προαναφέρθηκε, μέσα από την καταιγιστική νομοθέτηση κατά τη διάρκειατης κρίσης, με σκοπότη διευ- κόλυνσητης προσέλκυσης επενδύσεων αλλά και στο πλαίσιο συγκεκριμέ- νωνμνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας,έχουν επέλθει ουσιαστικές αλ- λαγέςστον τρόπο με τον οποίο ασκείταιο σχεδιασμός καθώς και στα επί- πεδα και τις σχέσεις εξουσίας. Το παραδοσιακό πρότυπο παραγωγής του χώρου έχειαποδομηθεί καιοιβασικές λογικές των προηγούμενων τρόπων ρύθμισης του χώρου έχουν ανατραπεί ως αποτέλεσμα νέων προτεραιοτή- των. Η προώθηση μεγαλύτερης ευελιξίας στον σχεδιασμό στο όνομα της ανταγωνιστικότητας έχει προκαλέσει έντονη κριτική σεσχέση με τις πιθα- νές αρνητικές επιπτώσεις στην προοπτική της βιωσιμότητας. Η συζήτηση για τα κόστη και τα οφέλη της νέας προσέγγισης για τον σχεδιασμό του χώρουεξελίσσεται, ενώ η πραγματική επίδραση στα κυρίαρχα χαρακτηρι- στικά της «παράδοσης» σχεδιασμού δεν είναι ακόμα εμφανής σε όλες της
τις διαστάσεις.

Η γενικότερη τάση διευκόλυνσης της δράσης οικονομικών παρα- γόντων φαίνεται ότι αποτελεί κομβικό στοιχείο και για την όποια αλλαγή στο μοντέλο διακυβέρνησης. Αν και υπάρχει η προσμονή η νέα πραγματι- κότητα που διαμορφώνεται να συμβάλει στη βελτίωση αρκετών αρνητι- κών χαρακτηριστικών του ακολουθούμενου μέχρι πρόσφατα μοντέλου, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας και η εξασθένιση της εξουσίας της κρατικοκεντρικής διοίκησης, η υλοποίησή της συναντά αντιστάσεις. Προς το παρόν, φαίνεται ότι οι όποιες μετατοπίσεις δικαιοδοσίας περιορίζονται στο εσωτερικό του κεντρικού κράτους και δεν συνιστούν προσανατολι- σμό προς περισσότερο διακυβερνητικές μορφές, με την έννοια τουλάχι- στον που αυτές περιγράφονται στη διεθνή βιβλιογραφία. Αν και η ενδυνά- μωση της συμμετοχής οικονομικών παραγόντων στον σχεδιασμό αποτε- λεί φανερή στόχευση, και κατ’ αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ισχυρι- στεί κανείς ότι επέρχονται αλλαγές στις σχέσεις κράτους-αγοράς, το ίδιο δενσυμβαίνει και με τηνενσωμάτωση της κοινωνίας, που μοιάζει να απου- σιάζει παντελώς από τις προβλεπόμενες διαδικασίες, υποβαθμίζοντας α- κόμα περισσότερο την κοινωνική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα παραπάνω θα πρέπει να συσχετιστούν και με τη διαπίστωση ότι οι εγκαθι- δρυμένες επί μακρόν συνήθεις διαδικασίες τείνουν να χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αδράνειας, περιορίζοντας με αυτό τον τρόπο το εύρος των διαδικασιών διακυβέρνησης.

Η συζήτησηγύρω από τα ζητήματα της «κουλτούρας σχεδιασμού» όπως και της«παράδοσης» ή της ρύθμισηςτου χώρου και ειδικότερα των επιδράσεων της κρίσης στις αντιλήψεις και τον ρόλο των εμπλεκομένων αναδεικνύει ότι πρόκειται γιαστοιχεία που διαμορφώνονται και εδραιώνο- νται σε μεγάλο εύρος χρόνου και επομένως δεν μπορούν να αλλάξουν εύ- κολα. Αυτόαναφέρεται τόσο στην προσωπική στάση και την προσωπική «κουλτούρα» ατόμων που εμπλέκονται στον σχεδιασμό όσο και στην «ωριμότητα» της κοινωνίας συνολικά να ανταποκριθεί σε ή να διαχειριστεί τις όποιες αλλαγές. Χαρακτηριστικό της πρώτης περίπτωσης είναι η «αντι-α- ναπτυξιακή» αντίληψη,η αποφυγή ανάληψης ευθυνών, η τυπολατρία, η α- διαφορία και η διαπλοκή από την πλευρά της διοίκησης, και της δεύτερης η αγνόηση ή καταστρατήγηση κανόνων,ο σκεπτικισμός και ηέλλειψη πί- στης στους θεσμούς και στους διαχειριστές του σχεδιασμού. Για τον ρόλο του πολεοδόμου δεν μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότιέχουν επέλθει ου- σιαστικές αλλαγές, πέραν των αρνητικών επιδράσεωντης οικονομικής κρί- σης αυτής καθαυτής στη λειτουργία των μελετητικών γραφείων, αφού άλ- λωστε το νέο σύστημα σχεδιασμού δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί πλήρως και ενεργοποιηθεί.