Sunshine & Boosterism: Αστικά τοπία της Μεσογείου, αφηγήσεις της ανάπτυξης και της κρίσης

article-2102074-11C3312A000005DC-604_634x423Δημήτρης Πούλιος, Ιών Σαγιάς

Η παρακάτω εισήγηση ανακοινώθηκε στο συνέδριο: “Μεταβολές και Ανασημασιοδοτήσεις του Χώρου στη Εποχή της Κρίσης”, Βόλος, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, 1-3/11/2013, σσ.337-343

Την οικονομική κρίση είναι δύσκολο να την αντιληφθείς, έγραφε πρόσφατα ένας αρθρογράφος του New Yorker (Paumgarten 2013). «Το χρέος δεν μοιάζει με τίποτα. Δεν έχει σχήμα. Αλλά με το χρόνο αφήνει ένα σημάδι. Στην Ισπανία, εμφανίστηκε αρχικά με τα άδεια σπίτια, τα μισοτελειωμένα έργα, και τις αδρανείς μηχανές. Σήμερα όλη η χώρα είναι ένα μουσείο καταδικασμένων έργων “αξιοποίησης”  – ένα σαφάρι λευκών ελεφάντων». Ακόμη πιο δύσκολο είναι να αντιληφθείς την ταχύτητα των μετασχηματισμών. Πώς, μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες η Ισπανία, γίνεται από πρότυπο αστικής αναγέννησης, μοντέλο κατάρρευσης? Τι σημαίνει άραγε αυτό για τις Αστικές Πολιτικές και τις στρατηγικές σχεδιασμού που εφαρμόστηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια? Είναι η σημερινή κρίση και κρίση των στρατηγικών αυτών, όπως υποστηρίζουν αρκετοί μελετητές (βλ. Arbaci & Tapada-Berteli 2012, Hatherlay 2012, Garcia 2012, Harvey 2011) ή η υπαιτιότητα βρίσκεται αποκλειστικά στην απληστία των τραπεζιτών και στην ασυδοσία των κερδοσκόπων του real estate. Για να ανιχνεύσουμε τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να δούμε την ευρύτητα του μοντέλου ανάπτυξης στο οποίο αναφερόμαστε. Η περίπτωση των Ισπανικών πόλεων, του “Barcelona Model” ή του “Bilbao Effect”,  είναι χαρακτηριστική για να περιγράψουμε μια σειρά ευρύτερων μετασχηματισμών που συνέβαιναν στις Ευρωπαϊκές πόλεις και αφορούσαν την κυριαρχία ενός αναδυόμενου τότε νεοφιλελεύθερου προτύπου και ενός Ευρωπαϊκού «τρίτου δρόμου» στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη των πόλεων. Προσεγγίζοντας αυτά τα πρότυπα ο πρώτος στόχος είναι να θέσουμε τους προβληματισμούς αναζητώντας νέες μεθοδολογίες ανάλυσης.

2. Ο «ΥΠΑΡΚΤΟΣ» ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ

Η αναζήτηση ενός πλαισίου ανάλυσης της «αναγέννησης» των Ισπανικών πόλεων στα πλαίσια της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης αστικοποίησης δεν είναι μια απλή διαδικασία κατηγοριοποίησης με κάποια συγκεκριμένα πρότυπα. Στη περίπτωση μας η ανάλυση των Brenner και Theodore (2002, Brenner et.al. 2009) για τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» (actually existing neoliberalism) θεωρούμε ότι θα βοηθήσει την προβληματική μας, ανιχνεύοντας βασικά στοιχεία αυτού που ονομάζεται Ισπανικό μοντέλο. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι ένας άλλος «ισμός» αλλά μια διαδικασία συνεχών μετασχηματισμών του σύγχρονου καπιταλισμού (neoliberalization). Έτσι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μοντέλο πολιτικής (one size fits all approach), αλλά με μια πιο πολύπλοκη διαδικασία. Όπως αναφέρουν:

«Τα νεοφιλελεύθερα προγράμματα καπιταλιστικών μετασχηματισμών, σπάνια, και ίσως πότε, δεν εφαρμόζονται σε μια καθαρή μορφή, γιατί πάντα εισάγονται σε πολιτικο-κοινωνικά πλαίσια που έχουν σμιλευτεί από προηγούμενες διαδικασίες ρύθμισης, θεσμικές πρακτικές και πολιτικές συνθήκες» (Brenner & Theodore 2002).

Ένα άλλο βασικό στοιχείο που θέτουν όπως και μια σειρά άλλων μελετητών (Harvey 1989, Soja 2000,), και προκύπτει από και από την προηγούμενη ανάλυση είναι ότι σε αυτή την «διαδικασία νεοφιλελευθερισμού», σε αντίθεση με ότι κλασικά χαρακτηρίζει την ιδεολογία του, το κράτος παίζει αναβαθμισμένο ρόλο σε τέτοιο βαθμό που σε πολλές περιπτώσεις χωρίς την κρατική παρέμβαση θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν αυτές οι πολιτικές. Η λογική τους καταλήγει σε τρία βασικά χαρακτηριστικά αυτών που ονομάζουν «τοπία του νεοφιλελευθερισμού»:

1. Το πρώτο αφορά αυτό που ονομάζουν ως «μονοπάτι εξάρτησης» (path dependency) ανάμεσα σε υπάρχουσες πολιτικές συνθήκες και τις νέες στρατηγικές. Σε αυτό το πλαίσιο η έννοια του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» αντανακλά την πολυπλοκότητα των σχέσεων και των τρόπων με τις οποίες οι νεοφιλελεύθεροι μετασχηματισμοί αλληλοεπιδρούν με εδραιωμένες χωρικές σχέσεις και πρακτικές, δημιουργώντας νέα δεδομένα.

2. Το επόμενο χαρακτηριστικό  αφορά αυτό που ο Harvey (1989, 2010) αναφέρει ως «δημιουργική καταστροφή» (creative destruction). Καταστροφή (destruction) υφιστάμενων θεσμικών φορέων και πολιτικών κατευθύνσεων μέσα από μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της ελεύθερης αγοράς, αλλά και δημιουργία (creation) νέων μηχανισμών οικονομικής ανάπτυξης, κυριαρχίας των αγορών και εμπορευματοποίησης.

3. Τέλος αναφέρονται στην σημασία των πόλεων στην περίοδο του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού. Η νέα αυτή συνθήκη δεν έχει να κάνει απλά με τον τρόπο με τον οποίο ο προγραμματικός λόγος του νεοφιλελευθερισμού έχει ενσωματωθεί στις Αστικές Πολιτικές (ιδιωτικοποιήσεις, αστικό μάρκετινγκ, boosterism, εταιρείες αστικής ανάπτυξης κ.α.). Αυτό που θεωρούν σημαντικό οι Brenner και Theodore είναι πρώτων για πρώτη φορά χωρικό-προσδιορισμένες (place specific) οικονομικές στρατηγικές αναδιπλώνονται μέσα σε εθνικά πλαίσια, δίνοντας νέα νοήματα στην έννοια του τοπικού (locality) και του αστικού. Παράλληλα οι πόλεις γίνονται τα σκηνικά όπου οι μετασχηματισμοί του νεοφιλελευθερισμό από το 1970 μέχρι και σήμερα δοκιμάζονται και εφαρμόζονται. Σε αυτά τα πλαίσια η αναζήτηση των «τοπικών νεοφιλελευθερισμών», των ιδιαιτεροτήτων και συνθηκών που τους γέννησαν αποκτά σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον. Όχι σαν μηχανισμός κατάταξης σε σχέση με ένα κεντρικό μοντέλο ή μια «Αμερικάνικη νόρμα» (Brenner et.al 2009), αλλά σαν μια αναζήτηση μια υβριδικής κατάστασης που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ευρύτερους μετασχηματισμούς. Ποιο ήταν λοιπόν το Ισπανικό υβρίδιο, ή περίπτωση, ή μοντέλο μέσα σε αυτά τα πλαίσια?

3. ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ (path dependency, «δημιουργική καταστροφή» και η σημασία της πόλης)

diarios

Murio Franco. Ο θάνατος του δικτάτορα θα εγκαινιάσει μια σειρά μετασχηματισμών

Η υιοθέτηση του σχήματος του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού», βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και στην πρόσφατη βιβλιογραφία και συζήτηση γύρω από τα μοντέλα που αναπτύχθηκαν στις Ισπανικές Πόλεις. Τρεις είναι οι βασικές αφηγήσεις και παρακάτω θα τις δούμε πιο αναλυτικά:

A. Από τους Φαλαγγίτες Αρχιτέκτονες στους Σοσιαλιστές Εκσυγχρονιστές (path dependency). Ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της ανάλυσης της περίπτωσης εξέλιξης των Ισπανικών πόλεων είναι το ζήτημα των σχέσεων της περιόδου του Φρανκισμού με αυτή της μετάβασης προς τη δημοκρατία (transición). Οι Lopez και Rodriguez (2011), υποστηρίζουν ότι στην ουσία μιλάμε για ένα μοντέλο, που ξεκινάει από τις μεταπολεμικές μεταρρυθμίσεις του Φράνκο και φτάνει με μετασχηματισμούς μέχρι σήμερα. Κεντρικό στοιχείο σε αυτή την πορεία είναι η σημασία της κατοικίας και γενικότερα της κερδοσκοπίας και διαπλοκής στην ανάπτυξη της. Όπως το έθεσε άλλωστε και ο Φαλαγγίτης José Luis Arrese, Υπουργός Κατοικίας του Φρανκο, το 1957: «Είμαστε μια χώρα ιδιοκτητών και όχι προλετάριων» (αν. Lopez & Rodriguez 2011). Αυτό το σχήμα δεν ήταν άλλωστε ξένο και για την υπόλοιπη Νότια Ευρώπη (Allen et.al 2004). Η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 θα βρει την Ισπανία ήδη με ένα μοντέλο βασισμένο στην ιδιοκτησία κατοικίας και τον μαζικό τουρισμό. Το 1982, μετά από μια περίοδο αστάθειας που ακολούθησε τον θάνατο του Φράνκο, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) θα έρθει στην εξουσία. Τα χρόνια του PSOE θα σφραγίσουν την πορεία των μετασχηματισμών των πόλεων με την πολιτική τους. Για τον Tim Marshall (2000) αυτό είναι ίσως και το βασικό σημείο του «μοντέλου» της Ισπανίας, το πιο πετυχημένο «παράδειγμα εκσυγχρονισμού της σοσιαλδημοκρατίας», που οδήγησε στο «πάντρεμα της κρατικής παρέμβασης με την οικονομική ανταγωνιστικότητα» (McNeill 1999). Ποιος ήταν όμως αυτός ο εκσυγχρονισμός? Υπήρξε στην πραγματικότητα? Η κυβέρνηση του Gonzalez στην πράξη θα συνεχίσει την μακρο-οικονομική πολιτική της δικτατορίας (Lopez & Rodriguez 2011). Χωρίς να έχει καμιά εναλλακτική στην κρίση ανταγωνιστικότητας της Ισπανικής οικονομίας την απάντησε με ακόμα μεγαλύτερη «εξειδίκευση» στους «ανταγωνιστικούς τομείς», το κέντρο ήταν ο μαζικός τουρισμός και η κατασκευή. Αλλά και τα μέσα άσκησης πολιτικής παραμείναν τα ίδια. Οι αρχικός αντι-ΝΑΤΟικός λόγος, η σύνδεση με τα κινήματα πόλης και τα συνδικάτα σύμφωνα με τον James Petras (cited in McNeill 1999) παραμερίστηκε, και έδωσε τη θέση της στις πρωτοβουλίες κατάληψης και διαχείρισης του κράτους. Στο ίδιο πλαίσιο ο Donald McNeill γράφει:

«Στην προσπάθεια εδραίωσης της διαδικασίας μετάβασης, τα χρόνια του PSOE χαρακτηρίζονται από τις πελατειακές σχέσεις και το θέαμα, και τα δύο σχεδιασμένα να σφραγίσουν την ηγεμονία του κόμματος στην Ισπανική κοινωνία. Μέσα από ένα πλαίσιο μηχανισμών – δωρεάν διακοπές σε συνταξιούχους, σφιχτό έλεγχο της προσφοράς εργασίας στο δημόσιο τομέα […] το PSOE θα εδραιώσει την κυριαρχία του στην κοινωνία. Και με το 1992 να είναι η μαγική χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων, της Μαδρίτης ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης – και πάνω από όλα – της EXPO στη Σεβίλλη, πολύ ενέργεια αφιερώθηκε στο να δημιουργηθεί η Νέα Ισπανία χτισμένη πάνω στις κοινές αξίες της οικονομικής διεθνοποίησης και της φιέστα.». (McNeill 1999).

Το επόμενο βήμα είναι να δούμε πως πραγματώθηκαν αυτές οι αλλαγές.

Benidorm_desde_el_mar_02_JMM

Benidorm, Costa del Sol. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της φούσκας των ακινήτων υπό την πίεση της βιομηχανίας τουρισμού.

Β. Δημιουργώντας την Νέα Ισπανία (creative destruction). Η διαδικασία των μετασχηματισμών του αστικού περιβάλλοντος στην κατεύθυνση μιας νέας «αστικού τύπου επιχειρηματικότητας» (urban entrepreneurship) είχε τρομερό κοινωνικό κόστος, εντείνοντας τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και την άνιση ανάπτυξη (Leontidou 1995). Αυτό το μοντέλο της «δημιουργικής καταστροφής» οδήγησε σε ένα πρώτο επίπεδο στην απομάκρυνση του κράτους από τις περιοχές που είχαν χτυπηθεί από την ύφεση  με μια ταυτόχρονη διάλυση των μηχανισμών και δομών κοινωνικής πρόνοιας σε χωρικό επίπεδο, το 1985 η Ισπανία, μαζί με την Ελλάδα και την Πορτογαλία είχαν από τα χαμηλότερα ποσοστά δημόσιων δαπανών για πρόνοια στην Ε.Ε., κάτω του 20% (Brenner & Theodore 2002). Το επόμενο βήμα, που έγινε και με αφορμή την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, ήταν η επαναφορά κεφαλαίων και επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας αλλά και σε συγκεκριμένες περιφέρειες εγκαθιστώντας νέες μορφές χωρικής ανταγωνιστικότητας σε όλα τα επίπεδα, εντείνοντας όμως και τις χωρικό-κοινωνικές ανισότητες. Το αποτέλεσμα ήταν μια πρωτοφανής για την τότε ΕΟΚ συνύπαρξη μαζικής ανεργίας, που είχε φτάσει το 27% στην Ανδαλουσία, 26.3 στην Εστρεμαδούρα με προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων και επενδυτικό ενδιαφέρον (Leontidou 1995, Lopez & Rodriguez 2011). Στο κέντρο αυτής της διαδικασίας βρισκόταν τα αστικά κέντρα και οι πόλεις. Εδώ ταυτόχρονα βλέπουμε και την Ισπανική ιδιαιτερότητα, στη προσπάθεια δημιουργίας ενός Τρίτου Δρόμου στο σχεδιασμό και την Αστική Ανάπτυξη.

Γ. Η σπουδαιότητα των πόλεων, αρχιτεκτονική, αστικός σχεδιασμός και η έκρηξη της αστικότητας (importance of cities). Η κεντρικότητα της σημασίας της πόλης και της αρχιτεκτονικής στο διάλογο γύρω από τον μετασχηματισμό των Ισπανικών πόλεων είναι αδιαμφισβήτητη. Εκεί συμπυκνώνονται άλλωστε τα όσα υποστηρίξαμε μέχρι τώρα, καθώς πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Μαδρίτη και το Μπιλμπάο γίνονται τα τοπία πειραματισμών οικονομικών πολιτικών και στρατηγικών εξαιρετικά χωρο-προσδιορισμένων ( place-specific). Τρία βασικά σημεία σε αυτήν την ενότητα καθορίζουν το πλαίσιο των αλλαγών. Το πρώτο αφορά τα χαρακτηριστικά αυτών των μετασχηματισμών στην μορφή της πόλης τα οποία συνεχίζουν στο μοτίβο της «δημιουργικής καταστροφής» που θέσαμε πιο πάνω και εντάσσονται σε μια σειρά Αστικών Πολιτικών και στρατηγικών: Η δημιουργία νέων χώρων κατανάλωσης / Ο ρόλος των megaprojects στην προσέλκυση επενδύσεων και αναδιάρθρωση των χρήσεων γης / Η δημιουργία «εξαγνισμένων» (purified) χώρων και κλειστών κοινοτήτων / η ένταση των χωρικών και κοινωνικών διαχωρισμών μέσω στρατηγικών εξευγενισμού. Σε μικρό ή και μεγαλύτερο βαθμό αποτελούν κεντρικά σημεία της «παλέτας» στρατηγικών που εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται, σε μια γενικότερη κατεύθυνση «αστικοποίησης του νεοφιλελευθερισμού» (Brenner et.a. 2009). Το δεύτερο σημείο είναι ο ρόλος της «Μεσογείου» και των ιδιαίτερων αστικών τοπίων της στο ευρύτερο «φαντασιακό» της σύγχρονης πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής. Σε αυτές τις μικρές και μεγάλες πόλεις χτισμένες μέσα σε ένα πλαίσιο ατυπίας, σχεδιασμού – μη σχεδιασμού και παρανομίας (Leontidou 2010), όπου τα ερείπια της ιστορίας αποτελούσαν στοιχείο της καθημερινότητας και της δημόσιας ζωής, πολλοί «ανακάλυψαν» τις ανθρώπινες πόλεις που αναζητούσαν και τις χαμένες κοινότητες. Εκεί ο Cullen (1961) θα έβρισκε την «περιεκτικότητα» που έψαχνε στο τοπίο των πόλεων, οι Rowe & Koetter (1978) την πόλη «Κολάζ» και ο Gehl «την ζωή ανάμεσα στα κτίρια». Επιπλέον τα σχετικά χαμηλά επίπεδα κοινωνικού διαχωρισμού, η ιστορική συνύπαρξη των πολιτισμών με εμφανή τα σημάδια τους στη δημόσια ζωή και η «απουσία» ενός ισχυρού κρατικού ρυθμιστικού ρόλου ήταν ιδανικά χαρακτηριστικά για τις χωρικές αναζητήσεις της περιόδου που μελετάμε. Σε αυτές τις ιδιαιτερότητες θα αναφερθεί ο Peter Rowe (1997) στο βιβλίο του Civic Realism για να υποστηρίξει (με βάση το παράδειγμα της Βαρκελώνης) τα θετικά του διαχωρισμού «αστικής κοινωνίας και της κρατικής παρέμβασης» στην αστική αρχιτεκτονική της δημόσιας σφαίρας. Η Μεσόγειος ήταν μεταμοντέρνα πολύ πριν το μεταμοντερνισμό θα ισχυριστεί η Λίλα Λεοντίδου, ενώ στην ίδια λογική ο αρχιτέκτονας Richard Scoffier (2002) θα βρει στην πόλη των Αθηνών και τον Πειραιά κρυμμένη όλη την σύγχρονη προβληματική για το χώρο, όπως αναφέρει:

«Χωρίς καν να το καταλάβει, η άσεμνη κυρία με το μαγιό στον αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει τον Πειραιά με το Φάληρο κάνει πράξη την πόλη της ιδιωτικότητας που είχε αναπτύξει η Archigram στη δεκαετία του 60’ […] Στα διαχωριστικά και στις μπάρες των δρόμων, έχουν λαθρά υλοποιηθεί, θα λέγαμε, τα πιο τολμηρά μανιφέστα του Claude Parent και του Paul Vilirio […] Οι κυριότεροι αθηναϊκοί δρόμοι καλύπτονται από διαφημιστικές αφίσες, οι οποίες μετατρέπουν όλα τα κτίρια σε μηχανισμούς που θυμίζουν τα διακοσμημένα υπόστεγα του Robert Venturi».

Το τρίτο σημείο συμπυκνώνει τα δύο προηγούμενα και έχει να κάνει με την Αστική Διακυβέρνηση και πιο συγκεκριμένα στην περίπτωσή μας, με το πώς χρησιμοποίησε η Σοσιαλδημοκρατία την πόλη για να υλοποιήσει ένα τρίτο δρόμο στα πλαίσια της αγοράς. Το Ισπανικό μοντέλο δεν μπορούμε να το δούμε ξέχωρα από αυτό το γεγονός, και εδώ όπως παρατηρούν αρκετοί μελετητές γίνονται οι περισσότερες παρανοήσεις (McNeill 1999, Garcia-Ramon & Albet, 2000). Στην περίπτωση της Βαρκελώνης αυτό είναι χαρακτηριστικό, η «πεφωτισμένη» διακυβέρνηση των Σοσιαλιστών και η συμμαχία τους με την Αριστερά και τα κινήματα πόλης ήταν η διαδικασία που στις αρχές του 1980 έδωσε το έναυσμα για τις πρώτες «σημειακές» παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, τα αρχικά στάδια αυτού που θα ονομαστεί Barcelona Model. Σε αντίθεση με τις «επιθετικές» νεοφιλελεύθερες πολιτικές που διαμορφώνονταν εκείνη την περίοδο, επιλέχτηκαν τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο διαφορετικές στρατηγικές. Η σοσιαλδημοκρατία την δεκαετία του 80 χρησιμοποίηση τις πόλεις, υποστηρίζει ο Donald McNeill (1999), σαν τόπους θριάμβου και γιορτασμού «του εκμοντερνισμού και της αστικότητας». Αυτή όμως, ήταν μια πολύ σύντομη περίοδος, ο φτηνός δανεισμός της δεκαετίας του 90΄και οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα εγκαινιάσουν μια νέα εποχή που θα οδηγήσει και στην σημερινή οικονομική κατάρρευση.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Sunshine & Boosterism

Τι ήταν λοιπόν το Ισπανικό Μοντέλο; Σε αυτό το σύντομο κείμενο προσπαθήσαμε με βάση την ανάλυση των Brenner & Theodore (2002) για τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» να το δούμε σαν ένα μοντέλο εκσυγχρονισμού αλλά και συνέχειας των πολιτικών και οικονομικών παραδόσεων της δικτατορίας από την Σοσιαλδημοκρατία. Ένα μοντέλο «δημιουργικής καταστροφής» στη προσπάθεια ανοίγματος στην αγορά και τέλος σαν ένα μοντέλο ανάπτυξης που έθετε τον σχεδιασμό και την πόλη στο επίκεντρο. Με διαφοροποιήσεις η πλειοψηφία των μελετητών πάνω σε αυτά τα ζητήματα τοποθετείται. Το επόμενο ερώτημα όμως στο πλαίσιο των συμπερασμάτων είναι πολύ πιο δύσκολο. Πέτυχε ή δεν πέτυχε αυτό το μοντέλο ανάπτυξης; Και τι σημαίνει αυτό για το μέλλον των Αστικών Πολιτικών; Οι απαντήσεις εδώ είναι πολλές και η κρίση που έχει γεμίσει την Ισπανία με κουφάρια άδειων κατοικιών, ερειπωμένα κτίρια γραφείων και «πόλεις φαντάσματα» δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα κάποιος να το παραβλέψει. Παρόλα αυτά όμως, όπως υποστηρίζει ο John Punter (2012) αναφερόμενος στις επιρροές της Ισπανίας και τη Βρετανική εμπειρία, από πλευράς Αστικού Σχεδιασμού τα νέα τοπία ήταν πολύ καλύτερα σε σχέση από αυτά του παρελθόντος, και η κριτική δεν πρέπει να γίνεται στο σχεδιασμό αλλά στις πολιτικές που οδηγούν στις φούσκες ακινήτων, στην ιδιωτικοποίηση του χώρου και στις στρατηγικές εξευγενισμού. Άλλοι μελετητές τονίζουν ότι όποιες επιτυχίες, έχουν να κάνουν με μια Ισπανική ιδιαιτερότητα και συγκεκριμένα το πολιτικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε στα χρόνια της μετάβασης. Όπως αναφέρουν οι Garcia-Ramon & Albet (2000) για την περίπτωση της Βαρκελώνης, η μετάβαση στη δημοκρατία σε συνδυασμό με τα κινήματα πόλης και τις διεκδικήσεις των τελευταίων χρόνων της δικτατορίας, έφερε στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερο «κοινωνικό κεφάλαιο» που απαιτούσε ριζικές αλλαγές στη πόλη, σε μια περίοδο (αρχές του 80΄) που υπήρχε μικρό επενδυτικό ενδιαφέρον. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις Αστικές Στρατηγικές του 1990 και 2000 (Forum 2004) που αποτελούν μια στροφή σε ξεκάθαρα νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο χώρο. Στο ίδιο κλήμα ο Guy Burgel (2007) θα γράψει ότι το μοντέλο της Βαρκελώνης είχε να κάνει με «την προβολή του δημοκρατικού προσώπου της Καταναλανικής πρωτεύουσας» (βλ αντίστοιχα McNeill 1999, Marshall 2000). Η ιδιαιτερότητα αυτή βέβαια δεν μπορεί να κρύψει τους μετασχηματισμούς που έφερε η νέα κατάσταση στις Ισπανικές Πόλεις, που είναι πιο εμφανής στη σημερινή περίοδο της κρίσης. Μια σειρά μελετών υποστηρίζουν ότι οι στρατηγικές αναγέννησης του αστικού περιβάλλοντος, οδήγησαν στην απομάκρυνση των παραδοσιακά εργατικών στρωμάτων που έμεναν στα κέντρα των πόλεων, στην ενίσχυση του κοινωνικού διαχωρισμού.  Η αναζήτηση της ετερότητας και της ποικιλομορφίας (diversity), οδήγησε περισσότερο στον αποκλεισμό παρά στην αλληλεγγύη και τη συνοχή. Αυτή ήταν η περίπτωση της Μαδρίτης (Garcia 2012) και κυρίως της Βαρκελώνης. Όπως υποστηρίζουν οι Arbaci & Tapada-Bertelli, τα πετυχημένα μοντέλα κρίνονται από το αν πέτυχαν τους σκοπούς τους και οι πολιτικές με αφορμή την καταπολέμηση της φτώχειας και της αστικής υποβάθμισης που οδήγησαν στην «επανανοηματοδότηση της πόλης μέσα από προγράμματα χωρικής αναβάθμισης που τελικά προσέλκυσαν και ευνόησαν τις ιδιωτικές επενδύσεις και την μεσαία τάξη» (Arbaci & Tapada-Bertelli 2012) δεν μπορούν να θεωρούνται τέτοια. Σε ένα βαθμό την κριτική αυτή την αποδεχόταν και το Δημοτικό Συμβούλιο της Βαρκελώνης. Ο ίδιος ο Pasqual Maragall δήμαρχός της πόλης από το 1982 έως το 1997 αναφέρει σχετικά με τις παρεμβάσεις στην Ciutat Vella:

«Η βασική μας ιδέα ήταν να αφήσουμε κυριολεκτικά τους ανθρώπους εκεί που ήτανε, χωρίς να τους πιέσουμε να φύγουν, που είναι πιο ανθρώπινη και πιο αριστερή πολιτική. Αλλά η διαδικασία για να το κάνεις αυτό είναι μακρά και περίπλοκη, γιατί πρέπει προσωρινά να μεταφέρεις τους ανθρώπους, να ανασκευάσεις τα σπίτια τους και μετά να τους γυρίσεις πίσω. Η μάχη είχε χαθεί από την αρχή, αφού πήρε 8 χρόνια για να ‘γυρίσει ο τροχός’, και στο μεταξύ μερικοί είχαν πεθάνει και άλλοι είχαν φύγει» (cited in McNeill 1999).

Ο Franco La Cecla, ανθρωπολόγος και για μια σύντομη περίοδο συνεργάτης της Barcelona Regional, είναι πολύ πιο απόλυτος στην κριτική του. Στο βιβλίο του Κατά της Αρχιτεκτονικής (La Cecla 2012) γράφει πως η Βαρκελώνη

«παραμένει ένα θεμελιώδες παράδειγμα για το μέλλον των ευρωπαϊκών πόλεων: εδώ επιχείρησαν το ξεπούλημα της μεσογειακής κοινωνικότητας και τα κατάφεραν […] Μια πόλη που ήταν ένα ενδιαφέρον παιχνίδι ξένων και ντόπιων, με ριζωμένες συνήθειες και παρεισφρήσεις, καταδίκασε τον ίδιο της τον εαυτό για χάρη μιας γλυκανάλατης εκδοχής τουριστικού καταναλωτισμού».

Καταλήγοντας θα  μπορούσαμε να πούμε ότι η περίπτωση των Ισπανικών πόλεων, είναι άλλη μια κατάρρευση της διαδικασίας δημιουργίας μοντέλων και των οικονομίστικων προσεγγίσεων στην ανάπτυξη των πόλεων, αλλά αυτή τη φορά στην εποχή του μετανεωτερικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ή ακόμη μια πολύ σύντομη εκδοχή του Sunshine & Boosterism, ενός τοπικού ιδιώματος ενός μοντέλου του Λος Αντζελες, όπως το θέτει ο Donald McNeill (1999).  Περισσότερη έρευνα είναι βέβαια αναγκαία για να μελετήσουμε τις προοπτικές αυτών των Αστικών Πολιτικών καθώς και των Μεσογειακών αστικών τοπίων στο νέο σκηνικό της κρίσης. Αυτός που μάλλον φαίνεται να επιβεβαιώθηκε ήταν ο Manuel Vázquez Montalbán, ένας από τους πιο δριμείς κατήγορους της Νέας Ισπανίας και πολέμιος των Ολυμπιακών Αγώνων, θα κλείσουμε με τις αγωνίες και τα ερωτήματά του, αναζητώντας παράλληλα την διαφορετική προοπτική:

«Πού είναι οι κοινωνικές πολιτικές που θα διέγραφαν της ανισότητες μεταξύ Βορρά και Νότου και βρίσκονται μέσα στην ίδια πόλη; Πού είναι η δέσμευση για τις υποδομές και την πολιτισμική διαφορετικότητα σε αντίθεση με τις σπατάλες; Ποιος θα τιθασεύσει την «αγοραία» πόλη; Αλλά κάποιος δεν μπορεί να γράφει αυτή τη λίστα απογοήτευσης και υποψιών δίχως να καταναλώνεται από τον τρομερό φόβο ότι θα φανεί γελοίος…  Όταν το μελλοντικό Ολυμπιακό Χωριό καταλήγει να είναι ένα ακτινωτό κέντρο ανάπτυξης πάνω σε μίλια μετά από μίλια εργατικών κατοικιών, κανείς δεν θα ρωτήσει πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά» (cited in McNeill 1999)

1380884578_051068_1380884746_noticia_grande

Manuel Vazquez Montalban (1939-2013)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κουμπής Τ, Μουτσόπουλος Θ, Scoffier R. 2002. ΑthensAbsolute Realism, Ελληνική συμμετοχή στη 8η Διεθνή Έκθεσης Αρχιτεκτονικής Biennale Βενετίας 2002. Εκδόσεις Futura : Αθήνα .

Burgel, G. 2007. Η σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη: Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα. Αθήνα : Πλέθρον

La Cecla, F. 2009. Ενάντια στην Αρχιτεκτονική. Πάτρα: Το Δόντι

… … …

Allen J, Barlow J, Leal J, et al. 2004. Housing and Welfare in Southern Europe. Oxford: Blackwell.

Arbaci, S & Tapada-Berteli, T. 2012. “Social inequality and urban regeneration in Barcelona city centre: reconsidering success”, European Urban and Regional Studies, 19: 287

Brenner, N, Theodore, N & Peck, J. 2009. “Neoliberal Urbanism: Models, Moments, Mutations”. SAIS Review 29 no1: 49-66

Brenner, N & Theodore, N. 2002. “Cities and the Geographies of “Actually Existing Neoliberalism”, Antipode, pp. 349-379.

Cullen, G. 1961. The Concise Townscape.  New York: Reinhold

Garcia, B. 2012. “Neoliberal Madrid”, Presentation in the Workshop Crisis Regimes and Emerging Social Movements in cities of Southern Europe. Athens : NTUA-Antipode

Garcia-Ramon, M.D & Albet, A. 2000. “Pre-Olympic and post-Olympic Barcelona, a `model’ for urban regeneration today?” Environment and Planning A, volume 32, p. 1331-1334

Gehl, J. 1979. Life between Buildings. Copenhagen: Danish Architectural Press

Harvey, D. 2011. “Crisis, Geographic Disruptions and the Uneven Development of Political Responses”. Economic Geography, 87(1): 1-22

Harvey, D. 1989. The Condition of Postmodernity. Oxford: Blackwell.

Hatherley, O. 2010. A Guide to the New Ruins of Great Britain. London : Verso

Jameson, F. 1991. Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism. London: Verso

Leontidou, L. 2010. “Urban Social Movements in ‘Weak’ Civil Societies: The Right to the City and Cosmopolitan Activism in Southern Europe, Urban Studies 2010 47 : 1179

Leontidou, L. 1995. “Repolarization of the Mediterranean: Spanish and Greek Cities in Neo-Liberal Europe”, European Planning Studies, Vol.3, No. 2

Lopez, I & Rodriguez, E. 2011. “The Spanish Model”, New Left Review, 69, May – Jun 2011

Marshall, T. 2000. “Urban Planning and Governance: Is there a Barcelona Model? International Planning Studies, 5 : 3, p. 299-319

McNeill, D. 1999. Urban Change and the European Left: Tales from the New Barcelona. New York : Routledge

Paumgarten, N. 2013. “The Hangover: The euro zone’s fourth-largest economy has become its biggest liability”, The New Yorker, February 25.

Punter, J (eds). 2012. Urban Design and the British Urban Renaissance. New York : Routledge

Rowe, P.G. 1997. Civic Realism. Cambridge, MA: MIT Press.

Rowe, C & Koetter, F. 1978. Collage City. Cambridge, MA: MIT Press

Soja, E. 2000. Postmetropolis: Critical Studies of Cities and Regions. Blackwell : Oxford