ΠΑΜΕ ΠΛΑΤΕΙΑ; ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ» ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

Sharing is caring!


1  Δωροθέα Λούκρη , 2 Σοφία Περπινιά

1. μεταπτυχιακή φοιτήτρια του ΤΜΧΠΠΑ, της Πολυτεχνικής σχολής του

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

2. μεταπτυχιακή φοιτήτρια Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην παρούσα ανακοίνωση θα ασχοληθούμε με την έκφραση του κινήματος «των πλατειών» ή αλλιώς «αγανακτισμένων» στην πλατεία Συντάγματος. Αυτή η πρωτότυπη δυναμική κίνηση συλλογικής διαμαρτυρίας και διεκδίκησης φέρνει στο προσκήνιο τη δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων στη σύγχρονη πόλη. Περιορίζοντας τη μελέτη μας στο ελληνικό παράδειγμα μελετάμε τον τρόπο και τον τόπο εκδήλωσης του εν λόγω κινήματος, την χωρική μορφή της πλατείας και ειδικότερα την πλατεία Συντάγματος, που κατέχει στρατηγική χωροθέτηση στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών. Λαμβάνοντας υπόψη μας το χρονικό πλαίσιο εκδήλωσης του κινήματος και τα υποκείμενα που συμμετείχαν σε αυτό, αναζητούμε τη σχέση που το κίνημα ανέπτυξε με το δημόσιο χώρο της πόλης, τους μετασχηματισμούς που επέφερε σε αυτόν, αλλά και τη δυνατότητα του ευρύτερου μετασχηματισμού της πόλης ως απώτερο στόχο των κοινωνικών κινημάτων.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρωτοχρονιά 2012 και το εξώφυλλο του περιοδικού TIME γράφει: «Πρόσωπο της χρονιάς 2011: ο άγνωστος διαδηλωτής». Μέσα σε μια φράση συμπυκνώνεται η πλατεία Ταχρίρ και η «άνοιξη» των αραβικών εξεγέρσεων, η πλατεία Ντελ Σολ και οι indignados της Μαδρίτης, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Χιλή, οι άγριες ταραχές με πρωταγωνιστή τη νεολαία στο Λονδίνο, το Occupy Wall Street κίνημα που βροντοφώναξε ότι είμαστε το 99% μέσα στην καρδιά του κτήνους, αλλά και το παράδειγμα του ελληνικού Μάη-Ιούνη των πλατειών.

Το κίνημα εκδηλώνεται σε μια Ελλάδα «διεθνές πείραμα» καθώς πρόκειται για μια καπιταλιστικά αναπτυγμένη χώρα-μέλος της ΕΕ, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης. Έτσι η επιτυχία της στρατηγικής υπέρβασης της κρίσης προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου, αναδεικνύεται σε καθοριστικής σημασίας ζήτημα για το μέλλον συνολικά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το 2011 η χώρα βρίσκεται ήδη υπό την επιτήρηση του ΔΝΤ, λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους και υπογράφει το πρώτο Μνημόνιο. Εξασφαλίζει με αυτό τον τρόπο τη λήψη νέου δανείου για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους με αντάλλαγμα όμως τη δραματική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, την κατάργηση των κοινωνικών παροχών και την μείωση του κόστους εργασίας, ανοίγοντας ταυτόχρονα ένα φαύλο κύκλο συνεχούς δανεισμού. Η υπογραφή του Μνημονίου στις 5 Ιουνίου 2010 πυροδοτεί κοινωνικές διεργασίες, που εκδηλώνονται μέσα από τις ιστορικά παραδοσιακές πρακτικές διεκδίκησης του εργατικού κινήματος (διαδηλώσεις, απεργίες) και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες εμφάνισης της πρωτότυπης μορφής του κινήματος των πλατειών, το οποίο εμφανίζεται στις 25/5 και εξαπλώνεται στις πλατείες ανά την χώρα.

2.    ΤΟ «ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ» ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ

Το κίνημα κατά την πορεία εξέλιξής του χαρακτηρίστηκε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης με ποικίλους τρόπους. Ανάμεσα στα πολλά ονόματα που του δόθηκαν, εμείς διαλέγουμε το «κίνημα της πλατείας», καθώς αποτελεί μια εύγλωττη συμπύκνωση της ισχυρής σχέσης που ανέπτυξε με το δημόσιο χώρο της πόλης και το νέο επικοινωνιακό νόημα που προσέδωσε σε αυτόν.

Για την αναζήτηση της παραπάνω σχέσης, αλλά και συνολικότερα την χωρική-κοινωνική προσέγγιση του κινήματος της πλατείας Συντάγματος είναι σημαντικό να αναμετρηθούμε με τα παρακάτω ερωτήματα.

α. Παραμένει στα πλαίσια της επιχειρηματικής πόλης ο δημόσιος χώρος πεδίο ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων;

β. Ποια η σχέση που αναπτύσσουν τα κοινωνικά κινήματα με αυτόν; γ. Αυτή η σχέση λειτουργεί ως παράγοντας μετασχηματισμού του επικοινωνιακού νοήματος του δημόσιου χώρου και του αστικού νοήματος εν γένει; Ποια είναι η διαλεκτική που συνδέει τους μετασχηματισμούς αυτούς με την κοινωνική αλλαγή;

Τα ερωτήματα αυτά, αν και προκύπτουν διαχρονικά στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων, στα πλαίσια της «επιχειρηματικής» πόλης και του αμφισβητούμενου δημόσιου χώρου της -τόσο ως προς τη φυσική/χωρική του διάσταση, όσο και ως υποδοχέα της ανθρώπινης δραστηριότητας- ανακύπτουν ιδιαίτερη ένταση.

3.    Η ΠΛΑΤΕΙΑ, Ο ΤΟΠΟΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η πλατεία, ως βασικό συστατικό του δημόσιου χώρου, ενταγμένη στο χωρικό-κοινωνικό πλαίσιο συμβάλλει στη συνοχή και τη λειτουργία του δομημένου περιβάλλοντος, καλύπτει κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές και οικολογικές ανάγκες, αποκτά ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο, ως χώρος που ανέκαθεν διαδραματιζόταν η δημόσια ζωή. Σε αντίθεση με το δρόμο, που υποδηλώνει τη συνεχή ροή και την κίνηση, η πλατεία ως «χώρος στάσης», δίνει τη δυνατότητα της συνάντησης, της επαφής και μέσω αυτής, της ουσιαστικότερης βίωσης του χώρου.

Αυτή η διαδικασία της βίωσης την μετατρέπει από χώρο σε τόπο. Τι είναι όμως αυτό που διαφοροποιεί το χώρο από τον τόπο; «Ο χώρος είναι αφηρημένη γεωμετρική έννοια που αξιολογείται με κριτήριο τη χωρητικότητά του, τη δυνατότητά του σε περιεκτικότητα. Όσο ο χώρος γεμίζει ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, συναισθήματα, οράματα, προσδοκίες, όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, τότε αυτός γίνεται τόπος» (Δουκέλλης, 2005).

Με την εκδήλωση του κινήματος των πλατειών, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο μελέτης μας, αναδεικνύονται οι λανθάνουσες επικοινωνιακές δυνατότητες του δημόσιου χώρου στην σύγχρονη πόλη και ο καθοριστικός παράγοντα της ανθρώπινης δραστηριότητας στην ενεργοποίηση τους. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και η H. Arendt, «Παρά το γεγονός ότι διέπεται (ο δημόσιος χώρος) από νόμους και κανόνες συμπεριφοράς, είναι χώρος ανοιχτός, δυνάμει οικειοποιήσιμος και μέσα από τη λειτουργία του, δικαιώνει το ρόλο της πόλης ως πυρήνα συνύπαρξης, επικοινωνίας και συναναστροφής» (Arendt, 2009). Η ενεργοποίηση αυτή δυνητικά αποκτά αναπάντεχη δυναμική σε μια κατεύθυνση συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό επισημαίνει ο David Harvey θέλοντας να αναδείξει το ρόλο του χώρου της πόλης, στον αντίποδα απόψεων που τον υποβαθμίζουν, σημειώνοντας ότι η ταξική εκμετάλλευση δεν περιορίζεται στο εργοστάσιο, αλλά απλώνεται στο χώρο που ζουν οι εργαζόμενοι άνθρωποι, δηλαδή στην πόλη. Ως εκ τούτου ο αγώνας στην πόλη παραλαμβάνει ταξικό περιεχόμενο και δυνητικά αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό (Harvey, 2013).

Στην Ελλάδα τον Ιούνη του ‘11 η Πλατεία Συντάγματος αποτέλεσε το συμβολικό κέντρο των κοινωνικών διεργασιών. Και ίσως κανένα άλλο σημείο δεν ήταν τόσο προνομιακό έδαφος για την εκδήλωση των κοινωνικών διαθέσεων. Σε αυτό συνέβαλαν διάφοροι παράγοντες που σχετίζονται και με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πλατείας Συντάγματος.

4. Η «ΕΘΝΙΚΗ» ΠΛΑΤΕΙΑ / Η ΠΛΑΤΕΙΑ «ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ»

Η πλατεία Συντάγματος, η «εθνική πλατεία» όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διαμόρφωση της Αθήνας ως πόλης – πρωτεύουσας του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους στις αρχές του 1830. Μελετώντας κανείς την εξέλιξη της πλατείας, ως αρχιτεκτονική μορφή και ως σημείο στον πολεοδομικό χάρτη της Αθήνας, μπορεί να κατανοήσει την εξέλιξη της ίδιας της πόλης. Χαρακτηριστικά για τις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας, ο Ι. Καρύδης αναφέρει ότι αποτελούν «τα βασικά γραμματικά στοιχεία για την κατανόηση του συντακτικού συγκρότησης και εξέλιξης του Αθηναϊκού χώρου, ιδιαίτερα για την περίοδο του 19ου αιώνα» (Καρύδης,1991).

Η δημιουργία της πλατείας «Ανακτόρων» -όπως ήταν το αρχικό της όνομα- αφορά στην ανέγερση στο ανατολικό τμήμα της των Βασιλικών Ανακτόρων και συνολικά αποτελεί μια συμβολική έκφραση της υπό διαμόρφωση νέας αστικής, εθνικής συνείδησης, αλλά και μιας ταυτότητας συνδεδεμένης με τις έννοιες Κράτος, Έθνος, Βασίλειο, Κυβέρνηση. Η επιλογή της τοποθεσίας των Βασιλικών Ανακτόρων στην περιοχή του «Εξέχωρου» στο διάσελο Λυκαβηττού -Ακροπόλεως, αν και υπαγορεύτηκε από λόγους τοπογραφικούς, κλιματικούς και αφορούσε στην ήδη διαμορφωμένη κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης (Σαρηγιάννης, 2000), ανταποκρίνονταν ταυτόχρονα και στη φυσιογνωμία που ήθελαν να προσδώσουν στην πόλη, ως φορέα εθνικών ιδανικών.

Στην πορεία των χρόνων η πλατεία Συντάγματος γνώρισε ποικίλες αναμορφώσεις που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της. Ωστόσο η αρχιτεκτονική μορφή με το σχεδόν κυκλικό σχήμα που παραπέμπει στο «κατώφλι» των πάλαι ποτέ ανακτόρων, σήμερα κοινοβουλίου διατηρούνται προσδίδοντάς της έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Παρατηρώντας τέλος τη διαφοροποίηση των επιπέδων μεταξύ του «πάνω» και «κάτω» τμήματος της πλατείας σε σχέση με τη λεωφόρο Αμαλίας διαπιστώνεται μια σταδιακή απομάκρυνση της πλατείας, ως χώρο συγκέντρωσης και στάσης, από τη Βουλή και μια σταδιακή σκλήρυνση των ορίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η πρόσβαση στον χώρο της Πλατείας γίνεται μέσω κλιμακοστασίων στις βυθισμένες πλευρές, ενώ μόνο μία πρόσβαση είναι στο ίδιο επίπεδο με τον δρόμο, στην οδό Φιλελλήνων.

Εκτός από την κυρίαρχη αφήγηση της «επίσημης εθνικής πλατείας», στη συλλογική μνήμη η πλατεία Συντάγματος διεκδικεί μια άλλη νοηματοδότηση, ως σημείο αναφοράς στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας και τόπος έκφρασης των λαϊκών διεκδικήσεων. Εύστοχα διατυπώνει ο Ι. Καρύδης την άποψη ότι «Ο άξονας Ομόνοια-Πανεπιστημίου – Σύνταγμα, έπαιρνε τις διαστάσεις ενός κοινωνικού/δημόσιου χώρου, που λειτουργούσε σαν βαρόμετρο της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας [..] Ίσως δεν είναι υπερβολικό, να ισχυριστεί κανείς, ότι όλη η ιστορία της νεότερης Αθήνας, βρίσκεται εκεί, σ’ αυτές τις λίγες εκατοντάδες μέτρα, από τη μία πλατεία στην άλλη» (Καρύδης, 1991). Η επισήμανση αυτή έχει ενδιαφέρον αν ειδωθεί συγκριτικά με τον τόπο εκδήλωσης του αντίστοιχου κινήματος σε άλλες πόλεις του πλανήτη. Το ελληνικό παράδειγμα με την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος, μιας πλατείας αμφίρροπα φορτισμένης και ταυτόχρονα σημείο αναφοράς στην πολεοδομική-ιστορική εξέλιξη της πόλης, διαφέρει από άλλα παραδείγματα όπως από αυτό του Occupy Wall Street, που εκδηλώθηκε σε ένα χώρο εξ ορισμού εχθρικό προς το λαό.

Σήμερα η πλατεία αποκτά χαρακτηριστικά «πλατιού δρόμου» (πλατύς δρόμος είναι η γλωσσική ρίζα της λέξης πλατεία) και μετατρέπεται καθημερινά σε πεζόδρομο με έντονη κινητικότητα που λειτουργεί σαν κόμβου για τη σύνδεση των υποπεριοχών του κέντρου της Αθήνας. Η στρατηγική της χωροθέτηση στο κέντρο της Αθήνας -που συγκεντρώνει ένα τεράστιο εύρος διαβαθμισμένων κοινωνικά δραστηριοτήτων και ομάδων- συμβάλει στην ανάδειξή τόσο της πλατείας, όσο και της ευρύτερης περιοχής σε πεδίο κοινωνικής όσμωσης και έκφρασης της πολιτικής αμφισβήτησης και διαπάλης.

5.    Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ένα κάλεσμα στο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook ήταν αρκετό ώστε να γεμίσει η πλατεία Συντάγματος το ίδιο κιόλας απόγευμα. Το ιδιότυπο αυτό κάλεσμα δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, αλλά κοινός τόπος των αντίστοιχων εκφάνσεων του κινήματος των πλατειών ανά τον κόσμο. Αν και αυτή η επαναληψιμότητα ερμηνεύεται από το πλεονέκτημα της άμεσης διάχυσης της πληροφορίας, που παρέχει το Διαδίκτυο, αλλά και την εξοικείωση διευρυμένων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας με τις νέες τεχνολογίες, το ερώτημα παραμένει. Γιατί στον ψηφιακό χώρο και όχι στο φυσικό δημόσιο;

Ένας σημαντικός παράγοντας είναι η υποβάθμιση της δημόσιας ζωής, που αποτελεί άμεση συνέπεια του ακρωτηριασμού του επικοινωνιακού νοήματος του δημόσιου χώρου στην επιχειρηματική πόλη και συμβάλλει στην υποκατάσταση της δημόσιας συζήτησης στον εικονικό ψηφιακό χώρο και στην επιλογή της αποχής από τη συλλογική δράση. Στην αμφισβήτηση της αναγκαιότητας ύπαρξης του φυσικού δημόσιου χώρου της πόλης συντείνουν θεωρίες που μιλούν για την απουλοποίηση της πόλης και το «τέλος» του φυσικού δημόσιου χώρου της, και που αναζητούν στην προοπτική υπέρβασης του υλικού δημόσιου χώρου μια νέα απουλοποιημένη δημόσια ζωή. Στο σημείο αυτό θα συμφωνήσουμε με τον Paul Virillio που υποστηρίζει ότι η εικονική δημοκρατία αποσπασμένη από την υλικότητα του δημόσιου χώρου και στερημένη από τη φυσική παρουσία των άλλων σηματοδοτεί μια κοινωνία που βαδίζει προς τον ολοκληρωτισμό, προς ένα τεχνικό, φουτουριστικό φασισμό (Αθανασίου, 2000).

Το κίνημα των πλατειών, με τον τρόπο εμφάνισης και διάδοσής του, δημιουργεί του όρους αναίρεσης των παραπάνω θεωριών, αφού αναγνώρισε ως καθοριστικό παράγοντα τη φυσική παρουσία των συμμετεχόντων στο δημόσιο χώρο της πόλης, αναγνωρίζοντας αυτό ως τον καθοριστικό παράγοντα, και ανέδειξε ότι η σχέση μεταξύ του φυσικού δημόσιου χώρου και του ψηφιακού χώρου, δεν είναι σχέση αντίθεσης, αλλά συμπληρωματική.

6.    Ο ΧΩΡΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟΠΟΣ

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο δημόσιος χώρος, ως ύπαρξη και μόνο, δεν έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί κοινωνικές δραστηριότητες. Είναι οι κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες και η διαλεκτική που αυτές αναπτύσσουν με το φυσικό δημόσιο χώρο της πόλης, που μετατρέπουν το δημόσιο χώρο της πλατείας -έστω και παροδικά σε χώρο κοινωνικό. Οι έννοιες του δημόσιου χώρου ως φυσικό χώρο και του κοινωνικού δεν ταυτίζονται. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Κωτσάκης: «Ο φυσικός χώρος εμπεριέχεται στον κοινωνικό. Ο κοινωνικός χώρος αναδύεται από το φυσικό, τον εμπεριέχει και τον αναπαράγει», δηλαδή ο δημόσιος χώρος λειτουργεί ως κοινωνικός υπό προϋποθέσεις (Κωτσάκης, 2008).

Σύμφωνα με τον Lefebvre η μετασχηματιστική δύναμη της αλλαγής της αστικής ζωής και του αστικού νοήματος, ενυπάρχει στην κατάργηση των διαχωρισμών στη σχέση «καθημερινή ζωή- γιορτή, καθημερινότητα – ελεύθερος χρόνος» και στην κατάργηση των διαχωρισμών τους (Lefebvre, 2007). Ο χαρακτήρας της «γιορτής» στο κοινωνικό κίνημα που μελετάμε συμπυκνώθηκε στην αίσθηση πρωτόγνωρης ευφορίας που δημιουργεί η μαζική έκφραση της αγανάκτησης, και ανέδειξε παράλληλα την ανάγκη επικοινωνίας στη σύγχρονη πόλη. Το κίνημα της πλατείας, με τον τρόπο που εισέβαλε στο δημόσιο χώρο της πόλης, έστω και παροδικά αναδιαμόρφωσε τους όρους της παραπάνω σχέσης και επαναπροσδιόρισε την ταυτότητα της πλατείας, μετατρέποντας της σε χώρο κοινωνικό. Έστω και παροδικά η πλατεία γίνεται εκείνος ο κοινός τόπος στον οποίο η ετερόκλητη ομάδα ατομικοτήτων- «ατόμων χαμένων στον χώρο» (Castells, 1991), συγκροτεί μια νέα κοινότητα στη βάση κοινής συλλογικής ταυτότητας.

Σε επίπεδο λόγου, ήδη από τις πρώτες μέρες εμφάνισης του κινήματος, η πλατεία Συντάγματος «χάνει» τον τοπικό της προσδιορισμό και αναφέρεται ως «Πλατεία». Πρόκειται για μια αναφορά που σε συνδυασμό με το σύνθημα που είχε υιοθετηθεί «Δε φεύγουμε, εάν δεν φύγετε», υποδηλώνουν την οικειοποίηση του χώρου από τα υποκείμενα του κινήματος και την έντονη βιωματική σχέση που έχουν αναπτύξει με αυτόν. Ανώτερη έκφραση αυτής της βιωματικής σχέσης αποτέλεσε η κατασκήνωση. Μια κίνηση που έσπασε τα όρια ιδιωτικού – δημόσιου και έφερε τον ιδιωτικό-προσωπικό χώρο στο δημόσιο, όχι με την έννοια της άρνησης του προσωπικού, αλλά με την έννοια της βίωσης του δημόσιου ως προσωπικού. (Κωτσάκης, 2008)

Μέσα από αυτή την κοινότητα και τις συλλογικές διαδικασίες που ανέδειξε, η πλατεία απέκτησε φωνή και ο δημόσιος λόγος απελευθερώθηκε, αρθρώνοντας τη γενική αίσθηση «δεν πάει άλλο», σε μια διαδικασία μετασχηματισμού του χώρου της πλατείας, σε χώρο πολιτικό. Η συμμετοχική δράση και η συλλογική συνείδηση που προέκρινε η κοινότητα στη λειτουργία της, με κυρίαρχη τη διαδικασία της Συνέλευσης, ενίσχυσαν τη δημόσια δραστηριότητα και αναγέννησαν το δημόσιο χώρο, ως υποδοχέα και πυκνωτή της δημόσιας ζωής. Ο πολιτικός χαρακτήρας ωστόσο του χώρου δεν περιορίζεται σε στιγμές (διαδικασία Συνέλευσης), αλλά απλώνεται στη διάρκεια της κινητοποίησης, καθώς είναι η ίδια η διαφορετική καθημερινότητα που καθιστά τον χώρο πολιτικό.

7. ΔΡΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

Ολοκληρώνοντας τη μελέτη μας για το κίνημα των πλατειών, τους μετασχηματισμούς που επέφερε στον χώρο της πόλης και του αστικού νοήματος, θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση του υποκειμένου του κινήματος. Οι «αγανακτισμένοι» των πλατειών εμφανίζουν μια ετερογένεια ως προς την κοινωνική τους σύνθεση και την ιδεολογική τους αναφορά. Αυτό το χαρακτηριστικό συναντάται στα κινήματα που αναπτύχθηκαν την περίοδο της μετανεωτερικότητας, σαν αποτέλεσμα της κρίσης των παραδοσιακών ταυτοτήτων, αλλά και των ποιοτικών τομών στο επίπεδο της παραγωγής με βασικό στοιχείο την κινητικότητα, ευελιξία του εργατικού δυναμικού.

Η ετερογένεια στη συγκρότηση του υποκειμένου, αποκτά αποτύπωση στον χώρο και αποκρυσταλλώνεται στην ύπαρξη των «δύο πλατειών», στην «πάνω» πλατεία και στην «κάτω». Στην πρώτη συγκεντρώνονται ομάδες ατόμων με πρωτόλεια πολιτικά χαρακτηριστικά που επιχειρούν με ευφάνταστες χωρικές πρακτικές να αποκαθηλώσουν συμβολικά το κτήριο της Βουλής, ενώ στη δεύτερη το πιο πολιτικοποιημένο κομμάτι του κινήματος, μέσα από τη διαδικασία της Συνέλευσης, αναζητά ένα νέο μοντέλο μαζικής, πολιτικής μάχης και ενοποίησης των «από κάτω». Ο σπόρος μιας άλλης Δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας που αμφισβητεί την κυρίαρχη λογική ανάθεσης και το υπάρχον μοντέλο αντιπροσώπευσης γεννιέται, ψηλαφώντας μια διαφορετική προοπτική για την ανθρωπότητα.

Η «πολυσυλλεκτικότητα» του υποκειμένου, αλλά και η απουσία με συγκροτημένο τρόπο πολιτικών συλλογικοτήτων ήταν που επανέφερε στο πεδίο της πολιτικής συζήτησης τη θεωρία του «πλήθους», των Negri και Hard ως το νέο υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής, που θα αντικαταστήσει την εργατική τάξη. Μια τέτοια οπτική μπορεί να καταλήξει στην υποτίμηση των ιστορικών/παραδοσιακών θεσμών οργάνωσης του εργατικού κινήματος και του ρόλου των χώρων παραγωγής ως πεδία ταξικής αντιπαράθεσης. Στο ερώτημα αν είναι η πόλη ή οι χώροι εργασίας το πεδίο της ταξικής διαπάλης και αναμέτρησης, στο ερώτημα αν είναι η πόλη ή οι χώροι εργασίας είναι το πεδίο της ταξικής διαπάλης και αναμέτρησης, ο Harvey προσεγγίζει την πόλη ως σύνολο και τα υποκείμενα που παράγουν την αστικοποίηση ως δημιουργούς του κοινωνικού πλούτου, και ορίζει τελικά το δικαίωμα στην πόλη, σαν την αναζήτηση του ελέγχου σε αυτό που η εργατική τάξη έχει παράξει (Harvey, 2011).

8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ανάγνωση της εμφάνισης του κινήματος των πλατειών, στις συνθήκες της σύγχρονης πόλης, είναι μια απόδειξη της δυνατότητας του δημόσιου χώρου να αποτελεί το πεδίο ανάπτυξης των κοινωνικών κινημάτων. Ο δημόσιος χώρος παρά τα χαρακτηριστικά που προσλαμβάνει και τους νόμους που τον διέπουν, αποτελεί πεδίο ανοιχτό, εν δυνάμει οικειοποιήσιμο, που με την χρήση και τη λειτουργία του αναδεικνύει τον χώρο της πόλης ως το υλικό περιβάλλον της δημόσιας σφαίρας. Στον αχανή «χώρο των ροών» (Castells, 1991) που συνθλίβει την έννοια του τοπικού και τη δυνατότητα ανάπτυξης βιωματικής σχέσης με τον χώρο, να τον οικειοποιούνται και να αποδίδουν εκ νέου νόημα σε αυτόν.

Η πόλη λοιπόν προβάλλει όχι μόνο ως το πεδίο ανάπτυξης κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, αλλά αποτελεί το διαφιλονικούμενο αντικείμενο των κυρίαρχων και κυριαρχούμενων τάξεων. Πιο συγκεκριμένα στο κίνημα της πλατείας Συντάγματος, η επίσημη Βουλή των «από πάνω», και η αντιπαραθετική σε αυτή «βουλή» των «από κάτω», συγκροτούν ένα δίπολο που έχει και χωρική υπόσταση. Αυτή η διπολικότητα επιβεβαιώνει την αμφισβητούμενη σήμερα κοινή συνθήκη της πόλης ως πεδίο άσκησης πολιτικής με διπλό τρόπο (Castells 1991). Αυτή η διπολικότητα ανταποκρίνεται και στο επίπεδο της συλλογικής μνήμης που έχει ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία ενεργοποίησης του επικοινωνιακού νοήματος του δημόσιου χώρου. Στο κίνημα των πλατειών ανακαλείται στη συλλογική μνήμη η πλατεία ως τόπος ελευθερίας των πολιτών, και ειδικότερα στο Σύνταγμα η διπλή φόρτιση της συγκεκριμένης πλατείας, ως τόπος άσκησης εξουσίας και ως τόπος αγώνα.

Το ζήτημα τέλος του κοινωνικού μετασχηματισμού που δένεται άρρηκτα με το μετασχηματισμό της ζωής στην πόλη, αποτελεί σήμερα αναγκαίο επίδικο των κοινωνικών αγώνων. Στο κίνημα της πλατείας Συντάγματος το ζήτημα αυτό αν και προσεγγίστηκε δεν εκπληρώθηκε καθ’ ολοκληρία. Η μετασχηματιστική δυναμική που αναδείχθηκε δεν κατάφερε να διεισδύσει συνολικά στις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας και να αλληλεπιδράσει με την καθημερινότητα στους χώρους εργασίας, στους χώρους εκπαίδευσης. Παρέμεινε ένα δημιουργικό «διάλειμμα» στην καθημερινότητα. Ωστόσο αυτή η πρόσκαιρη αλλαγή της ζωής στην πόλη άφησε πίσω της παρακαταθήκες, όπως είναι η πληθώρα πρωτοβουλιών γειτονιάς, που επακολούθησαν και αναδεικνύουν μια νέα ποιότητα στην σχέση κατοίκου-πόλης και τρόπου βίωσης του αστικού χώρου.

Κλείνοντας επανερχόμαστε στο ζητούμενο που μένει ανοιχτό για τα κινήματα αλλά και για την συζήτηση για το χώρο και την πόλη. Αν όντως η πόλη, όπως είχε πει ο αστικός κοινωνιολόγος R.Park, είναι η πιο συνεπής και συνολική, η πιο επιτυχημένη προσπάθεια του ανθρώπου να ανακατασκευάσει τον κόσμο στον οποίο ζει ώστε να συμφωνεί περισσότερο με τις επιθυμίες της καρδιάς του, αν είναι ο κόσμος που κατασκεύασε ο άνθρωπος και ο κόσμος στον οποίο είναι στο εξής καταδικασμένος να ζει, τότε έμμεσα, και χωρίς καμία σαφή αίσθηση της φύσης της αποστολής του, φτιάχνοντας την πόλη ο άνθρωπος ξαναέφτιαξε τον εαυτό του. (Harvey,2013). Με αυτή τη λογική, η διεκδίκηση του δικαιώματος στην πόλη είναι ταυτόσημη διαδικασία με αυτή του επαναπροσδιορισμού των κοινωνικών σχέσεων, του πολιτισμού, της καθημερινότητας ή όπως σημειώνει ο Harvey το δικαίωμα στην πόλη ισοδυναμεί με το δικαίωμα να αλλάξουμε συλλογικά τους εαυτούς μας.

9. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arendt H., 2009. Η ανθρώπινη κατάσταση, Αθήνα: Γνώση

Castells M., 1991. The informational city, New York City: John Wiley and Sons Ltd Harvey D., 2011. «Οι αστεακές καταβολές των οικονομικών κρίσεων», Available from: http://encounterathens.wordpress.com/tag/david-harvey/

Harvey D., 2013. Εξεγερμένες Πόλεις, από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Αθήνα: ΚΨΜ

Lefebvre H., 2007. Δικαίωμα στην Πόλη, χώρος και πολιτική, Αθήνα: ΚΟΥΚΙΔΑ Αθανασίου Ε., 2000. «Εικονικές πλατείες στο παγκόσμιο χωριό, σενάρια για το μέλλον του δημόσιου χώρου», Η αρχιτεκτονική ως τέχνη Δουκέλλης Π., 2005. Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου, Αθήνα: Εστία

Καρύδης Δ., 1991. Ανάγνωση πολεοδομίας, η κοινωνική σημασία των χωρικών μορφών, Αθήνα: ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ

Κωτσάκης Δ., 2008. Ανθρώπινη Επικοινωνία και Χώρος, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ Σαρηγιάννης Γ., 2000. Αθήνα 1830-2000, Εξέλιξη, Πολεοδομία, Μεταφορές, Αθήνα: ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ

309

1

   David Harvey, The right to the city, http://kompreser.espivblogs.net/2011/04/02/dikaioma-stin-poli-david-harvey/

2

   Σχετικά με τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν το πλήθος, ο Michael Hardt, αναφέρει επίσης τα εξής: “Το πλήθος δεν είναι ένα αυθόρμητο πολιτικό υποκείμενο, αλλά ένα σχέδιο πολιτικής οργάνωσης. Το πλήθος πρέπει λοιπόν να κατανοηθεί όχι σαν ένα είναι αλλά σαν ένα γίγνεσθαι – ή μάλλον ένα είναι μη δεδομένο ή στατικό αλλά ως κάτι που σταθερά μετασχηματίζεται, εμπλουτίζεται, συγκροτείται σε μαι διαδικασία γίγνεσθαι. Όμως πρόκειται για ένα ιδιαίτερο είδος γίγνεσθαι, στο βαθμό που δεν υπάρχει δημιουργός πίσω από αυτή τη διαδικασία. Μέσω της παραγωγής της υποκειμενικότητας το πλήθος είναι το ίδιο δημιουργός της διαρκούς διαδικασίας να γίνει κάτι άλλο, μια αδιάκοπη διαδικασία συλλογικού αυτομετασχηματισμού”. Michael Hardt, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Το κοινό στον κομμουνισμό, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2010

3

   Στο επίπεδο του περιεχομένου της δράσης, τρία είδη αιτημάτων αναγνωρίζονται στη βιβλιογραφία ως χαρακτηριστικά των κινημάτων πόλης. Το πρώτο είδος αφορά αιτήματα γύρω από τη συλλογική κατανάλωση (Castells,1977,CasteUs, 1978, Lowe 1986). Το δεύτερο είδος αιτημάτων αφορά την προστασία της πόλης από κοινωνικές και φυσικές απειλές και την προάσπιση της ποιότητας ζωής. Το τρίτο είδος αιτημάτων συνιστά περισσότερο μια προέκταση των δύο προηγούμενων παρά μια καθαρή κατηγορία, καθώς αναφέρεται στη διεκδίκηση μεγαλύτερων δυνατοτήτων επιρροής ή και ελέγχου εκ μέρους των πολιτών των τοπικών θεσμών και αποφάσεων (Pickvance, 1995). Βλέπουμε λοιπόν ότι εκτός από την υπεράσπιση του περιβάλλοντος ‘πάνω και πέρα από τα κέρδη’, οι συλλογικότητες διεκδικούν και ταυτόχρονα προωθούν μια νέα αστική κουλτούρα, μέσω δράσεων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού ή και ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Έχοντας ως αντικείμενο το ευρύτερο πλαίσιο ζωής, τις μορφές και τους ρυθμούς της καθημερινής ζωής, οι συλλογικότητες θέτουν στη διάθεση των πολιτών μία νέα κοινωνικότητα

4

   Η “παραγωγή του χώρου” και η συσχετίσεις αυτού αποτέλεσαν το βασικό προβληματισμό του Ανρί Λεφέρβ, ο οποίος αντιλαμβάνεται το χώρο μόνο ως άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνική πραγματικότητα. Η θεωρία του αντιλαμβάνεται το χώρο ως το προιόν των κοινωνικών σχέσεων που λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας πως κάθε κοινωνία παράγει το δικό της χώρο. Lefebvre Henri, 1991, The Production of space, transl. by Nicholson -Smith, Blackwell Publishing, Oxford.

5

   Σχετικά με τα μορφολογικά εκείνα στοιχεία των κινημάτων πόλης, αξίζει εν πρώτοις να αναφερθεί πως το υποκείμενο της δράσης έχει σε γενικές γραμμές εξωθεσμικό χαρακτήρα. Η συστηματική χρήση μεθόδων διαμαρτυρίας διαφοροποιεί τα κοινωνικά κινήματα από άλλες μορφές συλλογικότητα, όπως τα κόμματα, οι ΜΚΟ και οι ομάδες πίεσης, που σε ορισμένες περιπτώσεις κάνουν περιαστασιακή χρήση μεθόδων διαμαρτυρίας, δίχως σε καμία περίπτωση να αποτελούν την κυρίαρχη μορφή δράσης τους. Η σχετική διάρκεια και συνέχεια της δράσης των συλλογικών υποκειμένων είναι εκείνη που διαφοροποιεί τα κινήματα από τα συγκρουσιακά επεισόδια, ενώ και το στοιχείο του δικτύου των ομάδων και οργανώσεων μας βοηθά ιδιαίτερα στο διαχωρισμό των μοναδιαίων -απομονωμένων οργανώσεων από τα κοινωνικά κινήματα και προσδίδει σε αυτά συγκεκριμένη ταυτότητα. Βασικό στοιχείο του ορισμού των κοινωνικών κινημάτων αποτελεί τέλος η επιδίωξη των κοινωνικών αλλαγών, κάτι που στο επίπεδο της θεωρίας των κινημάτων της πόλης έχει προσελκύσει σημαντικό ενδιαφέρον και προκαλέσει αντίστοιχες διαμάχες. Έτσι συμπερασματικά, ως κινήματα της πόλης θα πρέπει να θεωρήσουμε εκείνα τα συλλογικά υποκείμενα τα οποία αναφέρονται σε θέματα συλλογικής κατανάλωσης, αστικού περιβάλλοντος και ποιότητας της καθημερινή ζωής στην πόλη, διεκδικούν μεγαλύτερη επιρροή στους τοπικούς θεσμούς και τις αποφάσεις, έχουν εξωθεσμικό χαρακτήρα, κάνουν συστηματική χρήση αντισυμβατικών μορφών διαμαρτυρίας, παρουσιάζουν μια σχετική διάρκεια και συνέχεια στη δράση τους, έχουν αναπτύξει ή/και συμμετέχουν σε δίκτυα ομάδων και οργανώσεων και επιδιώκουν κοινωνικές αλλαγές που υπερβαίνουν τον στενό ορίζοντα της γειτονιάς.

6

   Οι τρόποι με τους οποίους οι συλλογικότητες ασκούν πίεση στην κεντρική εξουσία, είναι αφενός μέσω της προβολής των αιτημάτων τους στους αρμόδιους κρατικούς φορείς και μέσω της κατάθεσης προτάσεων σε αυτούς, με σκοπό την από κοινού επίλυση των εκάστοτε ζητημάτων. Πολλές όμως είναι και οι περιπτώσεις που οι συλλογικότητες προχωρούν σε άλλου τύπου ενέργειες, όπως πορείες και διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, καθώς και προσφυγή στη δικαιοσύνη σε περιπτώσεις αυθαιρεσίας από την πλευρά της κεντρικής διοίκησης. Κύριο όμως γνώρισμα του τρόπου με τον οποίο ενεργούν οι συλλογικότητες, είναι η οργάνωση δράσεων ακτιβιστικού χαρακτήρα. Πρόκειται για τις στιγμές εκείνες όπου οι συλλογικότητες λαμβάνουν ενεργό χαρακτήρα, αποφασίζοντας ‘να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους’, διεκδικώντας την ίδια την πόλη.

7

   Ενδεικτικό της κατάστασης των δημοσίων χώρων στην Ελλάδα είναι πως χώρος πρασίνου που αντιστοιχεί σε κάθε κάτοικο κυμαίνεται μεταξύ των 2,5 και 3,5 τ.μ., απέχοντας κατά πολύ από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καθώς και από τα 9 τ.μ. που ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως το ελάχιστο μέγεθος που εξασφαλίζει την καλή υγεία των κατοίκων των πόλεων. Δ. Εμμανουήλ, Έ. Ζακοπούλου, Ρ. Καυταντζόγλου, Θ. Μαλούτας, Α. Χατζηγιάννη, επιμέλεια, Κοινωνικοί και Χωρικοί Μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου Αιώνα, ΜΕΛΕΤΕΣ – ΕΡΕΥΝΕΣ ΕΚΚΕ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, 2008.

8

Ο συγκεκριμένος χάρτης αποτελεί καταγραφή των περιοχών του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, οι οποίες βρίσκονται υπό διεκδίκηση, σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε το 2008 από το Παρατηρητήριο Ελεύθερων χώρων, μια πρωτοβουλία η οποία δημιουργήθηκε προκειμένου να παρέχει την απαραίτητα πληροφόρηση αλλά και να επιτύχει το συντονισμό επιμέρους δράσεων και πρωτοβουλιών πολιτών. Ο χάρτης αφορά στις κοινωνικές αντιστάσεις ενάντι στην ιδιωτικοποίηση και την απώλεια του δημόσιου και κοινόχρηστου χαρακτήρα των ελεύθερων χώρων υπέρ της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, και όχι καταγραφή πολεοδομικών προβλημάτων. Μέσα από την ανάγνωση του χάρτη γίνεται εμφανής η συσσώρευση σημειακών περιοχών στο μητροπολιτικό κέντρο της Αθήνας, λόγω της πυκνότητας του δομημένου περιβάλλοντος κ της τεράστιας έλλειψης ελεύθερων χώρων. Όμως και στα περίχωρα της πόλης μεγάλες εκτάσεις, δασικές ή παράκτιες, απειλούνται από ιδιωτικοποίηση και ταυτόχρονη δόμησή τους, περιοχές που προορίζονται για μητροπολιτικά πάρκα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ανάσα πνοής για το ασφυκτικά δομημένο κέντρο της Αθήνας.

9

Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη συμμετοχή της νεολαίας στα γεγονότα της εποχής, έχει πολύ εύστοχα σημειωθεί πως “…η εξεγερμένη νεολαία εσέβαλε στα κέντρα των πόλεων και των δήμων, κατέλαβε δομημένους και αδόμητους χώρους και προσπάθησε να επαναπροσδιορίσει τις λειτουργίες τους και το περιεχόμενό τους, θέτοντάς τους στην υπηρεσία των αναγκών της εξέγερσης και του δημόσιου οφέλους. Πρόβαλε έναν δημοκρατικό τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης του δημόσιου χώρου”. Στα πλαίσια του ντοκιμαντέρ “το δικαίωμα στην πόλη” του aformi.gr. “Υπάρχει πολιτική του χώρου γιατί ο χώρος είναι πολιτικός”. πηγή: Μΐρ://%’%’%^ίοι™ί^Γ/2010/02/ένα-ντοκιμαντέρ-του^ίθΜί-το-δικαίωμα-στην/ Ημ. τελευταίας επίσκεψης: 30/09/2013

10

Σύμφωνα με τους Negri και Hardt . .Ενώ η παραδοσιακή έννοια αντιλαμβάνεται το κοινό σαν το φυσικό κόσμο έξω από την κοινωνία, η βιοπολιτική αντίληψη του κοινού αφορά όλες τις σφαίρες της ζωής, καθώς αναφέρεται όχι μόνο στη γη, τον αέρα, τα στοιχεία, ή ακόμα στα φυτά και στα ζώα, αλλά επίσης στα συντακτικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι η κοινή γλώσσα, οι συνήθειες, οι χειρονομίες, οι παθήσεις, οι κώδικες κ.ο.κ. Η σύγχρονη βιοπολιτική δίνει έμφαση όχι μόνο στη διατήρηση του κοινού, αλλά και στον αγώνα για τις συνθήκες παραγωγής του, όπως επίσης και στην επιλογή ανάμεσα στις ιδιότητές του, προωθώντας τις ευεργετικές και απωθώντας τις επιζήμιες, διεφθαρμένες μορφές του.