Η συνεργατική εναλλακτική της κοινωνίας απέναντι στην κερδοσκοπική συμμαχία της διαχείρισης των απορριμμάτων

Συγγραφέας: Κώστας Νικολάου
Ενότητα: Περιβάλλον και Κοινωνία.

Τα ονομαζόμενα «σκουπίδια», τα αστικά στερεά απορρίμματα (ΑΣΑ) έχουν αξία. Αποτελούν είτε πρώτες ύλες είτε ενδιάμεσα προϊόντα, που η επεξεργασία τους μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή νέων προϊόντων. Τα ΑΣΑ, αφού προέρχονται από προϊόντα, έχουν ενσωματωμένη εργατική δύναμη και υπεραξία (που ιδιοποιήθηκαν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και οι διαχειριστές της υπεραξίας), τις οποίες πλήρωσαν τελικά οι πολίτες αγοράζοντας τα προϊόντα. Τα ΑΣΑ λοιπόν, αποτελούν πλούτο που ανήκει στους πολίτες. Ενσωματώνοντας νέα εργατική δύναμη κατά την επεξεργασία και διαχείριση των ΑΣΑ μπορούν να παραχθούν νέα προϊόντα, μπορεί να παραχθεί νέος πλούτος.

Σ΄ αυτήν τη διαδικασία, τίθενται τρία κρίσιμα ερωτήματα: Πώς θα γίνει η διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ; Ποιός θα την υλοποιήσει; Ποιός θα διαχειρισθεί και θα αποφασίσει για τη διανομή του παραγόμενου πλούτου;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα καθορίζουν και την απάντηση στο ερώτημα: Ποιός θα καρπωθεί τον παραγόμενο πλούτο από τα ΑΣΑ;

Πριν όμως απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, προηγείται μεθοδολογικά ένα άλλο ερώτημα.

Είναι τα ΑΣΑ πλούτος, που μπορεί να οδηγήσει σε νέο πλούτο;

Η ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα αν είναι τα ΑΣΑ πλούτος, που μπορεί να οδηγήσει σε νέο πλούτο, αποτελεί προφανώς βασική προϋπόθεση για την απάντηση όλων των άλλων ερωτημάτων που τέθηκαν παραπάνω.

Ιστορικά, τα ΑΣΑ αντιμετωπίσθηκαν ως άχρηστα σκουπίδια, ως πρόβλημα προς απαλλαγή και γι’ αυτό η αρχική αντιμετώπισή τους ήταν η ανεξέλεγκτη διάθεσή τους σε χωματερές (ΧΑΔΑ: χώροι ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων) ή στην καλύτερη περίπτωση σε χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ).

Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι επιστημονικές έρευνες, καθώς και πρακτικές εφαρμογές σε όλο τον κόσμο απέδειξαν ότι η μείωση-πρόληψη μέρους των ΑΣΑ (εξοικονόμηση πόρων – ενέργειας), η επαναχρησιμοποίηση του τμήματος των ΑΣΑ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά από επισκευή-επεξεργασία, η ανακύκλωση άλλων τμημάτων των ΑΣΑ (πχ χαρτί, γυαλί, αλουμίνιο, πλαστικό, μέταλλα κλπ), η κομποστοποίηση-λιπασματοποίηση του οργανικού κλάσματος, ακόμα και η θερμική επεξεργασία τους μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή νέων προϊόντων, στη δημιουργία νέου πλούτου. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, επιστημονικές έρευνες απέδειξαν τις συγκεκριμένες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις τόσο της μέχρι πρότινος διαχείρισης των ΑΣΑ με ΧΑΔΑ ή/και ΧΥΤΑ, όσο και όλων των άλλων μεθόδων, που εν δυνάμει μπορούν να οδηγήσουν σε νέο πλούτο [1].

Η ανάγκη αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργούν οι ΧΑΔΑ και ΧΥΤΑ σε συνδυασμό με τη δυνατότητα των ΑΣΑ να οδηγήσουν σε νέο πλούτο με άλλες μεθόδους διαχείρισης ήταν επόμενο να κινήσει το ενδιαφέρον της άρχουσας τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων, αφού ανοιγόταν νέο πεδίο αποκόμισης επιχειρηματικών κερδών διαμέσου της εκμετάλλευσης τόσο του πλούτου που περικλείουν τα ΑΣΑ και είναι στα χέρια των πολιτών, όσο και της εργατικής δύναμης που μπορεί να ενσωματωθεί κατά τη διαχείριση των ΑΣΑ με νέες μεθόδους και τελικά, της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας. Απέμενε να επιλεγεί η κατάλληλη μέθοδος διαχείρισης.

Ποιά μέθοδος διαχείρισης των ΑΣΑ είναι κατάλληλη και για ποιόν είναι κατάλληλη;

Και πάλι εδώ και πολλές δεκαετίες, επιστημονικές έρευνες, καθώς και εφαρμογές σε όλο τον κόσμο απέδειξαν αυτό, που μόλις πριν μερικά χρόνια αποδέχθηκε θεσμικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι η καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ από ταυτόχρονα κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική άποψη είναι αυτή που στηρίζεται σε τρεις άξονες με την εξής ιεράρχηση: 1) πρόληψη – μείωση, 2) επαναχρησιμοποίηση και 3) ανακύκλωση – κομποστοποίηση – λιπασματοποίηση των απορριμμάτων, έτσι ώστε μια πολύ μικρή ποσότητα αδρανών απορριμμάτων να καταλήγει σε χώρο υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ). Η συνάρθρωση των τριών αυτών μεθόδων σε συνδυασμό με την αποκεντρωμένη διαχείριση (εγκαταστάσεις και συστήματα διαχείρισης σε επίπεδο δήμου ή διαχειριστικής ενότητας δήμων και όχι πανάκριβα επενδυτικά και λειτουργικά μεγαθήρια) είναι η φθηνότερη, προστατεύει το περιβάλλον, μπορεί να υλοποιηθεί από τις τοπικές κοινωνίες και τα οφέλη να τα καρπωθεί όλη η κοινωνία (υπό προϋποθέσεις, που θα εξετασθούν παρακάτω). Αντίθετα, η σημερινή κατάσταση με τις χωματερές και τους ΧΥΤΑ (τελευταία μέθοδος στην ιεράρχηση) και η σχεδιαζόμενη με τα εργοστάσια καύσης – ενέργειας (προτελευταία μέθοδος στην ιεράρχηση) αποτελούν τις χειρότερες λύσεις διαχείρισης απορριμμάτων από κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική άποψη [1].

Υπάρχει λοιπόν μια επιστημονικά και θεσμικά διεθνώς αποδεκτή ιεραρχία των μεθόδων διαχείρισης των απορριμμάτων, που αναδεικνύει τις λύσεις που ωφελούν τις τοπικές κοινωνίες.

Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα σήμερα είναι ανεπιθύμητο κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά το γεγονός ότι τα ΑΣΑ καταλήγουν είτε σε ανεξέλεγκτες χωματερές είτε σε ΧΥΤΑ, προωθείται κυρίαρχα η εγκατάσταση εργοστασίων καύσης – ενεργειακής αξιοποίησης των απορριμμάτων, που θα αναλάβουν ιδιωτικές επιχειρήσεις στα πλαίσια ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των απορριμμάτων. Είναι προφανές ότι το ενδιαφέρον των πολυεθνικών και εθνικών εταιρειών οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η μέθοδος διαχείρισης των απορριμμάτων μπορεί να αποφέρει τα μεγαλύτερα κέρδη. Κέρδη για τους επιχειρηματίες, τα οποία θα προκύψουν από τα επιπλέον οικονομικά βάρη (τα μεγαλύτερα από οποιαδήποτε άλλη λύση) που θα πληρώσουν οι πολίτες για την ιδιωτικοποιημένη διαχείριση απορριμμάτων και μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης με τα εισοδήματα συνεχώς να μειώνονται και την ανεργία να αυξάνεται.

Η πολιτική ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των απορριμμάτων δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρούμενης ιδιωτικοποίησης τομέων στρατηγικής σημασίας για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον (όπως είναι επίσης η ηλεκτρική ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι σιδηροδρομικές μεταφορές, η ύδρευση κλπ) στα πλαίσια του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού, ως της σύγχρονης έκφρασης του καπιταλισμού. Αυτή η νεοφιλελεύθερη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων σε συνδυασμό με την άνευ ιστορικού προηγουμένου επιθετική πολιτική του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αποτελεί μια πρωτοφανή επίθεση του μικρότερου αλλά και πλουσιότερου ποσοστού της κοινωνίας εναντίον της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού και οδηγεί σε μια τεράστια μεταφορά πλούτου από τους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους στα χέρια λίγων, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο την υπάρχουσα κρίση (που γεννήθηκε και οξύνθηκε ένεκα της κοινωνικής ανισότητας) και ωθώντας το σύστημα σε ακόμα πιο ακραία αταξία [2].

Ποιός μπορεί να υλοποιήσει την κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ;

Έχοντας σα δεδομένο ότι μια διαχείριση των ΑΣΑ με το χαμηλότερο κόστος, με τις περισσότερες νέες θέσεις εργασίας, με την αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος και με δυνατότητα κοινωνικά δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου είναι αυτή που βασίζεται στους τρεις άξονες: μείωση-πρόληψη, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση-λιπασματοποίηση, έτσι ώστε μια πολύ μικρή ποσότητα αδρανών απορριμμάτων να καταλήγει σε ΧΥΤΥ, τίθεται το ερώτημα: ποιός μπορεί να την υλοποιήσει;

Σύμφωνα με μια προσέγγιση, αυτήν τη διαχείριση με τους τρεις προαναφερόμενους άξονες θα μπορούσαν να την υλοποιήσουν και διαφόρων ειδών ιδιωτικές επιχειρήσεις. Περιβαλλοντικά το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι το ίδιο καλό. Όχι όμως οικονομικά και κοινωνικά. Διότι και σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει εκμετάλλευση του περικλειόμενου πλούτου των ΑΣΑ που ανήκει στους πολίτες, εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης που ενσωματώνεται στο νέο πλούτο που παράγεται με τη διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ και ιδιοποίηση της παραγόμενης νέας υπεραξίας από τους όποιους ιδιοκτήτες της όποιας επιχείρησης και διαχειριστές της υπεραξίας. Οικονομικά, το κόστος της διαχείρισης των ΑΣΑ ανεβαίνει για να καλυφθούν τα επιχειρηματικά κέρδη και κοινωνικά, είναι οι πολίτες που καλούνται να πληρώσουν και πάλι το λογαριασμό. Κατά συνέπεια, ακυρώνεται η δυνατότητα κοινωνικά δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου, που παρέχει εν δυνάμει αυτή η διαχείριση.

Μπορεί τα επιχειρηματικά μεγέθη και συμφέροντα να είναι μικρότερα σε σχέση με αυτά, που εμπλέκονται στις περιπτώσεις των μεθόδων καύσης και ΧΥΤΑ, αλλά και αυτή η περίπτωση ανήκει στην προαναφερθείσα πολιτική ιδιωτικοποίησης και σε ότι αυτή συνεπάγεται.

Μια άλλη προσέγγιση αποτελεί η λεγόμενη δημόσια διαχείριση των ΑΣΑ. Ως δημόσια συνήθως νοείται είτε η διαχείριση που ασκείται από το κεντρικό κράτος (συμπεριλαμβανομένων και των αποκεντρωμένων υπηρεσιών του, που ελέγχονται από αυτό), είτε αυτή που ασκείται από την τοπική αυτοδιοίκηση (δήμοι και αιρετές περιφέρειες).

Σε ότι αφορά τις κεντρικές πολιτικές επιλογές για τα ΑΣΑ, αυτές κυριαρχούνται από την ήδη αναφερθείσα νεοφιλελεύθερη πολιτική της ιδιωτικοποίησης. Η οικονομική και πολιτική κερδοσκοπική συμμαχία της διαχείρισης των ΑΣΑ έχει σχεδόν διαμορφωθεί σε κεντρικό επίπεδο και είναι ανοικτή ακόμα η κατανομή μεταξύ των διαφόρων μεγάλων και μικρότερων επιχειρηματικών συμφερόντων (που σχετίζεται με την προαναφερθείσα κατανομή μεταξύ των διαφόρων μεθόδων διαχείρισης των ΑΣΑ). Δεν υφίσταται σήμερα πολιτική κεντρικής δημόσιας διαχείρισης των ΑΣΑ. Η κεντρική νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση είναι η ιδιωτικοποίηση ή η σύμπραξη δημόσιου – ιδιωτικού τομέα, που αποτελεί παραλλαγή της ιδιωτικοποίησης, τόσο από οικονομική (η εμπειρία απέδειξε ότι οι συμπράξεις δημόσιου – ιδιωτικού κοστίζουν πάντα πολύ ακριβότερα) όσο και από κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι ασύμβατη με την κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ.

Στα πλαίσια της λεγόμενης δημόσιας διαχείρισης απομένει να εξετασθεί η αυτοδιοικητική διαχείριση των ΑΣΑ. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε τρία είδη ή πιθανές περιπτώσεις αυτοδιοικητικής διαχείρισης.

Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία μια αυτοδιοικητική αρχή έχει ταυτισθεί με τις προαναφερθείσες κεντρικές επιλογές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ιδιωτικοποίησης. Η αυτοδιοικητική αρχή, που είτε παραχωρεί τη διαχείριση των ΑΣΑ στον ιδιωτικό τομέα είτε συμπράττει με αυτόν, έχει πλέον προσχωρήσει στην οικονομική και πολιτική κερδοσκοπική συμμαχία της διαχείρισης των ΑΣΑ. Ουσιαστικά, δεν πρόκειται σ’ αυτήν την περίπτωση για αυτοδιοικητική διαχείριση, αλλά για σαφή ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία μια αυτοδιοικητική αρχή αποφασίζει να διαχειρισθεί τα ΑΣΑ η ίδια, εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση. Περιβαλλοντικά και οικονομικά το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι το επιθυμητό. Όχι όμως απαραίτητα και κοινωνικά δίκαιο. Διότι σ’ αυτήν την περίπτωση, η εκμετάλλευση του περικλειόμενου πλούτου των ΑΣΑ που ανήκει στους πολίτες, η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης που ενσωματώνεται στο νέο πλούτο που παράγεται με τη διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ και η παραγόμενη νέα υπεραξία οδηγούν σε πλούτο που ανήκει στην αυτοδιοικητική αρχή και άρα θεωρητικά σε όλους τους πολίτες, αλλά τίθεται το ερώτημα ποιος διαχειρίζεται την νέα υπεραξία και τον νέο πλούτο και ποιος αποφασίζει γι’ αυτά. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, εφόσον οι αποφάσεις λαμβάνονται από την αυτοδιοικητική αρχή, για λογαριασμό και στο όνομα μεν των πολιτών, αλλά χωρίς τους πολίτες, δηλαδή, χωρίς κοινωνικό έλεγχο, χωρίς διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού (λαϊκές συνελεύσεις όπου εκεί λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις), τότε οι προτεραιότητες και οι τρόποι διάθεσης του παραγόμενου πλούτου μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινωνικά άδικη κατανομή (πχ χρηματοδότηση έργων και δραστηριοτήτων χαμηλής κοινωνικά προτεραιότητας με ιδιωτικές εργολαβίες). Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία της διαχείρισης είναι αυτοδιοικητική, αλλά ο παραγόμενος πλούτος μπορεί να καταλήγει στα χέρια λίγων ιδιωτών και όχι στο κοινωνικό σύνολο. Η κοινωνικά δίκαιη διαχείριση των ΑΣΑ προϋποθέτει ότι και η ιδιοκτησία, αλλά και η διαχείριση της παραγόμενης υπεραξίας, του νέου πλούτου ανήκουν στους πολίτες και ασκούνται από τους ίδιους.

Η τρίτη λοιπόν περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία μια αυτοδιοικητική αρχή διαχειρίζεται τα ΑΣΑ η ίδια, εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση με κοινωνικό έλεγχο, με διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού (λαϊκές συνελεύσεις όπου εκεί λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις), οπότε οι προτεραιότητες και οι τρόποι διάθεσης του παραγόμενου πλούτου μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινωνικά δίκαιη κατανομή (πχ χρηματοδότηση έργων και δραστηριοτήτων υψηλής κοινωνικά προτεραιότητας με βάση τις κοινωνικές ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας). Σ’ αυτήν την περίπτωση, όχι μόνο οικονομικά και περιβαλλοντικά το αποτέλεσμα είναι το επιθυμητό, αλλά και η κοινωνικά δίκαιη διαχείριση των ΑΣΑ είναι εξασφαλισμένη, αφού και η ιδιοκτησία, αλλά και η διαχείριση της παραγόμενης υπεραξίας, του νέου πλούτου ανήκουν στους πολίτες και ασκούνται από τους ίδιους.

Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές ότι σ’ αυτήν την τρίτη περίπτωση βρίσκεται ο στόχος και οι διεκδικήσεις των κοινωνικών αγώνων, που αφορούν στη διαχείριση των ΑΣΑ.

Στο σημείο αυτό, τίθενται αναπόφευκτα ορισμένα ερωτήματα.

Σε περιοχές, που η αυτοδιοικητική αρχή υιοθετεί μεν την καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ, αλλά δεν εφαρμόζει διαδικασίες κοινωνικού ελέγχου και δημοκρατικού προγραμματισμού, μπορούν οι κοινωνικοί αγώνες να τις επιβάλλουν;

Η απάντηση μπορεί να είναι θετική μεν, αλλά η παράλληλη προετοιμασία εναλλακτικών λύσεων θα συνέβαλλε αποφασιστικότερα στον ίδιο σκοπό. Το θέμα αυτό εξετάζεται παρακάτω.

Σε περιοχές όμως, που οι κοινωνικοί αγώνες διαμορφώνουν μεν ένα πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ της καλύτερης διαχείρισης, αλλά η αυτοδιοικητική αρχή συμπορεύεται με την κερδοσκοπική συμμαχία, ποιά διαχείριση τελικά θα εφαρμοσθεί;

Οι κοινωνικοί αγώνες μπορούν να αποτρέψουν τις κερδοσκοπικές λύσεις τύπου εργοστασίων καύσης κλπ, αλλά εφόσον η αυτοδιοικητική αρχή δεν προσχωρεί συνειδητά στην κοινωνικά επιθυμητή διαχείριση, τότε η διαχείριση που θα συνεχίσει να εφαρμόζεται θα είναι η υπάρχουσα, αυτή των ΧΥΤΑ, δηλαδή, η χειρότερη όλων των μεθόδων. Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η αυτοδιοικητική αρχή, υποχωρώντας στην κοινωνική απαίτηση, αποφασίσει την υιοθέτηση της κοινωνικά επιθυμητής διαχείρισης, αυτή δεν πρόκειται ποτέ να υλοποιηθεί με τέτοιους όρους. Το πιθανότερο είναι να την υπερασπίζεται στα λόγια και να αδιαφορεί για την εφαρμογή της (αυτό αποδεικνύει η μέχρι τώρα εμπειρία με την ελλιπέστατη προώθηση της πρόληψης, επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, κομποστοποίησης κλπ), έτσι ώστε να αναδειχθεί ως αναγκαστική, ως μονόδρομος, η κερδοσκοπική λύση. Αλλά κι αν υποτεθεί ότι δεν θα την υπονομεύσει στην πράξη, το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να υλοποιήσει κάποιος κάτι που δεν πιστεύει και αυτό ισχύει ιδίως για τις προαναφερόμενες μεθόδους, που απαιτούν συστηματική προσπάθεια και αφιέρωση δυνάμεων για να πετύχουν.

Εδώ είναι, που όλοι οι πολίτες της περιοχής χρειάζεται να πάρουν την υπόθεση στα δικά τους χέρια και να προωθήσουν οι ίδιοι την υλοποίηση της κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερης διαχείρισης των ΑΣΑ σε αποκεντρωμένη κλίμακα και με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Δεν υπάρχουν αδιέξοδα στους κοινωνικούς αγώνες, αρκεί να μη βάζουμε μόνο στόχους, αλλά να φροντίζουμε να ξέρουμε και σημάδι.

Προσεγγίζοντας τη συνεργατική εναλλακτική της κοινωνίας

Όταν η κεντρική ή αυτοδιοικητική δημόσια διαχείριση δεν μπορεί (για οποιονδήποτε λόγο) να ταυτισθεί με την κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ σε αποκεντρωμένη κλίμακα με κοινωνικό έλεγχο και διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού, τότε είναι όλοι οι πολίτες της περιοχής, που μπορούν να την εφαρμόσουν βασιζόμενοι στα στέρεα επιστημονικά και φιλοσοφικά θεμέλια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και της άμεσης δημοκρατίας, δημιουργώντας συνεργατική επιχείρηση – συνεταιρισμό για τη διαχείριση των ΑΣΑ και αναδεικνύοντας έτσι το πραγματικό περιεχόμενο του όρου «δημόσια διαχείριση» (διαχείριση από το «δήμο», δηλαδή από το «λαό», που είναι το πρωταρχικό και αρχαιοελληνικό νόημα της λέξης).

Και ισχύουν αυτά στα πλαίσια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, αφού εξ ορισμού οι βάσεις της είναι:

η συλλογική ιδιοκτησία της συνεργατικής επιχείρησης (ένας πολίτης ή/και εργαζόμενος – μία μετοχή – μία ψήφος)
η ανατροπή της καπιταλιστικής σχέσης κεφαλαίου – εργασίας
η άμεση δημοκρατία και ο λαϊκός έλεγχος των συλλογικών αποφάσεων (αποφάσεις από τις συνελεύσεις και όχι από αντιπροσώπους σε διοικήσεις που εκλέγονται μια φορά στα 2-4 χρόνια)
η μη αποξένωση του εργαζόμενου από το προϊόν της εργασίας του
η κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη: δεν είναι σκοπός το κέρδος, δεν διανέμονται κέρδη στους μετόχους, δεν δημιουργείται υπεραξία της μετοχής και άρα μελλοντικό κέρδος για τους μετόχους σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας
η ισότητα: η δημιουργία ισότητας από τον πλούτο που παράγεται και όχι ανισότητας όπως στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο
η δημιουργία συνθηκών όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων
η φιλική στο περιβάλλον δραστηριότητα
η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη διαχείριση της συνεργατικής επιχείρησης σε σχέση με την καπιταλιστική
η απόδειξη της ικανότητας της ανθρώπινης φύσης να διαχειρίζεται περίπλοκες κοινωνικές σχέσεις με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες [2, 3].
Είναι απόλυτα απαραίτητο να ξεκαθαρισθεί ότι κάθε ονομαζόμενη συνεταιριστική επιχείρηση – συνεταιρισμός δεν σημαίνει ότι αυτόματα ανήκει στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, αν δεν στηρίζεται στις παραπάνω βασικές αρχές. Επίσης, «ως προς τους σημερινούς συνεταιρισμούς, αυτοί έχουν αξία μόνον εφόσον είναι ανεξάρτητο δημιούργημα των εργατών και δεν προστατεύονται ούτε από τις κυβερνήσεις ούτε από τους αστούς» [4]. Γιατί «το ότι οι εργάτες θέλουν να δημιουργήσουν τους όρους της συνεργατικής παραγωγής σε μια κοινωνική κλίμακα και πρώτα απ’ όλα σε εθνική κλίμακα, στη χώρα τους, σημαίνει μόνο ότι αυτοί εργάζονται να ανατρέψουν τους σημερινούς όρους της παραγωγής και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργία συνεταιρισμών με τη βοήθεια του κράτους» [4].

Ακόμα, «αν οι υλικοί όροι της παραγωγής αποτελούν συνεργατική ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών, τότε και ο τρόπος διανομής των μέσων κατανάλωσης θάναι διαφορετικός από το σημερινό» [4]. Το οικονομικό μοντέλο παραγωγής και διανομής της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας αντιστρατεύεται τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, διότι δεν στηρίζεται στην κερδοσκοπία, αλλά στην ικανοποίηση των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών, υλικών και άυλων. Όταν προκύπτει πλεόνασμα, αυτό συμβαίνει γιατί το πλήρωσε το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό λοιπόν πρέπει να επιστρέψει. Αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους καλύπτοντας πραγματικές ανάγκες που υπάρχουν τη δεδομένη ιστορική συγκυρία: με δραστηριότητες για να αντιμετωπισθεί η ανεργία, με δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια κλπ.

Συγκεκριμένα, η λειτουργία συνεταιρισμών διαχείρισης των ΑΣΑ από όλους τους πολίτες μιας περιοχής, μπορεί να περιλαμβάνει την κάλυψη των μισθών των εργαζομένων (που είναι και ιδιοκτήτες-μέτοχοι μαζί με όλους τους πολίτες της περιοχής), της απόσβεσης των πάγιων εξόδων, των λειτουργικών εξόδων και ότι περισσεύει, δεν διανέμεται στους μετόχους ως κέρδος, αλλά πηγαίνει για την κάλυψη άλλων κοινωνικών αναγκών (αλληλέγγυα οικονομία). Στην περίπτωση ενός τέτοιου συνεταιρισμού διαχείρισης των ΑΣΑ, ο περικλειόμενος πλούτος των ΑΣΑ που ανήκει στους πολίτες, η εργατική δύναμη που ενσωματώνεται στο νέο πλούτο που παράγεται με τη διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ και η παραγόμενη νέα υπεραξία οδηγούν σε νέο πλούτο που ανήκει σε όλους τους πολίτες και τον διαχειρίζονται όλοι οι πολίτες. Ένας τέτοιος συνεταιρισμός λοιπόν, δεν αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, αλλά στην αποτροπή της ιδιοποίησης της εργατικής δύναμης, της υπεραξίας, του πλούτου από τους λίγους, που επιχειρείται να συμβεί με την όποιας μορφής ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των ΑΣΑ.

Με συνεταιρισμούς όλων των πολιτών μπορεί να εφαρμοσθεί η προαναφερόμενη κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση με κοινωνικό έλεγχο, με διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού (λαϊκές συνελεύσεις όπου εκεί λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις), οπότε οι προτεραιότητες και οι τρόποι διάθεσης του παραγόμενου πλούτου μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινωνικά δίκαιη κατανομή. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όχι μόνο οικονομικά και περιβαλλοντικά το αποτέλεσμα είναι το επιθυμητό, αλλά και η κοινωνικά δίκαιη διαχείριση των ΑΣΑ είναι εξασφαλισμένη, αφού και η ιδιοκτησία, αλλά και η διαχείριση του νέου πλούτου ανήκουν στους πολίτες και ασκούνται από τους ίδιους.

Η ιδέα της συνεργατικής αυτοδιεύθυνσης των επιχειρήσεων διαχείρισης των ΑΣΑ από όλους τους εργαζόμενους και τους πολίτες μιας περιοχής, οι οποίοι καταργούν και αντικαθιστούν τους καπιταλιστές στη θέση του καρπωτή της υπεραξίας που οι ίδιοι παράγουν, αποτελεί παράδειγμα μιας γενικότερης προσέγγισης, σύμφωνα με την οποία η απουσία της ήταν η καθοριστική αιτία, που ανέτρεψε τις κοινωνικές πολιτικές και το κράτος πρόνοιας στις καπιταλιστικές χώρες [5]. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι η λογική συνέπεια των διαθέσιμων – εδώ και ενάμιση αιώνα – επιστημονικών αναλύσεων και θεωριών για την υπεραξία [6].

Υπάρχει λοιπόν «μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας επί της πολιτικής οικονομίας της ιδιοκτησίας. Μιλάμε για το συνεργατικό κίνημα…» [7], που θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι παρουσιάζει ένα φοβερό πρόβλημα, που εντοπίσθηκε εδώ και 150 χρόνια περίπου, ότι «οι ενώσεις των εργατών μπορούσαν να διαχειρίζονται καταστήματα, μύλους και σχεδόν κάθε είδους δραστηριότητα με επιτυχία και αμέσως βελτίωναν τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Αλλά δεν άφηναν μια διακριτή θέση για αφεντικά. Τρομερό!» [8].

Προσεγγίζοντας τη συνεργατική εναλλακτική της κοινωνίας, υπογραμμίζουμε ότι «η αξία αυτών των μεγάλων κοινωνικών πειραμάτων δεν μπορεί να υπερεκτιμάται» [7]. Οι συνεργατικές επιχειρήσεις της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο από μόνες τους. Χρειάζεται η πολιτική γι’ αυτό. Αποτελούν μια βάση και ένα υπαρκτό πρότυπο (τεράστιας σημασίας θέμα), που μπορεί να προβληθεί στο μέλλον, αλλά χρειάζεται πολιτική για την κοινωνική αλλαγή. Η λειτουργία των συνεργατικών επιχειρήσεων αποτελεί από τη μια μεριά, μια μορφή άμυνας των εργαζομένων και όλων των πολιτών στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και από την άλλη, ένα σχολείο δημοκρατίας και συλλογικής διακυβέρνησης, όπου συσσωρεύεται γνώση και εμπειρία στους εργαζόμενους και στους πολίτες, εξαιρετικά σημαντικές για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, δίκαιης και αλληλέγγυας.

Είναι ρεαλιστική η συνεργατική εναλλακτική; Απίστευτο, κι όμως είναι!

Το κυριότερο επιχείρημα, που χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί η ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των ΑΣΑ και να αποτραπεί οποιαδήποτε άλλη λύση, αφορά το οικονομικό ζήτημα: χρειάζονται λεφτά, οι επενδύσεις είναι ακριβές, λεφτά δεν υπάρχουν, άρα καταφεύγουμε στον ιδιωτικό τομέα που είναι πρόθυμος να επενδύσει.

Ας εξετάσουμε λοιπόν με στοιχεία, την οικονομική διάσταση της αναφερθείσας κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερης διαχείρισης των ΑΣΑ σε αποκεντρωμένη και μικρή κλίμακα, με κοινωνικό έλεγχο και δημοκρατικό προγραμματισμό.

Διασταυρωμένα δεδομένα πρακτικών εφαρμογών και τεχνικο-οικονομικών μελετών, που εκπονήθηκαν από διάφορες συλλογικότητες σε συνεργασία με φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Περιφέρεια Αττικής, καθώς και στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, που δραστηριοποιούνται στην κατεύθυνση της κοινωνικά επιθυμητής διαχείρισης και συμμετέχουν στην πανελλήνια δικτύωση για την εναλλακτική διαχείριση των ΑΣΑ (Πρωτοβουλία Συνεννόησης για τη Διαχείριση των Απορριμμάτων κλπ) δείχνουν τα παρακάτω.

Σε μια περιοχή (Δήμο ή διαχειριστική ενότητα δήμων) με πληθυσμό περίπου 50.000 κατοίκους, η πλήρης εφαρμογή της προτεινόμενης διαχείρισης των ΑΣΑ σημαίνει:

Έξοδα για πάγιες εγκαταστάσεις: 50 – 60 €/κάτοικο ή 100-120 €/κάτοικο αν χρειάζεται και συμμετοχή για εργασίες ΧΥΤΥ (εφόσον δεν υπάρχει ήδη στην περιοχή)
Έξοδα διαχείρισης και λειτουργίας: 14-15 €/κάτοικο κάθε χρόνο
Έσοδα: 50-75 €/κάτοικο κάθε χρόνο
Νέες θέσεις εργασίας: 32.
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στη χειρότερη περίπτωση χρειάζονται 135 €/κάτοικο τον πρώτο χρόνο (εφάπαξ πάγια έξοδα συν τα ετήσια λειτουργικά έξοδα) και 15 €/κάτοικο το δεύτερο χρόνο (τα ετήσια λειτουργικά έξοδα), άρα συνολικά 150 €/κάτοικο στα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής της συγκεκριμένης διαχείρισης. Τα έσοδα όμως θα είναι 50-75 €/κάτοικο κάθε χρόνο, οπότε σε 2-3 χρόνια θα υπάρχει απόσβεση και στη συνέχεια θα υπάρχει ένα όφελος 35-60 €/κάτοικο κάθε χρόνο.

Η προτεινόμενη λοιπόν διαχείριση είναι και φθηνή και βιώσιμη. Αν μια αυτοδιοικητική αρχή δεν μπορεί (για οποιονδήποτε λόγο) να την υλοποιήσει, τότε μπορούν να την υλοποιήσουν όλοι οι πολίτες της περιοχής, ενωμένοι στα πλαίσια της προαναφερθείσας συνεργατικής εναλλακτικής διαχείρισης των ΑΣΑ.

Η συγκυρία της οικονομικής κρίσης με τη συνεχή πτώση των εισοδημάτων και τη συνεχή αύξηση της ανεργίας, καθιστά ακόμα πιο επιτακτική και αναγκαία τη συνεργατική εναλλακτική, για να αποφευχθούν νέα οικονομικά βάρη στους πολίτες, που θα φέρει η όποια ιδιωτικοποίηση, αλλά και για να διατίθεται το όποιο πλεόνασμα στην κάλυψη των πραγματικών κοινωνικών αναγκών και όχι των ιδιωτικών συμφερόντων.

Αντί επιλόγου

«Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο, λεν πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό. Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού» [9]. Στους πολίτες εναπόκειται να επιχειρήσουν να αποδείξουν το αντίθετο. Το πολύ-πολύ να χάσουν την άβυσσο.

Βιβλιογραφία

Νικολάου Κ., Πολιτική κερδοσκοπικής διαχείρισης των απορριμμάτων ή πράσινης ανάπτυξης; Ιστολόγιο Διαλεκτικά, 9.2.11, http://www.dialektika.gr
Νικολάου Κ., Επιστήμη και κρίση: Προσεγγίζοντας την κοινωνικά δίκαιη έξοδο, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, 10.12.11, http://www.dialektika.gr
Νικολάου Κ., Η κρίση και η κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, 27.6.11, http://www.dialektika.gr
Marx K., Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Εκδ. Καμπίτση, Αθήνα
Wolff R., Workers self directed enterprises, Lecture, Berlin, 5.11.11
Marx K., Grundrisse – Fondements de la critique de l’ économie politique, Ed. Anthropos, Paris, 1968
Marx K., Inaugural Address of the International Working Men’s Association “The First International”, 1864, Marxists Org.
Marx K., The Capital. Acritiqueofpoliticaleconomy, Ed. Lawrence and Wishart, London, 1954
Brecht B., Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου, 1937

– See more at: http://www.peekpemagazine.gr/article/%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82#sthash.Oev10g8m.dpuf

Η «λεγόμενη «Λαϊκή Εξουσία”», τα τάγματα ασφαλείας και το λεύκωμα των ΓΑΚ (ΑΡΧΕΙΑ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ )

24/07/2013

Ο ΕΛΑΣ παρελαύνει στην Καλαμάτα στις 28 Οκτωβρίου 1944 (φωτό από kalamatafreespace)

Ενστάσεις και παρατηρήσεις διατυπώνουν δημοτικές παρατάξεις για την πολιτική θέση που ενδεχομένως πάρουν τα Αρχεία Νομού Μεσσηνίας, των Γενικών Αρχείων του Κράτους, στο λεύκωμα το οποίο ετοιμάζουν για τη νεότερη ιστορία της Καλαμάτας…

Σταύρος Μαρτίνος

Συνέχεια ανάγνωσης Η «λεγόμενη «Λαϊκή Εξουσία”», τα τάγματα ασφαλείας και το λεύκωμα των ΓΑΚ (ΑΡΧΕΙΑ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ )

Η μπίζνα των σκουπιδιών

24/07/13 logo εφσυντακτων

ΗΛΕΙΑ Εργολάβος που έχει συλληφθεί για περιβαλλοντικές παραβάσεις κι εκκρεμούν εις βάρος του και άλλες υποθέσεις υπογράφει τη μία σύμβαση μετά την άλλη με τον Δήμο Καλαμάτας για μεταφορά απορριμμάτων

Του Δημήτρη Τερζή

 

Το πρόσφατο περιστατικό με τα φορτηγά που μετέφεραν 40 τόνους απορριμμάτων για να τα θάψουν στο δρυόδασος της Φολόης –το οποίο ανήκει στο δίκτυο Natura– μοιάζει να είναι η κορυφή ενός ρυπαρού παγόβουνου, το οποίο μολύνει την Ηλεία εδώ και καιρό.

Σκουπίδια από την Καλαμάτα και τη Σπάρτη, σκουπίδια από το Νοσοκομείο Πύργου κι ένας θεός ξέρει από πού αλλού έχουν καταλήξει στις Θίνες Βαρθολομιού, στον Αλφειό ποταμό, στην περιοχή Φλόκα της Αρχαίας Ολυμπίας κι εσχάτως στη Φολόη.

Ο εργολάβος Θεόδωρος Καράμπελας, ο οποίος συνελήφθη στη Φολόη και με περιοριστικούς όρους αφέθηκε ελεύθερος, έχει υπογράψει με τον δήμαρχο Καλαμάτας Παναγιώτη Νίκα αρκετές συμβάσεις μεταφοράς απορριμμάτων έναντι υψηλής αμοιβής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο Δήμος Καλαμάτας πληρώνει ετησίως περί τα 2,5 εκατ. ευρώ για τη μεταφορά των σκουπιδιών. Το περίεργο είναι πως στον δήμο υποστηρίζουν ότι δεν γνωρίζουν πού καταλήγουν τα σκουπίδια της πόλης.

Φωτιά σε εταιρεία

Αν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν και ειδικότερα στο 2011, θα διαπιστώσει μια περίεργη ιστορία που συνέβη στην περιοχή της Καλαμάτας. Αναφερόμαστε σε μια πυρκαγιά που σε μια νύχτα κατέστρεψε ολοσχερώς τις εγκαταστάσεις μιας ιδιωτικής εταιρείας, η οποία είχε αναλάβει να διαχειρίζεται τα απορρίμματα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής με το σύστημα της κομποστοποίησης.

Η συγκεκριμένη εταιρεία με την ονομασία Ram Europe είχε λάβει άδεια από το Λιμενικό να εξάγει τα στερεά σκουπίδια στο εξωτερικό για εκμετάλλευση. Το σχέδιο, ωστόσο, δεν προχώρησε ποτέ, καθώς η εταιρεία δεν μπόρεσε να καλύψει το κόστος της ζημιάς, η Αστυνομία παρά τις έρευνες δεν βρήκε τους υπαίτιους της πυρκαγιάς και η διαχείριση της μεταφοράς των απορριμμάτων ανατέθηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος στον κ. Καράμπελα.

Σε κατά καιρούς δηλώσεις του, ο δήμαρχος της πόλης έχει παραδεχτεί το πρόβλημα της μεταφοράς των απορριμμάτων και έχει αναφέρει μάλιστα πως κάποιοι άλλοι (εργολάβοι;) του είχαν προτείνει να τα παίρνουν με καράβι και με άγνωστο προορισμό.

Ο Αλφειός και η Χρυσή Αυγή!

Όπως γράψαμε και πιο πάνω, δεν είναι η πρώτη φορά που ο εν λόγω εργολάβος απασχολεί την αστυνομική διεύθυνση Ηλείας. Πέρυσι, σε μπλόκο που είχε στηθεί στον Αλφειό ποταμό, όχημα της εταιρείας τού εν λόγω εργολάβου μόλις αντιλήφθηκε την ενέδρα της Αστυνομίας εφόρμησε κατά των αστυνομικών, οι οποίοι απάντησαν με πυροβολισμούς στον αέρα για να εκφοβίσουν τον οδηγό, ο οποίος διέφυγε τελικά τη σύλληψη, αφήνοντας το φορτηγό κολλημένο στο ποτάμι.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου τότε, ο εργολάβος είχε δηλώσει πως ήταν συνοδηγός και πως ο λόγος που το όχημα ανέπτυξε ταχύτητα ήταν από τον φόβο της… Χρυσής Αυγής, η οποία είχε επιδείξει… ενδιαφέρον για το θέμα της διαχείρισης των σκουπιδιών στην Ηλεία!

«Μεταρρυθμιστικό» μανιφέστο πέντε δημάρχων εναντίον κυβέρνησης και «στασιμότητας»

«Μεταρρυθμιστικό» μανιφέστο πέντε δημάρχων εναντίον κυβέρνησης και «στασιμότητας»
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/07/2013 22:32 |


Ο δήμαρχος Αθήνας Γιώργος Καμίνης (δεξιά) με τον δήμαρχο της Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη σε παλαιότερη πολιτική εκδήλωση.
«Μεταρρυθμιστικό» μανιφέστο πέντε δημάρχων εναντίον κυβέρνησης και «στασιμότητας» Κείμενο με το οποίο εξαπολύουν πυρά, πρώτον κατά της κυβέρνησης την οποία κατηγορούν για «συντηρητική αναδίπλωση» με γνώμονα τις επιλογές της στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και δεύτερον, κατά εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που «αντιδρώντας σε κάθε αλλαγή λειτουργούν ως «κήρυκες της στασιμότητας”», υπογράφουν πέντε ανεξάρτητοι δήμαρχοι μεγάλων πόλεων της χώρας, συνιστώντας ουσιαστικά ένα μέτωπο με πολιτικά χαρακτηριστικά.

Κοινό βηματισμό βρήκαν και πάλι οι Γιώργος Καμίνης της Αθήνας, ο Γιάννης Μπουτάρης της Θεσσαλονίκης, ο Γιάννης Δημαράς της Πάτρας, ο Πάνος Σκοτινιώτης του Βόλου και Φίλιππος Φίλιος των Ιωαννίνων με αφορμή αυτή τη φορά τα μέτρα για τη διαθεσιμότητα και τις απολύσεις.

Στο κείμενο που συνυπογράφουν οι πέντε δηλώνουν ότι «τώρα είναι η ώρα, για τη δημιουργία ενός τολμηρού μεταρρυθμιστικού σχεδίου» για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Οι πέντε δήμαρχοι, με εκσυγχρονιστική διάθεση και κινούμενοι στη… μέση οδό, εμφανίζονται να απορρίπτουν «πολιτικά συντηρητικές επιλογές», όπως χαρακτηρίζουν τις οριζόντιες περικοπές και απολύσεις στους δήμους, αλλά και να μην αποδέχονται την τακτική της «αντιπολιτευτικής καταγγελίας». Τονίζουν ότι είναι «έτοιμοι για προτάσεις ώστε να διαμορφωθεί ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο προς όφελος των πολιτών» το οποίο, σύμφωνα με την άποψή τους, αποτελεί «προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών».

Μόλις τον περασμένο μήνα, οι πέντε δήμαρχοι είχαν υπογράψει κείμενο – μετά το συνέδριο της ΚΚΕΔΕ -, στο οποίο διατύπωναν την άποψή τους κατά του ρατσισμού, προβάλλοντας την ανάγκη να υπάρξει «συντονισμένη αντιμετώπιση κατά των ξενοφοβικών φαινομένων».

Με τη νέα παρέμβασή τους εκφράζουν την ανησυχία τους για την υποβάθμιση του ρόλου των δήμων από την κεντρική εκτελεστική εξουσία, η οποία, «αυθαίρετα και αιφνιδιαστικά, χωρίς κανένα σχέδιο, υφαρπάζει αρμοδιότητες, αφαιρεί πόρους, απολύει εργαζόμενους». Επισημαίνουν ότι ο τρόπος αντιμετώπισης των δήμων και των δημάρχων από την κεντρική εκτελεστική εξουσία αποτελεί «συντηρητική αναδίπλωση και γεννά έντονες ανησυχίες για τις επιδιώξεις και τους στόχους της».

Παράλληλα όμως καταγγέλλουν τους «κήρυκες τη στασιμότητας», διαχωρίζοντας τη θέση τους από τον λαϊκισμό και την αντιμεταρρυθμιστική στάση πολιτικών δυνάμεων που «χαϊδεύουν αφτιά και ενώ κόπτονται υπέρ των μεταρρυθμίσεων, στην πραγματικότητα δεν τις θέλουν και βάζουν φραγμούς σε οποιαδήποτε αλλαγή».

Ολόκληρο το κείμενο των πέντε δημάρχων:

«ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΡΑ!

Tην ώρα που τα προβλήματα της καθημερινής λειτουργίας των πόλεων πολλαπλασιάζονται και γίνονται πιο σύνθετα, ο σύγχρονος διεθνής τρόπος διακυβέρνησης και πολιτικής αντιπροσώπευσης υποδεικνύει την ενδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με περισσότερες αρμοδιότητες, πόρους και μεγαλύτερη αυτονομία. Κυρίως γιατί η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ο εγγύτερος, ο πιο προσβάσιμος και ο αποτελεσματικότερος θεσμός για τον πολίτη και τα προβλήματά του.

»Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στη χώρα μας, με τελευταίο παράδειγμα την απόφαση για την κατάργηση υπηρεσιών και την απόλυση εργαζομένων (δημοτική αστυνομία, σχολικοί φύλακες), που θίγει τον σκληρό πυρήνα των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων των Δήμων και προσδίδει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά στην επίθεση που δέχεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση από την κυβέρνηση. Ο τρόπος αντιμετώπισης των Δήμων και των Δημάρχων από την κεντρική εκτελεστική εξουσία αποτελεί συντηρητική αναδίπλωση και γεννά έντονες ανησυχίες για τις επιδιώξεις και τους στόχους της.

»Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αντιμετωπίζεται σαν επαίτης, σαν φτωχός συγγενής του Κεντρικού Κράτους, το οποίο αυθαίρετα και αιφνιδιαστικά, χωρίς κανένα σχέδιο, υφαρπάζει αρμοδιότητες, αφαιρεί πόρους, απολύει εργαζόμενους. Το Κράτος αμφισβητεί απροκάλυπτα την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως θεσμό δημόσιας τοπικής εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, ανθεί ο λαϊκισμός και η αντιμεταρρυθμιστική στάση πολιτικών δυνάμεων που χαϊδεύουν αυτιά και ενώ κόπτονται υπέρ των μεταρρυθμίσεων, στην πραγματικότητα δεν τις θέλουν και βάζουν φραγμούς σε οποιαδήποτε αλλαγή. Είναι οι κήρυκες της στασιμότητας.

»Όμως, και η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι εκπρόσωποί της δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Συχνά οι ΟΤΑ ενεπλάκησαν σε σχέσεις πολιτικής πατρωνείας, πελατειασμού και κομματικής ιδιοτέλειας.

»Απότοκο αυτών των σχέσεων είναι και μια ακραία εκδοχή συνδικαλισμού, που μετέρχεται τη βία και τον τσαμπουκά και ενθαρρύνεται από ένα τμήμα της ηγεσίας του, που επιχειρεί και αυτή να διαιωνίσει την ακινησία προκειμένου να διατηρήσει τα μικροσυμφέροντα μιας μικρής μερίδας σε βάρος των πολλών εργαζομένων και του κοινωνικού συνόλου γενικότερα.

»Τώρα και όχι αργότερα, σήμερα και όχι αύριο, πρέπει με σύνεση, υπευθυνότητα, σχεδιασμό και αγωνιστικότητα να αντιμετωπίσουμε την εχθρική και απαξιωτική στάση της κυβέρνησης, αλλά και τη λαϊκιστική, αντι-μεταρρυθμιστική ακινησία στον οικείο για μας χώρο της αυτοδιοίκησης.

»Τώρα είναι η ώρα για τη δημιουργία ενός τολμηρού μεταρρυθμιστικού σχεδίου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση προς όφελος των πολιτών, των εργαζομένων, της ίδιας της λειτουργίας των πόλεων και της χώρας μας. Ένα τέτοιο σχέδιο, που θα αποκαθιστά θεσμικά την αξιοπρέπεια και την αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης, αποτελεί προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών.

»Προς αυτή την κατεύθυνση πυκνώνουμε τις επαφές και τις επεξεργασίες μας, αναλαμβάνουμε αμέσως πρωτοβουλίες ώστε να συμβάλουμε με ολοκληρωμένες προτάσεις στην αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων των πόλεών μας, με προτεραιότητα αυτά της κοινωνικής πολιτικής, της βελτίωσης της παροχής υπηρεσιών προς τον πολίτη και των νέων εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης των δήμων.

Γιώργος Καμίνης, δήμαρχος Αθηναίων
Γιάννης Μπουτάρης, δήμαρχος Θεσσαλονίκης
Γιάννης Δημαράς, δήμαρχος Πατρέων
Πάνος Σκοτινιώτης, δήμαρχος Βόλου
Φίλιππος Φίλιος, δήμαρχος Ιωαννιτών»
0

10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα education.com, τα παιδιά συνήθως περνούν περίπου 4.000 ώρες διδασκαλίας στο νηπιαγωγείο, ενώ τα μωρά τουλάχιστον 12.000 ώρες σε εγκαταστάσεις παιδικής μέριμνας. Η έρευνα δείχνει ότι ο αντίκτυπος από τα συγκεκριμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην πνευματική, κοινωνική και σωματική ανάπτυξη των παιδιών είναι μεγάλος, αν λάβουμε υπόψη το χρονικό διάστημα που περνούν τα παιδιά εκεί. Για το λόγο αυτό η δημιουργική αρχιτεκτονική και το design θεωρούνται αρκετά σημαντικά στα νηπιαγωγεία, όπως σε αυτά που θα δείτε στη συνέχεια…

10. Crèche de la Girafe – Παρίσι, Γαλλία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

9. Educational Centre – Γρανάδα, Ισπανία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

8. Fuji Kindergarten – Τόκιο, Ιαπωνία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

7. Fagerborg Kindergarten – Oslo, Norway

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

6. Els Colours – Βαρκελώνη, Ισπανία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

5. Aadharshila Vatika – Νέο Δελχί, Ινδία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

4. Wolfartsweier Kindergarten – Καρσλρούη, Γερμανία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

3. Sarreguemines Nursery – Lorraine, Γαλλία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

2. Loop Kindergarten – Tianjin, Κίνα

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

1. Ecole Maternelle Pajol – Παρίσι, Γαλλία

perierga.gr - 10 απίθανα νηπιαγωγεία στον κόσμο!

   

Η Καλαμάτα μία από τις πόλεις που έχουν επιλεγεί για την ίδρυση των Γερμανικών τραπεζών

Μπαίνουν επίσημα στην Ελλάδα τα Γερμανικά Ταμιευτήρια. Ξεκινούν πιλοτικά με 5 και θα φτάσουν 40 καταστήματα

Επεκτείνονται στην Ελλάδα τα γερμανικά ταμιευτήρια, ξεκινώντας πιλοτικά από τις περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου.
Συνέχεια ανάγνωσης Η Καλαμάτα μία από τις πόλεις που έχουν επιλεγεί για την ίδρυση των Γερμανικών τραπεζών

Ρομπέρτο Ουνγκέρ: «Ξεπεράστε τη σημερινή Ευρώπη και αποκτήστε εθνικό σχέδιο»

 

Ο φιλόσοφος, καθηγητής της Νομικής του Χάρβαρντ και γκουρού των προοδευτικών της Λατινικής Αμερικής μιλάει για την Ελλάδα, την Ευρώπη και το μέλλον της Σοσιαλδημοκρατίας
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  15/07/2013 06:00
Ρομπέρτο  Ουνγκέρ: «Ξεπεράστε τη σημερινή Ευρώπη και αποκτήστε εθνικό σχέδιο»

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Βλάχο (panagiotisvlachos@gmail.com)

 

Οι διαλέξεις του ρομπέρτο Μανγκαμπέιρα Ουνγκέρ για την πολιτική οικονομία μετά την κρίση και τους προοδευτικούς θεσμούς μοιάζουν με θρησκευτική λειτουργία, όπου η πολιτική επιστήμη συναντά την οικονομία, τη φιλοσοφία και τη νομική θεωρία. Καθηγητής για τέσσερις και πλέον δεκαετίες στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, φιλόσοφος, γκουρού των προοδευτικών στη Λατινική Αμερική και ανά τον κόσμο, και πρώην υπουργός στην κυβέρνηση του βραζιλιάνου προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, προκάλεσε τη φιλελεύθερη αμερικανική κοινή γνώμη καλώντας την να καταψηφίσει το νυν πρόεδρο Ομπάμα ως μη αρκετά προοδευτικό. Δέχθηκε με προθυμία να συζητήσει με το ΒΗmagazino για την Ελλάδα, την Ευρώπη και το μέλλον της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Χωρίς περιστροφές, επικρίνει τη σύγχρονη ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά για έλλειψη σχεδίου, για ατολμία και συντηρητισμό. Καλεί την Ελλάδα να διαλέξει ανάμεσα σε ένα δικό της εθνικό σχέδιο αναγέννησης που θα τη φέρει αντιμέτωπη με τη σημερινή Ευρώπη ή τη συνέχεια της παρακμής της ως αποτέλεσμα της οικονομικής της εξάρτησης από την ΕΕ και της ανεπάρκειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Κύριε καθηγητά, πριν από ακριβώς έναν χρόνο, όλοι στην Ευρώπη έκαναν λόγο για «Grexit» (σ.σ.: έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη). Σήμερα όλοι επαινούν την Ελλάδα για τη βελτίωση των μακροοικονομικών της δεικτών. Ποιο είναι το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση; «Η επικρατούσα άποψη υπαγορεύει την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το αντίτιμο είναι οι περιορισμοί που επιβάλλουν το κοινό νόμισμα και η «απαγορευτική” υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ομως αυτή η θεώρηση δεν λαμβάνει υπ’ όψιν το κόστος της παραμονής της Ελλάδας στην ΕΕ. Πρώτον, η Ελλάδα μετατρέπεται σε αντικείμενο της άτεγκτης κανονιστικής ενοποίησης της ΕΕ, στόχος της οποίας είναι να επιβάλει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες έναν ενιαίο χάρτη κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Δεύτερον, για την Ελλάδα και για άλλες χώρες στην Ευρώπη, η συμμετοχή στην ΕΕ και στην ευρωζώνη αποτελεί δικαιολογία για την απουσία εθνικής στρατηγικής. Αν ρωτήσουμε τους πολιτικούς σας “ποια είναι η ελληνική στρατηγική;”, είναι ξεκάθαρο ότι η απάντηση θα είναι μονολεκτική: “Ευρώπη”».

Αρα ποιες είναι οι επιλογές για την Ελλάδα; «Η Ελλάδα έχει δύο δρόμους. Μία επιλογή είναι να φύγει από την ευρωζώνη και την ΕΕ, ώστε να ταρακουνηθεί και να επιστρέψει αργότερα υπό διαφορετικές συνθήκες. Αν η Ελλάδα επέλεγε την έξοδο, όχι μόνο θα απελευθερωνόταν από τον ασφυκτικό κλοιό της συναλλαγματικής ισοτιμίας και τους κανονιστικούς περιορισμούς, αλλά ταυτόχρονα θα βρισκόταν σε ένα αναγκαστικό σοκ να ανακαλύψει το δικό της μονοπάτι. Οσο, λοιπόν, η Ελλάδα παραμένει στην ευρωπαϊκή φωλιά είναι σαν να ομολογεί στον εαυτό της ότι δεν μπορεί να χαράξει τον δικό της δρόμο. Η άλλη επιλογή είναι να παραμείνει στην ΕΕ, αλλά να επαναστατήσει σε συμμαχία με τις υπόλοιπες περιφερειακές και νότιες χώρες, ώστε να πετύχει την αλλαγή πλεύσης της Ενωσης».

Ομως η Ευρωπαϊκή Ενωση για την Ελλάδα, όπως και για άλλες χώρες, έχει αποτελέσει τον μόνο αξιόπιστο μοχλό ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων. Αν αφαιρέσουμε την Ευρώπη από την Ελλάδα, τι θα απομείνει; «Είναι απολύτως μη ρεαλιστικό ότι η Ελλάδα θα επιστρέψει στο προευρωπαϊκό παρελθόν της. Αν κάποτε η Ευρώπη ήταν για την Ελλάδα μια πηγή κινήτρων και μιμητισμού, σήμερα έχει μετατραπεί σε ναρκωτικό, σε υποκατάστατο για την απουσία εθνικού σχεδίου. Το μεγάλο ερώτημα για την Ελλάδα, ως μια σχετικά μικρή χώρα χωρίς σημαντικό φυσικό πλούτο, αλλά με μεγάλες δυνατότητες λόγω των ανθρώπων της, είναι πώς θα γίνει ένας μαγνήτης φιλοδοξίας και ταλέντου, πώς θα πετύχει μια επαναστατική αλλαγή που θα συνοδεύεται από μια πνευματική αναγέννηση. Αυτό θα συμβεί μόνο μέσα από την επαναδιατύπωση της εθνικής ιδέας. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα δεν μπορεί καν να λύσει τα προβλήματα των μεγαλύτερων οικονομιών της Κεντρικής Ευρώπης, πολύ περισσότερο τα προβλήματα των χωρών της περιφέρειας».

Για να επαναστατήσει η Ελλάδα, όπως λέτε, χρειάζεται συμφωνίες με τα κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού Νότου με κοινό πολιτικό και οικονομικό ορίζοντα. Πέρα από ένα κοινό αφήγημα της κρίσης, οι ηγεσίες τους δεν φαίνεται να το πολυπιστεύουν…«Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ισπανίας που έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα: οικονομία με αποκεντρωμένη ιδιοκτησία και κοινωνία με σχετική ισότητα. Ομως το ισπανικό κατεστημένο, τα πολιτικά κόμματα – συμπεριλαμβανομένου του σοσιαλιστικού κόμματος –,
η ακαδημαϊκή ελίτ, οι επιχειρηματίες, η μοναρχία, είναι όλοι μέρος της διαπλοκής με μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εκτός της χώρας, στη Λατινική Αμερική. Ο πραγματικός πλούτος της Ισπανίας έχει εγκαταλειφθεί και το ισπανικό κράτος ασχολείται αποκλειστικά με το να συντηρεί τον ισπανικό πλουτοκρατικό μερκαντιλισμό. Τώρα, στην κρίση, παρακαλούν την Ευρώπη. Και το τίμημα είναι υποταγή και παράδοση. Εκείνο που με λυπεί ως φίλο και θαυμαστή της Ελλάδας είναι η διαπίστωση ότι καμία πολιτική δύναμη στη χώρα σας δεν εκφράζει σήμερα αυτή την εναλλακτική, οπότε αυτό, σε συνδυασμό με την απροθυμία για αυτοθυσία, ρεαλιστικό πατριωτισμό και αναζήτηση θεσμικής φαντασίας, είναι ακριβώς ό,τι λείπει».

Ισως αυτό εξηγεί γιατί η Κεντροαριστερά συρρικνώνεται εκλογικά. «Σήμερα οι προοδευτικοί δεν έχουν σχέδιο. Ή, μάλλον, το σχέδιό τους είναι η εξανθρωπισμένη εκδοχή του προγράμματος των αντιπάλων τους. Λένε “θα κάνουμε το ίδιο, αλλά σε πιο ήπια εκδοχή”. Και φυσικά, υπόσχονται δαπάνες. Αυτή είναι μια ηττοπαθής στάση απέναντι στην Ιστορία και στην πολιτική. Η Ιστορία γράφεται από αυτούς που δρουν για τη ριζική αλλαγή, για τη δημιουργία του νέου. Κάθε έλληνας πολίτης έχει συμφέρον να αποκτήσει η χώρα του μια διαφορετική εθνική πολιτική οικονομία που δεν θα επιτρέψει την Ελλάδα να μετατραπεί σε μια χώρα περιθωριοποιημένων σερβιτόρων και εξαρτημένων από τα ευρωπαϊκά ταμεία».

Υπό ποιες συνθήκες μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει τη δική της αναπτυξιακή στρατηγική και ποια χαρακτηριστικά πρέπει αυτή να έχει; «Παρά τα προνόμια που απολαμβάνουν λίγες πλούσιες οικογένειες, στην πραγματικότητα η ελληνική οικονομία είναι αποκεντρωμένη και βασίζεται σε ένα ευρύ φάσμα μικρομεσαίας επιχειρηματικής δραστηριότητας, η οποία μπορεί να γίνει η βάση για μια δραματική αναγέννηση και αναδιάρθρωση της εθνικής οικονομίας. Η δεύτερη προϋπόθεση ανάτασης αφορά τον ελληνικό λαό, την ενέργειά του, την εκπαίδευσή του, το επιχειρηματικό πνεύμα του, το οποίο, παρά τη σημερινή έλλειψη αναπτυξιακών εργαλείων και ευκαιριών, μπορεί να αποτελέσει το μέσο για έναν προοδευτικό, δομικό μετασχηματισμό της χώρας. Γι’ αυτό προτείνω μια συμμαχία μεταξύ του κράτους, των υφιστάμενων και αναδυόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με στόχο τη δημιουργία ενός νέου συγκριτικού πλεονεκτήματος για τη χώρα, τη δημιουργία ευέλικτης και υψηλού επιπέδου μεταποίησης σε περισσότερους κλάδους».

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της αναπτυξιακής συμμαχίας που προτείνετε; «Απαιτεί δύο μεγάλα κύματα καινοτομίας: πρώτον, έναν αποκεντρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό και συντονισμό μεταξύ της κυβέρνησης, νέων υποστηρικτικών θεσμών, ταμείων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δεύτερον, το κράτος πρέπει να διευκολύνει τη δημιουργία δικτύων συνεργασίας και ανταγωνισμού μεταξύ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αντλήσουν πόρους, οικονομικούς, τεχνολογικούς, εμπορικούς ώστε να αναπτύξουν οικονομίες κλίμακας. Ο μεγάλος εθνικός στόχος είναι η νέα οικονομία που υπάρχει πέρα από τη μαζική παραγωγή, χωρίς κοινωνικές εξαιρέσεις. Ο,τι ισχύει για τη μεταποίηση αφορά και τις υπηρεσίες και την αγροτική παραγωγή, τη μεταμόρφωση των Ελλήνων σε μια πανευρωπαϊκή ελίτ υπηρεσιών υψηλού επιπέδου και την παραγωγή αγροτικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η Ελλάδα δεν είχε ποτέ μαζική βιομηχανική παραγωγή, γι’ αυτό η βασική πρόκληση είναι η μετάβασή της από τον προ-Φορντισμό στον μετα-Φορντισμό χωρίς το ενδιάμεσο στάδιο».

Πώς θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε μια νέα αναπτυξιακή πολιτική και ένα νέο μοντέλο διοίκησης, όντας υπερχρεωμένοι και με ένα εσωστρεφές εκπαιδευτικό σύστημα; «Κατ’ αρχάς απαιτείται κινητοποίηση των εθνικών πόρων, κάτι που θα συμβεί μόνο αν η Ελλάδα εγκαταλείψει την ΕΕ και την ευρωζώνη. Τότε θα γίνει ξεκάθαρο ότι οι Ελληνες πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μέσα από μια εθνική κρίση θα κληθούν στην ουσία να δημιουργήσουν μια οικονομία “πολέμου” χωρίς πόλεμο, με υψηλά επίπεδα εθνικής αποταμίευσης για βιώσιμες παραγωγικές επενδύσεις και συνδυασμένη υψηλή φορολόγηση. Απαραίτητη, επίσης, προϋπόθεση είναι η εκπαίδευση: η προώθηση ενός επαναστατικού εκπαιδευτικού συστήματος, από το δημοτικό μέχρι τις μεταπτυχιακές σπουδές, το οποίο από τη μία θα εστιάζει στην επίλυση προβλημάτων και θα προσανατολίζεται σε μεθόδους που αξιοποιούν επιλεκτικά την πληροφορία ως εργαλείο αναλυτικής ικανότητας, και από την άλλη θα προκρίνει την εμβάθυνση από την εγκυκλοπαιδική ρηχότητα. Τέλος, η δημιουργία ενός ικανού κράτους, η αποϊδιωτικοποίησή του, η απαγκίστρωσή του από τους πλουτοκράτες και από το καρτέλ των πολιτικών κομμάτων, ώστε να μετατραπεί σε εργαλείο μιας νέας εθνικής προσπάθειας».

Εν τούτοις, η κρίση πολιτικής αξιοπιστίας και κοινωνικής εμπιστοσύνης δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Πώς μπορεί να ανατραπεί αυτή η τάση; «Αυτοί που σήμερα παραμένουν ευχαριστημένοι με το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι οι κατεστημένες δυνάμεις και τα συμφέροντά τους: οι πλουτοκράτες, οι τεχνοκράτες, οι κεντρώοι κάθε απόχρωσης. Εκεί όπου υπάρχει ζωή, ελπίδα, αμφισβήτηση και φαντασία θα βρείτε αντίσταση στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Αυτή η εξέλιξη αντανακλά την καταστροφή του ευρωπαϊκού ονείρου. Aυτό συμβαίνει γιατί η βασική αρχή που κατευθύνει την ΕΕ είναι ο συγκεντρωτισμός εξουσιών από την εκτελεστική εξουσία (Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Αντίθετα, οι πολιτικές που προωθούν την εκπαίδευση και τις κοινωνικές πολιτικές παραμένουν στην αρμοδιότητα των εθνικών και τοπικών αρχών. Θα έπρεπε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο».

Μπορεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας να υπηρετήσει την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας ή θα συνεχίσει να παράγει επικίνδυνες φούσκες; «Η σχέση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την πραγματική οικονομία είναι ένα σημαντικό ζήτημα. Σήμερα σε όλες τις προηγμένες οικονομίες του πλανήτη το σύστημα παραγωγής είναι αυτοχρηματοδοτούμενο και βασίζεται στα κέρδη που παρακρατούνται και επανεπενδύονται από τις ιδιωτικές εταιρείες. Σε καλές περιόδους, ο χρηματοπιστωτικός τομέας αδιαφορεί για την πραγματική οικονομία, αλλά σε δύσκολους καιρούς γίνεται καταστροφικός. Αυτό που πρέπει να προτείνουν οι προοδευτικοί είναι φορολογικές αλλαγές και ρυθμίσεις οι οποίες θα υποτάξουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα στα συμφέροντα της πραγματικής οικονομίας, πρέπει να καινοτομήσουν στις δομές του, αποθαρρύνοντας τους σπεκουλαδόρους που αδιαφορούν για την ανάπτυξη της παραγωγής».

Αν η χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους όπως το ξέραμε ανήκει στο παρελθόν, υπάρχει προοδευτική απάντηση στο έλλειμμα κοινωνικής αλληλεγγύης που υπάρχει στην Ευρώπη και στην Ελλάδα; «Η βάση της κοινωνικής αλληλεγγύης σύμφωνα με τη θεσμικά συντηρητική σοσιαλδημοκρατία είναι απλώς το χρήμα, η μεταφορά πόρων από το κράτος. Ομως σήμερα, το χρήμα δεν αρκεί για να λειτουργεί ως κοινωνικό “τσιμέντο”, αφού η εθνική και πολιτιστική ομοιογένεια εξαφανίζονται. Η μόνη επαρκής βάση κοινωνικής αλληλεγγύης είναι η άμεση επανασύνδεση των πολιτών, το ενδιαφέρον και η πρόνοια για τους συμπολίτες τους που βρίσκονται έξω από την οικογένειά τους. Μία από τις προτάσεις των προοδευτικών για να εγγυηθούν εκ νέου την εθνική ενότητα και την αλληλεγγύη θα μπορούσε να είναι η καθιέρωση υποχρεωτικής κοινωνικής υπηρεσίας ως εναλλακτική στη στρατιωτική θητεία, για κάθε ενήλικο».

Πιστεύετε ότι οι Ευρωπαίοι θα είχαν διαχειριστεί επιτυχώς την κρίση αν είχαν αποφύγει τη συνταγή της λιτότητας και των δημοσιονομικών περιορισμών; «Ζούμε υπό την επιρροή της πνευματικής αποικιοκρατίας, ότι δήθεν δεν υπάρχει εναλλακτική σε αυτό που συμβαίνει. Από τη μία έχουμε τον ωμό κεϊνσιανισμό και από την άλλη τη λιτότητα. Και οι δύο θέσεις είναι μη αποδεκτές. Καμιά χώρα στον κόσμο δεν ξεπέρασε την ύφεση μόνο με πολιτικές δαπανών. Για να πετύχει η δημοσιονομική επέκταση πρέπει να συνδυαστεί με θεσμικές καινοτομίες. Η αποστολή της είναι να γλιτώσει από τα χειρότερα της ύφεσης και να εξαγοράσει χρόνο για τη δημιουργία ενός διαρθρωτικού προγράμματος, ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων».

Αρα σωστά οι χώρες του Νότου δανείστηκαν για να εξαγοράσουν χρόνο για διαρθρωτικές αλλαγές; «Αυτό που οι συντηρητικοί και οι νεοφιλελεύθεροι εννοούν ως διαρθρωτικές αλλαγές είναι απλώς η εισαγωγή ευελιξίας στην αγορά εργασίας, δηλαδή γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια. Βασική ιδέα της λιτότητας είναι να κρατήσουν δεμένα τα χέρια του κράτους και να ευχαριστήσουν τους κατέχοντες, όπως με την εφαρμογή του κανόνα του χρυσού του 19ου αιώνα. Οταν μια χώρα όπως η  Ελλάδα υιοθετήσει αυτή τη συνταγή, συμβαίνει αυτό που ζείτε σήμερα. Ολα θα θυμίζουν την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, όταν οι προϋπολογισμοί ήταν ισοσκελισμένοι για 30 χρόνια και η χώρα ήταν δυστυχισμένη».

Μπορεί η κρίση να γίνει αφορμή για την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ; «Δυστυχώς, η αλλαγή εξακολουθεί να εξαρτάται από την κρίση. Οι Ευρωπαίοι αφυπνίζονται όταν είναι σε πόλεμο για να εξολοθρεύσουν ο ένας τον άλλον και μετά πηγαίνουν για ύπνο, πνίγοντας τη λύπη τους στην κατανάλωση. Χρειάζονται, λοιπόν, έναν τρόπο για να ξυπνήσουν, μια υπερενεργητική δημοκρατία. Η Ευρώπη πρέπει να πειραματιστεί με τον φεντεραλισμό για να δημιουργήσει νέα μοντέλα απέναντι στο έθνος-κράτος και να εισαγάγει στοιχεία άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας στο αντιπροσωπευτικό της σύστημα. Στόχος των προοδευτικών θα έπρεπε να είναι ο οικονομικός, κοινωνικός και πολιτικός πλουραλισμός που εμβαθύνει στη δημοκρατία και εκδημοκρατίζει την οικονομία της αγοράς».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

 

Γιώργος Κουτσούλης: Κυρίαρχα τα οράματα και οι στόχοι στους δήμους, όχι τόσο οι πόροι

Κυριακή, 07 Ιουλίου 2013 08:00 Γράφτηκε από την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

«Τα περί ελλιπών πόρων και αρμοδιοτήτων αποτελούν το άλλοθι σε όσους στερούνται (ρεαλιστικής) φαντασίας και δεν έχουν τη δύναμη να κυνηγήσουν τους στόχους που θα βοηθήσουν το δήμο τους”: Την επισήμανση αυτή κάνει μιλώντας στην «Ε” ο πρώην δήμαρχος Καλαμάτας Γιώργος Κουτσούλης – προσθέτοντας παράλληλα ότι «η διαφάνεια και η δικαιοσύνη απέναντι στους πολίτες, της περιόδου της δημαρχοντίας μου, δεν είναι πλέον το κυρίαρχο στοιχείο”.

Ταυτόχρονα σημειώνει ότι «η Καλαμάτα έχει ταυτιστεί με τον πολιτισμό” («το Μέγαρο Χορού, που επί δημαρχοντίας μου επανεκκίνησε, θα αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο» τονίζει), ενώ αναφερόμενος στις υποδομές της πόλης, χαρακτηρίζει «λυπηρό που καθυστέρησε τόσο πολύ το ΓΠΣ και ο δήμος έχει προσφύγει στο ΣτΕ, κατά της δικής του απόφασης”.

Καταλήγοντας ο Γ. Κουτσούλης -και με την ιδιότητά του ως προέδρου του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας- τονίζει ότι έχει θέσει ως στόχο «να αναδείξουμε την Καλαμάτα ως Κέντρο Μελέτης της Επανάστασης του ‘21”, με την υποβολή -προς χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ- σχετικής κοινής πρότασης από τον πιο πάνω φορέα και το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

– Τι έχει αλλάξει στην αυτοδιοίκηση από τότε που ήσασταν δήμαρχος;

«Με τις μεταβολές που επέφεραν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση οι μεταρρυθμίσεις του «Καποδίστρια” αρχικά και του «Καλλικράτη” μεταγενέστερα, παρά τις επιμέρους ενστάσεις που μπορούν να υπάρχουν, η αλήθεια είναι πως άλλαξαν τόσο η δομή όσο και οι δυνατότητές διαχείρισης των δήμων.

Η γεωγραφική επιφάνεια των δήμων με τις συνενώσεις αυξήθηκε σημαντικά, όπως και ο πληθυσμός τους. Απέκτησαν όμως υπηρεσίες έμπειρες και άρτια εξοπλισμένες, για την ιεράρχηση και επίλυση των προβλημάτων τους. Με αυτά τα δεδομένα και στοχεύοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο, που θα στηρίζεται στην ισοτιμία όλων των δημοτών, θα δημιουργηθεί ο δήμος του μέλλοντος”.

– Η αυτοδιοίκηση σήμερα έχει περισσότερους ή λιγότερους οικονομικούς πόρους από το παρελθόν;

«Το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό. Δεν έχει πρωταρχική σημασία αν υπάρχουν πολλοί ή λίγοι πόροι. Κυρίαρχα είναι το όραμα και οι στόχοι που υπάρχουν για το δήμο, και το κατά πόσο είναι διατεθειμένη η κάθε δημοτική αρχή να αγωνιστεί κι ακόμα να συγκρουστεί για την επίτευξή τους.

Ολα τα περί ελλιπών πόρων και αρμοδιοτήτων αποτελούν το «άλλοθι” σε όσους στερούνται (ρεαλιστικής) φαντασίας και δεν έχουν τη δύναμη να κυνηγήσουν τους στόχους που θα βοηθήσουν το δήμο τους”.

– Ποιες ανάγκες των πολιτών πρέπει να εξυπηρετεί ο σύγχρονος δήμος;

«Ενας σύγχρονος δήμος, και ιδιαίτερα σήμερα που εκτός του οικονομικού υπάρχει και τεράστιο αξιακό έλλειμμα, πρέπει να δημιουργεί προϋποθέσεις για ανάπτυξη και παροχή ολοκληρωμένων και ποιοτικών υπηρεσιών στο δημότη.

Και όλα αυτά βέβαια, με απόλυτη διαφάνεια και δικαιοσύνη, αρχές που σε κάθε περίπτωση πρέπει να σηματοδοτούν την πορεία μας”.

– Σήμερα στην Ελλάδα οι περισσότερες δημοτικές επιχειρήσεις υπολειτουργούν και οι ΔΕΥΑ λειτουργούν κυρίως ως… γραφεία ανάθεσης έργων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Μέσα σε αυτό το τοπίο υπάρχει μέλλον για τις δημοτικές επιχειρήσεις ή θα κλείσουν;

«Οι δημοτικές επιχειρήσεις, ένας ουσιαστικά πρωτοποριακός θεσμός στο ξεκίνημά του, κατέληξαν λίγο πολύ να απαξιωθούν. Η ανορθολογική διαχείρισή τους και η πλημμελής αντιμετώπιση των προβλημάτων τους είχαν ως αποτέλεσμα τη φθίνουσα πορεία τους.

Με δεδομένο όμως ότι από τις δημοτικές επιχειρήσεις καλύπτονται τεράστια πεδία παρέμβασης των δήμων στην κοινωνία, που αφορούν την καθημερινότητα του δημότη, είναι απαραίτητη η στήριξή τους και ο εκσυγχρονισμός τους για τη σωστή λειτουργία τους, προκειμένου να εκπληρωθούν κατά τον καλύτερο τρόπο οι σκοποί της σύστασής τους”.

– Τελευταία έχει έρθει πάλι στο προσκήνιο η πρόταση για ξεχωριστά ψηφοδέλτια δημάρχων και δημοτικών συμβούλων. Πώς τη σχολιάζετε;

«Εκτιμώ ότι το υπάρχον σύστημα εκλογής δημάρχων και δημοτικών αρχών έχει φτάσει πλέον στα όριά του, έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Θα πρέπει να υπάρξει ένα καινούργιο σύστημα εκλογής που να ενισχύει τη συλλογικότητα, να διασφαλίζει τη διαφάνεια και τη δημοκρατική λειτουργία, να αναδεικνύει τους άριστους.

Μέσα από αυτό το σύστημα εκλογής όμως, θα πρέπει συνάμα να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα λειτουργίας του κάθε δήμου”

– Στην Καλαμάτα τι έχει αλλάξει από τότε που ήσασταν δήμαρχος;

«Δεν έχει μεταβληθεί μόνο ο δήμος σε έκταση και πληθυσμό. Εχει αλλάξει και η κοινωνία, αλλά και η σχέση της με το δήμο. Η διαφάνεια και η δικαιοσύνη απέναντι στους πολίτες, της περιόδου της δημαρχοντίας μου, δεν είναι πλέον το κυρίαρχο στοιχείο.

Αλλά και η κοινωνία, με την έλλειψη της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο, συμπεριφέρεται φοβικά και εγωκεντρικά – με αποτέλεσμα την απομάκρυνσή της από τα κοινά, και την έλλειψη της ζωογόνου συμμετοχής της στην αντιμετώπιση και λύση των προβλημάτων του δήμου”.

– Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι προτεραιότητες που πρέπει να θέσουν τα επόμενα χρόνια οι δημοτικές αρχές της Καλαμάτας;

«Ο δήμος πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη στήριξη των δημοτών και να οργανώσει τους τρόπους επίλυσης των γενικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Ετσι, πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για την υλοποίηση καινοτόμων αγροτικών και επαγγελματικών δράσεων, με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Παράλληλα, προσβλέποντας σε αναπτυξιακή προοπτική, προς όφελος της περιοχής μας και των κατοίκων της, θα πρέπει να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στον τομέα του τουρισμού. Αυτό θα επιτευχθεί με την αξιοποίηση των φυσικών πλεονεκτημάτων, των αρχαιολογικών χώρων, των βυζαντινών μνημείων και της ιστορίας της περιοχής μας και του νομού μας γενικότερα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση θα βοηθήσει ο εκσυγχρονισμός και η αξιοποίηση του αεροδρομίου της Καλαμάτας, ανάγοντάς το σε σημείο προορισμού, προς εξυπηρέτηση των τουριστών όχι μόνο αυτών που έχουν επιλέξει τη Μεσσηνία για τουρισμό, αλλά και τους όμορους νομούς. Και για το λιμάνι της Καλαμάτας θα πρέπει να επιδειχθεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως με τη δημιουργία σταθμού επιβατών, που θα εξυπηρετεί όσους μας επισκέπτονται με πλοία, αλλά και θα προσελκύσει κρουαζιερόπλοια.

Τέλος, θα πρέπει να αξιοποιηθεί ο τουριστικός όγκος του Ταϋγέτου, τόσο για την προσέλκυση και φιλοξενία τουριστών όσο και στον πρωτογενή τομέα, με αγροτικά προϊόντα – με επίκεντρο την πατάτα και τον πατατόσπορο, καθώς και τα αρωματικά φυτά”.

Μέγαρο Χορού: ένα από τα σημαντικότερα έργα

Ο Δήμος Καλαμάτας στο παρελθόν είχε ταυτιστεί με τον πολιτισμό και τις τέχνες. Ποια μπορεί να είναι η «ταυτότητα” της Καλαμάτας τα επόμενα χρόνια;

«Η Καλαμάτα έχει ταυτιστεί με τον πολιτισμό, κάτι που ούτε μπορεί, αλλά ούτε και πρέπει να αλλάξει. Η προσφορά της ΔΕΠΑΚ και του ΔΗΠΕΘΕΚ υπήρξε μεγάλη κι έφερε μια πραγματική επανάσταση στα δρώμενα της πόλης.

Με τη ΔΕΠΑΚ τα παιδιά την Καλαμάτας και οι Καλαματιανοί μυήθηκαν στη γλώσσα του χορού, στη δημιουργία (εικαστικά) και πάνω απ’ όλα εντρύφησαν στα μουσικά ακούσματα.

Το ΔΗΠΕΘΕΚ έφερε το κοινό σε επαφή με έργα μεγάλων δημιουργών, ενώ το Φεστιβάλ Χορού έχει δώσει όλα αυτά τα χρόνια το στίγμα της πόλης μας διεθνώς, αποδεικνύοντας ότι η πολιτιστική της ταυτότητα βοηθάει στην αναπτυξιακή (τουριστική) της πολιτική.

Να σημειωθεί ότι το Μέγαρο Χορού -που επί δημαρχοντίας μου επανεκκίνησε με νέα μελέτη μετά τη «χειμερία νάρκη” στην οποία είχε περιέλθει- θα αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο για το χορό, τη μουσική και το θεματικό τουρισμό. Εκτιμώ ότι το έργο αυτό, του οποίου τον θεμέλιο λίθο έθεσα ως δήμαρχος -περίοδο κατά την οποία εγκαταστάθηκε και ο ανάδοχος εργολάβος-, είναι ένα από τα σημαντικότερα της μεσσηνιακής πρωτεύουσας”.

– Τις τελευταίες δεκαετίες η μεσσηνιακή πρωτεύουσα ζούσε με το όνειρο του νέου αυτοκινητόδρομου Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα. Τι περιμένει η Καλαμάτα από τον νέο αυτοκινητόδρομο τα επόμενα χρόνια;

«Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα ευτυχή που επί δημαρχοντίας μου, με τους αγώνες και τις παρεμβάσεις της δημοτικής μας αρχής, επιβλήθηκε στην κεντρική εξουσία η ολοκλήρωση των οδικών αξόνων με την κατασκευή του περιμετρικού δακτυλίου της πόλης. Αυτή η εξέλιξη συνεισφέρει καθοριστικά στην ανάπτυξη της πόλης σε συνάρτηση με την επέκταση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, το κυκλοφοριακό και άλλα έργα και δράσεις που ξεκινήσαμε.

Επόμενη ενέργειά μου, αμέσως μετά, ήταν η δρομολόγηση του νέου ΓΠΣ, καθώς ήταν εμφανές ότι η υλοποίηση των οδικών αξόνων θα έφερνε επισκέπτες στην περιοχή μας και έπρεπε τα πάντα να αναβαπτιστούν.

Πάντως είναι λυπηρό που καθυστέρησε τόσο πολύ το ΓΠΣ και ο Δήμος έχει προσφύγει στο ΣτΕ, κατά της δικής του απόφασης”.

– Σε ποιους πυλώνες θα βασιστεί η οικονομία της Καλαμάτας τις επόμενες δεκαετίες;

«Πυλώνες της ανάπτυξης -μιας και η αποβιομηχάνιση της περιοχής έχει συντελεστεί από τη δεκαετία του ’90, πλην (ευτυχώς) της Καπνοβιομηχανίας Καρέλια- έχουν απομείνει μόνο ο τουρισμός και η αγροτική παραγωγή.

Ενας τουρισμός, όχι τόσο μαζικός, αλλά θεματικός (συνεδριακός, πολιτισμικός, θρησκευτικός, αθλητικός κ.λπ.) και μια αγροτική παραγωγή που θα διατηρεί, που θα αναβαθμίζει και θα εκμεταλλεύεται το ΠΟΠ Καλαμάτα, αλλά και θα επενδύει και σε πληθώρα άλλων καινοτόμων αγροτικών δράσεων.

Γι’ αυτό αναγκαιοί η στήριξη του αγροτικού τομέα με έργα υποδομών”.

– Το μοντέλο ανάπτυξης «τραπεζοκαθίσματα – ξαπλώστρες” κυριαρχεί στο παρόν. Μέλλον έχει;

«Η λογική ανάπτυξη και η αισθητική αναβάθμιση της διαχείρισης των τραπεζοκαθισμάτων, κατά τη γνώμη μου, είναι απαραίτητη για την τουριστική ανάπτυξη της πόλης και την εξυπηρέτηση των επισκεπτών και των δημοτών της”.

– Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν το λιμάνι και το αεροδρόμιο της μεσσηνιακής πρωτεύουσας;

«Για τη χρήση του λιμανιού της Καλαμάτας πρέπει να έχουμε υπόψη μας τις εξής προϋποθέσεις: Αφ’ ενός, ότι η θαλάσσια οδός μεταφοράς είναι η φθηνότερη, και η οδική η ακριβότερη. Και αφ’ ετέρου, πως η ανάπτυξη ενός εμπορικού λιμανιού εξαρτάται από τις ανάγκες και την παραγωγή της ενδοχώρας του.

Επειδή λοιπόν η ενδοχώρα ούτε μεγάλη είναι για τα σημερινά δεδομένα, ούτε αξιόλογη παραγωγή έχει, μα ούτε και ιδιαίτερες ανάγκες, είναι αυτονόητο ότι η εμπορική δραστηριότητα του λιμανιού θα είναι περιορισμένη.

Ευνόητο είναι λοιπόν ότι η βασική κατεύθυνση ανάπτυξης του λιμανιού, ως και των οδικών αξόνων που καταλήγουν στην πόλη μας, θα είναι βασικά τουριστική – και ως εκ τούτου απαιτείται αναβάθμιση και συμπλήρωση των υποδομών του (σταθμός επιβατών, εκβάθυνση λεκάνης κ.ά.).

Εκτός από το λιμάνι, είναι και το αεροδρόμιο, το οποίο σταδιακά αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή της τουριστικής ανάπτυξης της Μεσσηνίας, τόσο με τις πτήσεις τσάρτερ όσο και με τις διαπεριφερειακές πτήσεις, με σημαντική τη συνεισφορά της Costa Navarino. Απαιτούνται όμως σημαντικά έργα υποδομής που καθυστερούν. Μια καθυστέρηση που, αν συνεχιστεί, θεωρείται βέβαιο ότι θα ανακόψει την αναπτυξιακή πορεία της περιοχής.

Με αφορμή τη συγκεκριμένη αναφορά, οφείλω να σημειώσω πως δεν μπορούμε να μιλάμε για αεροδρόμιο στην Τρίπολη που απέχει 45 λεπτά οδικώς από την Καλαμάτα, και να αμελούμε επικίνδυνα το υπάρχον αεροδρόμιο”.

– Ποια μεγάλα προβλήματα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις επόμενες δεκαετίες οι δήμαρχοι της Καλαμάτας;

«Κυρίαρχο είναι το κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, το οποίο προανέφερα, καθώς και το αξιακό έλλειμμα που, δυστυχώς, όλο και διευρύνεται. Πέραν αυτών όμως, όπου ο Δήμος και η Πολιτεία πρέπει να συνεργαστούν για την επίλυσή τους, υπάρχουν κι άλλα στα οποία η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει κυρίαρχο ρόλο στη λύση τους. Τέτοια είναι η καθαριότητα (απορρίμματα και ΜΟΛΑΚ), το κυκλοφοριακό -με δεδομένο ότι ο δήμος διευρύνεται και αυξάνεται πληθυσμιακά- καθώς και τα θέματα των επεκτάσεων και εφαρμογών των Σχεδίων Πόλης (Ασπρόχωμα, Βέργα, Μικρά Μαντίνεια).

Ολα πρέπει να έχουν κεντρικό άξονα μια πόλη που θα αναπτυχθεί και θα προσφέρει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στους δημότες της και τους επισκέπτες”.

Να γίνει η Καλαμάτα Κέντρο Μελέτης της Επανάστασης του ’21.

– Πώς θα είναι η Καλαμάτα το… 2021 στην επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821;

«Με δεδομένα ότι το 2021 είναι αρκετά μακριά από το σήμερα και πως οι εξελίξεις τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα, δεν μπορώ να προβλέψω πώς θα είναι τότε η Καλαμάτα. Ομως, τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 δεν μπορεί παρά να έχουν ως επίκεντρο τη σύνδεση της πόλης με την πρόσφατη ιστορία της.

Γι’ αυτό, ως πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας, θεωρώ ότι αυτή πρέπει να εξελιχθεί σε μια ολοκληρωμένη δεξαμενή γνώσεων που να αφορά στην επανάσταση του ’21. Για την επίτευξη αυτού του στόχου έχει γίνει επαφή με το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, για την από κοινού υποβολή πρότασης και χρηματοδότησή της από το ΕΣΠΑ για την υλοποίησή της.

Εάν επιτευχθεί η χρηματοδότηση, στόχος μας θα είναι να αναδείξουμε την Καλαμάτα ως Κέντρο Μελέτης της Επανάστασης του ’21 «. Διαβάστε το άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ http://www.eleftheriaonline.gr/politismos/synentefkseis-parousiaseis/item/27188-giorgos-koutsoylis-dimos

Σε διαθεσιμότητα οι σχολικοί φύλακες και τέλος Σεπτεμβρίου η Δημοτική Αστυνομία.

Μέχρι σήμερα  έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση  ότι μέχρι τέλος Ιουλίου θα τεθούν σε διαθεσιμότητα οι σχολικοί φύλακες και τέλος Σεπτεμβρίου η Δημοτική Αστυνομία.  Η προχειρότητα και ο παραλογισμός αντάμα. Οι 72000 εργαζόμενοι στους δήμους  έχουν μπει στο στόχαστρο κυρίως ως τα πιο εύκολα θύματα σε ένα πρόγραμμα – Μινώταυρο που έχει καταστρέψει την ελληνική οικονομία και έχει οδηγήσει σε ανθρωπιστική κρίση μια ευρωπαϊκή χώρα. Η αποδοχή από την πλειοψηφία της ΚΕΔΕ ενός διαρκούς συμβιβασμού είναι μια πολιτική επιλογή που οδηγεί στα σημερινά αποτελέσματα αλλά και στο τέλος του τον δημοκρατικό λαϊκό θεσμό της Αυτοδιοίκησης.

Εκ των υστέρων σύμφωνα με τον  ακολουθούμενο «σχεδιασμό” απομένει να διευκρινιστούν μια σειρά από τα πλέον σοβαρά ζητήματα όπως τι θα γίνει με την φύλαξη των σχολείων αλλά και τα έσοδα που είχαν οι δήμοι από τις δραστηριότητες της δημοτικής αστυνομίας. Με βάση τον παραλογισμό πρέπει να τεθούν σε διαθεσιμότητα:

Άλλοι  2.400 σχολικοί φύλακες. Καθαρίστριες σχολείων και σχολικοί τροχονόμοι. 1.000 έως 1500 από τους συνολικά 2.500 εκπαιδευτικούς της β’ βάθμιας εκπαίδευσης από ειδικότητες που έχουν «πλεονάζον” προσωπικό (γυμναστές, καθηγητές πληροφορικής κλπ).   3.500 έως 4.000 δημοτικούς αστυνομικούς, άλλους  1.500 εκπαιδευτικούς που έχουν δηλώσει αδυναμία να διδάξουν σε σχολική τάξη .Τους  2.500 υπαλλήλους άλλων υπουργείων που θα «περισσέψουν» από το πρώτο κύμα…αλλά και δημοτικούς υπαλλήλους δήμων που αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα και έχουν πλεονάζον προσωπικό από την πρώτη λίστα των 2.741 που έχει αφήσει στο υπουργείο Εσωτερικών ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Με κατάργηση  των  Νομικών  Προσώπων  των Παιδικών Σταθμών, του Αθλητισμού  Πολιτισμού και της Πρόνοιας, με διαδικασίες εξπρές,  μέσω  προεδρικού  διατάγματος θα απολυθούν και οι εργαζόμενοι σε αυτά.

Ο αγώνας για να μην διαλυθεί η τοπική αυτοδιοίκηση είναι κοινός  και αφορά όλους και όλες.Αφορά μεταξύ άλλων κοινωνικές υπηρεσίες. Είναι πλέον προφανές, ότι προωθείται ένα νεοφιλελεύθερο σχέδιο κατάλυσης της Αυτοδιοίκησης και μετατροπή της σε διοικητικό μηχανισμό  του κράτους ,με περιορισμένες αρμοδιότητες υποβαθμισμένων πολιτών. Πλέον ο ορατός κίνδυνος δεν είναι αυτός μιας «αναιμικής» αυτοδιοίκησης, αλλά μιας «νεκρής» αυτοδιοίκησης.

 

Δήλωση προέδρου ΚΕΔΕ Κ.Ασκούνη με αφορμή δημοσιεύματα για κατάργηση της δημοτικής αστυνομίας

Είμαστε αντίθετοι με την κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας. Ουδέποτε είχε τεθεί τέτοιο θέμα, πολλώ δε μάλλον συζητηθεί με την Κυβέρνηση.

Δεν μπορεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση, να είναι το μόνιμο «θύμα», που καλείται για πολλοστή φορά να «πληρώσει» τις αστοχίες κάποιων άλλων.

Τα παραπάνω τονίζει, μεταξύ των άλλων, με δήλωσή του ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Κώστας Ασκούνης με αφορμή δημοσιεύματα για κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας και μετάταξης των 4.000 υπαλλήλων της στην Ελληνική Αστυνομία.

Αναλυτικά η δήλωση του προέδρου της ΚΕΔΕ:
Εκφράζουμε την αντίθεσή μας για το ενδεχόμενο κατάργησης της Δημοτικής Αστυνομίας και μετάταξης των 4.000 δημοτικών αστυνόμων στην Ελληνική Αστυνομία.

Δηλώνουμε ότι ουδέποτε είχε τεθεί τέτοιο θέμα, πολλώ δε μάλλον συζητηθεί με την Κυβέρνηση. Μάλιστα εμείς, ως ΚΕΔΕ, έχουμε διατυπώσει εγγράφως επείγον αίτημα για συνάντηση με τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, προκειμένου να συζητήσουμε όλα τα ζητήματα που αφορούν στην κινητικότητα των υπαλλήλων στους δήμους, για την οποία έχουμε συγκεκριμένη πρόταση προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι λειτουργικές ανάγκες των δήμων με ορθολογικό τρόπο.

Θέλουμε να υπογραμμίσουμε προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν μπορεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση, να είναι το μόνιμο «θύμα», που καλείται για πολλοστή φορά να «πληρώσει» τις αστοχίες κάποιων άλλων. Και δεν είναι δυνατόν μια αρμοδιότητα που έχει δοθεί στους δήμους εδώ και 28 χρόνια, που προσφέρει υπηρεσίες και διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των πόλεών μας, να καταργείται με τρόπο αιφνιδιαστικό και στη λογική του «πονάει δόντι κόβει κεφάλι». Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει συμβάλει τα μέγιστα στην εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης και δεν υπάρχει κανένα πλέον περιθώριο για καμία άλλη βίαιη προσαρμογή.

Ημερομηνία Δημοσίευσης : 05 / 07 / 2013