Από τον καταναλωτισμό στην αλληλέγγυα οικονομία

εβδομαδιαία πολιτική εφημεριδα της Αριστεράς

Παρασκευή, 28 Δεκέμβριος 2012

Αναζητείται μια νέου τύπου κοινωνική οργάνωση που θα έχει ως υπόβαθρο την κοινωνική δικαιοσύνη και την Άμεση Δημοκρατία.

ΤοArrows1-13υ Πάνου Τότσικα

 Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 θεώρησα σκόπιμο να συμμετέχω σε όσες πρωτοβουλίες, κινήσεις, επιτροπές πολιτών αγωνίζονταν για την προστασία των ελεύθερων χώρων, του αστικού και περιαστικού περιβάλλοντος, των δασών και των ορεινών όγκων της Αττικής.
Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία και εμπειρία συνειδητοποίησα ότι «αντίπαλος» δεν ήταν μόνο όσοι διαχειρίζονταν την κεντρική ή την τοπική εξουσία, όχι μόνο τα εκάστοτε σχέδια «ανάπτυξης» και «αξιοποίησης» που προωθούνταν από κυβερνητικά κόμματα και δημοτικά σχήματα, πλειοψηφούντα ή μειοψηφούντα, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μου (σχετικά βολεμένων με την υπάρχουσα κατάσταση) που διεκδικούσαν -υποτίθεται- καλύτερη «ποιότητα ζωής».
Οι συμπολίτες μου αυτοί, έχοντας περιπέσει σε κατάσταση καταναλωτικής υστερίας, δεν δίσταζαν να αγοράζουν πράγματα ελάχιστα ή καθόλου αναγκαία γι’ αυτούς, με αποτέλεσμα να γεμίζουν οι ντουλάπες τους, τα πατάρια, οι αποθήκες και να μην ξέρουν πού να βάλουν πια τα άχρηστα γι’ αυτούς πράγματα, τα οποία επιπλέον δεν είχαν και εμπορική αξία, ώστε να τα μεταπουλήσουν.
Ακόμη, αρκετοί από τους συμπολίτες μου διεκδικούσαν το δικαίωμα να καταναλώνουν το δημόσιο χώρο της πόλης για να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα. Έτσι, δεν δίσταζαν να καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους σε πεζοδρόμια και πλατείες, παρκάροντας το όχημά τους ή επεκτείνοντας το μαγαζί τους, δεν δίσταζαν να καλύπτουν αυθαίρετα ημιυπαίθριους χώρους, βεράντες και μπαλκόνια, πρασιές, ισόγειους και υπόγειους χώρους, υποβαθμίζοντας τις συνθήκες διαβίωσης των γειτόνων τους αλλά και της πόλης συνολικά. Επίσης, δεν δίσταζαν να χτίζουν αυθαίρετα σπίτια σε δασικές περιοχές, ακόμη και σε καμένες και κηρυγμένες αναδασωτέες περιοχές, δεν δίσταζαν να καταπατούν παραλιακούς χώρους και να περιορίζουν την ελεύθερη πρόσβαση προς τη θάλασσα.
Και όλα αυτά δεν τα έκαναν μόνο κάποιοι που ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, αλλά, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια, και κάποιοι που ανήκαν στις μεσαίες και κατώτερες. Συνήθως για λόγους απληστίας οι πρώτοι, μαγκιάς οι δεύτεροι και επιβίωσης οι τρίτοι (ή με ένα δικό του «κοκτέιλ» ο καθένας).
Και τότε ήρθε η «κρίση».
Για πολλούς αυτό σήμαινε μείωση του καταναλωτικού τους επιπέδου. Μείωση της δυνατότητας να καταναλώνουν εμπορεύματα που δεν τα είχαν ανάγκη, για κάποιους, αλλά και αδυναμία κάλυψης βασικών βιοποριστικών αναγκών, για κάποιους άλλους. Και τότε εμφανίστηκε το φαινόμενο της προσφοράς, της αναδιανομής και της επανάχρησης μεταχειρισμένων ειδών και αντικειμένων πρώτης ανάγκης: Εκκλησίες και δημοτικές υπηρεσίες παραλαμβάνουν είδη που προσφέρονται από όσους δεν τα χρειάζονται και τα διανέμουν σε όσους τα χρειάζονται, οι οποίοι τα επαναχρησιμοποιούν. Έτσι βολεύονται όλοι: Και αυτοί που αδειάζουν οι ντουλάπες τους από περιττά πράγματα και αυτοί που έχει μειωθεί το εισόδημά τους σε βαθμό που αδυνατούν να αγοράσουν ακόμα και τα αναγκαία.

Συνεχίζεται η κατανάλωση του δημόσιου χώρου
Και ενώ η κατανάλωση ειδών πρώτης ανάγκης έχει εκ των πραγμάτων περιοριστεί, η κατανάλωση του δημόσιου χώρου, του αστικού και περιαστικού περιβάλλοντος συνεχίζεται ακάθεκτα, από τα μεγάλα, τα μεσαία και τα μικρά συμφέροντα.
Την ίδια στιγμή, ανατρέπεται η όποια νομοθεσία προστασίας του περιβάλλοντος που υπήρχε μέχρι σήμερα και δίνεται η δυνατότητα στους επίδοξους ιδιώτες «επενδυτές» να κάνουν ό,τι θέλουν, όπου θέλουν, υπερβαίνοντας τον ισχύοντα χωροταξικό σχεδιασμό.
Την ίδια στιγμή ξένες και ελληνικές κοινοπραξίες ετοιμάζονται να κατασπαράξουν το χώρο του πρώην Αεροδρομίου του Ελληνικού και την Παραλία του Αγίου Κοσμά αντί πινακίου φακής, όπως και άλλους παραλιακούς χώρους στον Σαρωνικό, όπως και τη Βόρεια Κέρκυρα, τη Νότια Ρόδο και τόσες άλλες περιοχές.
Την ίδια στιγμή εξαθλιωμένοι οικονομικά πολίτες αλλά και αδίστακτοι κερδοσκόποι αποτελειώνουν τους εναπομείναντες δασικούς χώρους, κόβοντας και πουλώντας για καυσόξυλα τα δέντρα που απέμειναν από τις πυρκαγιές και τους εμπρησμούς.
Ακόμη, ο Αρχιεπίσκοπος προωθεί την προσωρινή παραχώρηση δημόσιας γης που διεκδικείται από την εκκλησία, σε ακτήμονες για καλλιέργεια, «με την προϋπόθεση να αρθούν οι ισχύοντες εκ της νομοθεσίας περιορισμοί», δηλαδή να αποχαρακτηριστεί και να μην θεωρείται πλέον ως δημόσια και, σε πολλές περιπτώσεις, δασική…

Συνειδητή καταστροφή
Ως συμπέρασμα, θα μπορούσαμε να πούμε: Μέχρι πρότινος θεωρούσαμε ως κεντρικό το ζήτημα της υπεράσπισης των δημόσιων, ελεύθερων αστικών και περιαστικών χώρων από τα «μεγάλα συμφέροντα» αλλά και από την καταναλωτική υστερία κάποιων συμπολιτών μας, με ό,τι αυτή συνεπάγονταν. Σήμερα, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για «κρατική αδράνεια», «κυβερνητική αδιαφορία» και «ανεπάρκεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης». Σήμερα μπορούμε πλέον να μιλάμε για συνειδητό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, για συνειδητή καταστροφή του εναπομείναντος φυσικού περιβάλλοντος, για συνειδητή συγκάλυψη του συντελούμενου εγκλήματος από τους κυβερνώντες, αλλά και πολλούς διαχειριστές της τοπικής εξουσίας.
Σήμερα που θίγεται οικονομικά και ο λεγόμενος «μεσαίος χώρος», οι φωνές για την προστασία του περιβάλλοντος, μειώνονται ακόμη περισσότερο.
Πολλοί από αυτούς που μέχρι πρότινος ανήκαν στη «μεσαία τάξη», βρίσκονται μαζί με αυτούς που πάντα ανήκαν στην «κατώτερη τάξη», στην ίδια λίστα ή ουρά για το συσσίτιο, στην ίδια ουρά για να πάρουν μια σακούλα με τρόφιμα ή ρούχα. Βρίσκονται στο ίδιο δασάκι για να κόψουν ξύλα για να ζεσταθούν.
Αυτό σημαίνει ότι διευρύνεται το μέτωπο των «από κάτω»; Ναι, αλλά προς ποια κατεύθυνση; Να ανακτήσουμε το χαμένο καταναλωτικό μας επίπεδο ή να αναζητήσουμε ένα νέο μοντέλο κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας; Που δεν θα στηρίζεται στη φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη όσων έχουν διατηρήσει το καταναλωτικό τους επίπεδο συμμετέχοντας στην εκμετάλλευση των ανθρώπων και της φύσης, αλλά θα στηρίζεται σε μια οικονομία ελεγχόμενη άμεσα από τους ίδιους τους παραγωγούς και τους καταναλωτές, χωρίς μεσάζοντες κερδοσκόπους.
Το ζητούμενο είναι μια νέου τύπου κοινωνική οργάνωση που θα έχει ως υπόβαθρο την κοινωνική δικαιοσύνη και την Άμεση Δημοκρατία.

 

κοινοποίησε το:

«ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΤΑΥΓΕΤΟΥ»: ΞΑΝΑ ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΣΤΟΝ ΤΑΥΓΕΤΟ ΣΤΙΣ 30 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

        Ο περιβαλλοντικός Σύλλογος «οι Φίλοι του Ταϋγέτου» ανακοινώνει ότι την Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012 θα κάνει την 2η φετινή αναδάσωση, ύστερα από σχετική έγκριση του Δασαρχείου Καλαμάτας, με φυτά Μαύρης Πεύκης, στο καμένο δάσος του Ταϋγέτου και συγκεκριμένα στην περιοχή «Κεραίες». Ως τόπος συνάντησης ορίζεται η θέση «Δεξαμενή Δασαρχείου» στο 30ο χιλιόμετρο του Εθνικού δρόμου Καλαμάτας-Σπάρτης και ώρα  9 π.μ.

      Οι αναδασώσεις στον Ταΰγετο θα συνεχιστούν και φέτος με φυτά που αγόρασε ο Σύλλογός μας και θα στηριχθεί για την προσπάθεια φύτευσής τους στην αγάπη των εθελοντών για τον πνεύμονα ζωής  της ευρύτερης περιοχής μας.

        Για την αναδάσωση ζητούμε την βοήθεια της «Ομάδας Δράσης για τον Ταΰγετο», των μελών μας, των εθελοντών, των Συλλόγων, των Εθελοντικών οργανώσεων και φορέων, τους οποίους καλούμε να προσέλθουν εθελοντικά για να συμβάλουν έτσι στην επαναδημιουργία του καμένου δάσους του Ταϋγέτου.

       Οι εθελοντές θα πρέπει να φέρουν την κατάλληλη ενδυμασία και παπούτσια για το δάσος (υψόμετρο 1.100 μ περίπου) και να έχουν μαζί τους προστατευτικά γάντια. Οι λάκκοι θα έχουν διανοιχθεί και το μόνο που θα χρειαστεί είναι να ακούσουν οι εθελοντές προσεκτικά τις οδηγίες των υπευθύνων προτού προχωρήσουν  στη φύτευση.

      Πληροφορίες δίνονται από τους κκ. Γ.Χρυσανθακόπουλο τηλ.6975716800, Χ.Ζερίτη τηλ.6978030105 και Π.Μαυρίκη τηλ.6974894724.-

κοινοποίησε το:

Ένας απολογισμός για το έργο του Lefebvre

Ρούλη Λυκογιάννη
Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 1ου κύκλου Σεμιναρίων Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας 2012

Go to Σεμινάρια 2012

Σεμινάρια 2012

Η ανάδυση της ριζοσπαστικής γεωγραφίας

Δέχτηκα με μεγάλη χαρά την πρόσκληση του κ. Χατζημιχάλη να συμμετάσχω στα ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ κάνοντας μία εισήγηση με θέμα τον Lefebvre, έναν από τους φιλοσόφους που σημάδεψαν με η σκέψη και τη δράση τους την κριτική σκέψη του 20ου αιώνα.

Η ώρα που έχω στη διάθεση μου, σίγουρα, δεν είναι αρκετή για να προσεγγίσει μια δουλειά που καλύπτει πάνω από 60 χρόνια συνεχούς παραγωγής για μιας πληθώρα θεμάτων που πολύ σχηματικά θα μπορούσαμε να τα εντάξουμε σε δύο φάσεις: εκείνη που ασχολείται με το αστικό (l’urbain) και εκείνη που ασχολείται με τον κοινωνικό χώρο και με αυτό που ονομάζει πλανητικό (planetaire) ή παγκοσμιοποίηση.

Όμως, πριν από αναφερθώ στο έργο του Λεφέβρ θα ήθελα να υπογραμμίσω τρεις προκαταρτικές παρατηρήσεις, αντλώντας από τις διατυπώσεις των Ντίνα Βαΐου και Κωστή Χατζημιχάλη στο βιβλίο τους Ο χώρος στην Αριστερή Σκέψη:

  1. Ο Λεφέβρ υποβάλλει αδιάκοπα τη σκέψη στη δοκιμασία των γεγονότων και αυτού που πραγματικά συμβαίνει, δηλαδή στη δοκιμασία της κοινωνικής πρακτικής, επιμένοντας πάντα στην εξερεύνηση του δυνατού και του αδύνατου. Μια εξερεύνηση που έχει στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό – την αλλαγή του κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να προσεγγίσουμε το έργο του και σαν ένα ‘αστερισμό’ εννοιών που τροποποιείται με τον καιρό ή εμπλουτίζεται με νέες έννοιες.
  2. Στην εργασία του Λεφέβρ σπάνια συναντάμε ορισμούς. Οι έννοιες εξελίσσονται μέσα από ‘διαδοχικές προσεγγίσεις’ και δίνουν έναυσμα για περαιτέρω επεξεργασίες, μέσα από διαφορετικές αναζητήσεις, θεωρητικούς και πρακτικούς σκοπούς. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι μια θεωρητική – μεθοδολογική επιλογή. Όπως λέει σε μία συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στα ελληνικά με τον τίτλο Μηδενισμός και Αμφισβήτηση: “Έχω επιμείνει πολύ σ’ αυτή τη μεθοδολογία που έχει για μένα μεγάλη θεωρητική αξία: παίρνω μια έννοια, την ωθώ μέχρι τις ακραίες της συνέπειες και την αφήνω ελεύθερη στην τύχη της, να ξαναβρεί την επαφή κι όχι μόνο να διαδοθεί αλλά και να γονιμοποιήσει την πρακτική” (Lefebvre 1990β: 53)2.
  3. Ο Λεφέβρ αμφισβητεί την κυριαρχία την κυριαρχία του οικονομικού φετιχισμού για τη συγκρότηση και την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, καθώς υποστηρίζει ότι τα κοινωνικά φαινόμενα είναι πιο πλούσια, πιο πολύπλοκα από την οικονομική τους ουσία. Έτσι απομακρύνεται από τις απλουστευτικές, μαρξιστικές-στρουκτουραλιστικές ερμηνείες/προσγγίσεις του έργου του Μαρξ. Αντιστεκόμενος στον “πειρασμό της ευκολίας”, υπερασπίστηκε μια “υλιστική ανάλυση ανοιχτή σε φιλοσοφικές ιδέες, ανανεωμένη από τη μελέτη των ιστορικών συγκυριών και αποδεσμευμένη από προκατασκευασμένα διαλεκτικά σχήματα” (Lefebvre, 1978[1958]: 109)3.

Για τη συνέχεια επέλεξα να εστιάσω σε 5 κεντρικά θέματα του έργου του, όπου προβάλλεται το αλληλένδετο και η διαπλοκή του κοινωνικού με το χωρικό: 1) η παραγωγή του χώρου, 2) ο χώρος και ο χρόνος σε κομμάτια, 3) η έννοια της περιφέρειας 4) η καθημερινή ζωή και 5) το δικαίωμα στην πόλη.

Η παραγωγή του χώρου

Ο χώρος για το Λεφέβρ δεν είναι ένα περιέχον αδιάφορο προς το περιεχόμενο, δεν είναι δηλαδή ένα ‘κενό δοχείο’ στο οποίο έρχονται να εγκατασταθούν δραστηριότητες, κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές, όπως υποστηρίζεται από τη φιλοσοφία, αλλά και από την πρακτική των πολεοδόμων και των κοινωνικών επιστημόνων. Αντίθετα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις δραστηριότητες, τις κοινωνικές σχέσεις και τις πρακτικές, μέσα από προηγούμενες φάσεις ανάπτυξής του –είναι μέρος τους. Η παραγωγή του δεν είναι λοιπόν μια «αθώα» παραγωγή. Εμπεριέχει πολλαπλές στρατηγικές και πολιτικές πρωταρχικής σημασίας.

Συνεπώς, ο χώρος δεν είναι ένα αντικείμενο ανάμεσα στα άλλα, ούτε ένα προϊόν ανάμεσα σε άλλα προϊόντα. Ενσωματώνει τα αντικείμενα που παράγονται και περικλείει τις σχέσεις τους στη συνύπαρξη και τη συγχρονικότητά τους. Είναι ένα αποτέλεσμα μιας ακολουθίας και ενός συνόλου ενεργειών κι έτσι δεν μπορεί να υποβαθμιστεί στη θέση του απλού αντικειμένου.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο βιβλίο Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ, ο Lefebvre δεν ενδιαφέρεται να εξετάσει τη μεταβαλλόμενη παραγωγή του χώρου απλά μέσα από τεχνική, οικονομική ή ακόμη πολιτική σκοπιά, αλλά να διερευνήσει νέες μορφές αναπαράστασης του δυνατού, με φόντο τις κοινωνικές διαδικασίες που επανακαθορίζουν ακριβώς τη φύση της ανθρώπινης ταυτότητας.

Έτσι, ο Lefebvre προτείνει ότι η κοινωνική παραγωγή του χώρου πραγματοποιείται μέσω τριών διαφορετικών αλλά αλληλοεπηρεαζόμενων διαδικασιών: α. τις “χωρικές πρακτικές” (Ο υλικός ή λειτουργικός χώρος), β. τις “αναπαραστάσεις του χώρου” (O χώρος ως κωδικοποιημένη γλώσσα) και γ. τους “χώρους αναπαράστασης” (ο άμεσα βιωμένος χώρος).

Αυτή η τριμερής διαλεκτική (dialectique de triplicate), όπως την ονομάζει αποτελεί προσέγγιση μιας κοινωνικής θεωρίας του χώρου, όπου η κάθε μία πλευρά βρίσκεται σε σχέση με τις άλλες δύο, συνυπάρχουν και όλες μαζί συναποτελούν το χώρο.

Ας δούμε αναλυτικότερα τι περιλαμβάνει η τριμερής αυτή διαλεκτική:

α) τις χωρικές πρακτικές και τον υλικό χώρο, τις συνηθισμένες χωρικές συμπεριφορές που μπορεί κανείς να αντιληφθεί, με όλες τους τις αντιφάσεις. Εδώ εξετάζονται οι φυσικές και υλικές ροές, μετακινήσεις και συσχετίσεις στο χώρο, η πραγματικότητα της πόλης και οι ρουτίνες της δουλειάς, της σχόλης, της ιδιωτικής ζωής –όλα όσα εξασφαλίζουν την παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή.

β) τις αναπαραστάσεις του χώρου, αντιλήψεις του χώρου που συγκροτούν τις ιδέες μας για το τι είναι δυνατό. Εδώ η αναφορά είναι στο χώρο των επιστημόνων, των πολεοδόμων, των τεχνοκρατών κ.ο.κ. – όλων εκείνων που ορίζουν τι είναι χώρος (τα σημεία, τις σημασίες και τους κώδικες που επιτρέπουν να καταλάβουμε τις κοινωνικές πρακτικές).

γ) τους χώρους αναπαράστασης και το λόγο για το χώρο , χώρους που παράγονται από το σώμα στις καθημερινές πρακτικές. Οι χώροι αναπαράστασης παραπέμπουν στο βιωμένο χώρο, μέσω αναπαραστάσεων και συμβόλων ο χώρος των κατοίκων και των χρηστών, αλλά και στο χώρο κάποιων καλλιτεχνών και φιλοσόφων, που φαντάζονται νέες σημασίες ή δυνατότητες χωρο-κοινωνικών πρακτικών.

Τα παραπάνω θέματα εξετάζονται μέσα από πολλαπλές οπτικές. Ο Λεφέβρ αντλεί από τη γνώση της φιλοσοφίας και τη σκέψη των Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε και Φρόιντ. Ενώ ταυτόχρονα έχει βαθιές επιρροές από την ποίηση, την τέχνη, το τραγούδι και το καρναβάλι, τις επαφές του με τους σουρεαλιστές και τους καταστασιαστές, την εμπλοκή του στο Μαρξισμό, όπως αυτός συγκροτήθηκε ως σκέψη και ως πολιτικό

κίνημα, τις κοινωνιολογικές αναζητήσεις του γύρω από τις συνθήκες ζωής στη πόλη και την περιφέρεια, την ιδιαίτερη αντίληψή του για την ολότητα και τη διαλεκτική μέθοδο.

Στο έργο του μπορεί να βρει κανείς την κριτική του για το δομισμό, την κριτική θεωρία  και  την αποδόμηση, τη σημειολογία ή τις οπτικές του Φουκό για το σώμα και τη δύναμη/εξουσία και την υπαρξιστική εκδοχή του Σαρτρ. Ο Λεφέβρ ποτέ δεν αρνήθηκε τέτοιες διατυπώσεις. Τις προσέγγισε με στόχο να τις χρησιμοποιήσει και να τις αλλάξει με δημιουργικό τρόπο.

Η έννοια της περιφέρειας

Ο αστικός χώρος, ένα κοινωνικό προϊόν και ο ίδιος, οργανώνει την κοινωνική ζωή σε πολλαπλά επίπεδα κυριαρχίας και υποτέλειας, σε “κέντρα” και “περιφέρειες”. Η περιφέρεια, στο έργο του Η. Lefebvre, έχει πολλαπλές σημασίες με ασαφή όρια.

Σε ένα επίπεδο σημαίνει τις ονομαζόμενες υπανάπτυκτες χώρες ή περιοχές μέσα στις καπιταλιστικές χώρες. Η έννοια της περιφέρειας μπορεί να αναφέρεται στις περιφέρειες των πόλεων: τους κατοίκους των περιφερειακών συνοικιών, τα προάστια, τις παραγκουπόλεις, τις πόλεις δορυφόρους, χώρους που εκφράζουν την “απολίθωση”, τη “στερεοποίηση των ξεχωριστών μονάδων” της κοινωνικής ζωής (Lefebvre, 1990β: 124), αλλά και τις περιφέρειες που «βρίσκονται καμιά φορά πολύ κοντά στο κέντρο» και που «μας παρέχουν πρόσβαση για να φτάσουμε στο κέντρο» (Lefebvre 1989: 53).

Σε ένα άλλο επίπεδο αποτελεί αναφορά στο διεθνές προλεταριάτο, που το ξεχωρίζει από την εργατική τάξη, δηλαδή εκείνες τις ομάδες που έχουν αποκλειστεί από τα μέσα παραγωγής και δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν σε αυτή.

Ακόμη, χρησιμοποιεί την έννοια “περιφέρειες” για να μιλήσει για τις κοινωνικές περιφέρειες που δεν βρίσκονται πάντα μακριά από το κέντρο: τους νέους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους απόκληρους, τους “τρελούς”, τους τοξικομανείς , τους ξένους εργάτες (Lefebvre 1976), αλλά και τους αμφισβητίες που βρίσκονται μέσα στους κόλπους των κρατικών μηχανισμών.

Αυτές οι ομάδες, που η κεντρική εξουσία έχει εξωθήσει σε διανοητικές, κοινωνικές και χωρικές περιφέρειες, μαζί με την εργατική τάξη, μπορεί να αποτελέσουν υποκείμενα ενός συνολικού σχεδίου για μια διαφορετική κοινωνία.

Ο χώρος και ο χρόνος σε κομμάτια

Στο έργο του ο Η. Lefebvre διατηρεί κεντρική θέση το ερώτημα πώς και γιατί ο καπιταλισμός επιβιώνει και ξεπερνά τις κρίσεις και εσωτερικές του αντιφάσεις, με ποιους τρόπους αναπαράγονται οι (καπιταλιστικές) κοινωνικές σχέσεις και ποιος είναι ο πυρήνας της αλλαγής τους.

Ο Η. Lefebvre υποστηρίζει ότι οι κοινωνικές τάξεις έχουν υποστεί σημαντικές αλλαγές και ότι έχουν αναδυθεί νέες κοινωνικές ομάδες (π.χ. μεσαίες κοινωνικές τάξεις, που διευθύνουν χωρίς ιδιοκτησία τα μέσα παραγωγής, αυξανόμενες περιφερειακές ομάδες κ.α.), οι οποίες δεν προσφέρονται σε παραδοσιακού τύπου αναλύσεις που εξαντλούνται στην αντίθεση κεφαλαίου εργασίας.

Έτσι, η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να εντοπίζεται αποκλειστικά στον τόπο εργασίας. Πρέπει να αναζητηθεί σε έναν πολύ σύνθετο χώρο, ο οποίος, στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, είναι αστικός χώρος, τον οποίο ο Λεφέρβρ θεωρεί ως ένα κοινωνικά παραγόμενο σύστημα, μια “δεύτερη φύση”, που τοποθετείται πάνω στη φυσική τοπογραφία.

Πρόκειται για ένα χώρο είναι ταυτόχρονα ομοιογενοποιημένος (ρυθμισμένος από το κράτος και τους τεχνοκράτες) και κατατμημένος (πρακτικά και θεωρητικά): πρακτικά κατατμημένος, αφού έχει κοπεί σε κομμάτια που πουλιούνται και αγοράζονται, και θεωρητικά κατατμημένος, αφού πλευρές του μελετώνται από διάφορες επιστήμες, αποκρύβοντας έτσι τη σημασία του (Lefebvre 1977[1974]).

Αυτή την κεντρική θέση την επεξεργάζεται ξεκινώντας από την έμφαση στην καθημερινή ζωή, περνώντας στη συνέχεια στην “επανάσταση του αστικού” και την αντίφαση ομοιογενοποίησης / διαφοροποίησης, και τέλος, πιο ρητά, στην “επιβίωση του καπιταλισμού”:

Ο καπιταλισμός κατόρθωσε να αμβλύνει (αν όχι να αναιρέσει) τις εσωτερικές του αντιφάσεις… Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με ποιο κόστος, αλλά ξέρουμε με ποιον τρόπο: καταλαμβάνοντας χώρο, παράγοντας χώρο” (Lefebvre 1976: 21)

Στον κατατμημένο χώρο αντιστοιχεί κι ένας εξίσου κατατμημένος χρόνος, που και αυτός πωλείται κι αγοράζεται: ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος κατανάλωσης, ο χρόνος ανάπαυσης, ο ‘ελεύθερος χρόνος’. Όποιος αγοράζει χώρο αγοράζει και μια συγκεκριμένη χρήση του χρόνου, βασισμένη στις αποστάσεις από άλλους χώρους: την απόσταση από τα σπίτια στους  χώρους εργασίας ή αναψυχής ή τους χώρους κατανάλωσης. Αυτές οι αποστάσεις κάνουν κάποιους χώρους πιο επιθυμητούς από κάποιους άλλους, διαφοροποιούν τη γαιοπρόσοδο, εισάγουν έννοιες κεντρικότητας και περιθωριοποίησης (Lefebvre 1977: 211-12), διαμορφώνουν πολύ διαφορετικές και κοινωνικά άνισες καθημερινότητες στην πόλη.

Η καθημερινή ζωή

Για το  Λεφέβρ, η καθημερινή ζωή ή το καθημερινό αποτελεί προνομιακό πεδίο για τη μελέτη των πολλαπλών κοινωνικών αντιθέσεων –των μορφών καταπίεσης και των μορφών αντίστασης σε αυτές. Αυτή την έννοια την επεξεργάζεται, με διαδοχικές προσεγγίσεις, από το 1946 ως το 1984, μέσα από μια σειρά βιβλίων και άρθρων:

Αμέσως μετά τον πόλεμο, σε μια εποχή απεριόριστης ελπίδας για το μετασχηματισμό της κοινωνίας και τη μεταμόρφωση της ζωής, δίνει έμφαση στον πλούτο του καθημερινού (Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣΙ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ – 1990[1946]).

Στην επόμενη επεξεργασία του (Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ ΙΙ: ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ – [1962]), μετά από 15 χρόνια ανασυγκρότησης του καπιταλισμού, το καθημερινό εμφανίζεται με όλη του τη φτώχεια και την αλλοτρίωση, που είναι αποτέλεσμα της εμπορευματοποίησης /ομογενοποίησης όλων των σχέσεων. Ο καπιταλισμός και το κράτος οργανώνουν την καθημερινή ζωή σε αυτό που ο Λεφέβρ ονομάζει “γραφειοκρατική κοινωνία διευθυνόμενης κατανάλωσης”[1962].

Μεσολαβεί το έργο Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ (1968[1991]) με έμφαση στην ποιότητα της ζωής και τους τρόπους με τους οποίους η αίσθησή μας για το βιωμένο κόσμο διαμορφώνεται από αποφάσεις και διαδικασίες για τις οποίες γνωρίζουμε ελάχιστα.

Στην πιο πρόσφατη επεξεργασία (Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ ΙΙΙ: ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΜΟΝΤΡΕΝΙΣΜΟΣ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ ΙΙΙ – [1981]) εστιάζει και πάλι στα

θέματα της αλλοτρίωσης και διαφοράς, σε συνάρτηση με τη λειτουργία του κράτους και την έννοια του μοντέρνου, αυτού που προβάλλεται σαν ολοκληρωτικά νέο, αλλά καλύπτει την ομοιογενοποίηση, την επανάληψη,  την  καθημερινότητα,  αποκρύπτοντας  έτσι  τη  συγκρότηση  του  καπιταλισμού  και  τους

μετασχηματισμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας και προβάλλοντας έναν τρόπο να ζει κανείς προσκολλημένος σε ορισμένες επιφανειακές όψεις της, κυρίως αισθητικές.

Τέλος, στο συμπληρωματικό της κριτικής, που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του (ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΑΝΑΛΥΣΗΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΡΥΘΜΩΝ-2004[1992], σημειώνει τους πολλαπλούς ρυθμούς και κινήσεις στην πόλη, τόσο αυτούς που κανείς βλέπει και αισθάνεται, όσο και εκείνους που υπάρχουν χωρίς να παρουσιάζονται άμεσα, όπως για παράδειγμα τα ωράρια των καταστημάτων και των σχολείων, οι κανόνες λειτουργίας της κυκλοφορίας, οι κανονισμοί εργασίας κλπ. Η επανάληψη και η κανονικότητα, αλλά και οι αποσιωπούμενες χρονικότητες βοηθούν στη διαπραγμάτευση της καθημερινής ζωής, καθώς κάτοικοι και επισκέπτες διαμορφώνουν κώδικες που αποτρέπουν το χάος και τις παρεξηγήσεις στην εμπειρία της πόλης.

Ο Lefebvre είναι ο πρώτος συγγραφέας που κωδικοποίησε πραγματικά την “κάθε μέρα” ή καθημερινή ζωή ως φαινομενολογικά σύγχρονη και συνυπάρχουσα, αλλά και εννοιολογικά διακριτή από την απλή καθημερινότητα”. Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή η “καθημερινότητα” (la quotidienne – ‘everydayness’) δηλώνει την επανάληψη και την ομοιογένεια του ρυθμιζόμενου, από την καπιταλιστική διαχείριση, “καθ’ ημέραν βίου”, ενώ η “κάθε μέρα” (ή το καθημερινό -le quotidienne -‘the everyday’) αντιπροσωπεύει το χώρο και τη δράση του μετασχηματισμού και της κριτικής του, τον τόπο που βρίσκονται στιγμές παρουσίας και το πεδίο αντίστασης και ανανέωσης, οι δυνατότητας μιας ολοκληρωμένης πλήρους ζωής (Βαΐου, Χατζημιχάλης 2012, Roberts 1999).

Το δικαίωμα στην πόλη

Το “δικαίωμα στην πόλη” σε μια πρώτη ανάγνωση ισοδυναμεί με αμφισβήτηση και υπέρβαση του Κράτους Πρόνοιας και ιδιαίτερα του τρόπου με τον οποίο υλοποιείται ένα βασικό στοιχείο του: το “δικαίωμα (όλων) των κατοίκων στην κατοικία”, με την εντατική παραγωγή μεγάλων συγκροτημάτων στην περιφέρεια των πόλεων. Ο τρόπος αυτός, σε συνδυασμό και με τις διακρίσεις της ταξικής κοινωνίας, οδήγησε στην ανάπτυξη των περιφερειών των πόλεων, που αποτελεί ένα από τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Ο Η. Lefebvre είναι λοιπόν από τους πρώτους που εντόπισε ένα ζήτημα το οποίο αναδείχτηκε κρίσιμο στη μακρά διάρκεια. (Βαΐου 2000).

Σε μια δεύτερη προσέγγιση το “δικαίωμα στην πόλη” προτρέπει στη διεκδίκηση του χώρου της πόλης ως δημόσιου χώρου ζωής, ως τόπου πραγμάτωσης μιας ανανεωμένης αστικότητας, χωρίς τους αποκλεισμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας και τους χώρους και χρόνους αλλοτρίωσης που αυτή παράγει. Ο Λεφέβρ είναι πρόδομος και από αυτή τη σκοπιά: εισάγει στις αναζητήσεις για μια ριζική κοινωνική αλλαγή την προβληματική για την αστικότητα, που έμελλε να γίνει αργότερα (τη δεκαετία του 1980) κεντρική στη συζήτηση για την πόλη (Βαΐου 2000, Βαΐου, Χατζημιχάλης 2012).

Προσδιορίζει την αστικότητα ως ταυτόχρονη συγκέντρωση και διάχυση ανθρώπων, αγαθών και πληροφοριών, ως κοινωνική κεντρικότητα, όπου πολλές πλευρές του καπιταλισμού τέμνονται στο χώρο, παρά το γεγονός ότι συμπίπτουν χρονικά μόνο για μικρά διαστήματα -μια διαδικασία “παγκοσμιοποιημένη” που ο Λεφέβρ προέβλεψε στο έργο του Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ (Lefebvre 1991[1974]) πριν ακόμη παρατηρηθεί σε όλα και πιο πολλά μέρη του κόσμου.

1 Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 1ου κύκλου Σεμιναρίων Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας.

2 Lefebvre, Henri, 1990, Μηδενισμός και Αμφισβήτηση. Αθήνα: ΥΨΙΛΟΝ.

3 Lefebvre H. (1978[1958]) Προβλήματα του Μαρξισμού Σήμερα. Αθήνα: Γράμματα

κοινοποίησε το:

Τα τέλη νερού στην περιφέρεια του Δήμου Καλαμάτας και οι νέες αυξήσεις της ΔΕΗ

Δίκτυο Ενεργών Πολιτών Καλαμάτας .20/12/2012

Τα τέλη νερού στην περιφέρεια του Δήμου Καλαμάτας και οι νέες αυξήσεις της ΔΕΗ

ΤΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗ ΜΠΕΧΡΑΚΗ*
«Η ενεργοποίηση των πολιτών στα Αρφαρά πριν λίγες ημέρες, με αφορμή τα ακριβά τιμολόγια νερού που πήραν από τη ΔΕΥΑΚ σε σχέση με το παρελθόν, είναι θετική ενέργεια γιατί μπορεί να δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για ουσιαστική ενημέρωση, να αναδεικνύονται και να λύνονται δίκαια προβλήματα για μια επιχείρηση που λειτουργεί για το συλλογικό συμφέρον μας.

Το Δίκτυο Ενεργών Πολιτών, πέρα από την διαφωνία του για τον προσανατολισμό της πολιτικής και του προϋπολογισμού του Δήμου, πιστεύει ότι η δημοτική αρχή στη ΔΕΥΑΚ δεν έχει κάνει συστηματική προσπάθεια να συμμαζέψει συντελεστές κόστους που μπορούν να επιδράσουν στα τιμολόγια και στη τσέπη των πολιτών. Με την ευκαιρία αυτή να υπενθυμίσουμε ότι δεν είναι παρελθόν τοποθετήσεις ότι για τα υψηλά δημοτικά τέλη έφταιγαν, οι υψηλοί μισθοί και ο μεγάλος αριθμός εργαζομένων στη ΔΕΥΑΚ. Γιατί όμως τώρα που υπάρχουν σοβαρές ανατροπές στη ΔΕΥΑΚ δεν μειώνονται τα τιμολόγια  των παρεχόμενων υπηρεσιών;
Δεν οφείλει η ΔΕΥΑΚ να παρουσιάσει συγκριτικά στοιχεία και από άλλους δήμους που προχωρούν σε μειώσεις μέχρι και 20% αναγνωρίζοντας την οικονομική δυσκολία των δημοτών τους; Γιατί η δημοτική αρχή ουσιαστικά δεν απάντησε στις αποδείξεις νερού που παρουσίασαν κάτοικοι από Δήμο όχι μακρινής περιοχής και τις μεγάλες διαφορές των τιμολογίων με την ΔΕΥΑΚ. Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι απλή και μόνο μία, όπως για παράδειγμα η εισπρακτική πολιτική της δημοτικής αρχής είναι η πιο εύκολη να εφαρμοστεί.
Δεν είναι σε θέση ο κ. Νίκας να παρουσιάσει με τεκμηριωμένη οικονομοτεχνική αναφορά και στοιχεία το κόστος παραγωγής κάθε κυβικού νερού στη περιοχή που το νερό προέρχεται κυρίως από τις υδρογεωτρήσεις και τις εισπράξεις που έπρεπε να έχουν γίνει.
Δεν έχει φροντίσει να καταγράφεται σε τακτική βάση η ηλεκτρική κατανάλωση των αντλιοστασίων της περιοχής.
Αφήνει τη ΔΕΗ να υπολογίζει την κατανάλωση σε ευρύτερες χρονικές περιόδους με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνονται οι κλίμακες χρέωσης στην περίοδο που γίνεται η κατανάλωση. Δεν διέθετε τις μετρήσεις του 2011 και του 2012 γι’ αυτό και αναφέρεται σε στοιχεία του 2010.
Δεν έχει βελτιώσει ουσιαστικά την τεχνική υποδομή λειτουργίας των γεωτρήσεων, δικτύων διανομής και των αυτοματισμών παρακολούθησης τους, όταν ακόμα και μικροί καταναλωτές χρησιμοποιούν  αυτοματισμούς καταγραφής λειτουργιών αξίας μερικών εκατοντάδων ευρώ και ο δήμος έχει 536 χιλιόμετρα δίκτυο ύδρευσης.
Δεν έχει τοποθετήσει υδρόμετρα στις εξόδους των δεξαμενών προς το δίκτυο για να εντοπίζονται διαρροές και παράνομες συνδέσεις. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τεχνικά το μέγεθος των διαρροών που υπάρχουν στα τοπικά δίκτυα μεταφοράς νερού καθώς επίσης δεν έχει πάρει μέτρα για παράνομες συνδέσεις και την είσπραξη των ανάλογων χρημάτων.
Η πρόταση των κατοίκων “θέλουμε με κάθε λεπτομέρεια το κόστος ανά κυβικό νερού και τα εισπραττόμενα έσοδα” δεν μπορεί να αγνοηθεί. Έπρεπε και πρέπει η δημοτική αρχή να δουλέψει συστηματικά πάνω στους παράγοντες που θα μπορούσαν να μειώσουν τη τιμή του κυβικού του νερού και να μην έχει την έτοιμη λύση «αυξάνω τα τέλη στη περιφέρεια στις μεγάλες καταναλώσεις».

Με αφορμή τις αναμενόμενες αυξήσεις της τιμής του  ηλεκτρικού στα οικιακά τιμολόγια της ΔΕΗ  και την επίδραση τους στα δημοτικά τέλη…
Η συνοχή του καλλικρατικού δήμου με την περιφέρεια και τον αγροτικό κυρίως χαρακτήρα της δεν εξυπηρετείται  με “εύκολες” πολιτικές χρεώσεων. Η προσπάθεια να ενοποιηθούν τα τιμολόγια της αστικής κατανάλωσης με τα ημιαστικά και αγροτικά νοικοκυριά, πέρα από ισοπεδωτική είναι κυρίως αναποτελεσματική και αδιέξοδη. Θα οδηγήσουν σε πρακτικές μη πληρωμής και απώλεια εσόδων. Υπάρχει ανάγκη μέχρι να ολοκληρωθεί το αρδευτικό δίκτυο από την ΔΕΥΑΚ να υπάρξει προσαρμοσμένο μεταβατικό τιμολόγιο. Το να χρησιμοποιούνται κλίμακες τιμολόγησης για εισπρακτικούς λόγους και όχι για προστασία υδάτινων πόρων είναι λάθος. Φυσικά πρέπει να αποφεύγονται οι σπατάλες στη κατανάλωση του νερού. Μέχρι να υπάρξουν αρδευτικά δίκτυα, επειδή το νερό σε αυτές τις περιοχές δεν χρησιμοποιείται για πισίνες και πότισμα του γκαζόν αλλά για τα ζώα, τις αγροτικές καλλιέργειες, τις καθημερινές ανάγκες ημιαστικών και αγροτικών νοικοκυριών, πρέπει η τιμολόγησή του να είναι μετρημένη και ειδική. Σε τελευταία ανάλυση είναι αγροτικά εισοδήματα που πρέπει να διευκολύνουμε να δημιουργηθούν σε συνθήκες οικονομικής κρίσης στη περιφέρεια του δήμου μας. Και μερικά από αυτά θα καταναλωθούν όπως είναι φυσικό στο αστικό κέντρο του Δήμου.
Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι για ορισμένα πράγματα που επηρεάζουν τη τιμή του νερού δεν ευθύνεται η δημοτική αρχή. Αλώστε το Δίκτυο Ενεργών Πολιτών είναι άλλης πολιτικής συμπεριφοράς και ανάλυσης. Για παράδειγμα, δεν αμφισβητούμε ότι οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ και η μη υπαγωγή του τιμολογίου των ΔΕΥΑ από την κατηγορία της γενικής χρήσης σε αυτήν της βιομηχανικής χρήσης δεν επηρεάζει τα τιμολόγια της ΔΕΥΑΚ που είναι οικιακής κατανάλωσης και όχι του φθηνότερου κοστολογίου. Η χρέωση ΑΝΤΛΙΟΣΤΑΣΙΑ, ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΙ, ΥΔΡΟΓΕΩΤΡΗΣΕΙΣ ΝΑ ΤΙΜΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΩΣ ΟΙΚΙΑΚΟ ΡΕΥΜΑ δεν είναι ούτε σωστή ούτε δίκαια. Δεν είναι σωστή γιατί το παρεχόμενο ηλεκτρικό ρεύμα το χρησιμοποιεί η Εταιρεία, η ΔΕΥΑΚ στη περίπτωσή μας για παραγωγική χρήση σε μαζική κλίμακα σε μηχανικά μέσα άντλησης νερού για να δημιουργήσει κλίμακες οικονομίας και δεν χρησιμοποιείται σε οικοσκευές. Είναι ηλεκτρικό ρεύμα που δεν χρησιμοποιείται από τα νοικοκυριά άμεσα αλλά μέσω αυτού παράγονται προϊόντα που χρησιμοποιούνται από αυτά. Ειδικότερα, εάν γίνει αλλαγή στο τιμολόγιο υπολογίζεται:
-Για τις υδρογεωτρήσεις και αντλιοστάσια ύδρευσης, από τιμολόγιο γενικής χρήσης σε αγροτικής χρήσης αποστράγγισης Τ-33Α/ΜΤ, οι εκπτώσεις οι οποίες επιτυγχάνονται για τις ΔΕΥΑ είναι: Μέση τάση 25-30% και για τη Χαμηλή τάση άνω του 39,83%.
– Για την αποχέτευση ακαθάρτων (βιολογικοί καθαρισμοί, αντλιοστάσια αποχέτευσης ακαθάρτων, τηλεθέρμανση, αφαλάτωση), από τιμολόγιο γενικής χρήσης χαμηλής τάσης (Γ22) σε βιομηχανικής χρήσης χαμηλής τάσης (Γ22/Β) οι εκπτώσεις οι οποίες επιτυγχάνονται για τις ΔΕΥΑ είναι της τάξης: Μέση τάση 17,50% και για τη Χαμηλή τάση άνω του 12,80%.
Το γενικό θέμα είναι βέβαια κατά πόσο η δημοτική αρχή αποφασιστικά διεκδικεί από την κεντρική Διοίκηση και τα προωθεί μαζί με άλλους δήμους που έχουν παρόμοια προβλήματα. Ειδικά τώρα που σχεδιάζονται νέες αυξήσεις στα τιμολόγια της οικιακης κατανάλωσης από την ΔΕΗ. Μήπως απλά η δημοτική αρχή θεωρεί τον εαυτό της προέκταση της κεντρικής διοίκησης και ρόλος της είναι να ρυθμίζει τις κλίμακες των χρεώσεων στους “αποκάτω”;

*Επικεφαλής Δικτύου Ενεργών Πολιτών Δήμου Καλαμάτας

κοινοποίησε το:

Ματιές στην Ιστορία της Καλαμάτας: Ένα Ιστορικό Κέντρο με τέσσερις πλατείες

Παρουσίαση από τον Ηλία Μπιτσάνη


Η Άνω Πλατεία ταυτοποιείται από δυσμάς προς ανατολάς, δηλαδή από το ιερό περίπου των Αγίων Αποστόλων προς την οδό Υπαπαντής, με το «χώρο των εφαπλωματοποιείων», γνωστό ως Παπλωματάδικα

Το Ιστορικό Κέντρο με την εμπορική του έννοια πλέον, έχει γίνει δημοφιλής χώρος κοινωνικής συνάντησης. Ενας χώρος στον οποίο συνυπάρχουν το χθες με το σήμερα και το αύριο, άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και διαφορετικής κουλτούρας, η παρακμή και το λάιφ στάιλ, κατοικίες και καταστήματα, ένα είδος “λαϊκής αγοράς” και τοπικών προϊόντων, διατηρητέα και τσιμεντόκουτα, μνημεία και τραπεζοκαθίσματα . Αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίζει σήμερα ως ένα χώρο που μπορεί κάποιος να βρει τα πάντα σε μια φαινομενικά άναρχη συμβίωση.

Σε μια ελάχιστη έκταση υπάρχουν και οι… περισσότερες πλατείες που θα μπορούσε να συναντήσει κάποιος. Αυτό φαντάζει περίεργο, όμως η περιοχή πήρε τη σημερινή διαμόρφωση στις αρχές του 20ού αιώνα όταν η πόλη αναζητούσε το μελλοντικό της σχεδιασμό, το πέρασμα από τη μικρή πόλη με τα σοκάκια και τα χαμηλά σπίτια κολλητά με μαγαζιά και εργαστήρια. Άνθρωποι και πυρκαγιές “έσπρωξαν” τις αλλαγές και περιόρισαν το χώρο των πλατειών ανάμεσα σε φαρδείς δρόμους: Υπαπαντής, 23ης Μαρτίου, Νέδοντος.

Την εικόνα του Ιστορικού Κέντρου ανασυνθέτει η εργασία της Αναστασίας Μηλίτση-Νίκα και της Χριστίνας Θεοφιλοπούλου – Στεφανούρη με την έκδοση από τα ΓΑΚ Μεσσηνίας του εξαιρετικού λευκώματος για την Καλαμάτα από το 1830 μέχρι το 1940. Από αυτή την εργασία θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια την πόλη που δεν γνωρίσαμε και τα στοιχεία της που χάθηκαν στο χρόνο. 

ΑΝΩ ΠΛΑΤΕΙΑ

Η Ανω Πλατεία ταυτοποιείται από δυσμάς προς ανατολάς, δηλαδή από το ιερό περίπου των Αγίων Αποστόλων προς την οδό Υπαπαντής, με το «χώρο των εφαπλωματοποιείων», γνωστό ως Παπλωματάδικα, συμπεριλαμβάνοντας και τμήμα της οδού Υπαπαντής, η οποία μέχρι το 1910 δεν είχε διανοιγεί. Το βόρειο άκρο της έφθανε μέχρι το ύψος της σημερινής οδού Κουμουνδουράκη. Αξίζει να επισημανθεί ότι τα προς βορρά και νότο άκρα της πλατείας ήταν κλειστά, γιατί υπήρχαν σπίτια και οικότοποι. Η επικοινωνία της με τη σημερινή Πλατεία 23ης Μαρτίου ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Γινόταν μόνο μέσω ενός στενοσόκακου, «εν είδει ισθμού», μέχρι το 1880, οπότε μετά την πυρκαγιά του 1879 και την αποτέφρωση κάποιων τετραγώνων στο νότιο όριο της Ανω Πλατείας έγινε ευκολότερη η πρόσβαση σ’ αυτήν. Ουσιαστικά, μετά το 1908, έγινε η άρση της απομόνωσής της, αφού από τότε, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, άρχισαν απαλλοτριώσεις γηπέδων, οικότοπων και οικιών, με στόχο να διανοιγεί η οδός Υπαπαντής και να περάσει η γραμμή του τραμ (1910). Οι απαλλοτριώσεις συνεχίζονταν όλη τη δεκαετία του 1910. Τελικά, με τη διάνοιξη της οδού Υπαπαντής, η Ανω Πλατεία έχασε μεγάλο τμήμα της αρχικής της έκτασης και απώλεσε σταδιακά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε το 19ο αιώνα.

Είναι η παλαιότερη πλατεία της Καλαμάτας, όπου επικεντρωνόταν η οικονομική, η κοινωνική, αλλά και η διοικητική ζωή της πόλης, ιδιαίτερα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε η κίνηση άρχισε να μεταφέρεται και στην Κάτω. Εδώ βρίσκονταν: αμπατζίδικα (= ραφτάδικα), φορτσεράτικα (= επιπλοποιεία,1914), καφεκοπτεία και λογής-λογής άλλα καταστήματα. Ιδιαίτερα ζωηρή ήταν η κίνηση τα Σάββατα, με το παζάρι. Βρίσκονταν ακόμη εφαπλωματοποιεία (= παπλωματάδικα), καφενεία κ.ά. Επίσης: Η παλαιότερη λέσχη της Καλαμάτας, «Η Μεσσηνία» (1855). Η αίθουσα του Εμπορικού Συλλόγου, όπου δίνονταν διαλέξεις κατά το 1880-1885, μέχρι να μεταφερθεί στην Κάτω Πλατεία. Η «μεγάλη πηγάδα» με το κρυσταλλώδες νερό, επί της σημερινής οδού Υπαπαντής, απέναντι στον πλάτανο, απ’ όπου υδρευόταν μεγάλο μέρος της Καλαμάτας. Φαρμακεία. Συμβολαιογραφεία. Δημόσιες υπηρεσίες (νομαρχία, ταχυδρομείο και τηλεγραφείο, ειρηνοδικείο κ.ά.). Η οικία του Αρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Η αφετηρία του τραμ, κ.ά.

ΚΑΤΩ ΠΛΑΤΕΙΑ

Η Κάτω Πλατεία αρχικά δεν είχε την όψη πλατείας ούτε το σημερινό μέγεθος. Ηταν ένας φαρδύς δρόμος, πλάτους είκοσι περίπου μέτρων, που βρισκόταν νότια της αγοράς των Αγίων Αποστόλων. Στην προέκταση αυτού του δρόμου προς το Νέδοντα κατασκευάστηκε, περί τα τέλη του 1870, η λεγόμενη Σιδηρά γέφυρα, η οποία λειτούργησε ως είσοδος της πόλης από δυσμάς. Η τύποις ονομαζόμενη πλατεία άρχισε να αποκτά την όψη πλατείας μετά την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1879. Κι αυτό γιατί η πυρκαγιά διευκόλυνε τη δημοτική αρχή να λύσει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που εμπόδιζαν την εξέλιξη της πόλης, μιας και εκεί βρίσκονταν αρκετές μικροοικοδομές, που δεν μπορούσαν λόγω έλλειψης χρημάτων αλλά και πολιτικού κόστους να απαλλοτριωθούν και να κατεδαφιστούν. Το 1880, επί δημαρχοντίας Πέτρου Α. Μαυρομιχάλη, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αποφασίστηκε να καταργηθούν κάποια αποτεφρωμένα τετράγωνα βόρεια της Κάτω Πλατείας (εκεί που σήμερα είναι το ηρώο), με την προοπτική να σχηματιστεί μια ευρύχωρη και «μεγαλοπρεπής» πλατεία. Η συγκεκριμένη θέση κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη, επειδή ήταν κεντρική, βρισκόταν στην αγορά και «συνεχόταν» με τους δύο νεοανοιχθέντες μεγάλους δημόσιους δρόμους: Καλαμάτας-Μεσσήνης και Καλαμάτας-Παραλίας. Παράλληλα, θα ωφελείτο και το Δημόσιο, γιατί δύο σειρές «των εν Καλάμαις δημοσίων εργαστηρίων» θα αποκτούσαν πρόσοψη προς τη νέα πλατεία και θα σχημάτιζαν τη βορειοανατολική πλευρά της. Επιπλέον, θα γινόταν εφικτή η ένωση των δύο πλατειών, της Κάτω με την «Ανω των εφαπλωματοποιείων».

Τις επόμενες δεκαετίες συνεχίστηκαν οι ρυμοτομήσεις και απαλλοτριώσεις πολλών οικημάτων, ιδιαίτερα εργαστηρίων, «πεπαλαιωμένων, σεσαθρωμένων και οικτρών την όψιν», με στόχο την περαιτέρω επέκταση της πλατείας. Στη δεκαετία, μάλιστα, του 1910 διευρύνθηκε και ανακαινίστηκε. Κατασκευάστηκε κηπάριο, δημοτικό αρτεσιανό φρέαρ, δημοτικό ουρητήριο κ.ά.

Περιμετρικά του «δρόμου» υψώνονταν αρκετά αρχοντόσπιτα, όπως των Εφεσίων, Πανταζόπουλου, Αντωνακόπουλου, Νικολόπουλου, Λιβόπουλου κ.ά. Κάποια, μάλιστα, σώζονται μέχρι τις μέρες μας, όπως το τότε καφενείο «Πάνθεον» (σημερινό Επιμελητήριο), το κτήριο του Ι. Φ. Κωστόπουλου (σημερινή τράπεζα Alpha Bank), η οικία Καναβαντζόγλου (δημαρχείο την περίοδο 1921-1932) κ.ά.

Η Κάτω Πλατεία, με το «βενετικό σχέδιον» και τις «περίφημες καμάρες», βρισκόταν κοντά στη δυτική είσοδο της πόλης, γι’ αυτό εκεί ήταν συγκεντρωμένα πολλά ξενοδοχεία, τα λεγόμενα «χάνια», όπου έβρισκαν κατάλυμα οι ταξιδιώτες με τα ζώα τους. Υπήρχε, μάλιστα, ολόκληρο τετράγωνο -αυτό που περικλειόταν ανάμεσα στην πλατεία και τις οδούς Αναγνωσταρά, Πολυβίου και Αριστομένους- το οποίο ονομαζόταν, και πριν από την Επανάσταση και μετά απ’ αυτήν, «Χάνια». Εδώ υπήρχαν τα «χάνια των Τζανιάνων», τα «χάνια των Αντωνοπουλαίων» και, αργότερα, τη δεκαετία του 1890 τα ξενοδοχεία «Δαφνών», «Ναυαρίνο», «Πελοπόννησος» κ.ά.

Στην εν λόγω πλατεία η εμπορική κίνηση αρχικά ήταν ελάχιστη, γιατί λειτουργούσε περισσότερο ως χώρος περιπάτου. Μετά το 1861 άρχισε σταδιακά η ανάπτυξή της, γιατί η καταστρεπτική πυρκαγιά που έπληξε εκείνη τη χρονιά την «Ανω Πλατεία των εφαπλωματοποιείων» ανάγκασε αρκετούς εμπόρους να μεταφέρουν τα καταστήματά τους στην «Κάτω Πλατεία του περιπάτου».

Παράλληλα, εδώ ήταν συγκεντρωμένα αρκετά στέκια των Καλαματιανών. Για παράδειγμα, στα καφενεία των αδελφών Μπογάκου,  Δημάκη, Πιτσιλή (δεκαετία 1890) κ.α. σύχναζαν τα λαϊκότερα στρώματα της πόλης. Πολλά καφενεία, μάλιστα, λειτουργούσαν περιστασιακά και ως θέατρα ή καφωδεία (καφέ σαντάν). Αντίθετα, η εκκολαπτόμενη αστική τάξη της Καλαμάτας σύχναζε στις επονομαζόμενες «λέσχες», όπως ο Δημακόπουλος και ο Δαφνών, που ιδρύθηκαν το 1867 και το 1880 αντίστοιχα. Οι εύποροι Καλαματιανοί πλήρωναν μηνιαία συνδρομή για να έχουν δικαίωμα εισόδου. Εδώ, εκτός από το ότι απολάμβαναν τον καφέ τους, διάβαζαν την εφημερίδα τους, έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια (ντάμα, τάβλι, σκάκι), μπιλιάρδο (σφαιριστήριο) ή «χαρτοπαίγνιο» σε ξεχωριστή συνήθως αίθουσα, παρακολουθούσαν επιστημονικές διαλέξεις, ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις και λογής-λογής άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Από την πλατεία δεν έλειπαν τα οινοπωλεία, τα γαλακτοπωλεία, καθώς και τα ζαχαροπλαστεία, όπου «εις την πρώτην γραμμήν ήτο το ονομαστό παστέλι». Ανάμεσά τους ξεχώριζε το «αριστοκρατικόν ζαχαροπλαστείον παρά την Σιδηράν γέφυραν της Κάτω Πλατείας, όπου εκεί έκαμε το πρώτον, το έτος 1888, την εμφάνισίν του το παγωτό και ο ζύθος για την Καλαμάτα».

Με την πάροδο όμως των χρόνων, ιδιαίτερα μετά την ένωση των δύο πλατειών, δηλαδή μετά το 1880, η πλατεία απέκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν είναι τυχαίο ότι, αυτή την περίοδο, στεγάστηκε στην Κάτω Πλατεία το Δημαρχείο της πόλης. Τη δεκαετία του 1890 μεταφέρθηκε η αίθουσα του Εμπορικού Συλλόγου, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν και τα εμπορικά καταστήματα του Ι. Φ. Κωστόπουλου και των αδελφών Ν. Νικολόπουλων, το ραφείο του Β. Φοίφα, τα οινοπνευματοπωλεία των Φοίφα, Καλλικούνη, και Στεφανούρη, τα καπνοπωλεία του Τσιλιβή και του Δαμηλάτη, τα βιβλιοπωλεία του Κ. Λυμπερόπουλου, του Βενιόπουλου – Μανίνου, του Παπαχρήστου, το κουρείο των Κρανιδιώτη και Μουντούρη, το φαρμακείο του Χριστόδουλου Κουτραφούρη (μετέπειτα Μέντη) και πολλά άλλα.

Η Κάτω Πλατεία από τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε πήρε τη σκυτάλη από την Ανω, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της πόλης μέχρι και την περίοδο του Μεσοπολέμου.

ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Το πλάτωμα που περιέβαλλε, κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, τους Αγίους Αποστόλους επεκτάθηκε σταδιακά, εξασφαλίζοντας ζωτικό χώρο στο ναό και μεγαλύτερη άνεση στη διεξαγωγή των εμπορικών δραστηριοτήτων γύρω από αυτόν. Ο ναός ασφυκτιούσε κυριολεκτικά από οικότοπους καλαματιανών οικογενειών, όπως των Μπενάκη (βόρεια), Μπασιά, Μελά, Μπερδέση και άλλων, καθώς και από ολιγάριθμα σπίτια και κυρίως από εργαστήρια-παραπήγματα. Οδικό δίκτυο και υποδομές δεν υπήρχαν, μόνον κάποιες αγυιές. Γι’ αυτό και επικρέματο η απειλή καταστροφής του κέντρου της πόλης, είτε λόγω πυρκαγιάς των ξύλινων παραπηγμάτων είτε λόγω των πλημμυρών του Νέδοντα, που τα χειμαρρώδη νερά του πολλές φορές έφθαναν μπροστά από το ναό των Αγίων Αποστόλων. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης σημειώθηκαν κατά καιρούς διάφορες παρεμβάσεις από τις δημοτικές αρχές της πόλης. Συγκεκριμένα, το 1859, προγραμματίστηκε η κατασκευή από Λαγκαδιανούς κτίστες τεσσάρων οδών στην ευρύτερη περιοχή των Αγίων Αποστόλων και, στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση του έργου, ο καλλωπισμός και η πλακόστρωση της ομώνυμης πλατείας. Ταυτόχρονα, προβλεπόταν και η μελέτη του ενδεχόμενου κατεδάφισης των «πέριξ του ναού των Αγίων Αποστόλων παραπηγμάτων». Πολλά απ’ αυτά τα σαθρά και ετοιμόρροπα ξύλινα παραπήγματα, που από την εποχή της Τουρκοκρατίας στέκονταν ως «σκιάζαρα» σε διάφορα σημεία της αγοράς, είτε καταστράφηκαν από πυρκαγιές (1861, 1879, 1906) είτε γκρεμίστηκαν, με απόφαση υπουργού (1895) ή δημοτικού συμβουλίου (1906), συμβάλλοντας έτσι στη διεύρυνση του περιβάλλοντα το ναό χώρου.

Εξίσου καταλυτική πρέπει να θεωρηθεί και η παρέμβαση του 1911, γιατί τότε το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε την αγορά των οικότοπων βόρεια του ναού των Αγίων Αποστόλων, με σκοπό την ανέγερση εκεί του Δικαστικού Μεγάρου. Ομως, επειδή υπήρχαν πολλές ενστάσεις για  την καταλληλότητα του χώρου, το 1912 εγκρίθηκε παμψηφεί η τροποποίηση του Σχεδίου Πόλεως στο βόρεια του ναού τμήμα, για να χρησιμεύσει ως πλατεία. Ακολούθησαν απαλλοτριώσεις (1915 και 1917) και διαμορφώθηκε πλατεία για την εβδομαδιαία αγορά της πόλης. Τελικά, στο σημείο αυτό κατασκευάστηκε το 1929 η δημοτική λαχαναγορά (σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας).

Η πλατεία των Αγίων Αποστόλων ανήκε στον πυρήνα του εμπορικού κέντρου της Καλαμάτας, μαζί με την Άνω Πλατεία (ανατολικά) και την Πλατεία Κρεοπωλείων/ Όθωνος (βορειοδυτικά). Στο χώρο αυτό δέσποζε ο μικρός αλλά ιστορικός βυζαντινός ναός των Αγίων Αποστόλων (12ος αι.) -σήμα κατατεθέν για την πόλη. Εδώ, γινόταν μέχρι το 1929 -έτος κατασκευής της λαχαναγοράς- υπαίθριο παζάρι και ήταν συγκεντρωμένα ξύλινα κυρίως μαγαζάκια, καμιά φορά ασβεστωμένα, θυμίζοντας Ανατολή, των οποίων οι ξύλινοι ή τσίγκινοι εξώστες και τα εξώσκια ενώνονταν με εκείνα των απέναντι σε μια συνεχή οροφή, πράγμα που δημιουργούσε στενότητα χώρου και μεγάλους κινδύνους σε περίπτωση πυρκαγιάς. Το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς ποίκιλλε. Διακρίνονταν σε «εργαστήρια» εθνικά, ιδιωτικά, δημοτικά, μοναστηριακά και εκκλησιαστικά. Συνιστούσαν τα εμπορικά καταστήματα της εποχής, όπου διακινούνταν λογής-λογής εμπορεύματα. Το 1857, στα βορειοδυτικά του ναού των Αγίων Αποστόλων και μέχρι την Πλατεία Κρεοπωλείων, κατασκευάστηκαν από Λαγκαδιανούς κτίστες με δαπάνες του δήμου τα δημοτικά τροφοπωλεία, τα οποία ανακατασκευάστηκαν το 1876.

Τη δεκαετία του 1920 κατασκευάστηκε η δημοτική λαχαναγορά (εγκαίνια 1929), η οποία ενίσχυσε την κίνηση της αγοράς των Αγίων Αποστόλων.

ΟΘΩΝΟΣ (ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΩΝ)

Η Πλατεία των Κρεοπωλείων βρισκόταν στην ανατολική όχθη του ποταμού Νέδοντα, νοτιότερα του ναού του Αγίου Ιωάννη. Στην ανατολική πλευρά της βρίσκονταν τα τροφοπωλεία της αγοράς, ενώ στη δυτική υπήρχε η γνωστή γέφυρα Κρεοπωλείων, που ένωνε τις δύο όχθες του Νέδοντα και οδηγούσε στο δυτικό προάστιο των Καλυβίων και τις γύρω περιοχές.

Κίνηση

Σύμφωνα με περιγραφή του περιηγητή Thomas Wyse, που επισκέφτηκε την Καλαμάτα το 1858, ο χώρος των κρεοπωλείων ήταν ένας «υπαίθριος, χωρίς φροντίδα χώρος σφαγείου, που έμοιαζε περισσότερο σαν παράγκα πωλήσεως σε ένα τσιγγάνικο πανηγύρι που περιέρχεται την επαρχία, παρά σαν κάτι το σταθερό κατάλυμα για τον πληθυσμό μιας πόλης». Αυτά τα «εργαστήρια κρεοπωλείου» επισκευάστηκαν το 1870. Εντούτοις, η εικόνα τους παρέπεμπε σε πόλεις της Ανατολής, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Δυστυχώς, έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια ακόμη μέχρι να κατασκευαστούν σφαγεία. Το 1929-1930, επί δημαρχοντίας Βασίλη Κροντήρη, κατασκευάστηκαν τα δημοτικά σφαγεία στο χώρο δυτικά των εκβολών του Νέδοντα (στην περιοχή του Κορδία). Το 1940 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την επισκευή και ανακαίνιση των παλιών δημοτικών κρεοπωλείων που υπήρχαν στην Πλατεία Όθωνος. Η συγκεκριμένη πλατεία εκτός από τόπος κρεοπωλείων ήταν και τόπος χονδρικής πώλησης κηπουρικών ειδών, καθώς και ιχθυοπωλείων. Γύρω στα 1940 μάλιστα καθιερώθηκε να γίνεται εδώ κάθε Σάββατο η λαϊκή αγορά.

Επιπλέον, μια φορά το χρόνο, στο γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου, είχε καθιερωθεί από το 19ο αιώνα να γίνεται το ετήσιο πανηγύρι στη θέση αυτή και κατά μήκος του ποταμού Νέδοντα.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Η εργασία που εκδόθηκε από τα ΓΑΚ ανασυνθέτει τη μορφολογία αλλά και την κοινωνική ζωή της πόλης με μοναδικό τρόπο. Και δίνει την ευκαιρία στους νεότερους να περπατήσουν στους δρόμους και τα σοκάκια του Ιστορικού Κέντρου ψηλαφώντας τα ίχνη εκείνης της πόλης, οριοθετώντας τις μικρές πλατείες, αναπνέοντας τον αέρα μιας εποχής που μπορούν να συναντήσουν αποτυπωμένη μόνο σε φωτογραφίες. Και η εργασία έχει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο, ένα φωτογραφικό πλούτο μέσα από τον οποίο μπορεί ο καθένας να συγκρίνει το χθες με το σήμερα.

κοινοποίησε το:

Στο εισαγγελέα θιγόμενοι οικοπεδούχοι της Αγίας Τριάδας λόγω καταπάτησης των ιδιοκτησιών τους από τσιγγάνους

Τελευταία Ενημέρωση: 09/12/2012 02:49

Αναφορά σε εισαγγελέα από θιγόμενους οικοπεδούχους στην Αγία Τριάδα

Της Βίκυς Βετουλάκη

 

Αναφορά στον εισαγγελέα Καλαμάτας κατέθεσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αγίας Τρίάδας για τα οικόπεδα που έχουν καταληφθεί στην περιοχή από τους τσιγγάνους. Η όλη κατάσταση, όπως περιγράφουν, τους έχει φέρει σε αδιέξοδο, καθώς η περιουσία τους εδώ και 26 χρόνια μένει ανεκμετάλλευτη, ενώ δρόμοι που περιλαμβάνονται στο Σχέδιο Πόλης δεν μπορούν να διανοιχθούν.

 

Παράλληλα, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους θιγόμενους οικοπεδούχους της περιοχής, Παναγιώτης Νταής, μιλώντας στο «Θάρρος» τονίζει ότι καθημερινά στη συγκεκριμένη περιοχή διαπράττονται εγκλήματα, με πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων.
Να σημειωθεί πως πρόσφατα την περιοχή επισκέφθηκαν ο εισαγγελέας Καλαμάτας μαζί με το δήμαρχο της πόλης.

 

 

Στον εισαγγελέα


Στην αναφορά τους οι οικοπεδούχοι, αναφέρουν προς τον εισαγγελέα ότι μετά την επίσκεψή του με το δήμαρχο στην περιοχή και παρά τη σωρεία παράνομων πράξεων και παραλείψεων που διαπίστωσαν, τίποτα δεν έχει αλλάξει.
«Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε κλοπή ρεύματος με παράνομες αυτοσχέδιες κατασκευές, παράνομες εγκαταστάσεις δημοτικής ύδρευσης και καταπάτηση δημοτικών οδών, παράνομες καταλήψεις, σωρεία πολεοδομικών και υγειονομικών παραβάσεων. Ο δήμαρχος Καλαμάτας κ. Νίκας υποσχέθηκε ότι άμεσα θα προβεί σε ενέργειες για διόρθωση όλων των παραπάνω, αλλά μέχρι σήμερα τίποτα δεν έχει πράξει. Επίσης, ούτε η ΔΕΗ έχει διακόψει τις παράνομες ρευματοδοτήσεις, ούτε η ΔΕΥΑΚ τις παράνομες υδροδοτήσεις, ούτε ο ΟΕΚ (νυν ιδιοκτησία ΟΑΕΔ) έχει απελευθερώσει τα ακίνητα της ιδιοκτησίας του. Εκτός από την προσωπική του κάθε ιδιοκτήτη ζημία, κινδυνεύει και η δημόσια ασφάλεια. Το μόνο που έχουμε εισπράξει μέχρι σήμερα είναι το έγγραφο του δημάρχου Καλαμάτας προς εσάς, που μας κοινοποιήθηκε γεμάτο ευχολόγια και μετάθεση ευθυνών», τονίζουν στην αναφορά τους προς τον εισαγγελέα οι διαμαρτυρόμενοι, ζητώντας να επιληφθεί και επιφυλάσσονται για κατάθεση μηνύσεων κατά παντός υπευθύνου.

Οικοπεδούχος

Την κατάσταση περιγράφει πολύ αναλυτικά και ένας εκ των ιδιοκτητών, ο πρώην δήμαρχος Μεσολογγίου, αντιπτέραρχος ε.α. Γεώργιος  Πρεβεζάνος.
Απέκτησε το οικόπεδο στην περιοχή μετά από ανταλλαγή για απαλλοτρίωση στο πλαίσιο του Σχεδίου Πόλης Καλαμάτας. Η απαλλοτρίωση του οικοπέδου γίνεται το 1986 και ο Δήμος τού δίνει νέο οικόπεδο ως αντάλλαγμα μετά από 16 χρόνια και, μάλιστα, ήδη καταπατημένο από τους τσιγγάνους.
Από το 2000 η ομάδα αυτών των οικοπεδούχων αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους, χωρίς μέχρι σήμερα αποτέλεσμα. Δεν υλοποιήθηκαν ούτε οι δεσμεύσεις μετακίνησης των τσιγγάνων αυτών στην κατασκήνωση της Μπιρμπίτα, όταν αυτή δημιουργήθηκε.
Τώρα πλέον, όπως μας τόνισε ο κ. Πρεβεζάνος, για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, δε διαμαρτύρονται μόνο οι θιγόμενοι οικοπεδούχοι, αλλά και κάτοικοι και πολιτιστικοί σύλλογοι της γύρω περιοχής.
Το καλοκαίρι η περιοχή κινδύνεψε από φωτιά που εκδηλώθηκε από κλοπή ρεύματος και κάηκαν 3-4 στρέμματα.
Σε σύσκεψη που έγινε στο γραφείο του εισαγγελέα, αποφασίσθηκε η διακοπή υδροδότησης, όμως ο Δήμος δεν το έχει πράξει. Ο κ. Πρεβεζάνος καταλήγοντας υπογράμμισε ότι οι οικοπεδούχοι δεν έχουν καμία αντιπαλότητα με τους τσιγγάνους, όμως θέλουν να δοθεί λύση στο ζήτημά τους και να μπορούν να εκμεταλλευτούν τις περιουσίες τους.

 

«Οι θύτες και τα θύματα»

Ο δικηγόρος των οικοπεδούχων, Παναγιώτης Νταής, ανέφερε ότι στο συγκεκριμένο σημείο της πόλης καθημερινά εδώ και πολλά χρόνια διαπράττονται εγκλήματα με πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων:
«Ρευματοκλοπές με αυτοσχέδιους μηχανισμούς, καταπάτηση δημοσίων εκτάσεων, κατάληψη δημοτικών οδών, πεζοδρομιών και πλατειών, κατάληψη ιδιωτικών εκτάσεων, παράνομες υδροδοτήσεις και υδροκλοπές, παραβάσεις καθήκοντος και σωρεία πολεοδομικών και υγειονομικών παραβάσεων.
Πρόσφατα είχαμε πυρκαγιά και κρούσματα ηπατίτιδας στο γειτονικό σχολείο.
Η ευθύνη για όλα τα παραπάνω έχει ονοματεπώνυμο: ο δήμαρχος της Καλαμάτας, ο πρόεδρος του δ. διαμερίσματος, ο διευθυντής της ΔΕΗ, ο διευθυντής του ΟΕΚ, ο διοικητής του ΟΑΕΔ και οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές, εδώ και 15 χρόνια.
Με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους όλα αυτά τα χρόνια είναι οι θύτες. Οι εντολείς μου είναι τα θύματα. Οι τσιγγάνοι είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα.
Αυτή η εικόνα της τριτοκοσμικής γειτονιάς θα πρέπει να εξαλειφθεί, όπως υποσχέθηκαν οι αρμόδιοι κατά την αυτοψία που πραγματοποιήσαμε αρχές Σεπτεμβρίου.
Μέχρι σήμερα έχουμε εισπράξει ευχολόγια και μετάθεση ευθυνών, το μόνο που ζητάμε είναι να εφαρμοστεί ο νόμος και το νόμο σε αυτή τη χώρα τον εφαρμόζει ο εισαγγελέας και καμιά άλλη οργάνωση στην αγκαλιά της οποίας οι παραπάνω θύτες σπρώχνουν τους εντολείς μου».

 

κοινοποίησε το:

Χριστουγεννιάτικο παζάρι από το «Χαμόγελο του Παιδιού»

ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
Γιορτινό παζάρι διοργανώνει ο Εθελοντικός Οργανισμός «Το Χαμόγελο του Παιδιού» στο Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, από αύριο, Δευτέρα έως και την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου.

Στη χριστουγεννιάτικη αγορά θα υπάρχουν διάφορα χειροτεχνήματα, που έφτιαξαν με αγάπη και μεράκι οι εθελοντές του Οργανισμού στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν οικονομικά το έργο του.
Η εορταγορά θα λειτουργεί καθημερινά από τις 9.00 το πρωί έως τις 9.00 το βράδυ.

κοινοποίησε το: