Μια ματιά στη διαδικασία του αστικού εκσυγχρονισμού ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Sharing is caring!

Γράφει ο Ηλίας Μπιτσάνης

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η Καλαμάτα ήταν μια μικρή σε έκταση και πληθυσμό πόλη, χτισμένη πάνω σε χαμηλούς λόφους δεξιά και αριστερά του Νέδοντα. Στην περιοχή της Παραλίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός στην περιοχή της Ανάληψης, η Ντουάνα όπως λεγόταν (από την ενετική λέξη για το Τελωνείο που λειτουργούσε εκεί). Τα νερά του ποταμού το χειμώνα απλώνονταν από τους λόφους της Αγιάννας, των Καλυβίων και της Ράχης από τη μια πλευρά, μέχρι τους Αγίους Αποστόλους και τα σκαλιά του Αγίου Νικολάου από την άλλη και κυλούσαν προς τη θάλασσα μέσα από την τεράστια αυτή περιοχή.

Στο κέντρο μιας παραγωγικής περιοχής με ανεπτυγμένη ήδη εμπορική δραστηριότητα και γεωγραφικά το νοτιότερο σημείο της χώρας και ως εκ τούτου εγγύτερο στους θαλάσσιους δρόμους, η πόλη ασφυκτιούσε και αναζητούσε χώρο για να απλωθεί και να αποκτήσει τις απαραίτητες υποδομές της. Η πρόκληση του αστικού εκσυγχρονισμού βρισκόταν μπροστά της και αυτό ανέλαβαν οι νέοι επιστήμονες και έμποροι, που έκαναν δυναμικά την εμφάνισή τους στην πόλη ήδη από τη δεκαετία του 1870.

Η εξασφάλιση χώρου και σχετικά εύκολης πρόσβασης στην Παραλία μπορούσε να γίνει αν ο άνθρωπος τιθάσευε τη φύση και οι Καλαματιανοί τα νερά του Νέδοντα. Ετσι ως προτεραιότητα τέθηκε ο περιορισμός του χώρου που καταλάμβανε ο Νέδοντας και αυτό έγινε με εκτροπή και εκβάθυνση μέρους του δυτικού κλάδου και κατασκευή τοίχων προστασίας από τις δύο πλευρές, με έργο που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1870 και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880. Η αναγκαιότητα αυτής της επέμβασης έγινε ακόμη μεγαλύτερη καθώς από το 1882 είχε αρχίσει η κατασκευή του λιμανιού που γινόταν μέσα από δυσκολίες και τα πρώτα έργα καταστράφηκαν από πλημμύρα.

Η διευθέτηση της κοίτης του Νέδοντα που είχε αρχίσει τη δεκαετία του 1870, απελευθέρωσε έναν τεράστιο χώρο στον οποίο το Δημόσιο δέσμευσε ένα τμήμα για υποδομές. Και άρχισε να κατασκευάζει την σημερινή Αριστομένους, η οποία ολοκληρώθηκε κάπου το 1882. Η σχετικά αχανής έκταση περιήλθε σε ιδιώτες μέσα από διαδικασίες οι οποίες δεν έχουν διερευνηθεί.

Τα προϊόντα όμως θα έπρεπε να μεταφέρονται με σχετική ταχύτητα στο λιμάνι και ως εκ τούτου η αναγκαιότητα του σιδηροδρομικού δικτύου πρόβαλε επιτακτικά. Μέσα από χίλιες δυσκολίες, το δίκτυο εντός της Μεσσηνίας λειτούργησε από το 1892 δίνοντας τη δυνατότητα μεταφοράς προσώπων και προϊόντων τόσο από την πλευρά της Μεσσήνης, όσο και από την πλευρά της Ανω Μεσσηνίας. Η σύνδεση με την Αθήνα έγινε λίγα χρόνια αργότερα καθώς δεν είχε κατασκευαστεί η γραμμή στο τμήμα Διαβολίτσι – Κούρταγα (Παραδείσια).

Στις αρχές της δεκαετίας του 20ού αιώνα, η Καλαμάτα πλέον είναι μια πολύ διαφορετική πόλη. Διαθέτει μεγάλο λιμάνι (παραδόθηκε σε πλήρη λειτουργία το 1901), έχει πλέον συνδεθεί και με την Αθήνα (την ίδια χρονιά έγιναν τα εγκαίνια του Σιδηροδρομικού Σταθμού), διαθέτει ευχερή πρόσβαση στην Παραλία και αναζητεί πλέον την πολεοδομική της ταυτότητα αναπτυσσόμενη στο χώρο μεταξύ της παλιάς πόλης και της παραλιακής ζώνης (Νέα Καλαμάτα κατά τον όρο της εποχής) που είναι σε μια φάση “εξυγίανσης”. Η ανοικοδόμηση έχει επεκταθεί ήδη από την αυγή της δεκαετίας του 1890, στην Κάτω Πλατεία (οδός 23ης Μαρτίου σήμερα), την Αριστομένους και την Αναγνωσταρά. Περιοχές στις οποίες είναι εξαιρετικά έντονα τα αποτυπώματα εκείνης της εποχής με τα πολλά διατηρητέα που έχουν διασωθεί και ανακατασκευαστεί.

Η εκπόνηση του σχεδίου πόλης συμβαδίζει και προσαρμόζεται στις εξελίξεις: Η (σημερινή) κεντρική πλατεία είναι ένας χώρος διεκδικούμενος και διαμορφώνεται σταδιακά και με αργούς ρυθμούς. Διανοίγεται όμως ένας μετωπικός δρόμος που συνδέει το Σιδηροδρομικό Σταθμό με την Αριστομένους στο ύψος του σημερινού Πνευματικού Κέντρου. Γύρω από αυτόν αναπτύσσεται έντονη επαγγελματική δραστηριότητα με χαρακτηριστικά δείγματα τα ξενοδοχεία εκείνης της εποχής σε ημικυκλική διάταξη. Διανοίγεται και η οδός Υπαπαντής με τη σημερινή της μορφή σε μεγάλο της μέρος και η επέμβαση ολοκληρώνεται το 1916 όταν κατεδαφίστηκε παρά τις σφοδρές αντιδράσεις, η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στη συμβολή της με τη Μητροπολίτου Μελετίου.

Τμηματικά είχαν ήδη κατασκευαστεί οι δρόμοι δίπλα στο Νέδοντα (Αρτέμιδος και Νέδοντος), το 1893 ολοκληρώθηκε η οδός Φαρών και το 1906 η Ακρίτα.

Στη βάση αυτής της διάταξης των έργων υποδομής, στο χώρο ανάμεσα στην πλατεία και το Τελωνείο δυτικά της Αριστομένους, διαμορφώνεται μια “βιομηχανική” περιοχή. Μια τεράστια οινοποιητική μονάδα (Ζαν και Ρος), μύλοι, αποθήκες συσκευασίας σύκων και σταφίδας, μηχανοστάσιο των τρένων και βορειότερα το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής (σήμερα Κεντρική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου). Ενας άλλος πυρήνας βρίσκεται στη Δυτική Παραλία με τα Ταμπάκια αλλά και βιοτεχνίες υποστηρικτικές της εμπορικής και ναυτιλιακής κίνησης και αρκετές ακόμη μονάδες στη συνέχεια.

Το ηλεκτρικό ρεύμα έδωσε ώθηση σε αυτή τη διαδικασία μετά το 1901 και αποτέλεσε την απαραίτητη υποδομή για τη λειτουργία του τραμ, του οποίου η πρώτη γραμμή δόθηκε στην κυκλοφορία γύρω στα 1910 και ολόκληρος ο βρόχος (Φραγκόλιμνα, Υπαπαντής, Αριστομένους, Ναυαρίνου, Φαρών) το 1916.

Κάπως έτσι ολοκληρώνεται ο αστικός μετασχηματισμός της πόλης, που διήρκεσε περισσότερο από 40 χρόνια αν υπολογίσει κάποιος το χρόνο ανάμεσα στην πρώτη επέμβαση στο Νέδοντα και τη λειτουργία του τραμ. Μια διαδικασία βασανιστική που με τις επιτυχίες, τις αποτυχίες και τις παλινωδίες σε ορισμένα θέματα, σημαδεύει την πόλη και την ανάπτυξή της σε μεγάλο βάθος χρόνου.