Ο Νέδοντας δεμένος με την ιστορία της Καλαμάτας

Sharing is caring!

Ταυτισμένος με την πόλη και την εξέλιξή της, ο Νέδοντας σήμερα είναι απλώς ένας τσιμεντένιος αγωγός και δεν θυμίζει τίποτε από τα παλιά. Μένουν μόνον τα πλατάνια στην οδό Νέδοντος και οι ευκάλυπτοι στην Αρτέμιδος για να θυμίζουν ότι κάποτε από εκεί περνούσε ποτάμι. Η οριστική διευθέτηση της κοίτης τη δεκαετία του 1960 άλλαξε τελείως τη μορφή του, ολοκλήρωσε μια διαδικασία που είχε αρχίσει από τη δεκαετία του 1870 με στόχο την προστασία της πόλης από τις πλημμύρες και τη δημιουργία ζωτικού χώρου για οικόπεδα, δρόμους και πλατείες. Ο κίνδυνος όμως της πλημμύρας παραμονεύει ακόμη και σήμερα, κάτι το οποίο όχι μόνον γνωρίζουν οι δημοτικοί άρχοντες, αλλά έχουν στα χέρια τους και μελέτες που τεκμηριώνουν επιστημονικά αυτό το ενδεχόμενο.

Μια αναδρομή στην ιστορία διευθέτησης της κοίτης του και τις ζημιές που έχει προκαλέσει στην πόλη, είναι αναγκαία προκειμένου να ευαισθητοποιηθούν δήμος και πολίτες για ένα εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα που έχει ξεχαστεί με τη βοήθεια των φαινομένων ξηρασίας.

Τα κείμενα που ακολουθούν είναι αποσπάσματα από το εξαιρετικό λεύκωμα των ΓΑΚ Μεσσηνίας που υπογράφουν με την εργασία τους η Αναστασία Μηλίτση-Νίκα και η Χριστίνα Θεοφιλοπούλου-Στεφανούρη.

ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1860

Τη δεκαετία του 1860 ο ρους του Νέδοντα ήταν εντελώς διαφορετικός σε σύγκριση με σήμερα. Καθώς κατέβαινε από βορράν, σχεδόν εφαπτόταν στην ανατολική του πλευρά με τα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης. Στο ύψος των σημερινών οδών Θουρίας (δυτικά) και Αναπλιώτη (ανατολικά) στρεφόταν προς ανατολάς και ξεχυνόταν με δύο βραχίονες. Ο κύριος βραχίονας είχε ανατολικό όριο την οδό Αναγνωσταρά και δυτικό τη θέση Μπουκουβαλέα (περιοχή μετέπειτα Τριανόν και Γαλαξία), ενώ προς τα κάτω απλωνόταν μέχρι την Παραλία. Γι’ αυτό ολόκληρη αυτή η περιοχή, που αποτελούσε τον ανατολικό βραχίονα του όλου ποταμού, ήταν γνωστή ως Ποταμιά ή Χαλικούρα. Δυτικότερα της θέσης Μπουκουβαλέα ο χείμαρρος έρρεε σχηματίζοντας κι έναν άλλο μικρότερο βραχίονα. Μεταξύ των υδάτινων αυτών βραχιόνων και της θάλασσας σχηματιζόταν μια νησίδα γης, το λεγόμενο Νησάκι, γνωστό τοπωνύμιο μέχρι τις μέρες μας. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτή την εποχή, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες, τα νερά του ποταμού ξεχείλιζαν, με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν πολλές περιοχές της πόλης και να παρασύρονται οι καλλιέργειες. Γι’ αυτό ο Τύπος της εποχής σχολίαζε ότι «είναι λυπηρόν να βλέπη τις την πόλιν των Καλαμών επαπειλουμένην και οπισθοδρομούσαν εξ αυτού του ποταμού». Και ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι το Σχέδιο Πόλης του 1867 προέβλεπε νέα διευθέτηση της κοίτης του ποταμού.

Η ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1870

Λίγο πριν το 1870, λόγω της υπερανάβασης των υδάτων του χειμάρρου, το Ελληνικό Δημόσιο, για να προστατεύσει τα κτήματα της πόλης, κατασκεύασε μέσα στην κοίτη του Νέδοντα το ανατολικό προφυλακτήριο τείχος, περιορίζοντας έτσι τα χειμαρρώδη νερά του δυτικότερα. Το τείχος αυτό συνέχιζε τη θωράκιση της πόλης από το ύψος της οικίας Τσαρμποπούλου (Αριστομένους 14-16) και έφθανε μέχρι την Παραλία. Αποτέλεσε μάλιστα το δυτικό όριο της εθνικής λεωφόρου Καλαμών – Παραλίας (σημερινής Αριστομένους).

Η νέα αυτή οδός διαμορφώθηκε με επίχωση που έγινε στα ανατολικά του ποταμού, ήταν αμαξιτή και συνέδεσε την Καλαμάτα (επάνω πόλη) με την Παραλία. Ο χώρος ανατολικότερα της λεωφόρου και μέχρι τη σημερινή οδό Αναγνωσταρά διαιρέθηκε σε οικόπεδα που άρχισαν να οικοδομούνται. Δυστυχώς, όμως, η απειλή των πλημμυρών συνεχιζόταν για την πόλη. Το 1879 ο Εμπορικός Σύλλογος «Βελτίωσις» διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν είχε ακόμα διευθετηθεί όπως έπρεπε η κοίτη του Δαφνώνα (σ.σ. άλλη ονομασία του Νέδοντα) και δεν είχαν κατασκευαστεί οι εκατέρωθεν προστατευτικοί τοίχοι.

ΝΕΑ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1880

Το 1882, χρονιά που άρχισε να κατασκευάζεται το λιμάνι της Καλαμάτας, κρίθηκε αναγκαίο για την ασφάλεια τόσο του λιμανιού όσο και των εκατέρωθεν της πεδινής κοίτης του Νέδοντα κτημάτων να διευθετηθεί πιο σωστά ο ρους του χειμάρρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια μεγάλη πλημμύρα της εποχής «ο ποταμός εξεχείλισεν και εισήλθεν εις την πόλιν από τας παρά τον Αγιον Ιωάννην και τροφοπωλεία παρόδους. Το ύδωρ εισήλθεν σχεδόν εις όλα τα εμπορικά και λοιπά καταστήματα και αποθήκας, έν μέρος της Ανω και ολόκληρος η Κάτω πλατεία εστρώθησαν με γούλισμα, εις το Φαρμακείον Κουρμαλίδου σχεδόν μέχρις του ύψους του πάγκου έφθασεν το ύδωρ. Του Πανταζόπουλου το γραφείον εγέμισε και εις την αποθήκην του ανετράπησαν οι πίθοι με το έλαιόν του».

Τέτοιου είδους καταστροφές αντιμετωπίστηκαν τελικά με την εκτροπή και διάνοιξη νέας κοίτης ακόμα δυτικότερα, με δαπάνη του Λιμενικού Ταμείου Καλαμάτας. Ο Νέδοντας κλείστηκε στον «παλιό» δυτικό βραχίονα, αφού κατασκευάστηκαν δύο προφυλακτήριοι τοίχοι (μάντρες), ο ανατολικός και ο δυτικός (μεταξύ των σημερινών οδών Νέδοντος και Αρτέμιδος αντίστοιχα), οι οποίοι άρχιζαν από τη μεγάλη γέφυρα της Κάτω πλατείας, που είχε ήδη κατασκευαστεί, και έφθαναν μέχρι την Παραλία.

Παρατηρούμε δηλαδή ότι τη δεκαετία του 1880 εφαρμόστηκαν πιο ολοκληρωμένα όσα προέβλεπε το Σχέδιο του 1867. Τότε λοιπόν ρυθμίστηκε η κοίτη του Νέδοντα στο χώρο που βρίσκεται σήμερα. Ας σημειωθεί ότι το Σχέδιο του 1867 πρόβλεπε «παρόχθια πλατεία» στη θέση, όπου σήμερα βρίσκονται η τράπεζα Alpha Bank, το ξενοδοχείο «Rex» και το δημαρχείο, κάτι όμως που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Η νέα πλατεία έγινε αργότερα, νοτιότερα, στα δυτικά της λεωφόρου Καλαμών-Παραλίας, στο χώρο που ελευθερώθηκε από τα νερά του Νέδοντα.

Τον Αύγουστο του 1904 άρχισε η επίχωση της πλατείας, η οποία αποτέλεσε τη μετέπειτα κεντρική πλατεία της πόλης (πλατεία Βασιλέως Γεωργίου Β’).

ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΤΗΣ

Το πρόβλημα της διευθέτησης της κοίτης του Νέδοντα -χρόνιος πονοκέφαλος των δημοτικών αρχόντων- απασχόλησε για άλλη μια φορά, στις αρχές του 20ού αιώνα, το Δήμο Καλαμάτας, ο οποίος προέβη σε κάποια έργα, με συνηθέστερο την ανύψωση των προφυλακτήριων παρόχθιων τοίχων του χειμάρρου, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Απόδειξη, οι καταστροφές που προκλήθηκαν στην πόλη μετά την πρωτοφανή πλημμύρα του 1924.

Το 1937 άρχισε η εκβάθυνση της κοίτης. Το 1940, η εκβάθυνση είχε φθάσει μέχρι το 5ο  Δημοτικό Σχολείο, του Μπενάκη. Στη βορειοανατολική του πλευρά, κοντά στο δρόμο, είχε παραμείνει η γνωστή «φαγάνα», η οποία διαλύθηκε μετά την Κατοχή.

ΠΛΗΜΜΥΡΕΣ

1839: «Γράφουν εκ Καλαμών την 11 τρέχοντος μηνός ότι προ δύο ημερών επικρατεί ραγδαιοτάτη βροχή, εις τρόπον ώστε ο παρά την πόλιν ποταμός έγινεν δι’ ολόκληρον την ημέραν αδιάβατος, ένεκα τούτου δε σήμερον δεν έγινεν η συνήθης αγορά της εβδομάδος» (Εφ. “Ταχύπτερος φήμη”, 18-11-1839. Η πληροφορία αντλείται από τη Συλλογή Μ. Φερέτου).

1860: «Η ενταύθα γέφυρα του ποταμού Δαφνώνος εκόπη εις το μέσον ένεκα της μεγάλης ροής και ορμής του ύδατος» (Εφ. “Πελοπόννησος”, 10-12-1860).

1892: «Ο χείμαρρος Νέδων ορμητικώς καταρρέων μετά ταχύτητος 3,50 μέτρων κατά δευτερόλεπτον συμπαρέσυρε την ξυλίνην γέφυραν, την ενούσαν την πόλιν μετά των Καλυβίων» (Εφ. “Η Μεσσηνία”, 26-1-1892). 1924: «Την μοιραίαν και τραγικήν πλημμύραν της 16ης Οκτωβρίου 1924 τα κύματα του ποταμού εξεχύθησαν εις την πόλιν και την συνεκλόνισαν εκ θεμελίων εις τα κεντρικά σημεία της». Στο σημείο όπου βρίσκεται το σχολείο Μπενάκη υποχώρησαν οι μάντρες του ποταμού και τα νερά ξεχύθηκαν προς την πλατεία της Καλαμάτας και του Αγιώργη. Πλημμύρισαν καταστήματα και υπόγεια, πνίγηκαν άνθρωποι, καταστράφηκαν περιουσίες. Ο τότε δήμαρχος Παναγιώτης Σάλμας είχε καλέσει σε συλλαλητήριο τους Καλαματιανούς, προκειμένου να απαιτήσουν από την κυβέρνηση να βοηθήσει τους πλημμυροπαθείς, και επιπλέον να λάβει μέτρα προστασίας του Νέδοντα. Πράγματι, η τότε κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου «διέταξε την λήψιν μέτρων, έργων προσωρινών, απέστειλε μηχανικούς και υδραυλικούς, διέθεσε πιστώσεις προς διοχέτευσιν της

κοίτης του Νέδοντος» (Μιχαήλ Ροδάς, “Πώς βλέπω την Ελλάδα”, 1925, ό.π., σελ. 104. Εφ. “Μεσσηνιακός κήρυξ”, 21-11-1924).

1935: «Τα νερά ανεβαίνουν εις τα πεζοδρόμια και εισέρχονται μέσα εις τα καταστήματα, των οποίων το δάπεδον είναι ίσον με την επιφάνειαν των πεζοδρομίων. Εκτός αυτού τα νερά αφήνουν κάθε φοράν αρκετήν ιλύν εις την πλατείαν, διά να ευρίσκουν δουλειάν τα κάρρα της καθαριότητας και ζημίαν ο Δήμος. Θέλω να ελπίζω ότι ο Δήμαρχος θα σπεύση να διατάξη την διάνοιξιν του παρά το καπνοπωλείον Δαμηλάτη φυσικού μέρους της ροής των υδάτων, που κατέρχονται εκ του ναού των Αγίων Αποστόλων. Δεν θ’ απαιτηθή άλλως τε μεγάλη δαπάνη» (Εφ. “Σημαία”, 16-1-1935).

Επιμέλεια
Ηλ. Μπιτσάνης