Μπιτσάνης Ηλίας: Η τοπική οικονομία σε λάθος δρόμο

“… Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να γεμίζουν κόσμο σε πολλές περιπτώσεις πόλεις και χωριά, αλλά ταυτοχρόνως να αραιώνουν οι έξοδοι και τα… έξοδα σε καταστήματα εστίασης και ψυχαγωγίας….”

Από την μεσσηνιακή  εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΆ , Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

bitsanis Hlias
Ο Μπιτσάνης Ηλίας είναι αρχισυντάκτης της Ελευθερίας, πρώην Βουλευτής

Πριν από 5 χρόνια (για την ακρίβεια στις 15/7/2007) σε σημείωμα με τίτλο “Καλοκαιρινές… σκέψεις” εκφράζαμε την ανησυχία μας για την υπερδιόγκωση του τομέα τουριστικών υπηρεσιών και την εγκατάλειψη της παραγωγικής βάσης, με την οικονομική κρίση να χτυπά την πόρτα μας.

Σήμερα το σημείωμα εκείνο γίνεται επίκαιρο και έχει ένα ενδιαφέρον να το υπενθυμίσουμε: «Η στατιστική είναι χρήσιμη ως μεθοδολογικό εργαλείο, αλλά ως γνωστόν με διαφορετικές παραμέτρους μπορεί να δώσει διαφορετικά αποτελέσματα. Αύξηση του τουρισμού προβλέπουν οι αρμόδιες υπηρεσίες αλλά τα καταστήματα που προσδοκούν να επωφεληθούν σε πλείστες όσες περιοχές… βαράνε μύγες. Η αντίφαση αυτή φαίνεται και διά γυμνού οφθαλμού καθώς μίσιασε ο Ιούλιος και οι τουρίστες αναζητούνται με τα… κιάλια.

Έτσι πολύ απλά επιβεβαιώνεται πως στο πέρασμα του χρόνου τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία καθώς η οικονομική κρίση περιορίζει όλο και περισσότερο την κατανάλωση αλλά και το χρόνο των διακοπών. Τα “κύματα” των τουριστών δεν φαίνονται στον ορίζοντα και όσοι έρχονται τελικά αυτοπεριορίζονται καταναλώνοντας ελάχιστα καθώς το κόστος των διακοπών έχει γίνει δυσθεώρητο. Την ίδια ώρα που πολλαπλασιάζονται τα καταστήματα, οι τιμές καλπάζουν και το αποτέλεσμα έρχεται φυσιολογικά. Γιατί ο επισκέπτης -από οπουδήποτε και αν προέρχεται- δεν κάνει διακοπές για να… χαλάσει τα λεφτά του, αλλά για να ξεφύγει από την πίεση της καθημερινότητας και να ζήσει ένα… διάλειμμα στη φύση μακριά από τη μεγαλούπολη. Το γεγονός ότι η Πελοπόννησος αποτελεί “προάστιο” της Αθήνας (κάτι που γίνεται αισθητό με το πέρασμα του χρόνου ακόμη και με τους άθλιους δρόμους), δεν συνεπάγεται αυτομάτως και “πλημμυρίδα” σε καταστήματα και καταλύματα. Αντιθέτως εμφανίζεται σταθερή η τάση επιστροφής στα πάτρια εδάφη όχι μόνον για λόγους… νόστου, αλλά και για οικονομία. Το γεγονός ότι η περιοχή μας βρίσκεται ψηλά στις επιλογές για διακοπές ή στις στατιστικές για παραθεριστική κατοικία απλώς επιβεβαιώνει αυτή την τάση. Εκατοντάδες χιλιάδες Πελοποννήσιοι ζουν στην Αθήνα και η απόσταση από το πατρικό ή το φιλικό σπίτι είναι πολλές φορές όση και για να μετακινηθεί κάποιος για τις δουλειές του μέσα στην πρωτεύουσα. Αν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι το ταξίδι μιας οικογένειας σε κάποιο από τα νησιά παρουσιάζει τεράστιο κόστος, αντιλαμβάνεται ότι μια “βάση” στην Πελοπόννησο είναι πολύτιμη “προίκα” για καλοκαιρινές διακοπές.

Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να γεμίζουν κόσμο σε πολλές περιπτώσεις πόλεις και χωριά, αλλά ταυτοχρόνως να αραιώνουν οι έξοδοι και τα… έξοδα σε καταστήματα εστίασης και ψυχαγωγίας. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι χρήσιμες για να γίνει κατανοητό τι μπορούμε και τι πρέπει να περιμένουμε από τον τουρισμό, να σταματήσουμε να προσδοκούμε “παραδείσους” και να αντιληφθούμε ότι η καρδιά της οικονομίας είναι η παραγωγή. Η διογκούμενη στεφάνη υπηρεσιών γύρω από περιοχές που επενδύουν σε τουριστικά όνειρα δεν πρόκειται να δώσει λύσεις στα τεράστια προβλήματα της τοπικής οικονομίας. Κάποιες μονάδες οι οποίες ενδεχομένως δημιουργηθούν ασφαλώς και μπορούν να επιβιώσουν και να δώσουν ορισμένες θέσεις εργασίας. Τα τεράστια ζητήματα της απασχόλησης όμως παραμένουν ανοικτά και το μέλλον της αγροτικής οικονομίας είναι δυσοίωνο. Το μονομερές σχεδόν ενδιαφέρον των τοπικών παραγόντων προς τον τουριστικό τομέα και οι προσδοκίες που καλλιεργούνται, αποπροσανατολίζουν και αφήνουν τον αγροτικό τομέα και τις άλλες παραγωγικές δραστηριότητες στην τύχη τους. Όσο νωρίτερα γίνει αυτό, τόσο περισσότερα μπορούμε να περισώσουμε».

Δυστυχώς η ζωή επιβεβαίωσε πλήρως τις ανησυχίες καθώς μάλιστα πολιτικοί, τοπικοί παράγοντες και επιχειρηματίες συνέχισαν τον ίδιο λανθασμένο δρόμο. Σήμερα όλοι κόπτονται για την παραγωγή αλλά αδυνατούν να “σπρώξουν” σε αυτή την κατεύθυνση την οικονομία. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, δεν πραγματοποιήθηκαν αναγκαία έργα αγροτικής υποδομής, εντάθηκε εξάρτηση των καλλιεργειών από τις εισαγωγές και η μνημονιακή πολιτική κλείνει τις στρόφιγγες απειλώντας με καταστροφή και τον μοναδικό ουσιαστικά παραγωγικό τομέα της χώρας. Από την άλλη πλευρά τα λουκέτα, τα άδεια καταλύματα και καταστήματα, τα δάνεια που τρέχουν χωρίς να εξυπηρετούνται, σηματοδοτούν την αρχή του τέλους μια αυταπάτης που καλλιεργήθηκε για δεκαετίες. Το ακόμη χειρότερο της υπόθεσης είναι ότι στον ορίζοντα δεν φαίνονται πολιτική και μέτρα που μπορεί να αναστρέψουν την κατάσταση που περιγράφεται, την ώρα που οικονομία και κοινωνία φθάνουν όλο και πιο κοντά στο γκρεμό.

δημοσίευση κοινωνικών μεσων ενημέρωσης