Εργαστήριο Ελαιόλαδου: Μια παλιά… αμαρτωλή ιστορία άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ Μπιτσανη Ηλια

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Το Εργαστήριο Ελαιόλαδου είναι μια παλιά… αμαρτωλή ιστορία. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι εξαγγέλθηκε από τον Κ. Καραμανλή πριν από… 8 χρόνια ως μεγάλο έργο για τη Μεσσηνία, αγοράστηκε με χίλια ζόρια ο εξοπλισμός, και ακόμη δεν έχει λειτουργήσει. Την εποχή της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης η μείζων αντιπολίτευση είχε αναγάγει το θέμα σε κυρίαρχο στην κριτική της. Οταν οι παράγοντες που την συγκροτούσαν έγιναν… εξουσία στην Περιφέρεια, το ξέχασαν και άρχισαν να σφυρίζουν αδιάφορα. Κάποια στιγμή τον Ιανουάριο του 2012 προχώρησαν σε εξαγγελία για τη λειτουργία του Εργαστηρίου, με… αποσπάσεις. Προς το παρόν περιμένουμε τη νέα εξαγγελία, αφού δεν υλοποιήθηκε ούτε η προηγούμενη.

Κατά τα άλλα, κόμματα, φορείς και ερευνητές υποστηρίζουν σε όλους τους τόνους ότι η αγροτική οικονομία αποτελεί ουσιώδη παράγοντα για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και πως το ελαιόλαδοtassos είναι ένα προϊόν που μπορεί να προσφέρει πολλά, αν ξεπεραστούν τα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν. Αρκεί να διαβάσει κάποιος το κείμενο με τις αλλαγές που προωθούνται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, και τότε θα αντιληφθεί τη σημασία που έχει η ύπαρξη ενός Εργαστηρίου Ελαιόλαδου στελεχωμένου με εξειδικευμένους επιστήμονες και έμπειρο προσωπικό. Ενός εργαστηρίου που θα παράγει το αναγκαίο έργο έτσι ώστε να υποστηριχθούν τα ελληνικά συμφέροντα στις μεγάλες διεργασίες που γίνονται για την καθιέρωση νέων αναλύσεων και προτύπων για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και τις ιδιότητές του.

Ενα παράδειγμα είναι αρκετό για να γίνει κατανοητή η σημασία της υποστήριξης του ελληνικού ελαιόλαδου μέσα από ένα εξειδικευμένο εργαστήριο που θα αναπτύσσει συνεργασίες με Πανεπιστήμια και Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που έχουν παρεμφερή επιστημονική δραστηριότητα:

Κάπου στις αρχές του χρόνου εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κανονισμός στον οποίο προβλέπεται ότι μπορεί να αναγράφεται στις ετικέτες των ελαιόλαδων ο ισχυρισμός ότι «οι πολυφαινόλες του ελαιόλαδου συνεισφέρουν στην προστασία των λιπιδίων του αίματος από την οξείδωση». Ο Κανονισμός έχει μια υποσημείωση: «Ο ισχυρισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ελαιόλαδο το οποίο περιέχει τουλάχιστον 5 mg υδροξυτυροσόλης και τα παράγωγά της (π.χ. σύμπλεγμα ελευρωπαΐνης και τυροσόλης) για κάθε 20 γραμμάρια ελαιόλαδου. Προκειμένου να φέρει αυτόν τον ισχυρισμό, θα πρέπει να παρέχεται στον καταναλωτή η πληροφορία ότι το ωφέλιμο αποτέλεσμα αποκτάται από την ημερήσια πρόσληψη 20 γραμμαρίων ελαιόλαδου».

Εκείνη την εποχή δημοσιεύτηκε μια συνέντευξη του ομότιμου καθηγητή Χημείας Τροφίμων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δημήτρη Μπόσκου, ο οποίος έθετε συγκεκριμένα επιστημονικά ζητήματα σε σχέση με τις πρόνοιες του Κανονισμού, εξηγούσε ότι υπάρχουν και άλλα συστατικά του ελαιόλαδου που έχουν μεγάλη διατροφική αξία και εξέφραζε το ερώτημα κατά πόσον τα ελληνικά ελαιόλαδα (ιδίως η επικρατούσα ποικιλία της κορωνέικης) μπορούν να ανταποκριθούν στο όριο των 5 mg ή θα βρεθούν απέξω, και το πλεονέκτημα του διατροφικού ισχυρισμού θα το έχουν κυρίως ποικιλίες άλλων χωρών.

Εννοείται πως πριν από την έγκριση του Κανονισμού θα έπρεπε να έχει γίνει πλήθος αναλύσεων, να έχει ζητηθεί η γνώμη των πλέον ειδικών στη βάση αυτών, και να υπάρχει τεκμηριωμένη άποψη για το τελικό κείμενο που θα ωφελεί την ελληνική παραγωγή.

Για την ενίσχυση των όσων προαναφέρθηκαν έρχεται έρευνα την οποία παρουσίασε πριν από λίγο καιρό στη Μεσσήνη ο επίκουρος καθηγητής Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Προκόπης Μαγιάτης, ο οποίος υποστήριξε τη μεγάλη διατροφική αξία του ελαιόλαδου της περιοχής, στη βάση συγκεκριμένων χημικών ενώσεων που υπάρχουν σε αυτό – και μάλιστα σε υψηλότερα ποσοστά συγκέντρωσης από ό,τι σε άλλες περιοχές. Οπως ανακοινώθηκε τότε -και η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου, χωρίς υπερβολή- “η ελαιοκανθάλη έχει βρεθεί ότι παρουσιάζει ισχυρή αντιφλεγμονώδη και νευροπροστατευτική δράση και σε αυτήν αποδίδονται τουλάχιστον εν μέρει μια σειρά από τις ευεργετικές δράσεις του ελαιόλαδου κυρίως στο καρδιαγγειακό σύστημα. Η ουσία αυτή έχει τη χαρακτηριστική πικρή γεύση του φρέσκου ελαιόλαδου, ιδίως αυτού που είναι γνωστό ως αγουρέλαιο. H παρεμφερής ουσία ελαιασίνη είναι η πιο ισχυρή αντιοξειδωτική ουσία του ελαιόλαδου, επίσης πολύ ευεργετική για τον άνθρωπο”.

Από την ίδια παρουσίαση θα πρέπει να κρατήσουμε και την επισήμανση του επίκουρου καθηγητή του ΤΕΙ Καλαμάτας Βασίλη Δημόπουλου ο οποίος ανέφερε ότι στο τεστ γευσιγνωσίας μόνο το 78% των δειγμάτων κρίθηκε έξτρα παρθένο, αναλύοντας επιστημονικά τα ευρήματα και ανοίγοντας ένα πεδίο προβληματισμού για τη βελτίωση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών.

Ολα αυτά για πολλούς φαίνονται… κινέζικα και είναι απολύτως φυσιολογικό να μην μπορεί κάποιος παραγωγός να εξοικειωθεί με… χημικούς όρους. Την εποχή όμως που τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία, το παραγόμενο ελαιόλαδο γίνεται όλο και περισσότερο αντικείμενο έρευνας, οι Κανονισμοί που καθιερώνονται παίζουν τεράστιο ρόλο στην προώθηση αλλά και στην τιμή του και ως εκ τούτου η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει επιστημονικά την προσπάθεια των παραγωγών.

Ως εκ τούτου, η λειτουργία του Εργαστηρίου Ελαιόλαδου αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η στελέχωσή του θα πρέπει να είναι πολύ υψηλού επιπέδου, το έργο του χρειάζεται να προσανατολιστεί στην έρευνα, και βασικό χαρακτηριστικό του θα πρέπει να είναι η συνεργασία με επιστήμονες και ιδρύματα από όλο τον κόσμο που προωθούν την έρευνα στο συγκεκριμένο τομέα.

Επιτέλους, ας καταλάβουν οι καρεκλοκένταυροι ότι έχουν τεράστια ευθύνη απέναντι στους πολίτες και ότι πρέπει να παράγουν ουσιαστικό έργο.