Του Γιάννη Σχίζα : Ο ήλιος, το πράσινο και ο χώρος, είναι τα πρώτα υλικά της πολεοδομίας (1)Q

Sharing is caring!


Στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας  η απουσία ελεύθερων χώρων μεγάλης κλίμακας αλλά και η στενότητα  των όποιων αδόμητων  χώρων καθηλώνει την ποιότητα ζωής σε απαράδεκτα επίπεδα. H αύξηση των οικονομικών, εμπορικών, πολιτιστικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων στον αστικό ιστό, η κακοήθης επέκταση της δόμησης σε περιοχές εξοχικών φαντασιώσεων και η γενικότερη αποστασιοποίηση των αστικών χρήσεων και λειτουργιών, συνεπάγονται   μια δραματική   ενίσχυση της κινητικότητας.
Αυτή η τελευταία μέσω της υπέρβασης της  «φέρουσας ικανότητας» των   δικτύων στάθμευσης  ανατροφοδοτεί τις υφιστάμενες  στενότητες χώρου, ενώ την ίδια στιγμή  το ήδη χαμηλό  κατά κεφαλήν «αστικό  πράσινο» εξελίσσεται πτωτικά  λόγω της  πληθυσμιακής αύξησης . Ο πληθυσμός του λεκανοπεδίου Αθηνών, υπερτριπλασιασμένος σε σχέση με τους  1.378.000 κατοίκους  του 1951 (2), με πολύ περισσότερες  «χωρικές» και κυκλοφοριακές απαιτήσεις, παγιδεύεται σε έναν  φαύλο αστικό κύκλο:  Όπου ο χώρος και η κίνηση  αλληλεπιδρώνται  έτσι ώστε να παράγουν δυσλειτουργίες και δυσμορφίες, να  προκαλούν  «αρνητικές οικονομίες»,  να θίγουν τον πολιτισμό και την ποιότητα ζωής….

Παρά τον μιθριδατισμό της  κοινωνίας των light ευζωϊστών , παρά την απολογητική που κάποτε  επιχειρεί να μας πείσει για το «μισογεμάτο» ποτήρι της Αθήνας αποφεύγοντας  τις συγκρίσεις με άλλες πρωτεύουσες,  ο στοιχειώδης   ορθός λόγος  κατανοεί και «βαθμολογεί» το σημερινό  καθεστώς :  Πρόκειται για ένα καθεστώς  κατασπατάλησης ανθρώπινου χρόνου και  ενέργειας, στα πλαίσια  μιας πρωτεύουσας  αντιοικονομικής  και αντιοικολογικής, παρά τις όποιες βελτιώσεις έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια.  Που  αυξάνει το κόστος ζωής παρά τη σχετικά μεγάλη κλίμακα  της αγοράς, που προκαλεί δυσπιστία και άγχος  στους πολίτες όσον αφορά τη διακίνηση και εξυπηρέτησή τους . Και που ακόμη  αναπαράγει έναν μελλοντοφοβικό και μικρο-συμφεροντολογικό συντηρητισμό, καθώς  η πλειοψηφία  των μικρο- και μεγα-εξουσιών της πόλης, από τα συνοικιακά συβούλια μέχρι την Υπερνομαρχία και το ΥΠΕΧΩΔΕ,  είναι επιφυλακτική  απέναντι  στην  καινοτομία και  στον  νεωτεριστικό  λόγο.

Ο Γιάννης Τσαρούχης καλούσε τους ευεργέτες της εποχής του να γκρεμίζουν  παρά να ανεγείρουν κτίρια, συνδέοντας  έτσι την αγαθοεργό τους δράση με την παραγωγή ανοιχτού χώρου…Ο Αντώνης Τρίτσης είχε κατά νου την κατεδάφιση ορισμένων κεντρικών αθηναϊκών κτιρίων, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να υποστηρίζει ότι  όποιος δήμαρχος ανατίναζε τρία ή τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα,  θα πρόσφερε  ανεκτίμητη υπηρεσία στην πρωτεύουσα, ανάλογη αυτής του Μερκούρη ή του Κοτζιά.(3). Κάπως  ανάλογα και  ο σημερινός  δήμαρχος  Αθηναίων  Νικήτας Κακλαμάνης , υποστήριζε σε μια προεκλογική συνέντευξή  του (4) ότι θα μπορούσε να πρωτοστατήσει  στην κατεδάφιση κάποιων  κτιρίων για να αντιμετωπίσει τις  στενότητες ορισμένων περιοχών.

Οι πιο αχαλίνωτες φαντασιώσεις της κοινωνίας των πολιτών ουδέποτε απέκλεισαν τον βομβαρδισμό, την ισοπέδωση περιοχών του ιστορικού κέντρου, ή  τις λύσεις τύπου «Οσμάν» που επιβλήθηκαν στο Παρίσι στη δεκαετία του 1860 επί  Ναπολέοντος του Γ΄,  με  την κατεδάφιση 22.000 κατοικιών της γαλλικής πρωτεύουσας!  Όμως  εμείς  αν φαντασιώναμε   κάτι πολύ  πιο μετριοπαθές όπως  το μέτρο της επιλεκτικής κατεδάφισης, αν υποθέταμε ότι αυτό εφαρμοζόταν παρά τα κόστη του, και ακόμη  αν υποθέταμε  τη μεταφορά ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων από το κέντρο προς την αστική περιφέρεια, τότε η επακόλουθη  «αραίωση»  της πόλης θα οδηγούσε στην εξάπλωσή της  μέχρι τη Θήβα  !

ΨΗΛΟΛΙΓΝΗ ΠΟΛΗ….

Η άλλη αντιμετώπιση  του προβλήματος περνάει από την ορθολογική και συντεταγμένη «πύκνωση» της πόλης : Δηλαδή  από την ανάσχεση της εκτατικής ανάπτυξης και  « υπερχείλισης» προς την περιαστική ύπαιθρο, που παράγει δομές  «Λοσαντζελοποίησης» (LosAngelization) –   στην πεδιάδα των Μεσογείων και όχι μόνο. Πρόκειται για μια κατεύθυνση  με την οποία συντάσσονται όχι μόνο οπαδοί της κλασικής «πολεοδομικής ορθότητας»,  αλλά και οικολογίζοντες  με σημαντικό έργο. Λόγου χάρη η Μάρσια Λόου του Ινστιτούτου Worldwatsch, ενός οργανισμού  με έργο τριών και περισσότερων δεκαετιών, εκδοτικό και όχι μόνο,  στην προώθηση της οικολογικής σκέψης.(5). Ή οι συντελεστές του  «Πράσινου βιβλίου για το αστικό περιβάλλον», ενός συλλογικού έργου Ευρωπαίων μελετητών, που εκδόθηκε το 1990 όταν Επίτροπος της τότε ΕΟΚ ήταν ο Κάρλο Ρίπα Ντί Μεάνα.(6). Αξιομνημόνευτη  επίσης βολή εναντίον της εκτατικής ανάπτυξης ήταν και αυτή του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας(1985), που απέβλεπε στον περιορισμό της οικιστικής ανάπτυξης στα τότε διαμορφωμένα όρια.

Η ανακοπή της εκτατικής μεγέθυνσης  των πόλεων  και η προστασία των περιαστικών ανοικτών χώρων ,  βραχυχρόνια τουλάχιστον δεν  σημαίνει  και επιλογή της καθ’ ύψος ανάπτυξης  και των πολυώροφων κτιρίων. Η Μάρσια Λόου καταγράφει την παρουσία ενδοαστικών , αχρησιμοποίητων ή υποχρησιμοποιούμενων χώρων, στις πόλεις του ανεπτυγμένου αλλά και του υποανάπτυκτου κόσμου, κι ακόμη υπογραμμίζει τη δυναμική που εγκλείουν  αυτοί οι χώροι. Όμως  είναι φανερό ότι μακροχρόνια,  ακόμη και η ορθολογικότερη δυνατή χρήση των αστικών «εσωτερικών χώρων»,   έχει όρια στην αντιμετώπιση των αστικών  αναγκών για ανοικτότητα, εξαερισμό,  φωτισμό ή   κινητικότητα . Ο εξορθολογισμός στο χώρο των δύο διαστάσεων μπορεί να καταφέρει κάποια πράγματα, είναι όμως αδύνατο να ανταποκριθεί  στις αυξανόμενες κατά κεφαλήν και συνολικά ανάγκες των ανθρώπων των αρχών του 21ου αιώνα….

Παλιά  ο κάθε άλλο παρά  όμορφος, ηθικός και αγγελικά πλασμένος κόσμος των πόλεων, φαινόταν τουλάχιστον ικανός να αποκεντρωθεί,  να πειθαρχήσει  στις επιταγές ενός  «άριστου πολεοδομικού μεγέθους» κοινής αποδοχής, να  ακολουθήσει κάποιες δημόσιες προδιαγραφές και  να αποφορτίσθεί  από τα όποια  «πλεονάζοντα» οικιστικά κύτταρα αναπτύσσοντας  δορυφορικά σχήματα. . Όμως ο  Ουρμπανισμός, παρά τις «Αγροτιστικές ιδεολογίες» του 19ου αιώνα ή παρά τον Σοβιετικό «Απολεοδομισμό» των δεκαετιών του 1920 και 30, πήρε αποφασιστικά το πάνω χέρι στο τέλος του 20ου..
Το 2008 είναι  το πρώτο ιστορικό έτος της «ισοφάρισης» των αγροτικών πληθυσμών από τους αστικούς πληθυσμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη, η μεγάλη καμπή προς την πρωτοκαθεδρία των πόλεων ! Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,  η  υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στην Αθήνα και στις άλλες μεγαπόλεις του πλανήτη  δρα αποδυναμώνοντας  την  ιδεολογία  της αποκέντρωσης και μετατρέπει σε  μνήμες  τις ύστερες εκλάμψεις της  – όπως λ.χ ήταν στον Ελλαδικό χώρο οι σχεδιασμοί  για την ενίσχυση των αντίπαλων πόλεων( Μάνος 1979) ή το σχέδιο για την μεταφορά της  πρωτεύουσας (1991) . Τώρα πλέον  ο  πολεοδομικός λόγος καλείται να δώσει λύσεις  αντίθετες με το αγαπημένο «παλαιο-οικολογικό» όνειρο  της αστικής μονοκατοικίας με  κήπο και   οικιακά ζώα, που γαλούχησε  τις  ελληνικές μεταπολεμικές γενιές και  αποτέλεσε ένα είδος   «πολεοδομικού (Φροϋδικού) υποσυνείδητου». Και που  σαν τέτοιο διήγειρε   ιδεολογικές  αντιρρήσεις  εναντίον των  υψηλών συντελεστών δόμησης, της οδοποιϊας και  των  εργολαβιών στην επιφάνεια του αστικού χώρου..

«Η πολεοδομία είναι επιστήμη των τριών διαστάσεων…μόνο αν αξιοποιήσει το ύψος θα κερδίσει τους ελεύθερους χώρους που της χρειάζονται », έλεγε η    «Χάρτα των Αθηνών». (7). Είναι φανερό ότι η τρισδιάστατη ανάπτυξη, όχι μόνο  υπέργεια αλλά και υπόγεια, μπορεί να εξοικονομήσει  επιφανειακό χώρο,  μπορεί να επιφέρει επαναπροσέγγιση των χρήσεων,  να εξοικονομήσει  μεγάλο μέρος της κινητικής ενέργειας που σπαταλιέται σήμερα για τις μετακινήσεις. Η «χωροπλασία» ως παραγωγή νέου τεχνητού χώρου(8), εκτός από εξοικονόμηση στον κυρίως χώρο των πόλεων, είναι ικανή  και  να  «εξοικονομήσει φύση» στη περίμετρο των πόλεων και  να επιτρέψει την απόδοσή της σε «ήπιες» χρήσεις . Μπορεί δηλαδή να αναστρέψει  εκείνη τη κατάσταση που έκανε τον Λε Κορμπυζιέ να λέει ότι «η πόλη είναι κατάσχεση της φύσης από τον άνθρωπο»!

Ως πρακτική  «αναδασμού» του μικροχώρου των πόλεων και διάσωσης επιφανειακού  χώρου, η πολεοδομία των τριών διαστάσεων  μπορεί να κάνει την πόλη πιο βαδίσιμη  και διαμέσου αυτής της κατάστασης να  προκαλέσει μια ποσοτικά μεγαλύτερη και ποιοτικά καλύτερη οπτική του αστικού τοπίου. Η πόλη  μπορεί να γίνει  εικαστικά  πιο ενδιαφέρουσα,  η εμβέλεια των αστικών οριζόντων να μεγαλώσει, το αστικό τοπίο με τις σχετικά μικρότερες επιφάνειες να  ασκεί  μεγαλύτερη έλξη στον παρατηρητή. Αλλά αυτή  η μεγαλύτερη έλξη  έχει τη δυναμική, ως «ανάδραση» πλέον , να  προπονεί  την κοινωνική κριτική για  την ανάπλαση της μορφής και κατ’ επέκταση της λειτουργίας του χώρου..

Στο προαναφερθέν  άρθρο μου στο περιοδικό Highlights του Οκτωβρίου του 2003  σημείωνα : «Η Αθήνα του 2003 είναι μια πόλη υπέρβαρη,που φαίνεται ήδη να συμφιλιώνεται με τον παχύσαρκο εαυτό της…..Η Αθήνα με παραπέμπει σε ένα υπέρβαρο φίλο μου, με ύψος όχι περισσότερο από 1.70 και βάρος όχι λιγότερο από 115 κιλά, που δήλωνε ότι δεν του περισσεύει πάχος αλλά του λείπει ύψος !»..

Μια πόλη  «ψηλόλιγνη», ευκολότερα «διαπερατή» και  κυκλοφορήσιμη,  με περισσότερες ευκαιρίες διαμόρφωσης “Live” ανθρώπινων καταστάσεων , υπερέχει σαφώς έναντι οποιασδήποτε άτακτης πληθυσμιακής διασποράς- ακόμη και  εάν αυτή η τελευταία δημιουργεί παραδείσια μικροπεριβάλλοντα  και  επικουρείται από άπειρες πληροφορικές δυνατότητες. Η διάσπαρτη αστική κατάσταση των μικρών συντελεστών δόμησης και των «αυτοκινητοκένταυρων» της νέας εποχής, παραπέμπει σε ένα γνωμικό που κατέθετε ο πρόσφατα χαμένος διανοητής  Αντρέ Γκορζ: «Κανένα γρήγορο μέσο μεταφοράς δεν θα αποζημιώσει ποτέ τη δυστυχία του να κατοικεί κανείς σε μια πόλη μη κατοικίσιμη»(9)…..

ΑΤΑΚΤΟΙ ΕΦΟΔΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η  «χωροπλασία»  υπέρ και υπό την επιφάνεια της γής,  συνδυασμένη  με τις προσπάθειες  για την αύξηση του κατά κεφαλήν επιφανειακού  χώρου και  τη δημιουργία προϋποθέσεων για  την μεγέθυνση και βελτίωση  της λειτουργικότητας των  ελεύθερων χώρων , αποτελεί διακριτή  κατεύθυνση  από τη λογική των ατάκτων εφόδων  εναντίον του ουρανού :  Δηλαδή τη λογική που υπηρετούν   συχνά  οι σημερινοί   ουρανοξύστες, ως εργαλεία φήμης και εταιρικής υπεροχής . Η κατασκευαστική ματαιοδοξία, που  δεν αφορά μόνο γραφεία επιχειρηματικών κολοσσών,  είναι βεβαίως μια παμπάλαιη υπόθεση σε ένα κόσμο όπου τα ρεκόρ επιτυγχάνονται  για να ξεπερασθούν ,  νωρίτερα ή αργότερα. Εν μέρει πρόκειται για ένα είδος «τρέλλας» που σπανίως ομολογείται και που συνήθως διακατέχει τις κοινωνικά ιθύνουσες ομάδες. Ο Ρ.Μ. Φούλερ καταθέτει ένα ιστορικό περιστατικό από την Ισπανία των αρχών του 15ου αιώνα : «Στις 8 Ιουλίου 1401 ο μητροπολίτης και οι ιεράρχες της Σεβίλλης συνάχτηκαν και επίσημα αποφάσισαν : Να χτίσουμε μιαν εκκλησία τόσο μεγάλη, που όσοι θάρχονται στην πόλη μας να μας περνάνε για τρελλούς για την αποκοτιά μας…Και χρειάστηκαν πέντε γενιές επί 150 χρόνια για να χτίσουν την εκκλησία»(10).

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Αιγύπτου, ο Πύργος του Άϊφελ, ο Πύργος του Ντουμπάϊ που αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2008 πετυχαίνοντας  ένα νέο ρεκόρ ύψους, εκφράζουν την επιδίωξη της  φήμης και της επιβολής. Τελική  στόχευση αυτών των δομών δεν είναι η ενσωμάτωση και συλλειτουργία με  τον  οικιστικό περίγυρο, αλλά η πρόκληση  κοινωνικού θάμβους.  Η συζήτηση για τα ψηλά κτίρια στο ηλεκτρονικό περιοδικό    www.greekarchitects.gr επιβεβαιώνει  για άλλη μια φορά  την ανταγωνιστική  συμπεριφορά  των μεγαλοπαραγόντων του πλούτου όσον αφορά  το θεαματικό κυνηγητό του ύψους.
Ο  Αλέξανδρος  Τομπάζης μιλάει  με τον  Αλέξιο Βανδώρο (29.5.2007) όπου  υπογραμμίζει  το στοιχείο της ματαιοδοξίας  των κατασκευαστών , ενώ επίσης  κάνει  «οικονομολογικές παρατηρήσεις»  όσον αφορά  τις συναρτήσεις κόστους και αύξησης ορόφων .
Τα πολυώροφα κτίρια  εξοικονομούν  «οικοπεδικό χώρο», πλην όμως από ένα σημείο και πάνω προκαλούν  νέα κόστη και  αυξημένη ενεργειακή κατανάλωση. Η όλη συζήτηση τεκμηριώνει την ανάγκη της επισήμανσης «όπτιμουμ λύσεων» στο θέμα του ύψους των κατασκευών, πράγμα  που έρχεται σε ρήξη με την ακάθεκτη  και απεριόριστη εφόρμηση προς τον ουρανό χάριν του  επιχειρηματικού  «θεαθήναι».   Αξιοσημείωτη επίσης είναι η προβληματική για την  την ήπια ενσωμάτωση τυχόν  υψηλών κτιρίων στον αθηναϊκό χώρο και την επακόλουθη  μετεξέλιξη  του αστικού τοπίου. Υπογραμμίζω το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Α.Τομπάζης, στη συζήτηση της 29.5.2007 : « οι αυξημένες πυκνότητες (μέχρι κάποιο όριο φυσικά) είναι μια οικολογική απάντηση στις αχανείς κηπουπόλεις με τις πολύ χαμηλές πυκνότητες και τα αντίστοιχα με τις μονοκαλλιέργειες προβλήματα των υπνουπόλεων» …

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ  ΖΟΜΠΥ

Σήμερα  η  χρόνια  κρίση  της ελληνικής πρωτεύουσας  κάνει  την προβληματική της καθ’ ύψος ανάπτυξης αναπόφευκτη, και  οι αντιρρήσεις  για το μέγιστο κτιριακό ύψος στην περιοχή της πρωτεύουσας(27 μέτρα) αρχίζουν να πυκνώνουν  στο λόγο των  ειδικών επιστημόνων . Ταυτόχρονα αναπτύσσεται και η «πρακτική κριτική» πάνω στα υφιστάμενα πολεοδομικά ζόμπυ, με προτάσεις που ανεξάρτητα από την συμβατότητά τους με τον κτιριακό περίγυρο, αναταράσσουν τα λιμνάζοντα ύδατα.  Οι αρχιτέκτονες Αλέξιος Βανδώρος και Γιώργος Βλαχοδήμος  συμμετέχουν σε διεθνή διαγωνισμό όπου  εκθέτουν  πρόταση δημιουργίας στον Αθηναϊκό χώρο 4-5 ουρανοξυστών ύψους 420 μέτρων σε συγκεκριμένη  διάταξη, ενώ  μια  Διπλωματική Εργασία με τίτλο «Μια αστική (ανα)θεώρηση της Δυτικής Εισόδου της θεσσαλονίκης» των Α.Βανδώρου και Α.Κονδύλη προβλέπει  στην περιοχή των Λαχανόκηπων  3 ουρανοξύστες των 36 ορόφων.

Η καθ’ ύψος  κτιριακή  ανάπτυξη ως νεωτερισμός προκαλεί τις κατεστημένες αδράνειες της κοινής γνώμης , στα πλαίσια της οποίας φαίνονται να ενδημούν ιδέες περί αρραγούς και φυσικής σχέσης μεταξύ ανθρώπου και εδάφους. Όμως στον 21ο αιώνα τα υπαρκτά κελύφη της ανθρώπινης ζωής εμπεριέχουν  μεγάλες δόσεις ασφάλτου και οπλισμένου σκυροδέματος , δημιουργώντας   έτσι  άλλες συνθήκες  για την αναζήτηση   «υβριδικών καταστάσεων»  μεταξύ  του φυσικού και του ανθρωποποίητου στοιχείου.
Η  αναζήτηση  αυτή εκφράζεται  κυρίως  με την παραγωγή  ιδιόμορφων κτιρίων, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες του κτιριακού μικρο-περιβάλλοντος, που εξοικονομούν ενέργεια και προσλαμβάνουν διάφορα  στοιχεία της φύσης. «Μπορεί οι ουρανοξύστες να είναι «πράσινοι»;», ερωτά ή αναρωτιέται η Φωτεινή  Γεωργακοπούλου σε ένα άρθρο(11) , όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται στα Κεντρικά Γραφεία της Εμπορικής Τράπεζας στη Φραγκφούρτη.  Πρόκειται για έναν τριγωνικό ουρανοξύστη 53 ορόφων  με αίθριο, που ανά 4 ορόφους διαθέτει «ουράνιους κήπους»,  δημιουργεί εξαιρετικές συνθήκες εξαερισμού του χώρου και  επιτρέπει στους «ενοικούντες» να ανοίγουν κατά περίπτωση τα παράθυρα διασώζοντας έτσι μεγάλα ποσά ενέργειας. Μια ακόμη ενδιαφέρουσα  προβληματική του Ντίκσον Ντεσπόμιερ και των  συνεργατών του  στο  Πανεπιστήμιο της  Κολούμπια(12), αναφέρεται στον συνδυασμό πολυώροφου κτιρίου και φύσης όχι για εξωραϊστικούς , ψυχολογικούς ή  μικροκλιματικούς σκοπούς, αλλά για παραγωγικές χρήσεις:   Ο Ντεσπόμιερ σχεδιάζει 30όροφα θερμοκήπια  και υπογραμμίζει  την τεράστια οικονομία γης και μεταφορών, που συνιστά η παραγωγή αγροτικών προϊόντων μέσα στην καρδιά μιας πόλης…

ΔΙΜΕΤΩΠΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Το 2003  ο Ντάνιελ Λίμπεσκιντ, από τους πρωτεργάτες των νέων πύργων στη θέση των παλαιών «διδύμων» που χτυπήθηκαν στις 11.9.2001 δήλωνε :  «Δεν σκέφτομαι για ολόκληρη την πόλη, επειδή πιστεύω ότι η πόλη αντιδρά σαν ένας οργανισμός και αλλάζει μέσα στο χρόνο και την ιστορία, με την αυθόρμητη αλληλεπίδραση των λειτουργιών και των κατοίκων της».(13) Ο Φιλελευθερισμός στην οικονομία υπογράμμιζε πάντοτε τις αλληλεπιδράσεις και προσαρμογές στην αγορά, εκθειάζοντας την ταχύτητα με την οποία αυτές επέρχονταν αλλά αποφεύγοντας να αναφερθεί στις επιπτώσεις των προϊόντων  πάνω στην ποιότητα ζωής. Ο Φιλελευθερισμός στην δόμηση(!) και η αναμονή των  προσαρμογών του κτιριακού περίγυρου, δημιουργεί ασυναρτησίες και δυσλειτουργίες. Και φυσικά  υστερεί σαφέστετα έναντι μιας δημόσιας ρυθμιστικής αρχής που θα καθόριζε τους συντελεστές δόμησης, το μέγιστο ύψος, τη σχέση με τον κτιριακό περίγυρο, τη συνάρθρωση με τις υπόλοιπες λειτουργίες της πόλης. Ο Νεοφιλελευθερισμός επαίρεται για την αγοραία ευελιξία και την ελευθεριότητα ενός παιχνιδιού χωρίς κανόνες, όμως στην πραγματικότητα  υποστηρίζει το δικαίωμα του πλούτου να δημιουργεί Φαραωνικές δομές διασπαθίζοντας  οικονομικούς πόρους και ποιότητα ζωής.

Η συζήτηση για τα ψηλά κτίρια και για την εντατική ή εκτατική ανάπτυξη των πόλεων, φαίνεται από πρώτη όψη «τεχνική», ικανή απλώς να τροφοδοτεί  συγκρούσεις μεταξύ νεωτεριστικών και παραδοσιακών τάσεων, όμως στην πραγματικότητα έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα.Πρόκειται στην ουσία για ένα διμέτωπο αγώνα του κοινωνικού κινήματος , αφενός με  την Νεοφιλελεύθερη   μεγαλομανία  και αφετέρου με τα συμφέροντα μιας τάξης οικοπεδάδων της αστικής περιφέρειας, που καλλιεργεί συστηματικά τις  οικοπεδο-κρατορικές φαντασιώσεις  των εύπορων και αντιστέκεται στα σχέδια ανάπλασης και ανασυγκρότησης των αστικών λειτουργιών. Είναι  εκείνα τα μεγάλα  συμφέροντα  της  γαιοκτησίας, στον περιαστικό αλλά και στον αστικό χώρο,  που θα αντιδρούσαν σκληρά  στην  παραγωγή «ανταγωνιστικού  χώρου» εις ύψος, γιατί αυτό ακριβώς  θα έριχνε σταδιακά τις αστικές γαιοπροσόδους (14).Τα συμφέροντα αυτά  θα είχαν  σαφή αντίρρηση  απέναντι σε μια   «πολεοδομία των τριών διαστάσεων», και με αυτό το τρόπο θα αποδείκνυαν  περίτρανα ότι  η τέτοια πολεοδομία  είναι  πεδίο  πάλης μάλλον  παρά διανοητική άσκηση  επί εφημεριδικού και περιοδικού  χάρτου….

Ο Φρειδερίκος Ένγκελς, γνωστός συνεργάτης του συγγραφέα σοσιαλιστικών κειμένων(!) Καρόλου Μαρξ, έλεγε ότι «οι ιδέες των μαζών είναι υλική δύναμη», υπονοώντας ότι  σε αντίθεση με αυτές οι μεμονωμένες ιδέες στους χώρους των διανοουμένων ή αλλαχού ΔΕΝ έχουν «υλική δύναμη» και δεν  μπορούν να «παίξουν» στα πεδία των κοινωνικών αγώνων.Όμως η ιδέα μιας ολιστικής  πολεοδομίας στον τρισδιάστατο χώρο,  με κύριο στόχο την απελευθέρωση  αστικών και περιαστικών επιφανειών, θα μπορούσε κάλλιστα να διανύσει την απόσταση  από το χώρο της αρχιτεκτονικής συζήτησης μέχρι το χώρο των δημοτικών  κινημάτων. Θα  μπορούσε άνετα να εγκολπωθεί από την υπαρκτή κοινωνία και να «κατέβει» στα γήπεδα των πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Το όραμα θα μπορούσε να γίνει  γρήγορα πειστικό και κοινόχρηστο : Ένα  αστικό τοπίο υψηλότερο αλλά και προστατευμένο από τα άτσαλα και κακόγουστα «κτίρια – καρούμπαλα». Τοπίο  με  ήλιο, με  πράσινο και  ανοικτούς χώρους, με ταρατσόκηπους , πέργκολες , αίθρια και άλλα «εξαρτήματα» φύσης ικανά να μετριάζουν την υπερχορήγηση ανθρωπογενών στοιχείων,  με την ποιότητα ζωής εκτοξευμένη  σε υψηλά επίπεδα. Με ενεργοποιημένες κάποιες συλλήψεις παμπάλαιες αλλά απίθανα καινοτόμες – όπως λ.χ αυτή της «Καταστασιακής Διεθνούς», που αναφερόταν στην δόμηση  των κτιρίων πάνω σε πυλωτές και στην παράδοση του «υποκτιριακού» χώρου σε κοινωνικές χρήσεις. Με περίσσεια ζωτικού χώρου  για τους πεζούς ή τους άλλους χρήστες της πόλης. Με μια κατάσταση νεωτεριστική αλλά  και ικανή να επιτρέπει  αισθήσεις παραδοσιακές,με ένα σκηνικό πλουραλιστικό αλλά ταυτόχρονα και οικείο.

Του Γιάννη Σχίζα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η Χάρτα των Αθηνών, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα

2. Γιάννη Σχίζα, «Η Αθήνα του ύψους ή του βάθους», περιοδικό Highlights, Οκτώβριος 2003

3.Γ.Σχίζα, «Γκρεμίστε γιατί χανόμαστε», περιοδικό Γαλέρα, Μάϊος 2006

4. Συνέντευξη Νικήτα Κακλαμάνη στον Κωνσταντίνο Ζούλα, Καθημερινή 26.3.2006.

5.Marcia Lowe, “Shaping cities”, State of the World 1992, Worldwatsch Institute Report on Progress Toward a Sustainable Society, edition by W.W.Norton and Company, New York

6.Έκδοση Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες,1990

7. 4ο Διεθνές   Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1933

8. Γ.Σχίζα, «Χωροπλασία  και αποκέντρωση, «Νέα Οικολογία», Μάϊος 1989

9.Αντρέ Γκορζ, «Οικολογία και Κοινωνία», δοκίμιο από το έργο «Οικολογία και Πολιτική», εκδόσεις «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1984

10. Ρ.Μ. Φούλερ, «Οικουμενική αρχιτεκτονική», συλλογικό έργο, «Επίκουρος» 1977

11. Φωτεινή Γεωργακοπούλου, «Ουρανοξύστες: Μπορεί να είναι πράσινοι», ΄περιοδικό « Οικοτοπία», Ιούλιος 2005

12. Ρεπορτάζ  Εφημερίδας «Ημερησία»,  30.6.2007

13. Νατάσας  Μπαστέα, «Οι κρεμαστοί κήποι της Νέας Υόρκης», Ταχυδρόμος 5.7.2003

14.Γ.Σχίζα «Αττική», εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα 1996

Share|

Σχετικές Δημοσιεύσεις: