ΚΛΟΥΤΣΙΝΙΩΤΗ Ρ. «Πόλη και αισθητική Η ελληνική πόλη»

A19.05.02

Της Ράνιας ΚΛΟΥΤΣΙΝΙΩΤΗ

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν ήμουν ακόμη παιδί, κάτι που μου είχε πει ο Τάσος Βουρνάς: “η ομορφιά και η αισθητική στη σύγχρονη κοινωνία είναι ταξική υπόθεση”. Φυσικά δεν αναφερόταν μόνον στις πόλεις. Τότε μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. Και ούτως ή άλλως άργησα πολύ.

Το άλλο θέμα, που ακόμη σήμερα μου φαίνεται παράδοξο, είναι ότι η “πόλη”, ενώ αποτελεί τόσο πολύπλοκο και πολυσύνθετο κοινωνικό οργανισμό, κρίνεται πρωτίστως ως αισθητικό αντικείμενο. “Είναι ωραία, είναι άσχημη”, “έχει ταυτότητα, δεν έχει φυσιογνωμία”. Η αντιληπτική δηλαδή εικόνα που δημιουργείται στον οποιονδήποτε, όταν προσεγγίζει μια πόλη για πρώτη φορά, αναφέρεται αποκλειστικά στην αισθητική. Σε επόμενο χρονικό διάστημα θα τεθούν, εάν τεθούν, θέματα του τύπου “έχει πολλούς φτωχούς”, “φαίνεται πλούσια” κ.λπ.

Ας δούμε σε τι είδους εικόνες παραπέμπει ο τίτλος:

· Όταν σκεφτόμαστε “πόλη και αισθητική” σκεφτόμαστε κυρίως ωραία κτίρια, ωραία επιπλωμένους δρόμους (δάπεδα, πεζοδρόμια, φωτιστικά, σιντριβάνια, δέντρα κ.λπ.).

· Επίσης, όταν σκεφτόμαστε “πόλη και αισθητική” σκεφτόμαστε αποκλειστικά τα ιστορικά κέντρα και ποτέ την περιφέρειά τους, δηλαδή τις περιφερειακές του ιστορικού κέντρου συνοικίες, που προήλθαν από προηγούμενες γενιές αυθαιρέτων και φυσικά ποτέ τις τωρινές συνοικίες των αυθαιρέτων.

Οπωσδήποτε, σε αυτό που δεν παραπέμπει ο τίτλος είναι στο ότι η αισθητική απόλαυση ή η δυσαρέσκειά μας μπορεί να οφείλονται στη σύνθεση και τον τρόπο που συγκροτείται το συνολικό πλέγμα του αστικού ιστού, σύγχρονου ή παραδοσιακού, στις χαράξεις του και στην ιστορικότητα που αυτό μεταφέρει.

Διαπιστώσεις από τον ευρωπαϊκό χώρο σήμερα

Το “όραμα” της Ευρώπης εξακολουθεί να στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ευρωπαϊκή πόλη, ακόμη σήμερα, παραμένει τυπική ως προς τον κυρίαρχο χαρακτήρα της, τον κοινωνικό και τον πολιτιστικό, ο οποίος της επέτρεψε να ενσωματώνει διαχρονικά όλες τις μορφές των αλλαγών της κοινωνίας, παραμένοντας κέντρο τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού βίου.

Σήμερα όμως η ευρωπαϊκή πόλη είναι σε “κρίση”. Εύκολα λέγεται ότι η Λισσαβώνα “είναι θαύμα”. Η αλήθεια είναι ότι το ιστορικό κέντρο της Λισσαβώνας είναι θαύμα. Ένας περίπατος στην εκτεταμένη περιφέρειά της, εκεί όπου ζει το συντριπτικό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά θαύμα είναι, θα μας έπειθε ακριβώς για το αντίθετο.

Ήδη από το 1992, στην επίσημη έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “ΕΥΡΩΠΗ 2000”, διαπιστώνεται ότι το 80% του πληθυσμού της Ένωσης ζει σε μεγάλες και σε μεσαίου μεγέθους πόλεις και σε μικρότερα αστικά κέντρα. Εύλογα επομένως προκύπτει το ερώτημα “ποια είναι η προτεραιότητα που δίνεται στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του συντριπτικού ποσοστού του πληθυσμού της Ένωσης”.

Η απάντηση είναι αρνητική. Ενώ πολύ κουβέντα γίνεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, για τα θέματα του αστικού χώρου, πολιτικά το Ευρωπαϊκό Σχέδιο εξακολουθεί να είναι στραμμένο στην ολοκλήρωση και στη συνεργασία στους τομείς του εμπορίου και των υπηρεσιών, στη νομισματική πολιτική, στην προστασία του περιβάλλοντος και τη σχετική νομολογία, ολοκλήρωση δηλαδή στην οποία τα πεδία των αστικών και των χωρικών συστημάτων έχουν ακόμη μεγάλο δρόμο να διανύσουν. Η αρχιτεκτονική της πόλης και ο σχεδιασμός του χώρου αντιμετωπίζονται ως κατακερματισμένοι τομείς, ενταγμένοι σε διαφορετικές κατά περίπτωση Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με άξονες αναφοράς τις πάσης φύσεως αντιθέσεις συμφερόντων και τους ποικίλους ανταγωνισμούς επαγγελμάτων, οραμάτων και παραμέτρων.

Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Συνθήκη δεν εμπεριέχει καμία ειδική αναφορά στους αστικούς σχηματισμούς και ως εκ τούτου η Ένωση δεν προωθεί κανένα εξειδικευμένο θεσμικό καθεστώς για τον συντονισμό των αστικών πολιτικών. To “αστικό έλλειμμα” συνιστά σημαντικό ελάττωμα για την αστικοποιημένη ήπειρό μας, της οποίας τα όργανα βρίσκονται ήδη σε διαδικασία να διατυπώσουν πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα. Όμως, δίχως θεσμικό υπόβαθρο, οι αστικές δραστηριότητες και οι πολιτικές είναι προορισμένες να παραμείνουν αποσπασματικές και θρυμματισμένες. Εάν δεν υπάρξει συνολική στρατηγική, δεν θα υπάρξει ούτε συνοχή και βεβαίως ούτε και όραμα.

Διαπιστώσεις από τον ελληνικό χώρο σήμερα

Στην περίπτωσή μας, το “αστικό έλλειμμα” ίσως να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Οι ιστορικές παράμετροι ανάπτυξης της χώρας, που διαμόρφωσαν τη σημερινή σχέση αρχιτεκτονικής και ελληνικής κοινωνίας, έκαμαν ώστε η πλούσια αρχιτεκτονική μας παράδοση να μην αποτελεί σημείο αναφοράς και διδαχής για την ελληνική κοινωνία. Και δεν αναφέρομαι μόνον στους κοινά αποδεκτούς παραδοσιακούς οικισμούς, αλλά στην αρχιτεκτονική όλων των μικρών και μεσαίων αστικών κέντρων, τα οποία “όφειλαν” να καταστραφούν. Ποιος, μιας κάποιας ηλικίας, δεν θυμάται τη γοητεία της Πάτρας, της Λαμίας, των Ιωαννίνων ή του Ηρακλείου;

Αλλά και η όποια αποδοχή των συνεπειών του χαρακτηρισμού “παραδοσιακός οικισμός” ή “ιστορικό κέντρο”, συνδέθηκε με όρους οικονομικών και όχι πολιτιστικών παραμέτρων και ειδικότερα με τους χώρους τουριστικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται η αρχιτεκτονική τους ως μουσειακή, προς απομίμηση, με τα γνωστά πολυπληθή και πολύ κακά δείγματα, κακέκτυπα αντίγραφα αρχιτεκτονημάτων παρελθόντων χρόνων, τα οποία, αν μη τι άλλο, διέθεταν έντονη εσωτερικότητα. Σε αυτή τη διαδικασία οι αρχιτέκτονες φορτώθηκαν αποκλειστικά την ευθύνη του “ωραίου”, ενώ το “λειτουργικό” και το “τεχνικά άρτιο” αποτελεί, κατά την κοινωνική εκτίμηση, αντικείμενο προς επίλυση από άλλους.

Έχω τη γνώμη ότι, μέχρι τη σχετικά πρόσφατη περίοδο της ελληνικής “αρχιτεκτονικής παγκοσμιοποίησης”, περίοδο κατά την οποία γέμισαν οι πόλεις μας με αμελέτητα σε όγκους και ακαλαίσθητα μεγαθήρια, με υαλοπετάσματα και δωρικά ή ιωνικά μεταμοντέρνα κιονόκρανα, στην κορυφή ή στη βάση των κτιρίων, τα περισσότερα από τα σύγχρονα έργα των αρχιτεκτόνων ήταν ευπρεπή, τοποθετημένα όμως σε απόλυτα άξενο περιβάλλοντα αστικό χώρο, στο no man$s land.

Η δημόσια παρέμβαση, στο σύνολο του αστικού χώρου, παραμένει ανύπαρκτη. Τι λοιπόν θα χρησιμεύσει ως υπόδειγμα για τους πολίτες, ώστε η απαίτηση αισθητικής απόλαυσης να καταλάβει το πεδίο που της οφείλεται; Τη στιγμή που, εξ όσων γνωρίζω, ακόμη και στις θεσμικές συζητήσεις για την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών των τμημάτων Αρχιτεκτόνων της χώρας αμφισβητείται, από συναδέλφους – διδάσκοντες, ότι αποτελεί συνθετικά ενιαίο αντικείμενο το τρίπτυχο “αρχιτεκτονική / αστικός σχεδιασμός / πολεοδομία”. Είναι βέβαιο ότι ο πρώιμος, δίχως βιώματα, κατακερματισμός του αντικειμένου, σε κάθετες επιμέρους εξειδικεύσεις, δεν συμβάλλει στην παραγωγή και την ανάδειξη της συνολικής αισθητικής του χώρου, ακριβώς δηλαδή αυτής που συνέβαινε να παράγεται παλαιότερα σε όλους τους οικισμούς και τα αστικά κέντρα της χώρας.

Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε

\1. Οι παρεμβάσεις αναβάθμισης οφείλουν να αναφέρονται στο σύνολό του ιστού\.

Μπορούμε να διαβάσουμε τις πόλεις ως σύνολο πολλαπλών “εμπειριών ? περιεχομένων”, το οποίο διαμορφώνεται από συστήματα χτισμένου και ελεύθερου χώρου, δεμένα το ένα με το άλλο από μια αμφίδρομη σχέση συνάρτησης, τόσο, που είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να αποφανθούμε εάν προεξάρχει το αποτύπωμα των ελεύθερων χώρων έναντι των κατασκευών του δομημένου περιβάλλοντος. Ακολουθούν οι μεν τους δε και αρθρώνονται με διαφορετικές γεωμετρίες.

Ο αστικός ιστός στο σύνολό του διαμορφώνει την αισθητική. Ένα γρήγορο μάτι στην ιστορία μάς μαθαίνει ότι οι πόλεις ποτέ δεν σταμάτησαν να αλληλο-ανακαλύπτονται, να ανανεώνονται, να μιμούνται άλλες. Νέες πόλεις γεννήθηκαν με το βλέμμα στραμμένο σε ήδη υπάρχουσες αστικές δομές. Πρέπει να το τονίζουμε συνεχώς ότι ο πολιτισμός γεννιέται από τον πολιτισμό και ο πολιτισμός πασχίζει να εξαπλωθεί για λόγους που σπάνια σχετίζονται με την οικονομία της αγοράς.

Σήμερα, η μονομερής επανάχρηση και αναβάθμιση των ιστορικών κέντρων δεν μπορεί παρά να ανήκει στο παρελθόν. Το σύνολο του αστικού τοπίου οφείλει να αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικό αγαθό, όχι μόνο το τμήμα του που παρήχθη χθες, αλλά και αυτό που παράγεται σήμερα. Δεν πρέπει να παραιτηθούμε από την αυτονόητη επιταγή ότι οι πόλεις μας, σε κάθε τους σημείο, πρέπει να μας μιλούν, να μας μορφώνουν, τόσο στο επίπεδο των αισθήσεων όσο και σε αυτό των αισθημάτων. Η “πόλις” πρέπει να είναι παντού παρούσα. Δεν μπορούμε να ζούμε δίπλα της.

Δεν είναι δυνατό στα ιστορικά κέντρα και στις πλούσιες συνοικίες να διαμορφώνουν το αστικό τοπίο οι αρμονικές χαράξεις, σχεδιασμένες από τους καλύτερους μαστόρους και στις φτωχές συνοικίες η αναμενόμενη αισθητική απόλαυση να μορφώνεται από τα όρια και τα ακανόνιστα σχήματα των οικοπέδων, όπως έγινε με τις κατ$ εξακολούθηση “εντάξεις στο σχέδιο πόλης” των εκτεταμένων περιοχών αυθαιρέτων. Εάν το δεχτούμε αυτό, τότε δεχόμαστε ως “κανόνα” την ταξικότητα, ότι δηλαδή κάποιες τάξεις αυτονόητα απολαμβάνουν και οι υπόλοιπες όχι.

Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι το να ασχολούμαστε μονομερώς με τα ιστορικά κέντρα των πόλεων αποβαίνει εις βάρος του συνόλου του αστικού ιστού. Τα ιστορικά κέντρα υποφέρουν. Υπό το βάρος της πίεσης του μαζικού τουρισμού μετατρέπονται σταδιακά σε “ντίσνεϊλαντ”, ενώ η περιφέρεια μετατρέπεται σε χώρο όπου αναπτύσσεται “το μίσος”.

Η δημοκρατική πρόκληση συνίσταται στο να εφεύρουμε τρόπους και να δημιουργούμε συνεχώς προϋποθέσεις ώστε να πραγματοποιούνται αστικές παρεμβάσεις, συνεχείς και ποιότητας, οι οποίες να βασίζονται σε συνολική θεώρηση του τριπτύχου “δομημένη κληρονομιά, δημόσιοι χώροι και κεντρικές δημόσιες λειτουργίες”, για όλους τους πολίτες, αυτόχθονες ή μετανάστες, με στόχο την ανάπτυξη ενός μοντέλου το οποίο να θέτει κάποιους φραγμούς στον κίνδυνο της περαιτέρω διάλυσης της κοινωνικής συνοχής. Το πεδίο δράσης των ΟΤΑ σε αυτόν τον τομέα είναι ευρύτατο, τόσον αυτών που είναι περιφερειακοί στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα όσο και των κεντρικών.

\2. Τόνωση της μοναδικότητας και σεβασμός στην ιστορικότητα των τοπίων.\

Το ίδιο το αστικό τοπίο, έστω και εάν σήμερα είναι υποβαθμισμένο, αποτελεί πολιτιστικό αγαθό. Η σύγχρονη αντίληψη οφείλει να αναγνωρίζει ως “πολιτιστική κληρονομιά” τον συνολικό δομημένο χώρο. Όλα τα κτίρια ? όχι μόνον τα θεωρούμενα διατηρητέα – καθώς και όλες οι αστικές δομές, εάν τους δοθεί η πρέπουσα σημασία, μεταφέρουν μηνύματα και διαμέσου τους υποδηλώνεται ο ειδικός χαρακτήρας κάθε σχηματισμού. Οι πολιτισμοί και οι ιστορίες των πόλεων είναι διαφορετικές και επομένως σε αυτό το χαρακτηριστικό τους πρέπει να δοθεί έμφαση. Στην ανάδειξη της μοναδικότητας της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής τους δομής.

Ακόμη και οι μικρής κλίμακας παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στις περιφερειακές συνοικίες των πόλεών μας, προσέδωσαν αυτοεκτίμηση στους πολίτες τους, ότι δηλαδή μπορεί επιτέλους να αισθάνονται περήφανοι που κατοικούν εκεί. Πόσο μάλλον εάν είχε προαχθεί μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση για την αστική και την χωρική ανάπτυξη, η οποία θα εδραζόταν στην κοινωνική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα, σεβόμενη τη μοναδικότητα του εκάστοτε αστικού σχηματισμού.

Θα ήταν σκόπιμο μάλιστα να καθιερωθεί δημόσιος διάλογος, προκειμένου να αποτιμηθεί από όλους τους “έγκυρους” φορείς εάν πράγματι υπάρχει ή όχι πολιτισμική βιωσιμότητα στο συνεχώς παραγόμενο δομημένο περιβάλλον, ως μοναδικού συστατικού διαμέσου του οποίου είναι δυνατόν να αναδειχθεί η σχέση αιτίας και αποτελέσματος ανάμεσα στην αρχιτεκτονική παρέμβαση και την αντοχή στο χρόνο της εκάστοτε παραγόμενης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Εάν η απάντηση αποβεί θετική, τότε θα μπορέσουμε να απαντήσουμε αξιόπιστα στην πρόκληση του σεβασμού της μοναδικότητας των αστικών τοπίων. Και σε αυτό το επίπεδο το πεδίο δράσης των ΟΤΑ φαίνεται να είναι ευρύτατο.

\3. Κριτική αποτίμηση της παραγωγής.\

Είναι αυτονόητο ότι το αρχιτεκτονικό έργο ενσωματώνει συγχρόνως σημαντική τεχνική διάσταση και δημιουργική – πολιτιστική λειτουργία. Είναι όμως αξιοπερίεργο ότι ενώ σε όλες τις τέχνες είναι καθιερωμένη και αναμενόμενη η κριτική, τόσο εκ μέρους των ειδικών όσο και του κοινού, στην αρχιτεκτονική γενικά δεν ασκείται τέτοιου είδους διεργασία και, το χειρότερο, δεν αναμένεται να ασκείται, ούτε από τους ειδικούς ούτε από το κοινό. Να σημειωθεί δε ότι η αρχιτεκτονική είναι η μόνη τέχνη η οποία διαθέτει ακόμη “πελάτες”, οι οποίοι αιτούν την παραγωγή σχετικού έργου.

Το αξιοπερίεργο καταντά να είναι ακόμη πιο ακατανόητο, εάν ληφθεί υπόψη ότι το αρχιτεκτονικό έργο υποχρεούται ο οποιοσδήποτε να το αντικρίζει, μια και το αποτύπωμά του τοποθετείται με όρους μονιμότητας στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, ενώ αντιθέτως τα λοιπά καλλιτεχνικά έργα προσεγγίζονται κατά κανόνα σε “κλειστό” – επιλεγμένο χώρο, από όποιον επιθυμεί να τα “συναντήσει”.

Οι ειδικοί και ιδιαίτερα το σώμα των αρχιτεκτόνων φέρουμε μεγάλη ευθύνη για την μακροχρόνια και “ανέμελη” συμπεριφορά μας, την οποία δεν αποδίδω τόσο στο συντεχνιακό πνεύμα όσο σε μια αρχικώς καθιερωμένη ελιτίστικη αντίληψη καλής συμπεριφοράς (bonnes manieres), μεταξύ του αρχικά μικρού αριθμού αρχιτεκτόνων, η οποία στη συνέχεια παγιώθηκε και την οποία, εάν επιθυμούμε να διεκδικήσει η αρχιτεκτονική την υπόληψη που της οφείλεται από την κοινωνία, οφείλουμε να υπερβούμε.

Οι σημερινοί και μελλοντικοί προσανατολισμοί των δράσεων, για την ανόρθωση του πολιτισμικού στάτους της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, είναι σαφείς: η κριτική αποτίμηση διαμέσου ευρύτατου διαλόγου.

Όλες οι προσπάθειες, οι οποίες προσφάτως έχουν δειλά αναληφθεί, πρέπει να συνεχιστούν και να ενταθούν, ιδιαίτερα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας παράδοσης στην αναλυτική και επιστημονική κριτική, αλλά και στην αποδοχή της. Διότι όλοι όσοι νοιάζονται για την επιβίωση της πολιτιστικής διάστασης του αρχιτεκτονικού έργου στη χώρα οφείλουν να φροντίσουν για όσα φρόντισαν οι προηγούμενες γενιές: για την ποιότητα του ελληνικού χώρου στο σύνολό του.

Οι θεσμικοί φορείς οφείλουν να υπερβούν τις σκοπιμότητες και να συμβάλλουν στην κριτική και την αξιολόγηση του αρχιτεκτονικού έργου και των αρχιτεκτόνων, καθώς και στην ευρεία δημοσιοποίηση των σχετικών πρωτοβουλιών. Η αρχιτεκτονική σήμερα αποτελεί λαϊκό επάγγελμα, ασκείται σε όλη την επικράτεια από σχετικά διευρυμένο σώμα, περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αρχιτέκτονες. Και εδώ οι ΟΤΑ έχουν σημαντικό ρόλο.

\4. Ο ρυθμιστικός ρόλος της δημόσιας εξουσίας και ο καταλυτικός της αυτοδιοίκησης.\

Έχει επισημανθεί ότι, στο τέλος του αιώνα μας, όπου η κοινωνία είναι σε διαδικασία μεταβολών, τα ενοποιητικά οράματα για την πόλη είναι σε κρίση, έχοντας αποτέλεσμα την καθημερινή απομάκρυνση της δημόσιας εξουσίας από την επιτακτική ανάγκη να παίξει τον ρόλο της, είτε επειδή δεν θέλει είτε επειδή δεν μπορεί. Όμως μια πολιτεία δίχως ευθύνες, σε αδυναμία να υπηρετήσει τις αξίες των πολιτών της, εξελίσσεται προς ένα μοντέλο όπου το δημόσιο συμφέρον καθημερινά θα συρρικνώνεται και θα της απομένει ένας και μοναδικός στόχος, αυτός της εξασφάλισης της (ιδιωτικής) ιδιοκτησίας και των όρων αξιοποίησής της.

Η αυτοδιοίκηση, η οποία είναι κοντά στους πολίτες, οφείλει:

* να προωθήσει την αντίληψη ότι τα ζητήματα της αστικής και της χωρικής ανάπτυξης είναι ιδιαιτέρως σύνθετα, ώστε να καθίστανται μόνον επιχειρησιακά ωφέλιμα και να αντιμετωπίζονται ως υποσύνολα ενός συνόλου, με ασύνδετα επιμέρους τμήματα ή όψεις και

* να διεκδικήσει και να κατορθώσει να αναπτυχθεί ένα δημοκρατικό, κατάλληλο και βιώσιμο ποιοτικό αστικό περιβάλλον για όλους τους πολίτες και σε ολόκληρο τον αστικοποιημένο χώρο. Το κατόρθωμα αυτό μπορεί να υποστηριχτεί μόνον από την άσκηση συνολικής πολιτικής, η οποία θα είναι σε θέση να πραγματεύεται όλα τα θέματα και να ενσωματώνει τους στόχους της τοπικής ανάπτυξης στη συνολική στρατηγική, στα πεδία τόσο της χωρικής ανάπτυξης όσο και της ανακαίνισης του υφιστάμενου αστικού ιστού.

\5. Επανατοποθέτηση των εννοιών “οικονομία – πολιτισμός ? φύση”\.

Η ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι θεμελιωμένη στην αρχή αμοιβαιότητας. Ωστόσο εμφανίζεται μία έντονη αντίφαση, όταν αυτή η αρχή χρειάζεται να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις, όπου τις περισσότερες φορές η “ελεύθερη” επιλογή του ατόμου έρχεται σε σύγκρουση με τη συλλογική συνείδηση, θεωρούμενη ως η κεντρική έκφραση του δημόσιου καλού.

Πρέπει δηλαδή να απαντηθεί το ερώτημα εάν είναι εφικτό να αποκτήσουν συνοχή τα κατακερματισμένα οράματα για την πόλη, τα οποία σήμερα είναι θεμελιωμένα κατά κύριο λόγο στο “χρηματιστικό” συμφέρον, νοούμενο σε αντίθεση με το “οικονομικό”, ως σαφώς ευρύτερης παραμέτρου η οποία ενσωματώνει τις όψεις:

* οικονομία και διάρκεια / αντοχή στο χρόνο, μεταχείριση χώρων και υλικών,

* οικονομία και οικολογία (κατανάλωση του χώρου, των υλικών, της ενέργειας), ανάδειξη του συνόλου του αστικού ιστού ? κέντρο και περιφέρεια των πόλεων,

* οικονομία και ποιότητα ζωής / εξεύρεση νέων τρόπων σχεδιασμού και οργάνωσης των αστικών και των αγροτικών συστημάτων, εκ νέου διαμόρφωση των τοπίων που έχουν χάσει το πρόσωπό τους από τον μαζικό τουρισμό, ανάδειξη της φόρμας των τοπίων, ολοκληρωμένη ενσωμάτωση των μεγάλων βιομηχανικών τόπων ή των εγκαταλειμμένων χώρων μεταφορών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι:

* στον αιώνα μας, οι ευρωπαϊκές πόλεις αναπτύχθηκαν καταναλώνοντας μεγάλες περιφερειακές εκτάσεις, όπου χωροθετήθηκαν μονολειτουργικές ζώνες “αμιγούς κατοικίας” και “μεγάλων υποδομών” εκτός κλίμακας,

* σήμερα “φύση και δομημένο περιβάλλον” αναμειγνύονται και δημιουργούν ένα τοπίο δίχως τάξη, δίχως αισθητική,

* η διαχείριση των πόλεων και των αγροτικών περιοχών γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, με πολλούς εμπλεκόμενους, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται καθημερινά και οι οποίοι δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν κοινή γλώσσα.

Τα μακροπρόθεσμα: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση διαμέσου του Συμβουλίου των Περιφερειών της Ε.Ε. μπορεί να προωθήσει κατάλληλο θεσμικό υπόβαθρο, αλλά ακόμη και να απαιτήσει τη δημιουργία Ειδικής Γενικής Διεύθυνσης Αστικού Σχεδιασμού.

Τα άμεσα: Το ερώτημα που παραμένει εκκρεμές και αναπάντητο είναι εάν και κατά πόσο είναι ικανές οι υφιστάμενες δομές και οι πόροι του Γ$ ΚΠΣ να κατευθυνθούν καταλλήλως ώστε να ανατάσσεται καθημερινά η θεωρούμενη “φυσική” πορεία των πραγμάτων, όπου η αισθητική της πόλης δεν συμβαδίζει με την ποίηση. Σε όλους εσάς (τους παρόντες δημάρχους) απομένει να αποδείξετε το αντίθετο.

* Η Ράνια Κλουτσινιώτη είναι αρχιτέκτονας – πολεοδόμος.

(1) Πρόκειται για ανακοίνωση, που έγινε στο πρόσφατο συνέδριο της ΚΕΔΚΕ στη Ζάκυνθο, με κεντρικό θέμα “Πόλη και πολιτισμός” και σε συγκυρία που ασφαλώς παραπέμπει στις προσεχείς δημοτικές εκλογές. Δεν επρόκειτο να σκεφτώ να τη δημοσιεύσω αλλού, μια και θα συμπεριληφθεί στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου, εάν δεν συνέβαινε το απίστευτο φαινόμενο, της αποχώρησης δηλαδή από την αίθουσα του 90% των συνέδρων, αμέσως μετά τους επίσημους χαιρετισμούς, με πρώτον τον πρόεδρο της ΚΕΔΚΕ, που μας είχε καλέσει και που με την ευκαιρία τον ευχαριστώ για την τιμή. Σκέφτομαι λοιπόν ότι εάν οι δήμαρχοι και οι άνθρωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν τις ανακοινώσεις των πολυπληθών καλεσμένων τους “ειδικών”, πολύ περισσότερο δεν θα το κάνουν διαβάζοντας τα πρακτικά. Δεν μπορώ να μη σημειώσω και ελπίζω να μην αδικώ κανέναν, ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύκλου των ανακοινώσεων της πρώτης ημέρας, όπου και εγώ, ήταν παρόντες μόνον τρεις δήμαρχοι: ο Γιώργος Ιωακειμίδης, δήμαρχος Ρέντη, ο Κυριάκος Ντηνιακός, δήμαρχος Χαϊδαρίου και ο Χρήστος Παλαιολόγος, δήμαρχος Λειβαδιάς. Οποιαδήποτε αναφορά στις πολιτικές αντιλήψεις και των τριών περιττεύει.

Για το ΚΤΕΛ και το εισιτήριο και όχι μόνο:

Για το ΚΤΕΛ και το εισιτήριο και όχι μόνο:

Με τις νέες αυξήσεις από Σπερχογεία (Νοσοκομείο –Καλαμάτα 5χιλ ) από 1.40 ευρώ πήγε στο 1.60ευρώ (για Αρφαρά είναι 10λεπτά παραπάνω ,δηλαδή, 1.70)

Ερωτήσεις :

1)      δεν είναι πολύ μεγάλο το ποσό – το οποίο μετ επιστροφής φτάνει στα 3.20 ευρώ \άτομο;

2)      Δεν υπάρχει εισιτήριο διαρκείας, γιατί;

3)      Δεν υπάρχει συνεργασία με την αστική συγκοινωνία με αποτέλεσμα , αν ένας θέλει να πάει στην παραλία  πχ για μπάνιο (από τη Σπερχογεία , τη  Μεσσήνη ή τη Θουρία ) , να χρειάζεται επί πλέον άλλα 0,90 +0,90 ήτοι 1,80 ευρώ ( το οποίο και αυτό μάλλον τώρα θα έχει ακριβύνει ) . άρα για ένα μπάνιο χρειάζεται κάποιος 5 ευρώ και μια 4μελής οικογένεια 16ευρώ. Να γιατί λοιπόν παίρνει ο άλλος το ΙΧ του και να γιατί η μετακίνηση τείνει πλέον να γίνει εφιάλτης για τον απλό κοσμάκη.

4)      Με ποιο καθεστώς νομικό( και μονοπωλιακό ) το ΚΤΕΛ  μεταφέρει με τα ίδια πούλμαν και τους μαθητές και τους άλλους επιβάτες ; (πληρώνεται άραγε από το κράτος για αγκαζέ λεωφορεία για τους μαθητές ή για μικτά ; )

5)      και άραγε, όταν ένα χωριό ή μάλλον όταν τα περισσότερα χωριά του νομού , περιμένουν να εξυπηρετηθούν στις 07.30 το πρωί και να επιστρέψουν στις 0200 το μεσημέρι, μαζί με τους μαθητές  (κάτι που ισχύει από το -60 σχεδόν), -είναι αυτό εξυπηρέτηση ή καταδίκη ; και ποια η ευκινησία για την μετακίνηση στην τοπική κωμόπολη ή για άλλες δουλειές πχ για τα απογευματινά φροντιστήρια ή πχ για μπάνιο το καλοκαίρι ένα σωρο ανθρώπων;

6)      Πρέπει να δούμε τη μονοπωλιακή κατάσταση – τα προνόμια του ΚΤΕΛ  – πρέπει να δούμε γιατί απαγορεύεται στους δήμους να έχουν μικρά πουλμανάκια για την εξυπηρέτηση των κατοίκων κλπ

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΕΥΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΟΤΗ ΣΚΥΛΛΑ ΤΟΥ ΚΤΕΛ ΚΑΙ ΤΗ ΧΑΡΥΒΔΗ ΤΟΥ ΙΧ

 

Ας κάνουμε κάτι –ας ξεκινήσουμε να μαθαίνουμε την μυστική κατάσταση του κατεστημένου στον τομέα αυτό.

 

Καλαμάτα 05-01-10                 Μαστ Γιάννης

T. Παπαιωαννου: Η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη

Ε 26.07.08 Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ  Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

2 – 26/07/2008

«Οι μεγάλες ιδέες διατρέχουν την ιστορία των πόλεων και τη διαμορφώνουν», υποστήριζε ο Aldo Rossi. Οι πόλεις ΕΙΝΑΙ αυτές οι ιδέες! Αυτές συγκροτούν τη δομή τους, οργανώνουν τη χάραξή τους, καθορίζουν τη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον, αποτυπώνονται στα οικοδομικά τετράγωνα, «ορθώνουν» τέλος τα μνημεία τους.

Αποσπάσματα από graffiti στους δρόμους της Αθήνας

Η πόλη ως έργο τέχνης των χεριών του ανθρώπου, είναι η πόλη της καθημερινότητας, αλλά και η πόλη των ακραίων καταστάσεων και γεγονότων. Είναι οι ήσυχες και ξέγνοιαστες στιγμές μας, αλλά ταυτόχρονα και εκείνες της τραγικότητας των πυρκαγιών ή των πλημμυρών. Είναι οι στιγμές διασκέδασης και αναψυχής, αλλά και οι κραυγές απόγνωσης των ανθρώπων όταν βλέπουν να καταστρέφεται και να αφανίζονται εν ριπή οφθαλμού το βιος και οι προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής. Η πόλη, λοιπόν, δεν είναι η εικόνα της, αλλά η βαθύτερη (και μερικές φορές κρυμμένη) αλήθεια της που την πραγματώνει και την ουσιώνει. Αυτό όμως δεν υπαινίσσεται και η τέχνη; Το φευγαλέο, το κρυφό, το καθημερινό, το ασήμαντο.

Η πόλη παρουσιάζεται ως συνεχές και αέναο παλίμψηστο κοινωνικών γεγονότων. Κάθε τοποθεσία της πόλης είναι φορτωμένη με μνήμες. Κάθε σημείο της συμπυκνώνει πολλαπλά βιώματα, διαφορετικών χρονικών περιόδων, ενώ σημαίνει για κάθε έναν από εμάς διαφορετικά πράγματα. Η γωνία ενός δρόμου π.χ. θυμίζει σε κάποιον το σημείο των εφηβικών του ραντεβού, ενώ για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι η ίδια ακριβώς γωνία που τον συνέλαβαν στη φοιτητική διαδήλωση… Στις απόμερες γωνίες, στους δρόμους και τις πλατείες, στα κτίρια και στις γειτονιές της πόλης γράφεται η ιστορία της.

Αστείρευτη πηγή

Αυτή ακριβώς η πολυσημία της πόλης θεμελιώνει παράλληλα και καλλιτεχνικές δράσεις. Η πόλη λειτουργεί ως τεράστια και αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων και έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Το χρονικό της Τέχνης» ο Ε.Η. Gombrich αναφέρει: «Στην πραγματικότητα, η τέχνη δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον οι καλλιτέχνες». Αυτό δεν είναι; Οι καλλιτέχνες, δηλαδή οι άνθρωποι!… Της πόλης, της υπαίθρου, του χθες και του αύριο. Ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη τη ζωοποιό επικοινωνία με τον κόσμο, την πόλη, το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η τέχνη ως τελικό αποδέκτη έχει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από εκεί γεννιέται και για εκεί προορίζεται. Το έργο τέχνης και η πόλη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης παίρνει -δανείζεται τρόπον τινά- και με τη σειρά του επιστρέφει και τροφοδοτεί την πόλη με έργα τέχνης. Είναι (και) αυτά τα έργα που συνδιαμορφώνουν την πόλη και τη μορφή της. Δημιουργείται έτσι με το κύλισμα του χρόνου μια αέναη ανταλλαγή, ένα πάρε-δώσε που κάνει αλληλένδετη και αδιάρρηκτη τη σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – πόλης. Το έργο τέχνης περιέχει την πόλη και η πόλη το έργο τέχνης. Η τέχνη, όπως και η αρχιτεκτονική, εκφράζει τη ζωή των ανθρώπων και διηγείται με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία τους. Είναι σημαντική παράμετρος όχι μόνο διαμόρφωσης, αλλά και ύπαρξης του αρχιτεκτονικού χώρου.

Από τις καταβολές της ζωγραφικής και την εμφάνιση των πρώτων βραχογραφιών με παραστάσεις ζώων στα σπήλαια Αλταμίρα και Λασκό, μέχρι τα πολύχρωμα graffiti στους τοίχους σήμερα, η τέχνη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο κατοίκησης των ανθρώπων. Ο καλλιτέχνης πάντοτε προσδοκούσε την ελεύθερη και ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Να μοιραστεί τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις ματαιώσεις του… και η πόλη είναι το πιο άμεσο περιβάλλον του. Εκεί άλλωστε ζει, αυτή λατρεύει και αυτή μισεί!

Τα τελευταία χρόνια η ζωγραφική φαίνεται να εγκαταλείπει το τελάρο και ξαναγυρνά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Στον τοίχο. Γίνεται ξανά τοιχογραφία (έστω και παράνομη) και συνδέεται με την αρχιτεκτονική στα πιο πολυσύχναστα σημεία της σύγχρονης πόλης. Απλώνεται στον δημόσιο χώρο και γίνεται κτήμα όλων των πολιτών, εικαστικό στοιχείο ή σχολιασμός της καθημερινότητας. Σαν να θέλει η ζωγραφική να αποδράσει από τις καλά φυλασσόμενες αίθουσες των μουσείων ή των δημοπρασιών που την εκποιούν και την εμπορεύονται και να πάει η ίδια αυτή τη φορά, ελεύθερη, να συναντήσει τον κόσμο. Η τέχνη, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, πλησιάζει ξανά τους απλούς πολίτες, στην πιο άμεση μορφή της, ως έκφραση διαμαρτυρίας, αντίδρασης και απόγνωσης για το ανοίκειο, εχθρικό και απάνθρωπο περιβάλλον των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Την ίδια στιγμή όμως παρατηρούμε και το αντίθετο φαινόμενο. Τα graffiti τα παραγγέλνουν και τα πληρώνουν συχνά διάφοροι ιδιωτικοί φορείς, ακόμη και το υπουργείο Παιδείας, ενώ πληθαίνουν οι αποκαλούμενοι «καλλιτέχνες του δρόμου» που ο ένας μετά τον άλλον κάνουν εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία, νομιμοποιώντας έτσι αυτό που υποτίθεται ότι ήθελαν να καταγγείλουν. Το σύστημα αλέθει και καταβροχθίζει. Εχει την καταπληκτική ικανότητα να απονευρώνει και να στρογγυλεύει κάθε τι ανατρεπτικό και επικίνδυνο. Η ζωγραφική δεν φεύγει εν τέλει από το τελάρο, αλλά πάει μόνο εκεί που τη θέλει ο μαζικός θεατής. Πάει στην ευκολία του. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η τέχνη γενικότερα, μπορούν να φορέσουν ό,τι μανδύα θες – αρκεί να πληρώνονται!

Πολλές αφετηρίες

Το έργο τέχνης έχει τελικά πολλές αφετηρίες και πολλές εκφάνσεις, και παρ’ όλο που υπάρχει καθ’ εαυτό, δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε ανεξάρτητα από τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο πραγματοποιήθηκε. Γιατί, όπως γράφει ο Μπόρχες: «Το παρόν δεν ακινητοποιείται. Ενα καθαρό παρόν είναι αδιανόητο: θα ‘ταν ανύπαρκτο. Το παρόν περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος του παρελθόντος και ένα μέρος του μέλλοντος».

Αυτό δεν προσπαθεί όμως να κάνει ο καλλιτέχνης; Να αιχμαλωτίσει το φευγαλέο παρόν, να «παγώσει» τη στιγμή, το τώρα; Να δώσει τη δική του απάντηση στον στοιχειωμένο κύκλο της ζωής και του θανάτου, να συντροφεύσει την αδυσώπητη μοναξιά του και αυτή η υπαρξιακή αγωνία θα παραμένει πάντοτε ίδια για τον καλλιτέχνη, του παρόντος και του μέλλοντος. Απομονώνει γεγονότα από την καθημερινότητα και τα τονίζει με το δικό του ιδιαίτερο βλέμμα αναδεικνύοντας τις κρυφές πτυχές τους. Γεγονότα που άλλα ξεθωριάζουν και χάνονται για πάντα και άλλα που μόλις τώρα γεννιούνται. Αυτή την ιδιότυπη και παράδοξη συνύπαρξη του χθες και του αύριο που κρυσταλλοποιούνται στο σήμερα αφηγείται η τέχνη.

Η καλλιτεχνική δημιουργία αναφέρεται ταυτόχρονα και στις δύο αυτές διαστάσεις, συνδέοντας και αποσυνδέοντας την παράμετρο του χώρου από τον χρόνο. Το καινούργιο, άλλωστε, εμπεριέχει μέσα του το πολύ παλαιό, αλλά την ίδια στιγμή και ψήγματα από αυτό πού δεν έχει υπάρξει ακόμη. Πηγάζει μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη παράδοση, την ανθρώπινη σκέψη. Τις ιδέες εκείνες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Η κρυφή, υποδόρια ενέργεια που τροφοδοτεί την αληθινή δημιουργία άλλωστε, είναι η ανασφάλεια και η αμφιβολία και όχι φυσικά οι επίπλαστες βεβαιότητες. Εκεί, πάνω στο έδαφος της αβεβαιότητας χτίζει κανείς, εκεί στηρίζεται για να δουλέψει, για να συνεχίζεται η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη όσο συνεχίζεται κι αυτή η ίδια η ζωή.

Φωτεινάκη «Μηδενική ανοχή στην παράνομη υπαίθρια διαφήμιση τα τροχαία δυστυχήματα, η οπτική ρύπανση και η διαφάνεια»

Α 07.03.10 Κώστας Φωτεινάκης*

Α ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Το θέμα της υπαίθριας διαφήμισης και τη σχέση της με τα τροχαία δυστυχήματα, την οπτική ρύπανση των πόλεων και τη διαφάνεια το είχα αναπτύξει αναλυτικά στο περιοδικό ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, τ. 25/2003 «Η οπτική ρύπανση και η υπαίθρια διαφήμιση» και τ.28/2004 «Υπαίθρια διαφήμιση: Ξανά στο προσκήνιο εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων».

 

Στα παραπάνω άρθρα παρουσιάζονταν η βασική νομοθεσία και το τελικό συμπέρασμα που προέκυπτε ήταν ότι «υπάρχει όλο το θεσμικό πλαίσιο, οι νόμοι και οι μηχανισμοί να απομακρυνθούν οι διαφημιστικές πινακίδες. Εκείνο που δεν υπάρχει είναι η πολιτική βούληση, ιδιαίτερα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης».

 

Ιδιαίτερη αναφορά έκανα στα τεράστια διαφημιστικά ταμπλό στις οροφές των κτηρίων, ακόμα και σε δημόσιες υπηρεσίες, πανό σε γέφυρες, διαφημίσεις κοντά σε ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους, σε φανάρια σηματοδότησης, δρόμους ταχείας κυκλοφορίας κλπ.

 

Οι λόγοι της αρχικής παρέμβασης με την αρθρογραφία το 2003, για τον αυστηρό έλεγχο της υπαίθριας διαφήμισης και την αποκαθήλωση των πινακίδων ήταν συγκεκριμένοι, ισχύουν και σήμερα και αυτοί είναι:

 

Διασπούν την προσοχή των οδηγών και συμβάλλουν στα τροχαία δυστυχήματα. Οι βάσεις στήριξης των διαφημιστικών ταμπλό αποτελούν αποδεδειγμένα αιτία θανατηφόρων τροχαίων, όταν τα τροχοφόρα για οποιοδήποτε λόγο παρεκκλίνουν της φυσιολογικής τους πορείας.

 

Συμβάλλουν στην οπτική ρύπανση των πόλεων.

 

Επειδή η υπαίθρια διαφήμιση σχεδόν απαγορεύεται, αν τηρηθεί το θεσμικό πλαίσιο, οι εμπλεκόμενοι σ΄ αυτήν για να εξασφαλίσουν την ανοχή ή την «άδεια» των υπευθύνων, χρησιμοποιούν αδιαφανείς διαδικασίες, σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

 

Ένας επιπρόσθετος λόγος, που στη συνέχεια προστέθηκε στην επιχειρηματολογία μας κατά της υπέρμετρης και εδώ παράνομης διαφήμισης, ήταν ότι «συμβάλλει στην προώθηση του υπερκαταναλωτισμού, δημιουργεί τεχνητές ανάγκες».1

 

Β. ΤΙ ΥΠΗΡΧΕ ΜΈΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ: Υπάρχει α) το Σύνταγμα β) Ο Νόμος 2946 για την Υπαίθρια Διαφήμιση (ΦΕΚ τ.Α΄/224/ 8-10-2001)γ) ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (άρ.11) δ) Η Κοινοτική Νομοθεσία και επιπρόσθετα:

 

Το Υπουργείο Εσωτερικών έχει εκδώσει εγκυκλίους προς τους αρμόδιους φορείς της Αυτοδιοίκησης με τις οποίες τους ενημερώνει για το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την υπαίθρια διαφήμιση. Οι εγκύκλιοι αυτοί είναι: 37/Δ17α/01/117/ Φ5.1.1/2003,7/Δ17α/10/11/Φ.5.1.1/2004, 23183/2005. Επιπρόσθετα το Υπουργείο έχει στείλει την εγκύκλιο 34/αρ.πρωτ.15838/23-5-2007 με τον χαρακτηρισμό ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ προς τις Τοπικές Αυτοδιοικήσεις με την οποία μεταξύ των άλλων τονίζει ότι

 

«Θέλουμε εκ νέου να επισημάνουμε την αναγκαιότητα πλήρους ενεργοποίησής σας, σε θέματα ελέγχου, επιβολής κυρώσεων, αποκατάστασης της νομιμότητας και εξάλειψης γενικά του νοσηρού φαινομένου που έχει λάβει τελευταία μεγάλες διαστάσεις, καθώς πρόκειται για έναν τομέα αρμοδιότητάς σας που εμπλέκεται άμεσα με την οδική ασφάλεια, το περιβάλλον, την ποιότητα ζωής και την καθημερινότητα του πολίτη και κατά συνέπεια θα πρέπει απαρέγκλιτα να αντιμετωπίζεται με μηδενική αντοχή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οιονδήποτε τεχνικών δυσκολιών…». Δυστυχώς το «νοσηρό φαινόμενο» και η τεράστια «ανοχή» της αυτοδιοίκησης συνεχίζεται και αυξάνεται. Στο Δήμο Χαϊδαρίου εδώ και δεκαετίες υπάρχουν παράνομες διαφημιστικές πινακίδες στην οροφή του Δημαρχείου!!! ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στα δημόσια κτήρια οι διαφημίσεις απαγορεύονται. (διάβαζε και στο επόμενο κεφάλαιο Γ.)

 

Αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας α) του Α΄ Τμήματος 909-910/2007 και β) της Ολομέλειας του ΣτΕ 168-169/2010.

 

Τοποθέτηση της Ολομέλειας της Βουλής 10/10/2008 και της Επιτροπής Οδικής Ασφάλειας της Βουλής 16/12/2008 και 28/1/2009.

 

Εγκύκλιος 9/2009 του Αρείου Πάγου περί «Διαρκούς Εγκλήματος».2

 

Είναι ίσως από τις ελάχιστες φορές που δεν ζητάμε νέους νόμους, αλλά την εφαρμογή του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου!!!

 

Γ. ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ: Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ.Χάρης Καστανίδης ζήτησε με παραγγελία του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε (1/2/2010) την άμεση εφαρμογή του νόμου που αφορά την παράνομη ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων στο οδικό δίκτυο και την επιβολή κυρώσεων σε βάρος εκείνων που παρανομούν.

 

Ο κ. Καστανίδης επισημαίνει, πως παρατηρείται ολιγωρία σε ότι αφορά τους ελέγχους, αλλά και ουσιαστική αδυναμία επιβολής κυρώσεων και τονίζει ότι «διατηρείται μια παράνομη κατάσταση η οποία προσβάλλει κυρίως το έννομο αγαθό της ασφάλειας των οδηγών και πεζών και εκθέτει την πολιτεία». Γιʼ αυτό το λόγο, ο υπουργός, ζητεί οι αρμόδιοι εισαγγελικοί λειτουργοί να προχωρούν στην άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος των παραβατών αλλά και να ζητούνται ευθύνες από τα αρμόδια όργανα που παραβιάζουν το καθήκον τους και δεν εφαρμόζουν το νόμο κάνοντας ελέγχους και αφαιρώντας τις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες.

 

Σύμφωνα με το διαδικτυακό τόπο ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ3 λίγες ημέρες μετά την παραγγελία του κ. Καστανίδη, πραγματοποιήθηκε ενημέρωση των δημάρχων για την εφαρμογή της οδηγίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην ίδια ανάρτηση αναφέρεται αυτολεξεί ότι «Ήδη με βάση την σχετική απόφαση το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. εξέδωσε διαταγή προς όλες τις υπηρεσίες για την εφαρμογή της εισαγγελικής οδηγίας αφού προειδοποιηθούν για τελευταία φορά οι αρμόδιοι φορείς. Εφαρμόζοντας το νόμο οι αστυνομικές αρχές πρόκειται να προχωρήσουν σε συλλήψεις, από τις οποίες ωστόσο εξαιρούνται οι αιρετοί των δήμων οι οποίοι απλώς θα μηνύονται. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΛ.ΑΣ. σκοπεύει να προχωρήσει σε 2 με 3 συλλήψεις ανά δήμο προκειμένου να στείλει το μήνυμα» (τα έντονα γράμματα δικά μας).

 

Οι νεώτερες εξελίξεις και η κατ΄ αρχάς αποφασιστικότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ι. Τέντε συνάντησαν την αντίδραση της «Πανελλαδικής Ένωσης Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και Υπαίθριας Διαφήμισης Ερμής», η οποία χρησιμοποιώντας ως απειλή την ανεργία και τη μέθοδο Βωβού για το Mall στον Ελαιώνα (που δεν απέδωσε) έχει ξεκινήσει καμπάνια και πιέσεις με σύνθημα «20.000 άνεργοι θα είναι άλλο ένα πλήγμα σε αυτή τη χώρα».

 

Σε αυτήν τη «νεκρώσιμη» καμπάνια των διαφημιστών απαντούν περισσότερες από 67 φορείς και κινήσεις πολιτών με κεντρικό σύνθημα: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ»

 

Δ. ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΟΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΩΝ ΠΟΛΗΣ, ΤΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΩΝ – ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ: Tα κόμματα, και ιδιαίτερα της Αριστεράς και της Οικολογίας καθώς και οι δημοτικές παρατάξεις που συμμετέχουν ή στηρίζουν, δεν πρέπει από εδώ και στο εξής να χρησιμοποιούν για την προβολή τους την υπαίθρια διαφήμιση.

 

Οι δήμαρχοι της ευρύτερης αριστεράς να είναι οι πρώτοι που άμεσα θα αρχίσουν να «ξηλώνουν» τις διαφημιστικές πινακίδες. Δικαιολογίες για πρακτικά προβλήματα δεν υπάρχουν.

 

Τα κινήματα πόλης και οι ευαισθητοποιημένοι για το φυσικό και το αστικό περιβάλλον πολίτες να συμπεριλάβουν στις δράσεις τους την αποκαθήλωση των διαφημιστικών πινακίδων.

 

Οι επιστήμονες που συνδέονται με την λειτουργία και την εμφάνιση των πόλεων οφείλουν και αυτοί να παρέμβουν.

 

Να στηριχτούν οι πρόσφατες αποφάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για την εφαρμογή με όλα τα μέσα του θεσμικού πλαισίου για την υπαίθρια διαφήμιση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

1. «Για το ΑΕΠ, τον Πραγματικό Δείκτη Ευημερίας, τις Διαφημίσεις και τον ΥΠΕΡκαταναλωτισμό», 18/12/2008 http://www.scribd.com/doc/9723729/-Yperkatanalwtismos

 

Τις βασικές πληροφορίες 2,3 έχω πάρει από το blog ΔΙΑΔΡΟΜΗ http://www.diadromi.com/ του Δικηγόρου κ. Θανάση Τσιώκου-Πλαπούτα.

 

www.aftodioikisi.gr (8/2/2010)

 

*prosanatolismoi@hotmail.com

H αποξένωση από το χώρο της πόλης και η κρίση της συλλογικής μνήμης

H Ελένη Πορτάλιου είναι επικ. καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Αρχιτεκτόνων.

Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισήγηση στα Σεμινάρια του Αιγαίου (Μήλος, Αύγουστος 1996)

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων και οι χωρικές σταθερές

O 19ος αιώνας έφερε δραματικές αλλαγές στη μορφή της παραδοσιακής πόλης. Εντοιχισμένες και οριοθετημένες, παρά τις αλλαγές που είχαν εγγραφεί στο σώμα τους μετά το μεσαίωνα, οι πόλεις γνώρισαν μια χωρίς προηγούμενο διάσπαση της συνοχής τους με τη συσσώρευση νέων πληθυσμών και δραστηριοτήτων και τη χωρίς όρια επέκταση, αναδιάτα­ξη και επανασχεδιασμό του χώρου τους, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες κίνησης του κεφαλαίου.

H έκρηξη της βιομηχανικής παραγωγής και η νέα λειτουργία της πόλης ως τεράστιας, ενιαίας αγοράς εμπορευμάτων, μαζί με τη διαμόρφωση ενός σύνθετου πλέγματος θεσμών κρατικής εξουσίας, συμβαδίζουν με την απώλεια ενός κατανοητού χωρικού νοήματος για τις λαϊκές τάξεις και τους κατοίκους τους. Τόσο οι προλεταριοποιημένες αγροτικές μάζες, χωρίς εμπειρία αστικής κατοίκισης, όσο και οι προηγούμενοι κάτοικοι των πόλεων αποκό­πτονται από τις χωρικές σταθερές που είχαν σωρευτικά διαμορφώσει μέσα από την εμπει­ρική παράδοση κατοίκησης και νοηματοδότησης του χώρου.

H πόλη είναι συλλογική ανθρώπινη κατασκευή, έργο των ανθρώπινων χεριών και από τη φύση της διαχρονική, ταλαντευόμενη ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν εκθέτει μια εξελικτική ανάπυξη σταδίων και εποχών, αλλά αντίθετα αποκαλύπτει το πέρασμα του χρόνου σε στρώματα και ίχνη. Το ιστορικό κέντρο, ταυτιζόμενο συνήθως με το κέντρο, δηλαδή την πύκνωση της πόλης με το μεγαλύτερο ιστορικό βάθος, μπορεί να χα­ρακτηριστεί το ίδιο ως προνομιακός συντελεστής διαχρονικής αστικότητας και ν’ αποτελέ­σει ενδιαφέρον πεδίο μελέτης των μετασχηματισμών και των σταθερών της πόλης.

H πόλη μεταβάλλεται και σ’ αυτή την αέναη κίνηση, το στρόβιλο της ιστορίας μετά το 19ο αιώνα, οι σταθερές της ανθρώπινης ύπαρξης αναζητούνται στη μνήμη, η οποία με τη σειρά της αναζητά τις διαβάσεις της. H πόλη είναι από μόνη της θεματοφύλακας της ιστορίας, που η επανασύσταση της μπορεί να γίνει με τάξη, επιμέλεια και, συνήθως, χωρίς χάσματα.

Αλλά οι χώροι της πόλης, τα αρχιτεκτονικά τοπία με τη ζωή που εγχαράσσεται σ’ αυτά, οι μορφές, αποτελούν και ενεργούς τροφοδότες της μνήμης που, αντίθετα με την ιστορία, είναι αποσπασματική και παλινδρομεί.

H πόλη είναι, λοιπόν, γεννήτορας της συλλογικής μνήμης και, αντίστροφα, λειτουργεί ως οδηγός ανάγνωσης και οικειοποίησης του χώρου της πόλης για τις κοινωνικές ομάδες και τα άτομα. Τροφοδοτεί την εμπειρία που, όπως λέει ο Welter Benjamin, «είναι υπόθεση της παράδοσης στη συλλογική και την ιδιωτική ζωή. Σχηματίζεται όχι τόσο από επιμέρους δεδομένα, αυστηρά εντοπισμένα στην ανάμνηση όσο από συσσωρευμένα, συχνά μη συνει­δητά στοιχεία, που συρρέουν στη μνήμη»1.

H σχέση των λαϊκών τάξεων και των κατοίκων της πόλης με το ιστορικό κέντρο επιδέ­χεται αναγνώσεις σε πολλαπλά επίπεδα, πλην όμως εδώ κυρίως υπάρχουν κατατεθειμένες σταθερά οι αψευδείς μαρτυρίες της διαχρονικότητας της πόλης.

Στοιχεία διάρκειας

Οι χωρικές σταθερές στην ιστορία της πόλης

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων ταυτίζονται με τις ίδιες τις πόλεις στη γέννηση τους και έρχονται από το βάθος του χρόνου. Σ’ αυτό το χώρο συγκεντρώνονται τα στοιχεία εκείνα της πόλης που χαρακτηρίζονται από διάρκεια, δηλαδή τη σταθερή παρουσία τους παρόλες τις πιθανές μεταβολές μέσα στους μετασχηματισμούς της πόλης.

O Baudelaire έγραφε: «Le vieux Paris n’est plus (la forme d’une ville/change plus vite, helas! que le coeur d’un mortel)»2. Και ο Aldo Rossi λέει: «Τα σπίτια της παιδικής μας ηλι­κίας παλιώνουν και, καθώς η πόλη αλλάζει, συχνά σβήνει τις αναμνήσεις μας»2.

Όμως το σχέδιο πόλης, τα μνημεία, ορισμένα δημόσια κτίρια και ορισμένοι τύποι κτι­ρίων, στην κλίμακα της πόλης και την κλίμακα της αρχιτεκτονικής, αποτελούν αναφορές ριζωμένες στο χρόνο που παραδίδονται από εποχή σε εποχή, επιτρέποντας στην πόλη συ­νολικά ν’ αποκτήσει ρίζες στην ιστορία.

Κατά τον Marcel Poete οι πόλεις τείνουν να παραμείνουν στους άξονες ανάπτυξής τους, διατηρούν τις χαράξεις τους, εξελίσσονται σύμφωνα με την κατεύθυνση και τη σημα­σία των πιο παλιών συντελεστών τους3. Το σχέδιο πόλης αφορά τη δομή του δημόσιου χώ­ρου και συνδέεται με τους δύο τύπους της πυκνής υπαίθριας αστικότητας —το δρόμο και την πλατεία— που χαρακτηρίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Παρά τις ριζικές επεμβάσεις που έγιναν το 19ο αιώνα στις πόλεις με τα επάλληλα με­σαιωνικά, αναγεννησιακά, μπαρόκ στρώματά τους και τη βίαιη αποκοπή από την προηγού­μενη σχεδιαστική παράδοση, στα ιστορικά κέντρα τους έμειναν, ηθελημένα ή τυχαία, ίχνη του χρόνου που είχε κυλήσει.

Καθοριστικά στοιχεία των επεμβάσεων και των επεκτάσεων, όπως ο δακτύλιος που αντικατέστησε τα τείχη όταν γκρεμίστηκαν σε πολλές πόλεις, ή τα εγκλωβισμένα αποσπά­σματα που χρειάζονται νοσταλγικά μάτια για να τα εξερευνήσουν, τα προγενέστερα ίχνη της δομής της πόλης μεταγράφονται με κάποιο τρόπο στους μετασχηματισμούς της.

Τα μνημεία παραμένουν εξαιρετικές μορφές τέχνης πάνω από την οικονομία και την πρακτική ανάγκη, διαπιστώνει ο Aldo Rossi, και γύρω απ’ αυτά μπορεί ν’ αρχίσει να ξαναγεννιέται μια πόλη4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ακρόπολη, έπαιξε αυτό το ρόλο για την Αθήνα.

Tα  δημόσια κτίρια που δε γίνονται μνημεία, ανεξάρτητα από τους μετασχηματισμούς της χρήσης τους και αποσυνδεδεμένα από μια στενή λειτουργική προσέγγιση, με τη συμβο­λική σημασία και τη μορφή τους αποτελούν καθοριστικά στοιχεία που διαρκούν στην ταυ­τότητα της πόλης.

H αποξένωση από το χώρο της πόλης

H επαφή των κατοίκων της πόλης με τις σταθερές του σχεδίου και του δημόσιου χώ­ρου, των μνημείων, των δημόσιων κτιρίων και ορισμένων κτιριακών τύπων υπόκειται στην αποξένωση που χαρακτηρίζει σταδιακά τις σχέσεις τους με το χώρο. Παρόλ’ αυτά, αυτές οι σταθερές παραμένουν εκεί, ριζωμένες στον τόπο και το χρόνο και μπορούν ν’ ανακληθούν ανά πάσα στιγμή μέσα στις κοινωνικές αντιφάσεις που ενεργοποιούν την ιστορία ή μέσα από τις εκλάμψεις της μνήμης.

H αποξένωση και η αποκοπή του λαϊκού κόσμου από τον κεντρικό χώρο της πόλης εί­ναι μια διαδικασία προοδευτικά αυξανόμενη και ταυτόχρονα αντιφατική, καθώς μεταβαί­νουμε από το 19ο στο τέλος του 20ού αιώνα. Συνδέεται με την ίδια τη φυσική παρουσία τους αλλά και τον τρόπο που αυτή πραγματώνεται σε πολιτικό, κοινωνικό και συμβολικό επίπεδο και, επομένως, με τον τρόπο που το κέντρο της πόλης μπορεί ν’ αποτελέσει υπο­δοχέα της συλλογικής μνήμης.

O 19ος και κυρίως ο 20ός αιώνας χαρακτηρίζονται από τη σταδιακή απώθηση των λαϊ­κών τάξεων από τα κέντρα των πόλεων, καθώς η κατοικία και η εργασία τους εκτοπίζονται στην περιφέρεια.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης

Oι λαϊκές τάξεις επανέρχονται στην πόλη πολιτικά, στο βαθμό που συμπεριλαμβάνο­νται στους δημόσιους θεσμούς και αποκτούν την ιδιότητα του πολίτη μέσα από τις τυπικές εκδηλώσεις της εξουσίας, καθώς και με τα μεγάλα πολιτκά και κοινωνικά κινήματα που σφραγίζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης.

H δημόσια σφαίρα δεν είναι στατική, διατρέχεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις. O Richard Sennet αναφερόμενος σε δύο μαζικές λαϊκές γιορτές που έγιναν στην ακμή της Γαλλικής Επανάστασης το 1792 στο Παρίσι, η μια με την οργανωτική φροντίδα του επανα­στάτη καλλιτέχνη Jacques Louis David και η άλλη του αρχιτέκτονα και συγγραφέα Quatremere de Quincy, εξηγεί πώς χρησιμοποιείται τελείως διαφορετικά η γεωγραφία της πόλης ανάλογα με τις ανάγκες των διοργανωτών: η μία γιορτή του Simonneau έγινε για να τιμήσει τους επαναστάτες και η άλλη του Chateauvieux ένα θύμα της επανάστασης5.

Tα  ιστορικά κέντρα των πόλεων είναι φορτισμένα απ’ αυτές τις πραγματώσεις του συλλογικού που ανακαλούνται από το βάθος της ιστορίας και στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη των λαών, εγκυμονώντας το φόβο της επανάστασης για τις κυρίαρχες τάξεις που οργανώνουν το χώρο της πόλης με την ελπίδα να εκτοπίσουν παντοτινά την απειλή.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης διατηρείται σταθερά με τρόπους τυπικούς και αυτόνομους μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, όπου περιορίζεται και υποβαθμίζεται με την παρακμή των δημόσιων θεσμών και τη θεαματοποίηση της πο­λιτικής.

Θεατές και καταναλωτές

Αλλά οι κάτοικοι των πόλεων ζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης κατά τους μετασχη­ματισμούς του από το 19ο μέχρι και τον 20ό αιώνα επίσης ως θεατές και καταναλωτές των νέων τοπίων της πόλης και των εμπορευμάτων που κατακλύζουν το χώρο της. Το εμπόριο και η οργανωμένη ψυχαγωγία κυριαρχούν σταδιακά στα ιστορικά κέντρα.

Στην πόλη του 19ου αιώνα οι αρχιτέκτονες αναλαμβάνουν το σχεδιασμό και καλλωπι­σμό του δημόσιου χώρου που ενδυναμώνει την έννοια του πολίτη, σχεδιάζουν χώρους δια­σκέδασης, θέατρα και όπερες, νέα πάρκα και χώρους περιπάτου, κτίρια που στεγάζουν δη­μόσιους θεσμούς, μεγάλα πολυκαταστήματα, κτίρια-στοές και μεγάλους χώρους εκθέσεων, πανοράματα, διοράματα και πολυτελή ξενοδοχεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς, επιβλητι­κές τράπεζες και γραφεία.

H εξάπλωση των φαντασμαγορικών μορφών στο δημόσιο χώρο εγκλωβίζει στην αμείλι­κτη δύναμη του εμπορεύματος που κρύβεται πίσω από τη φαντασμαγορία την αίγλη της τέ­χνης, το περιεχόμενο του φανταστικού και των αισθήσεων.

Όπως παρατηρεί η Christine Boyer, «η αληθινή πόλη που δεν εκτέθηκε ποτέ πραγματι­κά, βαθμιαία εξαφανίζεται από τη θέα: το χάος της, οι ταξικές διακρίσεις, οι παγίδες και τα ελαττώματά της, όλ’ αυτά τοποθετούνται έξω από το κυκλικό πλαίσιο, πάνω από τον ορίζοντα που δέσποζε στη ματιά του παρατηρητή»6.

O 20ός αιώνας ολοκληρώνει τη λειτουργία του κεντρικού χώρου της πόλης ως αγοράς εμπορευμάτων και οργανωμένης ψυχαγωγίας απωθώντας τις ζώνες παραγωγής και εγκαθι- στώντας σε περίοπτη θέση τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Εισάγει τα νέα σύμβολα της τα­χύτητας, της προβολής της διαφήμισης, της ολοκληρωτικής θεαματοποίησης και ο ιστορι­κός χώρος μετατρέπεται σε σκηνογραφικά αποσπάσματα καταναλώσιμα και τα ίδια ως εμπορεύματα.

Παρόλη την αμείλικτη φορά της προόδου, η διαδικασία δεν είναι ευθύγραμμη καθώς πάντα, με φθίνουσα πρόοδο από το παρελθόν στο παρόν, στον κεντρικό χώρο της πόλης επιβιώνουν λαϊκοί θεσμοί μικροεμπορίου και πλανόδιων αγορών, ελεύθερη διασκέδαση και οι κοινωνικές πρακτικές της γιορτής, του καρναβαλιού, των θιάσων, των παραστάσε­ων, της βόλτας, του χαζέματος, της περιπλάνησης. Μέσα σε αποσπασματικά κατάλοιπα τόπων και αναμνήσεων, η πόλη υπενθυμίζει τη δυνατότητά της να παραμένει ένας μαγι­κός μαγνήτης αρχαϊκότητας που δε θα στερηθεί ποτέ τα μυστικά περάσματά της στο χώρο της μνήμης.

H προβληματική σχέση με την ιστορία

H σχέση με το παρελθόν και την ιστορία της πόλης τροποποιείται ριζικά μέσα στις αλ­λαγές που συνοδεύουν τους χωρικούς μετασχηματισμούς.

H συγκρότηση των εθνικών κρατών το 18ο και το 19ο αιώνα χρειάζεται την επανασύ­σταση της ιστορίας, την ταυτότητα που μπορεί να προσδώσει το παρελθόν σ’ έναν κόσμο μεταβαλλόμενο γρήγορα, αναντίστοιχα με το χρόνο της ανθρώπινης ζωής.

Αυτή η επανασύσταση, για την οποία η εξουσία ελπίζει ότι μπορεί ν’ αναστείλει τους κινδύνους που εγκυμονεί για τη σταθερότητά της η ιστορική αταξία, είναι επιλεκτική: μνη­μεία αποσυνδεδεμένα από το περιβάλλον τους, κατάλοιπα προηγούμενων τόπων που φθί­νουν, μουσεία και κατακερματισμός της ολότητας της πόλης στα μάτια των κατοίκων της. Oι εγγεγραμένες παραδόσεις στο χώρο, όταν ενεργοποιούνται κυρίως από τα κινήματα του ρομαντισμού, εντάσσονται στο νέο πλαίσιο τυπικά και φαντάζουν στερημένες νοήματος, αφού δεν αντιστοιχούν σε εμπειρίες του παρόντος.

Oι ουτοπίες του 20ού αιώνα επιχειρούν την πλήρη ρήξη με την ιστορία. H υπαρκτή ιστορική πόλη φαίνεται καθαυτή πηγή δεινών και επικίνδυνων κοινωνικών εξελίξεων, γι’ αυτό οι σχεδιαστικές σχηματοποιήσεις αναφέρονται σε μια άλλη άχρονη πόλη του μέλλο­ντος που βασιλεύει η τάξη του λόγου. H αντιφατική πραγματικότητα των ιστορικών κέ­ντρων μένει έξω από την προσοχή τους.

Μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι καταστροφές των ιστορικών κέντρων κινδυ­νεύουν να πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ αυτές του 19ου αιώνα και η ιστορία της πό­λης να μείνει χωρίς καθόλου υλικές αναφορές, δημιουργείται μια αντίστροφη κίνηση προ­στασίας. Όμως η προστασία και η επανακατοίκηση του κέντρου, ιδιαίτερα πρόσφατα, υπο­κινούνται εξ ολοκλήρου από τις δυνάμεις της αγοράς. Πρόκειται, συνήθως, για εμπορευμα­τοποίηση της ιστορίας που απευθύνεται σε προνομιακές κοινωνικές ομάδες καταναλωτών.

H κρίση της συλλογικής μνήμης

Αυτή η προβληματική σχέση των κατοίκων της πόλης με την ιστορία ως επιλεκτική επα- νασυλλογή, ως ρήξη με το παρελθόν ή ως καταναλώσιμο εμπόρευμα συμβαδίζει με την κρί­ση της συλλογικής μνήμης στην οποία έχουν συνεργήσει οι μετασχηματισμοί της δημόσιας σφαίρας και οι οργανώτριες του χώρου της πόλης δυνάμεις της αγοράς.

H κρίση της μνήμης εμφανίζεται κατά τον Walter Benjamin με τη μορφή της αποστα­σιοποίησης για την προστασία από τα σοκαριστικά ερεθίσματα, καθώς «το τεχνολογικά αλλοιωμένο περιβάλλον εκθέτει το ανθρώπινο αισθητήριο σε φυσικά σοκ τα οποία αντι­στοιχούν σε ψυχικό σοκ»7.

Σ’ αυτό το μηχανισμό εδράζεται η κατάρρευση της εμπειρίας, αφού «η αντίληψη γίνεται εμπειρία μόνο όταν συνδέεται με αισθήσεις-μνήμες του παρελθόντος, αλλά για το “προστα­τευτικό μάτι” που αποκρούει τις εντυπώσεις δεν υπάρχει φανταστική άφεση σε μακρινά πράγματα»7.

Από την άλλη, η ανάπτυξη όλο και πιο αφηρημένων μέσων επικοινωνίας που φτάνουν μέχρι τις αόρατες λεωφόρους πληροφορίας και τα προσομοιωμένα περιβάλλοντα, που υποκαθιστούν το χώρο ως κύρια πηγή πληροφορίας, οδηγεί σε ατροφία την εμπειρική συ­ναίσθηση του χώρου και ανατροφοδοτεί την απώλεια της μνήμης.

Γιατί η πόλη ως τόπος (locus) της συλλογικής μνήμης εντυπώνεται στο συλλογικό ασυ­νείδητο, γίνεται οικεία μέσα από διαδικασίες ζωντανής εμπειρίας που παραδίδονται στους κατοίκους της πόλης.

H αρχιτεκτονική, δηλαδή η μορφή που παίρνει η πόλη, αντιμετωπίζεται, όπως αναφέρει πάλι ο Walter Benjamin στο Έργο Τέχνης στην Εποχή της Τεχνικής Αναπαραγωγιμότητάς του με διπλό τρόπο —με τη χρήση και τη θέαση, με την αφή και την όραση. Αυτές οι δύο διαστάσεις αμβλύνονται από το 19ο στον 20ό αιώνα, καθώς ο κύριος τρόπος πρόσκτησης εντυπώσεων γίνεται η αβαθής όραση των αντικειμένων που, στερημένα της αίγλης τους, «δε διατηρούν κάτι από τα μάτια που τα κοίταξαν», κατά τη διατύπωση του Marcel Proust.

Από τη φαντασμαγορία ως υπνωτική σχέση με την εμπειρία και τη φαντασία, στην πα­νοραμική θέαση του χώρου της πόλης ως σειράς γρήγορων εντυπώσεων και μέχρι τα φα­νταστικά στυλ ζωής συντελείται η αποφόρτιση της αισθήσεων και της εμπειρίας.

Επίλογος

O μαρασμός της εμπειρίας και η κρίση της συλλογικής μνήμης, η απώθηση των λαϊκών τά­ξεων από τα ιστορικά κέντρα αλλά και η αποξένωση στις σχέσεις των κατοίκων της πόλης με την ιστορία και το χώρο της, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγρονου πολιτισμού.

Παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις καθώς τα κύματα μετανάστευσης διογκώνονται και οι άνθρωποι εξωθούνται αναγκαστικά από τις πατρίδες τους, επομένως αποκόπτονται βίαια από κάθε χωρική αναφορά, και περιφέρονται ξένοι, συχνά παράνομοι και διωκόμενοι, στις χώρες που μεταναστεύουν.

H μελέτη και η κατανόηση αυτών των φαινομένων μπορεί να εντοπίζονται μεθοδολογι­κά στη σφαίρα του πολιτισμού, εδράζονται όμως στις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες του σύγχρονου καπιταλισμού, την κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς παγκόσμια και την αντιστροφή της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού.

Σημειώσεις

  1. Walter Benjamin, Illuminations, On some motifs in Baudelaire, Fontana Press, 1992. Ελληνική μετάφαρση Γιώρ­γος Γκουτζούλης, στο Σαρλ Μπωντλαίρ Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994.
  2. Α^ Rossi, L’ Architettura della cita, CLUP, Milano, 1978. Ελληνική μετάφραση Bασιλική Πετρίδου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991.
  3. Α^ Rossi, ο.π.
  4. Α^ Rossi, O.K.
  5. Richard Sennet, Flesh and Stone, Faber & Faber, London-Boston 1994.
  6. Christine Boyer, Ihe City of Collective Memory, ΜΙΤ Press, 1994.
  7. Susan Buck-Morss, «Αισθητική-Αναισθητική». Ελληνική μετάφραση Φώτης Τερζάκης, Mάvος Σπυριδάκης, Λογογεχνικό περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 23, Ιούνιος 1996.
  8. Walter Benjamin, Illuminations, Ihe work of art in the age of mechanical reproduction, Fontana Press, 1992.

Το Ασπρόχωμα απλά βλέπει τους άλλους να προσπερνούν…

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΑΠΟ ΣΤΑΜΑΤΗ ΜΠΕΧΡΑΚΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥλΟ

Σταμάτης Μπεχράκης και Γιάννης Θεοφιλόπουλος (αριστερά)

Ασπρόχωμα ο οικισμός που “βλέπει τους άλλους να προ­σπερνούν καθημερινά, να φορτώ­νεται τα βάρη της διέλευσης, την υποβάθμιση της καθημερινής ζω­ής χωρίς να μπορεί να καρπωθεί από αυτή ακριβώς τη στρατηγική του θέση’, τονίζει η παράταξη “Δίκτυο Ενεργών Πολιτών”, που ξεκίνησε καμπάνια παρουσίασης των προτάσεών του με σκοπό τη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου σχεδίου που θα προταθεί  στο Δημοτικό Συμβούλιο .

Ο επικεφαλής του «Δικτύου» Σταμάτης Μπεχράκης και το μέ­λος της γραμματείας Γιάννης Θεοφιλόπουλος. παρουσίασαν χθες στους δημοσιογράφους των εφημερίδων τις προτάσεις για το Ασπρόχωμα, το οποίο υπογράμ­μισαν ότι μπορεί και πρέπει να α­ναδειχθεί ως η νέα Δυτική Γειτο­νιά του πολεοδομικού ιστού της Καλαμάτας που θα ενσωματώσει την ανάπτυξη υπερτοπικών λει­τουργικών, του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα. Συνέχεια ανάγνωσης Το Ασπρόχωμα απλά βλέπει τους άλλους να προσπερνούν…