Συνέχειες και ασυνέχειες στη σχέση του Χάμπερμας με τον διαλεκτικό υλισμό

του Ουίλιαμ Αουθγουέιτ

μετάφραση-επιμέλεια: Αναστασία Μαρινοπούλου

Ο William Outhwaite (γενν. 1949), καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ, είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους μαρξιστές θεωρητικούς. Μεταξύ άλλων έχει γράψει τα New Philosophies of Social Science: Realism, Hermeneutics and Critical Theory (1987) Habermas. A Critical Introduction, 1994. Ετοιμάζει το βιβλίο Critical Theory and Contemporary Europe (New York: Continuum), καθώς και έναν τόμο με θέμα την Ευρώπη από το 1989. Ο καθηγητής Outhwaite θα βρεθεί αύριο, Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα και θα μιλήσει, στις 19.00, στο κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 30), προσκεκλημένος του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια μια περίληψη της αυριανής ομιλίας.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Εντουάρντο Παολότσι, «Ο Βιτγκενστάιν στη Νέα Υόρκη», 1965

Οι άνθρωποι συχνά ταυτίζονται με τον μαρξισμό στη νεότητά τους αλλά σταδιακά απομακρύνονται από αυτόν. Νομίζω όμως πως δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Χάμπερμας. Ήταν ήδη κριτικός φίλος του ιστορικού υλισμού στο βιβλίο Θεωρία και Πράξη (1963) και έχει παραμείνει το ίδιο, ενίοτε φιλικότερος ή κριτικότερος. Ένας ορθόδοξος μαρξιστής δεν θα είχε ασχοληθεί τόσο σοβαρά και ακριβοδίκαια το 1960 με το «Τέσσερεις Θέσεις ενάντια στον Μαρξ». «Αυτά τα σύγχρονα δεδομένα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες», έγραψε, «(αλληλεπίδραση κράτους και κοινωνίας, ανερχόμενο βιοτικό επίπεδο, κατακερματισμός ή ακόμα και διάλυση του δυτικού προλεταριάτου καθώς και η σοβιετική δικτατορία) διαμορφώνουν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στη θεωρητική πρόσληψη του μαρξισμού…» (Habermas 1963: 166), και επίσης «στη σιωπηλή ορθοδοξία» (μάλλον είχε κατά νου τον Αντόρνο):  «της οποίας οι κατηγορίες αυτοαποκαλύπτονται στην εφαρμογή τους στην πολιτισμική κριτική[2], χωρίς να ταυτίζονται με αυτήν» (Habermas 1963: 170).

Ωστόσο ο μαρξισμός θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν ως μια «φιλοσοφία της ιστορίας με πολιτική πρόθεση» και να μην διασπάται σε εξειδικευμένα επιστημονικά πεδία, όπως στην περίπτωση του Σουμπέτερ (και ίσως επίσης στην περίπτωση του φίλου και παλιού συναδέλφου του Χάμπερμας,  του Ραλφ Ντάρενντορφ, του οποίου το έργο Class and Class Conflict in Industrial Society (1959) προσπάθησε να κάνει κάτι τέτοιο). Ακόμα νωρίτερα, το 1955, είχε καταστεί πρόδηλο σε ένα άρθρο-βιβλιοκρισία πως ο Χάμπερμας  ήταν εμβριθής γνώστης της σύγχρονης επιστημονικής παραγωγής για το έργο του Μαρξ.  Στο εν λόγω άρθρο μπορούμε ν’ ανιχνεύσουμε μοτίβα τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στο μετέπειτα έργο του Χάμπερμας για τον Μαρξ.

Πρώτον, ο Χάμπερμας αρθρώνει κριτική στις διάφορες προσεγγίσεις του μαρξικού έργου οι οποίες «… τοποθετούν τον Μαρξ πολύ κοντά, μάλλον παραδόξως κοντά στονΧέγkel» (Habermas, 1970: 78).[3]  Δεύτερον, υπερασπίζεται τον Μαρξ ενάντια στους λίβελλους και στη σαθρή κριτική (εν προκειμένω ενάντια στο βιβλίο του Leopold Schwarzschild). Ταυτόχρονα ο Χάμπερμας τονίζει «[…] το σοβαρό ερώτημα […] πως μια ουμανιστική κριτική της ιδεολογίας [αυτό είναι επίσης ένα σοβαρό στοιχείο το οποίο ο Χάμπερμας δανείζεται από τον Μαρξ] μπορεί να διαστραφεί σε μια θεσμοποιημένη ιδεολογία του απάνθρωπου. Υποθέτω πως η μαρξική παρεξήγηση της τεχνολογίας, παρά το ότι συνεισέφερε στην κατανόησή της τελευταίας περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή τη σύνδεση». (Habermas, 1970: 80)   [4]

Λίγο αργότερα, το 1958, σ’ ένα εγκυκλοπαιδικό άρθρο για τη φιλοσοφική ανθρωπολογία ο Χάμπερμας δίνει έμφαση στον καινοτόμο χαρακτήρα του μαρξισμού σε αντίθεση με τον
«.[…] Ιδεαλισμό ο οποίος μπόρεσε απλώς να υποτάξει την πραγματικά ανθρωπολογική προβληματική στην πρωτογενή κριτική της υπερβατικής συνειδήσης ή ενός απόλυτου πνεύματος. Με τους εγελιανούς, ιδιαίτερα με πρωτοπόρους τον Φόυερμπαχ και τον Μαρξ, γενιέται ένα νέο πλαίσιο αναφοράς: όπως και ο Κίρκεγκωρ επεξεργάζονται την ανάλυση της καταστασιακότητας του ανθρώπινου όντος: αναγνωρίζουν πως ο άνθρωπος είναι ο “κόσμος” του ανθρώπου». (Habermas, 1970: 167)
Ο Χάμπερμας ολοκληρώνει το άρθρο με μια αναφορά στη «σχέση ανάμεσα στην ανθρωπολογία και στην κοινωνική θεωρία», την οποία ο  Μαρκούζε και άλλοι στις ΗΠΑ προσπαθούσαν να καθιερώσουν μέσω της ψυχανάλυσης. (Habermas, 1970: 180) Την ίδια χρονιά, το 1958, όπως ανέφερε σε μια συνέντευξη το 1981, αναγνώρισε για πρώτη φορά τον Μαρξ ως σοβαρό οικονομικό μελέτητη και, υπό την επίδραση του Aντόρνο, σταμάτησε να μελετά τον Μαρξ με ανθρωπολογικούς όρους.  [5]
Είναι ασφαλώς αληθές ότι η πρώιμη διάκριση του Χάμπερμας ανάμεσα στην εργασία και στη διάδραση προέρχεται εν μέρει από την κριτική την οποία άσκησε στον υπεραπλουστευμένο μαρξισμό και στο απλοϊκό μοντέλο δομής/υπερδομής. Μπορεί επίσης να επηρεάστηκε από την αντίληψη του Αντόρνο πως ο Μαρξ παρουσίαζε ολόκληρο τον κόσμο σαν εργοστάσιο. Ωστόσο θα είχα την πρόθεση να αναγνωρίσω στον Χάμπερμας κάτι περισσότερο, όπως μια μόνιμη διάθεση ισορροπίας ανάμεσα στις καντιανές, τις εγελιανές και τις μαρξιστικές αρχές και τ’ αντίστοιχα μοτίβα. Ο ίδιος ο Χάμπερμας έχει γράψει πως παραμένουμε φιλοσοφικά σύγχρονοι των εγελιανών. Η δική του σκέψη ακολουθεί τη γραμμή ανάμεσα στους δύο πόλους, του Kant και του Χέγκελ και συνεχώς επιδιώκει να δημιουργήσει αφηρημένα συστήματα επιχειρηματολογίας κατά αναγνωρίσιμα καντιανό τρόπο, ενώ παραμένει από την άλλη πλευρά ευαίσθητη προς την εγελιανή (ή κοινωνιολογική) υπενθύμιση πως τα οργανωμένα συστήματα λογοκρατίας υπάρχουν εντός ενός κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου. Κατά τον Brunkhorst,
«[…] η κριτική κοινωνική θεωρία, στα σημαντικότερα σημεία της οποίας επικεντρώνεται ο Χάμπερμας, όπως και οι Καντ, Μαρξ  και Αντόρνο πρέπει ν’ αναδύεται από το υπάρχον και τη δική της αυτόνομη ανάπτυξη, μ’ άλλα λόγια, το να σκεφτόμαστε μαζί με τον Χέγκελ ενάντια στον Χέγκελ ανανεώνει την καντιανή ριζοσπαστική και κανονιστική αντίληψη περί παγκοσμιότητας».

Όπως παρατηρεί ο Χάρτμαν, ο Χάμπερμας διατηρεί στη Θεωρία της Επικοινωνιακής Δράσης το εξελικτικό μοντέλο ανάπτυξης της κοινωνίας, όπως επίσης και τις έννοιες της δομής και της υπερδομής. Αυτή η προκαταβολική αναφορά στην ύστερη θεωρία της επικοινωνιακής δράσης φαίνεται να υποδηλώνει τη συνέχεια και να προοικονομεί πως ο Χάμπερμας δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την ανασύσταση του ιστορικού υλισμού σαν να ήταν η «ανυψωτική σκάλα» του Wittgenstein.
Το ζήτημα το οποίο τίθεται στον Χάμπερμας εστιάζεται στο κατά πόσο η επικοινωνιακή δράση είναι σε θέση να αντικαταστήσει τον ιστορικό υλισμό ή απλώς να τον συμπληρώσει. Το να θέτουμε την επικοινωνιακή δράση στο ίδιο πλαίσιο με τον διαλεκτικό υλισμό νομίζω πως είναι μάλλον ένα κατηγορικό λάθος. Ακόμα και αν ο διαλεκτικός υλισμός είναι απολύτως αβάσιμος, τουλάχιστον καταδεικνύει ένα πλαίσιο αναφοράς το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε περισσότερο αποτελεσματικά. Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης μπορεί μόλις και μετά βίας να έχει τέτοια καθοριστική πρόθεση. Προς επίρρωση, ο Άξελ Χόνεθ αποπειράται να συμπληρώσει τη θεωρία της επικοινωνιακής δράσης του Χάμπερμας με τη θεωρία του αγώνα της αναγνώρισης. Κατά τον Χόνεθ η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης πρέπει να εμπλουτιστεί με τη φουκωϊκή ανάλυση της δύναμης όπως επίσης και με μια επιφανέστερη θεωρητική και όχι μόνο πολιτική προσέγγιση των κοινωνικών συγκρούσεων. Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης μπορεί να καταστεί μόνο ένα συστατικό, αν και εξαιρετικά σημαντικό, της κριτικής κοινωνικής θεωρίας.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Brunkhorst, H., Kreide, R., Lafont, C. (επ.) (2009) Habermas-Handbuch.  Stuttgart and Weimar: Metzler.

Delanty, Gerard (2011) ‘Varieties of critique in sociological theory and their methodological implications for social research’, Irish Journal of Sociology, Volume 19, Issue 1.

Habermas, Jürgen (επ. Peter Dews) (1986) Autonomy and Solidarity. London: Verso. [2η έκδοση, 1992].

Habermas, Jürgen ‘Μαρξ in Perspektiven’, Merkur, 9, 1955: 1180κ.ε. Επίσης στο Habermas, Arbeit, Erkenntnis, Fortschritt. Aufsätze 1954-1970. Amsterdam: de Munter, 1970.

Habermas, Jürgen (1963) Theorie und Praxis. Neuwied/Berlin: Luchterhand.

Honneth, Axel, and Joas, Hans (1988) Social Action and Human Nature. Cam¬bridge: Cambridge University Press. [Πρώτη έκδοση 1980].

Honneth, Axel, and Joas, Hans (επ.) (1991) Communicative Action. Cambridge: Polity.

Lukes, Steven (1985) Μαρξism and Morality. Oxford: Clarendon Press.

Marcuse, Herbert (1941) ‘Some Social Implications of Modern Technology’, στο A. Arato und E. Gebhart (επ.) (1982) The Frankfurt School Reader. New York: Continuum.

Marcuse, Herbert (1965) ‘Industrialisierung und Kapitalismus im Werk Max Webers’, στο Marcuse, Kultur und Gesellschaft 2. Frankfurt: Suhrkamp, 107-129.

Marcuse, Herbert und Neumann, Franz (1941) ‘A History of the Doctrine of Social Change’, εισαγωγή του Bill Scheuerman, Constellations 1, 1, 1994, 113-143.

Rockmore, Tom (1989) Habermas on Historical Materialism. Bloomington and Indianapolis: Indiana University Press.

Rockmore, Tom (1999) ‘Habermas Nietzsche, and Cognitive Perspective’, στο Babette E. Babich (επ.), Nietzsche, Theories of Knowledge, and Critical Theory: Nietzsche and the Sciences. Kluver, σς. 281-288.

Specter, Matthew (2010) Habermas. An Intellectual Biography. New York: Cambridge University Press.

Σημειώσεις

1. Στην αρχική μορφή του το κείμενο αυτό προοριζόταν για ένα συνέδριο το οποίο υπό την οργάνωση του Smail Ramic θα λάμβανε χώρα τον Μάρτη, στις 23-25, στο Βούπερταλ με θέμα «Ο Χάμπερμας και ο Ιστορικός Υλισμός». Είμαι ευγνώμων στον Simon Susen (Πανεπιστήμιο City, Λονδίνο) για την ενθάρρυνση και την υφολογική βοήθειά του και στην Αναστασία Μαρινοπούλου για την ελληνική μετάφραση.
2.  Ο όρος Kulturkritik αποδίδει ασφαλώς μια πολύ ευρύτερη έννοια απ’ ότι ο αντίστοιχος critique of culture στην αγγλική γλώσσα. [Και οι δύο όροι ως «πολιτισμική κριτική». Σ.τ.M.]
3. Βλ. Rockmore, 1989: 185, σημ. 42.
4.  O Matthew Specter (2010) έχει υποστηρίξει με πειστικό τρόπο πως το θέμα της τεχνοκρατίας είναι θεμελιώδες στην ανάλυση του Habermas και ειδικότερα στην αντίληψή του για την πολιτική στη δημόσια σφαίρα, όπως επίσης σ’ ό,τι αφορά τη συμμετοχή του στα κινήματα του 1968 και τη σχέση του με τον Marcuse.
5.  “Dialektik der Rationalisierung”, συνέντευξη με τους Honneth, Knödler-Bunte και Widmann, Ästhetik und Kommunikation, μετ. Peter Dews, 1992. Αξίζει ωστόσο να σημειώσουμε πως ο Honneth και ο Hans Joas έκαναν απολογισμό της Κριτικής Θεωρίας με ουσιαστικές αναφορές στη φιλοσοφική ανθρωπολογία. Βλ. Honneth και Joas 1980, 1991.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον καθ. Γεράσιμο Κουζέλη, στη Φωτεινή Βάκη και στον Άρι Αραγεώργη για τη βοήθειά τους –εκτός των άλλων– στο εγχείρημα της μετάφρασης του αρχικού αγγλικού κειμένου της διάλεξης. Α.Μ.

 

Κράτα το

Κράτα το

Tα χωριά της Αλαγονίας «γυρεύουν» να ακουστούν…

«Ένα βουνό είναι ένα ποίημα που σου γυρεύει να τo’ ακούσεις» λέει ο Νικηφόρος Βρεττάκος.

Έτσι και τα χωριά της Αλαγονίας «γυρεύουν» να ακουστούν…

 Είναι σίγουρο ότι τα τελευταία χρόνια ο Ταΰγετος και οι οικισμοί του βιώνουν ποικίλα προβλήματα (πυρκαγιές, λειτουργία ΧΑΔΑ στη Μαραθόλακα, ερήμωση κ.λπ.), γι’ αυτό είναι σημαντικό να τα αναδείξουμε και παράλληλα να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που μας προσφέρει το βουνό. Σε αντίθεση με άλλες περιοχές, δεν έχουμε εκμεταλλευτεί τον Ταΰγετο αγροτουριστικά. Υπάρχουν πολλά χωριά με πλούσια πολιτισμική κληρονομιά που θα μπορούσαν να αποτελέσουν πόλο έλξης για τους επισκέπτες. Ενδεικτικά αναφέρω τις Μονές και εκκλησίες μεγάλης θρησκευτικής αξίας (Μονή Μαρδακία, Σιδηρόπορτα στο Καρβέλι κ.α.), το σπίτι που γεννήθηκε ο Νικηταράς στη Νέδουσα, την πλούσια ιστορία με αναφορές στα χρόνια της Επανάστασης. Ταυτόχρονα υπάρχουν πολλά μονοπάτια που ενώνουν τα χωριά και προσφέρονται για πεζοπορία και παρατήρηση της φύσης. Και να μην ξεχνάμε βέβαια τα αγνά γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Είναι κρίμα η επισκεψιμότητα στον Ταΰγετο να περιορίζεται στα Αποκριάτικα Δρώμενα της Νέδουσας τη στιγμή που υπάρχουν τόσες δυνατότητες που θα τονώσουν το βουνό και τους κατοίκους του.