ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΖΟΚΑ

ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ Δ.Σ ΤΗΣ ΚΕΔΕ

 

    Ξεκινώντας από μια γενική εκτίμηση θα λέγαμε ότι  σήμερα, μετά την επιβολή από την τρόικα και των εγχώριων πολιτικών και οικονομικών ελίτ,  του πρώτου μνημονίου, ένα χρόνο μετά την εφαρμογή του «Καλλικράτη», και κάποιες μέρες μετά την ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου, η χώρα και η Αυτοδιοίκηση ζουν ένα άθλιο παρόν, χωρίς ορατές προοπτικές βελτίωσης για το μέλλον. Οι προβλέψεις μας, δυστυχώς,  επιβεβαιώθηκαν.

Οι ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές της τρόικα και των ελληνικών κυβερνήσεων, τα αλλεπάλληλα Μνημόνια και ο «Καλλικράτης» μεγέθυναν τα υπάρχοντα προβλήματα, οδηγούν σε κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, υπερφορολόγηση των πολιτών, απολύσεις και ιδιωτικοποίηση  των δημόσιων υπηρεσιών γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Έγινε πλέον σαφές ακόμα και στους δύσπιστους ότι ήδη η πολιτική του  πρώτου Μνημονίου που επιχειρήθηκε και επιχειρείται και μέσω του Καλλικράτη είχε ήδη εξοντώσει την Αυτοδιοίκηση. Ο «Καλλικράτης» είναι η εφαρμογή του μνημονίου στην αυτοδιοίκηση και το όχημα για την επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Επιχειρήθηκαν και επιχειρούνται πολιτικές άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης κρίσιμων κοινωνικών και αναπτυξιακών τομέων (απορρίμματα, ενέργεια, κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ.) και  εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου (ΗΛΙΟΣ, ΣΔΙΤ κ.λπ.). Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ΣΔΙΤ είναι το Ελληνικό και οι τρόποι αξιοποίησης του. Στην περίπτωση αυτή εκχωρείται δημόσιος χώρος και εκποιείται δημόσια περιουσία.

Ταυτόχρονα, οι προβλεπόμενες απολύσεις των εργαζομένων στους Δήμους και  στο δημόσιο σε συνδυασμό με τις λόγω των μνημονίων άγριες περικοπές από θεσμοθετημένους πόρους της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα έχει σαν αποτέλεσμα την διάλυση ολόκληρων υπηρεσιών των δήμων σε κρίσιμους τομείς.  Κοινωνικές υπηρεσίες πρόνοιας, καθαριότητα, πράσινο, παιδικοί σταθμοί, βοήθεια στο σπίτι θα συρρικνωθούν μέχρι εξαφανίσεως.

Αρκεί κάποιος να αξιολογήσει το στοιχείο εκείνο σύγκρισης των τριών τελευταίων χρόνων των προϋπολογισμών για την Τ.Α και θα διαπιστώσει ότι τα έσοδα της από το Κράτος μειώνονται στο εκπληκτικό ποσοστό που προσεγγίζει το 55%.

Από την άλλη πλευρά συνεχίζεται η τοκογλυφία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο υψηλός τόκος του Ταμείου και τα εμπόδια του ελεγκτικού καθιστούν αδύνατη τη δανειακή βοήθεια των Δήμων.

Έτσι «επιτυγχάνεται» η υποχώρηση της αυτοδιοίκησης σε κρατική υπηρεσία, ο ακρωτηριασμός των αυτοδύναμων αποφάσεων, η έλλειψη και των ελάχιστων πόρων για άσκηση πολιτικής, η αδυναμία καταβολής ακόμα και των ανελαστικών  εξόδων.

Ακόμα και με τους τυχοδιωκτικούς υπολογισμούς της κυβέρνησης η Τ.Α δεν μπορεί να επιβιώσει. H τελευταία εκτίμηση της την εκθέτει: «τα σταθερά έσοδα των ΟΤΑ υπολογισμένα με τον πιο ασφαλή τρόπο, στη βάση των τρεχουσών αποδόσεων της κρατικής χρηματοδότησης, ανέρχονται σε ύψος 4 δις € για τους δήμους και 670εκ. € για τις περιφέρειες…. (υπουργός Παπακωνσταντίνου)», ενώ φέτος στον προϋπολογισμό είναι εγγεγραμμένα 2,4 δις (να σημειωθεί ότι το 2011 δόθηκαν 3,526 δις).

   Με τη ψήφιση του «μνημονίου 2» το έγκλημα ολοκληρώνεται. Επιχειρείται  η σκύλευση του πτώματος. Ακόμα και οι συνοδοιπόροι των κυβερνητικών αποφάσεων μιλούν για το τέλος της Αυτοδιοίκησης, τουλάχιστον, όπως την είχαμε γνωρίσει. Το ερώτημα που προβάλλει είναι απλό: Δεν το γνωρίζουν αυτό οι «ειδήμονες»; Βεβαίως το γνωρίζουν, αλλά έχουν άλλα σχέδια, τα οποία πλέον έχουν αποκαλυφθεί, όπως η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών καθαριότητας, η εγκατάλειψη κάθε κοινωνικής πολιτικής από την Τ.Α, η πλήρης ανταποδοτικότητα των υπηρεσιών και δεν έχει τέλος ο κατάλογος των νεοφιλελεύθερων επιλογών που θα οριστικοποιήσουν το θάνατο της αυτοδιοίκησης, όπως και της κοινωνίας.

Συγκεκριμένα, ενώ πριν λίγες ημέρες πήραμε υποσχέσεις και από τον Πρόεδρο και από τον αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης ότι θα δώσουν  450 εκατομμύρια στην Τ.Α που από «λάθος», όπως ισχυρίστηκαν, δεν εγράφησαν στον προϋπολογισμό, κόβονται και άλλα χρήματα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του «μνημονίου 2»  θα περικοπούν κι άλλα290 εκ. με τα ακόλουθα:

ü  Οι πιστώσεις των προϋπολογισμών όλων των Υπουργείων μειώνονται κατά 15%

ü  Μείωση πιστώσεων, για απόδοση σε ΟΤΑ  Α’ βαθμού κατά  59 εκατ. από τους ΚΑΠ.

ü  Μείωση της ήδη κουτσουρεμένης ΣΑΤΑ κατά 140 εκατ.( ήδη από 608 είχε μειωθεί στα478 εκ.και τώρα καταλήγει στο ποσό των 338 εκ) Οι πόροι αυτοί αφορούν στην υλοποίηση έργων και προγραμμάτων ανάπτυξης. Ενώ λοιπόν και οι πιο αδαείς περί τα οικονομικά θεωρούν ότι το αντίδοτο στην κρίση και την ύφεση είναι η στήριξη με κάθε τρόπο και μέσο της ανάπτυξης της χώρας, με τη δεύτερη κατά σειρά μείωση της ΣΑΤΑ μέσα στο 2012, κάθε σχέδιο και πρόγραμμα για επενδυτικές και αναπτυξιακές δράσεις των δήμων οδηγείται στη «χώρα της φαντασίας».

ü  Αξιοσημείωτο είναι ότι σε μια εποχή βαθιάς ύφεσης οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται σε όλα τα Υπουργεία.

ü  Μείωση κατά 50 % των συμβάσεων έργων και εργασίας

ü   Μείωση των μισθών κατά 10% όλων των αιρετών (Περιφερειαρχών, Δημάρχων κ.λ.π.)

ü  Περιορισμός των αμειβομένων αντιδημάρχων κατά το ήμισυ των σημερινών υπαρχόντων. (το ερωτηματικό είναι αν θα παραμείνουν στις θέσεις τους και δεν θα πληρώνονται)

ü   και σημαντικότερο – απολύσεις και στους ΟΤΑ. Ενώ προωθείται  ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών και εγκρίνονται  προσλήψεις με συμβάσεις   σε διάφορες υπηρεσίες των δήμων μόνο με την λογική των ανταποδοτικών.

 

Η μοναδική ελπίδα είναι οι ενωτικοί πολιτικοί και κοινωνικοί   αγώνες για την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής συναίνεσης που εκφράζεται από την ετερόκλητη κυβερνητική συμμαχία, κυβέρνηση που δημιουργήθηκε και υποστηρίζεται από τους κυρίαρχους νεοφιλελεύθερους κύκλους του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος και τα διαπλεκόμενα μιντιακά συγκροτήματα.

Την δυσμενή αυτή πραγματικότητα δεν συμμερίζεται η εγκλωβισμένη στο πολιτικό σκηνικό του κοινωνικού αφανισμού πλειοψηφία της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), η οποία με τεχνάσματα, σοφίσματα και αποπροσανατολιστικές κινήσεις ή κινήσεις εντυπωσιασμού λειτουργεί ως ανάχωμα του συστήματος. Αυτούς τους  αρνητικούς  συσχετισμούς οφείλουμε να ανατρέψουμε στην πράξη.

Η δημιουργία κινήματος με στόχους την κατάργηση της νέας δανειακής σύμβασης, την ανατροπή της συγκυβέρνησης και αυτής της πολιτικής και την αναγκαία συγκρότηση και συμπαράταξη όλων των αριστερών – αντινεοφιλελεύθερων – αντιμνημονιακών δυνάμεων είναι επιτακτική για την αλλαγή στη χώρα μας.

     Η λύση είναι η συλλογική αντίδραση της Αυτοδιοίκησης απέναντι στην εξαθλίωση της και την μετατροπή της σε κρατική υπηρεσία με συγκεκριμένους τρόπους.

Η πρόταση μας συγκεκριμενοποιείται στην απόφαση για το  κλείσιμο των Δήμων και συγκεντρώσεις στο Κέντρο της Αθήνας. Η δράση μας πρέπει να είναι  κοινή δράση με τους εργαζόμενους και την ΠΟΕ – ΟΤΑ. Επομένως, συντονιζόμαστε με τους εργαζόμενους και το λαό των πόλεων μας και συντονισμένα αγωνιζόμαστε για την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Η εναρμόνιση με τη δοκιμαζόμενη κοινωνία είναι ο μόνος δρόμος. Αυτές οι πολιτικές πρέπει να ανατραπούν στην πράξη και η Αυτοδιοίκηση οφείλει να πρωτοστατήσει και να σταθεί αλληλέγγυα σε δράσεις και κινήσεις συνδικάτων, φορέων και πολιτών που το επιδιώκουν.

Παρέμβαση Δικτύου για την εναλλακτική μετακίνηση στην πόλη

mpexrakisΔΙΚΤΥΟ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ”
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ:  Παρέμβαση Μπεχράκη για εθελοντισμό και πολιτιστική δραστηριότητα ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΛΕΜΜΕΝΟΥ
ποδηλατόδρομος για την καθημερινότητα των πολιτών ή για αναψυχή;
Παρέμβαση για την αντιμετώπιση του εθελοντικού κινήματος από τη δημοτική αρχή Κα­λαμάτας, καθώς και για τον τρόπο που  η «Φάρις” οικειοποιείται μέρος της πολιτιστικής δραστηριότη­τας διαφόρων φορέων της πόλης, έκανε χθες με δηλώσεις του ο επικεφαλής του «Δικτύου Ενεργών Πολιτών” Σταμάτης Μπεχράκης. Συγκεκριμένα ο κ. Μπεχράκης σημείωσε ότι η δημοτική αρχή δεν θα πρέπει να αρκείται στην εν τοις πράγμασι εθελοντική προσφορά μεμονωμένων και ομάδων δημοτών, αλλά θα πρέπει να είναι διατεθει­μένη να ακούσει και τις δι­κές τους προτάσεις πάνω στις θεματικές ενότητες που τους αφορούν. Παράλληλα επέκρινε τη στάση της «Φάρις”, η οποία όπως είπε ορισμένες φορές είτε παραχωρώντας απλώς μία αίθουσα, είτε έπειτα από μικρή οικονομική συμβολή σε εκδηλώσεις, σπεύδει να πλασαριστεί ως συνδιοργανωτής με κίνδυνο να «καπελώσει” την αυτόνομη δραστηριότητα πολιτιστικών φορέων. Εξάλλου ο κ. Μπεχράκης έκανε γνωστό ότι τη Δευτέρα στις 8 μμ. στον πολυχώρο του «Δικτύου Ενεργών Πολιτών” (Ψάλτη 6) θα πραγματοποιηθεί συζήτηση με πολίτες και φορείς γύρω από την εναλλακτική μετακίνηση εντός του καλλικρατικού  δήμου με έμφαση στο πο­δήλατο, τους πεζοδρό­μους, αλλά και σε μία συν­δυασμένη τιμολογιακή πο­λιτική των μέσων μεταφο­ράς από τις γύρω περιοχές προς τον αστικό ιστό της μεσσηνιακής πρωτεύου­σας.            Δ.Πλ.

Θάρρος: Συζήτηση για την εναλλακτική μετακίνηση στην πόλη.

Του Αντώνη Πετρόγιαννη

 Συζήτηση για τους τρόπους εναλλακτικής μετακίνησης των πολι­τών στο Δήμο Καλαμάτας διοργανώνει το «Δίκτυο Ενεργών Πολιτών» την ερχόμενη Δευτέρα στο κτήριο της δημοτικής κίνησης. Όπως τόνισε χθες σε δηλώσεις του ο επικεφαλής της παράταξης, Σταμ. Μπεχράκης, έμφαση θα δοθεί στην ανάπτυξη του ποδηλάτου και των πεζοδρομήσεων. Στη συζήτηση θα συμμετάσχουν, μεταξύ άλλων, κινήσεις και φορείς που έχουν σχέση με το ποδήλατο αλλά και άλλες κινήσεις, όπως είναι ο Ορειβατικός Σύλλογος Καλαμάτας, Κατά τον κ. Μπεχράκη, «σκοπός της συζήτησης είναι να υπάρξει ανταλλαγή σκέψεων και απόψεων για το θέμα της εναλλακτικής κίνησης των δημοτών. Μεταξύ άλλων, θα υπάρξουν προτάσεις για περαιτέρω ανάπτυξη της χρήσης του ποδηλατόδρομου, με τη δημιουργία διάφορων κέντρων, αλλά και για υλοποίηση ειδικών διαδρομών για την ασφαλή διάβαση των πεζών. Παράλληλα, θα εξεταστούν διαδρομές για ανάπτυξη της πεζοπορίας, ενώ θα υπάρξουν προτάσεις για σύνδεση του ποδηλά­του με την αστική συγκοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα της εναλλακτικής μετακίνησης δεν έχει καμία σχέση με τη λογική της Δημοτικής Αρχής, όπως αυτή εφαρμόζεται μέχρι σήμερα και έχει ως προμετωπίδα της την εί­σπραξη κάποιων χρημάτων με την ελεγχόμενη στάθμευση. Για εμάς θα έπρεπε να υπάρ­χει η πρόνοια, για όποιον μπαί­νει στην πόλη με το αυτοκίνητο του και μεταφέρει κι άλλους συ­νεπιβάτες, να μην πληρώνει κα­θόλου πάρκινγκ στο χώρο στάθ­μευσης του Νέδοντα ή στα άλλα σημεία – περιοχές όπου υπάρχει εισιτήριο. Ένα άλλο στοιχείο θα ήταν η καθιέρωση ενιαίου εισι­τηρίου πολλαπλών διαδρομών με έκπτωση»

Φωνή: ΣΥΣΚΕΨΗ ΜΕ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΜΑΔΕΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΠΑ ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΔΗΜΟ

του ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ

Το  «Δίκτυο» για την εναλλακτική μετακίνηση

  Συνάντηση με συλλόγους και ομάδες πολιτών, που ζουν και αγαπούν την πόλη της Καλαμάτας, διοργανώνει το «Δίκτυο”, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός πακέτου προτάσεων για την εναλλακτική μετακίνηση τό­σο στον αστικό χώρο όσο και ευρύτερα στον «καλλικρατικό” Δήμο. Όπως δήλωσε χθες ο επικεφαλής του «Δικτύου”, Σταμάτης Μπεχράκης, η συνάντηση θα γίνει τη Δευτέρα, στον πολυχώρο της δημοτικής κίνησης, στις οκτώ το βράδυ και ανάμεσα στους φορείς που θα προσκληθούν είναι η ομάδα «Ποδηλάτες Καλαμάτας- Critical Mass”, το Τμήμα Ποδηλασίας του Μεσσηνιακού, ο Ορειβατικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.ά Τόνισε ότι σκοπός είναι να διευκολυνθούν οι πολίτες στις μετακινήσεις τους, να τους δοθούν κίνητρα ώστε να χρησιμοποιούν ό­σο το δυνατόν λιγότερο το αυτοκίνητο και έτσι να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής στην πόλη, να γνωρίσουν καλύτερα και να εκτι­μήσουν οι άνθρωποι τον τόπο που ζουν. Ο Σταμάτης Μπεχράκης σημείωσε ότι αυτό που επιδιώκει το «Δίκτυο” είναι οι προτάσεις να διαμορφωθούν από τους ίδιους τους πολίτες, γιατί εκείνοι γνωρί­ζουν τι είναι αυτό που τους ενοχλεί και τους εμποδίζει και εκείνοι ξέρουν τι είναι αυτό που θέ­λουν. Πάντως αυτό που το «Δίκτυο” θέλει να προτείνει είναι τη δημιουργία  ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΜΕΝΩΝ Διαδρόμων   ΓΡΉΓΟΡΗΣ  ΚΑΙ ΑΝΕΜΠΌΔΙΣΤΗΣ μετακίνησης -σε δύσκολες περιοχές διαβάσεις μέσα στην πόλη[i]-. Να γίνουν ζώνες που οι κάτοικοι θα μπορούν ανεμπόδιστα και γρήγορα να μετακινηθούν από ένα σημείο σε άλλο. Πρόκειται για ποδηλατόδρομους και πεζόδρομους. Ανέφερε χαρακτηριστικά χθες ο Σταμάτης Μπεχράκης ότι μια τέτοια ζώνη έπρεπε να υπάρχει στη Βασιλέως Γεωργίου, ένας ποδηλατόδρομος δηλαδή δίπλα στο πεζοδρόμιο, ώστε με εναλλακτικό τρόπο να προσεγγίζουν το κέντρο οι κάτοικοι της ανατολικής πλευράς της πόλης. Πέρα από αυτά ο επικεφαλής του «Δικτύου” σημείωσε ότι υπάρχουν και άλλοι εναλλακτικοί τρό­ποι μετακίνησης, οι οποίοι όμως πρέπει να υποστηριχθούν με κίνητρα. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα είναι να επιτρέπεται η δωρεάν στάθμευση στις ελεγχόμενες θέσεις, εφόσον με το αυτοκίνητο έχουν μετακινηθεί πέντε άτομα μαζί και δεν πήρε ο καθένας αυτοκίνητο του. Τόνισε επίσης οτι είναι παράλογο και τεράστιο λάθος να μην υπάρχει εύκολη πρόσβαση στην Παραλία της Καλαμάτας ή να μην υπάρχει ποδηλατόδρομος στην οδό Ηρώων ή στη Βασ. Γεωργίου Επιπλέον ο Σταμάτης Μπεχράκης ανέφερε ότι δεν νοείται σήμερα να υπάρχουν κεντρικά σχολεία στην Καλαμάτα, με εκατοντάδες μαθητές, χωρίς να συνδέονται με ποδηλατόδρομους που θα εξυπηρετούν τη μετακίνηση των μαθητών. Με την ευκαιρία ο επικεφαλής του «Δικτύου” τόνισε ότι η δημοτική αρχή μεταχειρίζεται με λάθος τρόπο το εθελοντικό κίνημα του Δήμου και ειδικότερα σημείωσε ότι το «επιστρατεύει” για διάφορες εργασίες και παρεμβάσεις όμως από την άλλη αποφεύγει να  κάνει διαβούλευση μαζί του, να ακούσει και ακόμη περισσότερο να αποδεχτεί τις προτάσεις του Στ.Μ.



[i] «μονοπάτια πόλης γρήγορου βαδίσματος »

ΚΛΟΥΤΣΙΝΙΩΤΗ Ρ. «Πόλη και αισθητική Η ελληνική πόλη»

A19.05.02

 

Της Ράνιας ΚΛΟΥΤΣΙΝΙΩΤΗ

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν ήμουν ακόμη παιδί, κάτι που μου είχε πει ο Τάσος Βουρνάς: «η ομορφιά και η αισθητική στη σύγχρονη κοινωνία είναι ταξική υπόθεση”. Φυσικά δεν αναφερόταν μόνον στις πόλεις. Τότε μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. Και ούτως ή άλλως άργησα πολύ.

 

Το άλλο θέμα, που ακόμη σήμερα μου φαίνεται παράδοξο, είναι ότι η «πόλη”, ενώ αποτελεί τόσο πολύπλοκο και πολυσύνθετο κοινωνικό οργανισμό, κρίνεται πρωτίστως ως αισθητικό αντικείμενο. «Είναι ωραία, είναι άσχημη”, «έχει ταυτότητα, δεν έχει φυσιογνωμία”. Η αντιληπτική δηλαδή εικόνα που δημιουργείται στον οποιονδήποτε, όταν προσεγγίζει μια πόλη για πρώτη φορά, αναφέρεται αποκλειστικά στην αισθητική. Σε επόμενο χρονικό διάστημα θα τεθούν, εάν τεθούν, θέματα του τύπου «έχει πολλούς φτωχούς”, «φαίνεται πλούσια” κ.λπ.

 

Ας δούμε σε τι είδους εικόνες παραπέμπει ο τίτλος:

 

· Όταν σκεφτόμαστε «πόλη και αισθητική” σκεφτόμαστε κυρίως ωραία κτίρια, ωραία επιπλωμένους δρόμους (δάπεδα, πεζοδρόμια, φωτιστικά, σιντριβάνια, δέντρα κ.λπ.).

 

· Επίσης, όταν σκεφτόμαστε «πόλη και αισθητική” σκεφτόμαστε αποκλειστικά τα ιστορικά κέντρα και ποτέ την περιφέρειά τους, δηλαδή τις περιφερειακές του ιστορικού κέντρου συνοικίες, που προήλθαν από προηγούμενες γενιές αυθαιρέτων και φυσικά ποτέ τις τωρινές συνοικίες των αυθαιρέτων.

 

Οπωσδήποτε, σε αυτό που δεν παραπέμπει ο τίτλος είναι στο ότι η αισθητική απόλαυση ή η δυσαρέσκειά μας μπορεί να οφείλονται στη σύνθεση και τον τρόπο που συγκροτείται το συνολικό πλέγμα του αστικού ιστού, σύγχρονου ή παραδοσιακού, στις χαράξεις του και στην ιστορικότητα που αυτό μεταφέρει.

 

 

Διαπιστώσεις από τον ευρωπαϊκό χώρο σήμερα

 

 

Το «όραμα” της Ευρώπης εξακολουθεί να στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ευρωπαϊκή πόλη, ακόμη σήμερα, παραμένει τυπική ως προς τον κυρίαρχο χαρακτήρα της, τον κοινωνικό και τον πολιτιστικό, ο οποίος της επέτρεψε να ενσωματώνει διαχρονικά όλες τις μορφές των αλλαγών της κοινωνίας, παραμένοντας κέντρο τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού βίου.

 

Σήμερα όμως η ευρωπαϊκή πόλη είναι σε «κρίση”. Εύκολα λέγεται ότι η Λισσαβώνα «είναι θαύμα”. Η αλήθεια είναι ότι το ιστορικό κέντρο της Λισσαβώνας είναι θαύμα. Ένας περίπατος στην εκτεταμένη περιφέρειά της, εκεί όπου ζει το συντριπτικό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά θαύμα είναι, θα μας έπειθε ακριβώς για το αντίθετο.

 

Ήδη από το 1992, στην επίσημη έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «ΕΥΡΩΠΗ 2000”, διαπιστώνεται ότι το 80% του πληθυσμού της Ένωσης ζει σε μεγάλες και σε μεσαίου μεγέθους πόλεις και σε μικρότερα αστικά κέντρα. Εύλογα επομένως προκύπτει το ερώτημα «ποια είναι η προτεραιότητα που δίνεται στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του συντριπτικού ποσοστού του πληθυσμού της Ένωσης”.

 

Η απάντηση είναι αρνητική. Ενώ πολύ κουβέντα γίνεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, για τα θέματα του αστικού χώρου, πολιτικά το Ευρωπαϊκό Σχέδιο εξακολουθεί να είναι στραμμένο στην ολοκλήρωση και στη συνεργασία στους τομείς του εμπορίου και των υπηρεσιών, στη νομισματική πολιτική, στην προστασία του περιβάλλοντος και τη σχετική νομολογία, ολοκλήρωση δηλαδή στην οποία τα πεδία των αστικών και των χωρικών συστημάτων έχουν ακόμη μεγάλο δρόμο να διανύσουν. Η αρχιτεκτονική της πόλης και ο σχεδιασμός του χώρου αντιμετωπίζονται ως κατακερματισμένοι τομείς, ενταγμένοι σε διαφορετικές κατά περίπτωση Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με άξονες αναφοράς τις πάσης φύσεως αντιθέσεις συμφερόντων και τους ποικίλους ανταγωνισμούς επαγγελμάτων, οραμάτων και παραμέτρων.

 

Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Συνθήκη δεν εμπεριέχει καμία ειδική αναφορά στους αστικούς σχηματισμούς και ως εκ τούτου η Ένωση δεν προωθεί κανένα εξειδικευμένο θεσμικό καθεστώς για τον συντονισμό των αστικών πολιτικών. To «αστικό έλλειμμα” συνιστά σημαντικό ελάττωμα για την αστικοποιημένη ήπειρό μας, της οποίας τα όργανα βρίσκονται ήδη σε διαδικασία να διατυπώσουν πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα. Όμως, δίχως θεσμικό υπόβαθρο, οι αστικές δραστηριότητες και οι πολιτικές είναι προορισμένες να παραμείνουν αποσπασματικές και θρυμματισμένες. Εάν δεν υπάρξει συνολική στρατηγική, δεν θα υπάρξει ούτε συνοχή και βεβαίως ούτε και όραμα.

 

 

Διαπιστώσεις από τον ελληνικό χώρο σήμερα

 

 

Στην περίπτωσή μας, το «αστικό έλλειμμα” ίσως να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Οι ιστορικές παράμετροι ανάπτυξης της χώρας, που διαμόρφωσαν τη σημερινή σχέση αρχιτεκτονικής και ελληνικής κοινωνίας, έκαμαν ώστε η πλούσια αρχιτεκτονική μας παράδοση να μην αποτελεί σημείο αναφοράς και διδαχής για την ελληνική κοινωνία. Και δεν αναφέρομαι μόνον στους κοινά αποδεκτούς παραδοσιακούς οικισμούς, αλλά στην αρχιτεκτονική όλων των μικρών και μεσαίων αστικών κέντρων, τα οποία «όφειλαν” να καταστραφούν. Ποιος, μιας κάποιας ηλικίας, δεν θυμάται τη γοητεία της Πάτρας, της Λαμίας, των Ιωαννίνων ή του Ηρακλείου;

 

Αλλά και η όποια αποδοχή των συνεπειών του χαρακτηρισμού «παραδοσιακός οικισμός” ή «ιστορικό κέντρο”, συνδέθηκε με όρους οικονομικών και όχι πολιτιστικών παραμέτρων και ειδικότερα με τους χώρους τουριστικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται η αρχιτεκτονική τους ως μουσειακή, προς απομίμηση, με τα γνωστά πολυπληθή και πολύ κακά δείγματα, κακέκτυπα αντίγραφα αρχιτεκτονημάτων παρελθόντων χρόνων, τα οποία, αν μη τι άλλο, διέθεταν έντονη εσωτερικότητα. Σε αυτή τη διαδικασία οι αρχιτέκτονες φορτώθηκαν αποκλειστικά την ευθύνη του «ωραίου”, ενώ το «λειτουργικό” και το «τεχνικά άρτιο” αποτελεί, κατά την κοινωνική εκτίμηση, αντικείμενο προς επίλυση από άλλους.

 

Έχω τη γνώμη ότι, μέχρι τη σχετικά πρόσφατη περίοδο της ελληνικής «αρχιτεκτονικής παγκοσμιοποίησης”, περίοδο κατά την οποία γέμισαν οι πόλεις μας με αμελέτητα σε όγκους και ακαλαίσθητα μεγαθήρια, με υαλοπετάσματα και δωρικά ή ιωνικά μεταμοντέρνα κιονόκρανα, στην κορυφή ή στη βάση των κτιρίων, τα περισσότερα από τα σύγχρονα έργα των αρχιτεκτόνων ήταν ευπρεπή, τοποθετημένα όμως σε απόλυτα άξενο περιβάλλοντα αστικό χώρο, στο no man$s land.

 

Η δημόσια παρέμβαση, στο σύνολο του αστικού χώρου, παραμένει ανύπαρκτη. Τι λοιπόν θα χρησιμεύσει ως υπόδειγμα για τους πολίτες, ώστε η απαίτηση αισθητικής απόλαυσης να καταλάβει το πεδίο που της οφείλεται; Τη στιγμή που, εξ όσων γνωρίζω, ακόμη και στις θεσμικές συζητήσεις για την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών των τμημάτων Αρχιτεκτόνων της χώρας αμφισβητείται, από συναδέλφους – διδάσκοντες, ότι αποτελεί συνθετικά ενιαίο αντικείμενο το τρίπτυχο «αρχιτεκτονική / αστικός σχεδιασμός / πολεοδομία”. Είναι βέβαιο ότι ο πρώιμος, δίχως βιώματα, κατακερματισμός του αντικειμένου, σε κάθετες επιμέρους εξειδικεύσεις, δεν συμβάλλει στην παραγωγή και την ανάδειξη της συνολικής αισθητικής του χώρου, ακριβώς δηλαδή αυτής που συνέβαινε να παράγεται παλαιότερα σε όλους τους οικισμούς και τα αστικά κέντρα της χώρας.

 

 

Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε

 

 

\1. Οι παρεμβάσεις αναβάθμισης οφείλουν να αναφέρονται στο σύνολό του ιστού\.

 

Μπορούμε να διαβάσουμε τις πόλεις ως σύνολο πολλαπλών «εμπειριών ? περιεχομένων”, το οποίο διαμορφώνεται από συστήματα χτισμένου και ελεύθερου χώρου, δεμένα το ένα με το άλλο από μια αμφίδρομη σχέση συνάρτησης, τόσο, που είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να αποφανθούμε εάν προεξάρχει το αποτύπωμα των ελεύθερων χώρων έναντι των κατασκευών του δομημένου περιβάλλοντος. Ακολουθούν οι μεν τους δε και αρθρώνονται με διαφορετικές γεωμετρίες.

 

Ο αστικός ιστός στο σύνολό του διαμορφώνει την αισθητική. Ένα γρήγορο μάτι στην ιστορία μάς μαθαίνει ότι οι πόλεις ποτέ δεν σταμάτησαν να αλληλο-ανακαλύπτονται, να ανανεώνονται, να μιμούνται άλλες. Νέες πόλεις γεννήθηκαν με το βλέμμα στραμμένο σε ήδη υπάρχουσες αστικές δομές. Πρέπει να το τονίζουμε συνεχώς ότι ο πολιτισμός γεννιέται από τον πολιτισμό και ο πολιτισμός πασχίζει να εξαπλωθεί για λόγους που σπάνια σχετίζονται με την οικονομία της αγοράς.

 

Σήμερα, η μονομερής επανάχρηση και αναβάθμιση των ιστορικών κέντρων δεν μπορεί παρά να ανήκει στο παρελθόν. Το σύνολο του αστικού τοπίου οφείλει να αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικό αγαθό, όχι μόνο το τμήμα του που παρήχθη χθες, αλλά και αυτό που παράγεται σήμερα. Δεν πρέπει να παραιτηθούμε από την αυτονόητη επιταγή ότι οι πόλεις μας, σε κάθε τους σημείο, πρέπει να μας μιλούν, να μας μορφώνουν, τόσο στο επίπεδο των αισθήσεων όσο και σε αυτό των αισθημάτων. Η «πόλις” πρέπει να είναι παντού παρούσα. Δεν μπορούμε να ζούμε δίπλα της.

 

Δεν είναι δυνατό στα ιστορικά κέντρα και στις πλούσιες συνοικίες να διαμορφώνουν το αστικό τοπίο οι αρμονικές χαράξεις, σχεδιασμένες από τους καλύτερους μαστόρους και στις φτωχές συνοικίες η αναμενόμενη αισθητική απόλαυση να μορφώνεται από τα όρια και τα ακανόνιστα σχήματα των οικοπέδων, όπως έγινε με τις κατ$ εξακολούθηση «εντάξεις στο σχέδιο πόλης” των εκτεταμένων περιοχών αυθαιρέτων. Εάν το δεχτούμε αυτό, τότε δεχόμαστε ως «κανόνα” την ταξικότητα, ότι δηλαδή κάποιες τάξεις αυτονόητα απολαμβάνουν και οι υπόλοιπες όχι.

 

Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι το να ασχολούμαστε μονομερώς με τα ιστορικά κέντρα των πόλεων αποβαίνει εις βάρος του συνόλου του αστικού ιστού. Τα ιστορικά κέντρα υποφέρουν. Υπό το βάρος της πίεσης του μαζικού τουρισμού μετατρέπονται σταδιακά σε «ντίσνεϊλαντ”, ενώ η περιφέρεια μετατρέπεται σε χώρο όπου αναπτύσσεται «το μίσος”.

 

Η δημοκρατική πρόκληση συνίσταται στο να εφεύρουμε τρόπους και να δημιουργούμε συνεχώς προϋποθέσεις ώστε να πραγματοποιούνται αστικές παρεμβάσεις, συνεχείς και ποιότητας, οι οποίες να βασίζονται σε συνολική θεώρηση του τριπτύχου «δομημένη κληρονομιά, δημόσιοι χώροι και κεντρικές δημόσιες λειτουργίες”, για όλους τους πολίτες, αυτόχθονες ή μετανάστες, με στόχο την ανάπτυξη ενός μοντέλου το οποίο να θέτει κάποιους φραγμούς στον κίνδυνο της περαιτέρω διάλυσης της κοινωνικής συνοχής. Το πεδίο δράσης των ΟΤΑ σε αυτόν τον τομέα είναι ευρύτατο, τόσον αυτών που είναι περιφερειακοί στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα όσο και των κεντρικών.

 

 

\2. Τόνωση της μοναδικότητας και σεβασμός στην ιστορικότητα των τοπίων.\

 

Το ίδιο το αστικό τοπίο, έστω και εάν σήμερα είναι υποβαθμισμένο, αποτελεί πολιτιστικό αγαθό. Η σύγχρονη αντίληψη οφείλει να αναγνωρίζει ως «πολιτιστική κληρονομιά” τον συνολικό δομημένο χώρο. Όλα τα κτίρια ? όχι μόνον τα θεωρούμενα διατηρητέα – καθώς και όλες οι αστικές δομές, εάν τους δοθεί η πρέπουσα σημασία, μεταφέρουν μηνύματα και διαμέσου τους υποδηλώνεται ο ειδικός χαρακτήρας κάθε σχηματισμού. Οι πολιτισμοί και οι ιστορίες των πόλεων είναι διαφορετικές και επομένως σε αυτό το χαρακτηριστικό τους πρέπει να δοθεί έμφαση. Στην ανάδειξη της μοναδικότητας της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής τους δομής.

 

Ακόμη και οι μικρής κλίμακας παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στις περιφερειακές συνοικίες των πόλεών μας, προσέδωσαν αυτοεκτίμηση στους πολίτες τους, ότι δηλαδή μπορεί επιτέλους να αισθάνονται περήφανοι που κατοικούν εκεί. Πόσο μάλλον εάν είχε προαχθεί μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση για την αστική και την χωρική ανάπτυξη, η οποία θα εδραζόταν στην κοινωνική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα, σεβόμενη τη μοναδικότητα του εκάστοτε αστικού σχηματισμού.

 

Θα ήταν σκόπιμο μάλιστα να καθιερωθεί δημόσιος διάλογος, προκειμένου να αποτιμηθεί από όλους τους «έγκυρους” φορείς εάν πράγματι υπάρχει ή όχι πολιτισμική βιωσιμότητα στο συνεχώς παραγόμενο δομημένο περιβάλλον, ως μοναδικού συστατικού διαμέσου του οποίου είναι δυνατόν να αναδειχθεί η σχέση αιτίας και αποτελέσματος ανάμεσα στην αρχιτεκτονική παρέμβαση και την αντοχή στο χρόνο της εκάστοτε παραγόμενης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Εάν η απάντηση αποβεί θετική, τότε θα μπορέσουμε να απαντήσουμε αξιόπιστα στην πρόκληση του σεβασμού της μοναδικότητας των αστικών τοπίων. Και σε αυτό το επίπεδο το πεδίο δράσης των ΟΤΑ φαίνεται να είναι ευρύτατο.

 

 

\3. Κριτική αποτίμηση της παραγωγής.\

 

Είναι αυτονόητο ότι το αρχιτεκτονικό έργο ενσωματώνει συγχρόνως σημαντική τεχνική διάσταση και δημιουργική – πολιτιστική λειτουργία. Είναι όμως αξιοπερίεργο ότι ενώ σε όλες τις τέχνες είναι καθιερωμένη και αναμενόμενη η κριτική, τόσο εκ μέρους των ειδικών όσο και του κοινού, στην αρχιτεκτονική γενικά δεν ασκείται τέτοιου είδους διεργασία και, το χειρότερο, δεν αναμένεται να ασκείται, ούτε από τους ειδικούς ούτε από το κοινό. Να σημειωθεί δε ότι η αρχιτεκτονική είναι η μόνη τέχνη η οποία διαθέτει ακόμη «πελάτες”, οι οποίοι αιτούν την παραγωγή σχετικού έργου.

 

Το αξιοπερίεργο καταντά να είναι ακόμη πιο ακατανόητο, εάν ληφθεί υπόψη ότι το αρχιτεκτονικό έργο υποχρεούται ο οποιοσδήποτε να το αντικρίζει, μια και το αποτύπωμά του τοποθετείται με όρους μονιμότητας στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, ενώ αντιθέτως τα λοιπά καλλιτεχνικά έργα προσεγγίζονται κατά κανόνα σε «κλειστό” – επιλεγμένο χώρο, από όποιον επιθυμεί να τα «συναντήσει”.

 

Οι ειδικοί και ιδιαίτερα το σώμα των αρχιτεκτόνων φέρουμε μεγάλη ευθύνη για την μακροχρόνια και «ανέμελη” συμπεριφορά μας, την οποία δεν αποδίδω τόσο στο συντεχνιακό πνεύμα όσο σε μια αρχικώς καθιερωμένη ελιτίστικη αντίληψη καλής συμπεριφοράς (bonnes manieres), μεταξύ του αρχικά μικρού αριθμού αρχιτεκτόνων, η οποία στη συνέχεια παγιώθηκε και την οποία, εάν επιθυμούμε να διεκδικήσει η αρχιτεκτονική την υπόληψη που της οφείλεται από την κοινωνία, οφείλουμε να υπερβούμε.

 

Οι σημερινοί και μελλοντικοί προσανατολισμοί των δράσεων, για την ανόρθωση του πολιτισμικού στάτους της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, είναι σαφείς: η κριτική αποτίμηση διαμέσου ευρύτατου διαλόγου.

 

Όλες οι προσπάθειες, οι οποίες προσφάτως έχουν δειλά αναληφθεί, πρέπει να συνεχιστούν και να ενταθούν, ιδιαίτερα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας παράδοσης στην αναλυτική και επιστημονική κριτική, αλλά και στην αποδοχή της. Διότι όλοι όσοι νοιάζονται για την επιβίωση της πολιτιστικής διάστασης του αρχιτεκτονικού έργου στη χώρα οφείλουν να φροντίσουν για όσα φρόντισαν οι προηγούμενες γενιές: για την ποιότητα του ελληνικού χώρου στο σύνολό του.

 

Οι θεσμικοί φορείς οφείλουν να υπερβούν τις σκοπιμότητες και να συμβάλλουν στην κριτική και την αξιολόγηση του αρχιτεκτονικού έργου και των αρχιτεκτόνων, καθώς και στην ευρεία δημοσιοποίηση των σχετικών πρωτοβουλιών. Η αρχιτεκτονική σήμερα αποτελεί λαϊκό επάγγελμα, ασκείται σε όλη την επικράτεια από σχετικά διευρυμένο σώμα, περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αρχιτέκτονες. Και εδώ οι ΟΤΑ έχουν σημαντικό ρόλο.

 

 

\4. Ο ρυθμιστικός ρόλος της δημόσιας εξουσίας και ο καταλυτικός της αυτοδιοίκησης.\

 

Έχει επισημανθεί ότι, στο τέλος του αιώνα μας, όπου η κοινωνία είναι σε διαδικασία μεταβολών, τα ενοποιητικά οράματα για την πόλη είναι σε κρίση, έχοντας αποτέλεσμα την καθημερινή απομάκρυνση της δημόσιας εξουσίας από την επιτακτική ανάγκη να παίξει τον ρόλο της, είτε επειδή δεν θέλει είτε επειδή δεν μπορεί. Όμως μια πολιτεία δίχως ευθύνες, σε αδυναμία να υπηρετήσει τις αξίες των πολιτών της, εξελίσσεται προς ένα μοντέλο όπου το δημόσιο συμφέρον καθημερινά θα συρρικνώνεται και θα της απομένει ένας και μοναδικός στόχος, αυτός της εξασφάλισης της (ιδιωτικής) ιδιοκτησίας και των όρων αξιοποίησής της.

 

Η αυτοδιοίκηση, η οποία είναι κοντά στους πολίτες, οφείλει:

 

* να προωθήσει την αντίληψη ότι τα ζητήματα της αστικής και της χωρικής ανάπτυξης είναι ιδιαιτέρως σύνθετα, ώστε να καθίστανται μόνον επιχειρησιακά ωφέλιμα και να αντιμετωπίζονται ως υποσύνολα ενός συνόλου, με ασύνδετα επιμέρους τμήματα ή όψεις και

 

* να διεκδικήσει και να κατορθώσει να αναπτυχθεί ένα δημοκρατικό, κατάλληλο και βιώσιμο ποιοτικό αστικό περιβάλλον για όλους τους πολίτες και σε ολόκληρο τον αστικοποιημένο χώρο. Το κατόρθωμα αυτό μπορεί να υποστηριχτεί μόνον από την άσκηση συνολικής πολιτικής, η οποία θα είναι σε θέση να πραγματεύεται όλα τα θέματα και να ενσωματώνει τους στόχους της τοπικής ανάπτυξης στη συνολική στρατηγική, στα πεδία τόσο της χωρικής ανάπτυξης όσο και της ανακαίνισης του υφιστάμενου αστικού ιστού.

 

 

\5. Επανατοποθέτηση των εννοιών «οικονομία – πολιτισμός ? φύση”\.

 

Η ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι θεμελιωμένη στην αρχή αμοιβαιότητας. Ωστόσο εμφανίζεται μία έντονη αντίφαση, όταν αυτή η αρχή χρειάζεται να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις, όπου τις περισσότερες φορές η «ελεύθερη” επιλογή του ατόμου έρχεται σε σύγκρουση με τη συλλογική συνείδηση, θεωρούμενη ως η κεντρική έκφραση του δημόσιου καλού.

 

Πρέπει δηλαδή να απαντηθεί το ερώτημα εάν είναι εφικτό να αποκτήσουν συνοχή τα κατακερματισμένα οράματα για την πόλη, τα οποία σήμερα είναι θεμελιωμένα κατά κύριο λόγο στο «χρηματιστικό” συμφέρον, νοούμενο σε αντίθεση με το «οικονομικό”, ως σαφώς ευρύτερης παραμέτρου η οποία ενσωματώνει τις όψεις:

 

* οικονομία και διάρκεια / αντοχή στο χρόνο, μεταχείριση χώρων και υλικών,

 

* οικονομία και οικολογία (κατανάλωση του χώρου, των υλικών, της ενέργειας), ανάδειξη του συνόλου του αστικού ιστού ? κέντρο και περιφέρεια των πόλεων,

 

* οικονομία και ποιότητα ζωής / εξεύρεση νέων τρόπων σχεδιασμού και οργάνωσης των αστικών και των αγροτικών συστημάτων, εκ νέου διαμόρφωση των τοπίων που έχουν χάσει το πρόσωπό τους από τον μαζικό τουρισμό, ανάδειξη της φόρμας των τοπίων, ολοκληρωμένη ενσωμάτωση των μεγάλων βιομηχανικών τόπων ή των εγκαταλειμμένων χώρων μεταφορών.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι:

 

* στον αιώνα μας, οι ευρωπαϊκές πόλεις αναπτύχθηκαν καταναλώνοντας μεγάλες περιφερειακές εκτάσεις, όπου χωροθετήθηκαν μονολειτουργικές ζώνες «αμιγούς κατοικίας” και «μεγάλων υποδομών” εκτός κλίμακας,

 

* σήμερα «φύση και δομημένο περιβάλλον” αναμειγνύονται και δημιουργούν ένα τοπίο δίχως τάξη, δίχως αισθητική,

 

* η διαχείριση των πόλεων και των αγροτικών περιοχών γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, με πολλούς εμπλεκόμενους, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται καθημερινά και οι οποίοι δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν κοινή γλώσσα.

 

Τα μακροπρόθεσμα: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση διαμέσου του Συμβουλίου των Περιφερειών της Ε.Ε. μπορεί να προωθήσει κατάλληλο θεσμικό υπόβαθρο, αλλά ακόμη και να απαιτήσει τη δημιουργία Ειδικής Γενικής Διεύθυνσης Αστικού Σχεδιασμού.

 

Τα άμεσα: Το ερώτημα που παραμένει εκκρεμές και αναπάντητο είναι εάν και κατά πόσο είναι ικανές οι υφιστάμενες δομές και οι πόροι του Γ$ ΚΠΣ να κατευθυνθούν καταλλήλως ώστε να ανατάσσεται καθημερινά η θεωρούμενη «φυσική” πορεία των πραγμάτων, όπου η αισθητική της πόλης δεν συμβαδίζει με την ποίηση. Σε όλους εσάς (τους παρόντες δημάρχους) απομένει να αποδείξετε το αντίθετο.

 

 

* Η Ράνια Κλουτσινιώτη είναι αρχιτέκτονας – πολεοδόμος.

 

 

(1) Πρόκειται για ανακοίνωση, που έγινε στο πρόσφατο συνέδριο της ΚΕΔΚΕ στη Ζάκυνθο, με κεντρικό θέμα «Πόλη και πολιτισμός” και σε συγκυρία που ασφαλώς παραπέμπει στις προσεχείς δημοτικές εκλογές. Δεν επρόκειτο να σκεφτώ να τη δημοσιεύσω αλλού, μια και θα συμπεριληφθεί στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου, εάν δεν συνέβαινε το απίστευτο φαινόμενο, της αποχώρησης δηλαδή από την αίθουσα του 90% των συνέδρων, αμέσως μετά τους επίσημους χαιρετισμούς, με πρώτον τον πρόεδρο της ΚΕΔΚΕ, που μας είχε καλέσει και που με την ευκαιρία τον ευχαριστώ για την τιμή. Σκέφτομαι λοιπόν ότι εάν οι δήμαρχοι και οι άνθρωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν τις ανακοινώσεις των πολυπληθών καλεσμένων τους «ειδικών”, πολύ περισσότερο δεν θα το κάνουν διαβάζοντας τα πρακτικά. Δεν μπορώ να μη σημειώσω και ελπίζω να μην αδικώ κανέναν, ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύκλου των ανακοινώσεων της πρώτης ημέρας, όπου και εγώ, ήταν παρόντες μόνον τρεις δήμαρχοι: ο Γιώργος Ιωακειμίδης, δήμαρχος Ρέντη, ο Κυριάκος Ντηνιακός, δήμαρχος Χαϊδαρίου και ο Χρήστος Παλαιολόγος, δήμαρχος Λειβαδιάς. Οποιαδήποτε αναφορά στις πολιτικές αντιλήψεις και των τριών περιττεύει.

 

Για το ΚΤΕΛ και το εισιτήριο και όχι μόνο:

Για το ΚΤΕΛ και το εισιτήριο και όχι μόνο:

Με τις νέες αυξήσεις από Σπερχογεία (Νοσοκομείο –Καλαμάτα 5χιλ ) από 1.40 ευρώ πήγε στο 1.60ευρώ (για Αρφαρά είναι 10λεπτά παραπάνω ,δηλαδή, 1.70)

Ερωτήσεις :

1)      δεν είναι πολύ μεγάλο το ποσό – το οποίο μετ επιστροφής φτάνει στα 3.20 ευρώ \άτομο;

2)      Δεν υπάρχει εισιτήριο διαρκείας, γιατί;

3)      Δεν υπάρχει συνεργασία με την αστική συγκοινωνία με αποτέλεσμα , αν ένας θέλει να πάει στην παραλία  πχ για μπάνιο (από τη Σπερχογεία , τη  Μεσσήνη ή τη Θουρία ) , να χρειάζεται επί πλέον άλλα 0,90 +0,90 ήτοι 1,80 ευρώ ( το οποίο και αυτό μάλλον τώρα θα έχει ακριβύνει ) . άρα για ένα μπάνιο χρειάζεται κάποιος 5 ευρώ και μια 4μελής οικογένεια 16ευρώ. Να γιατί λοιπόν παίρνει ο άλλος το ΙΧ του και να γιατί η μετακίνηση τείνει πλέον να γίνει εφιάλτης για τον απλό κοσμάκη.

4)      Με ποιο καθεστώς νομικό( και μονοπωλιακό ) το ΚΤΕΛ  μεταφέρει με τα ίδια πούλμαν και τους μαθητές και τους άλλους επιβάτες ; (πληρώνεται άραγε από το κράτος για αγκαζέ λεωφορεία για τους μαθητές ή για μικτά ; )

5)      και άραγε, όταν ένα χωριό ή μάλλον όταν τα περισσότερα χωριά του νομού , περιμένουν να εξυπηρετηθούν στις 07.30 το πρωί και να επιστρέψουν στις 0200 το μεσημέρι, μαζί με τους μαθητές  (κάτι που ισχύει από το -60 σχεδόν), -είναι αυτό εξυπηρέτηση ή καταδίκη ; και ποια η ευκινησία για την μετακίνηση στην τοπική κωμόπολη ή για άλλες δουλειές πχ για τα απογευματινά φροντιστήρια ή πχ για μπάνιο το καλοκαίρι ένα σωρο ανθρώπων;

6)      Πρέπει να δούμε τη μονοπωλιακή κατάσταση – τα προνόμια του ΚΤΕΛ  – πρέπει να δούμε γιατί απαγορεύεται στους δήμους να έχουν μικρά πουλμανάκια για την εξυπηρέτηση των κατοίκων κλπ

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΕΥΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΟΤΗ ΣΚΥΛΛΑ ΤΟΥ ΚΤΕΛ ΚΑΙ ΤΗ ΧΑΡΥΒΔΗ ΤΟΥ ΙΧ

 

Ας κάνουμε κάτι –ας ξεκινήσουμε να μαθαίνουμε την μυστική κατάσταση του κατεστημένου στον τομέα αυτό.

 

Καλαμάτα 05-01-10                 Μαστ Γιάννης

T. Παπαιωαννου: Η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη

Ε 26.07.08 Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ  Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

2 – 26/07/2008

«Οι μεγάλες ιδέες διατρέχουν την ιστορία των πόλεων και τη διαμορφώνουν», υποστήριζε ο Aldo Rossi. Οι πόλεις ΕΙΝΑΙ αυτές οι ιδέες! Αυτές συγκροτούν τη δομή τους, οργανώνουν τη χάραξή τους, καθορίζουν τη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον, αποτυπώνονται στα οικοδομικά τετράγωνα, «ορθώνουν» τέλος τα μνημεία τους.

 

 

 

 

 

Αποσπάσματα από graffiti στους δρόμους της Αθήνας

Η πόλη ως έργο τέχνης των χεριών του ανθρώπου, είναι η πόλη της καθημερινότητας, αλλά και η πόλη των ακραίων καταστάσεων και γεγονότων. Είναι οι ήσυχες και ξέγνοιαστες στιγμές μας, αλλά ταυτόχρονα και εκείνες της τραγικότητας των πυρκαγιών ή των πλημμυρών. Είναι οι στιγμές διασκέδασης και αναψυχής, αλλά και οι κραυγές απόγνωσης των ανθρώπων όταν βλέπουν να καταστρέφεται και να αφανίζονται εν ριπή οφθαλμού το βιος και οι προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής. Η πόλη, λοιπόν, δεν είναι η εικόνα της, αλλά η βαθύτερη (και μερικές φορές κρυμμένη) αλήθεια της που την πραγματώνει και την ουσιώνει. Αυτό όμως δεν υπαινίσσεται και η τέχνη; Το φευγαλέο, το κρυφό, το καθημερινό, το ασήμαντο.

 

Η πόλη παρουσιάζεται ως συνεχές και αέναο παλίμψηστο κοινωνικών γεγονότων. Κάθε τοποθεσία της πόλης είναι φορτωμένη με μνήμες. Κάθε σημείο της συμπυκνώνει πολλαπλά βιώματα, διαφορετικών χρονικών περιόδων, ενώ σημαίνει για κάθε έναν από εμάς διαφορετικά πράγματα. Η γωνία ενός δρόμου π.χ. θυμίζει σε κάποιον το σημείο των εφηβικών του ραντεβού, ενώ για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι η ίδια ακριβώς γωνία που τον συνέλαβαν στη φοιτητική διαδήλωση… Στις απόμερες γωνίες, στους δρόμους και τις πλατείες, στα κτίρια και στις γειτονιές της πόλης γράφεται η ιστορία της.

 

Αστείρευτη πηγή

 

Αυτή ακριβώς η πολυσημία της πόλης θεμελιώνει παράλληλα και καλλιτεχνικές δράσεις. Η πόλη λειτουργεί ως τεράστια και αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων και έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Το χρονικό της Τέχνης» ο Ε.Η. Gombrich αναφέρει: «Στην πραγματικότητα, η τέχνη δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον οι καλλιτέχνες». Αυτό δεν είναι; Οι καλλιτέχνες, δηλαδή οι άνθρωποι!… Της πόλης, της υπαίθρου, του χθες και του αύριο. Ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη τη ζωοποιό επικοινωνία με τον κόσμο, την πόλη, το κοινωνικό γίγνεσθαι.

 

Η τέχνη ως τελικό αποδέκτη έχει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από εκεί γεννιέται και για εκεί προορίζεται. Το έργο τέχνης και η πόλη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης παίρνει -δανείζεται τρόπον τινά- και με τη σειρά του επιστρέφει και τροφοδοτεί την πόλη με έργα τέχνης. Είναι (και) αυτά τα έργα που συνδιαμορφώνουν την πόλη και τη μορφή της. Δημιουργείται έτσι με το κύλισμα του χρόνου μια αέναη ανταλλαγή, ένα πάρε-δώσε που κάνει αλληλένδετη και αδιάρρηκτη τη σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – πόλης. Το έργο τέχνης περιέχει την πόλη και η πόλη το έργο τέχνης. Η τέχνη, όπως και η αρχιτεκτονική, εκφράζει τη ζωή των ανθρώπων και διηγείται με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία τους. Είναι σημαντική παράμετρος όχι μόνο διαμόρφωσης, αλλά και ύπαρξης του αρχιτεκτονικού χώρου.

 

Από τις καταβολές της ζωγραφικής και την εμφάνιση των πρώτων βραχογραφιών με παραστάσεις ζώων στα σπήλαια Αλταμίρα και Λασκό, μέχρι τα πολύχρωμα graffiti στους τοίχους σήμερα, η τέχνη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο κατοίκησης των ανθρώπων. Ο καλλιτέχνης πάντοτε προσδοκούσε την ελεύθερη και ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Να μοιραστεί τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις ματαιώσεις του… και η πόλη είναι το πιο άμεσο περιβάλλον του. Εκεί άλλωστε ζει, αυτή λατρεύει και αυτή μισεί!

 

Τα τελευταία χρόνια η ζωγραφική φαίνεται να εγκαταλείπει το τελάρο και ξαναγυρνά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Στον τοίχο. Γίνεται ξανά τοιχογραφία (έστω και παράνομη) και συνδέεται με την αρχιτεκτονική στα πιο πολυσύχναστα σημεία της σύγχρονης πόλης. Απλώνεται στον δημόσιο χώρο και γίνεται κτήμα όλων των πολιτών, εικαστικό στοιχείο ή σχολιασμός της καθημερινότητας. Σαν να θέλει η ζωγραφική να αποδράσει από τις καλά φυλασσόμενες αίθουσες των μουσείων ή των δημοπρασιών που την εκποιούν και την εμπορεύονται και να πάει η ίδια αυτή τη φορά, ελεύθερη, να συναντήσει τον κόσμο. Η τέχνη, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, πλησιάζει ξανά τους απλούς πολίτες, στην πιο άμεση μορφή της, ως έκφραση διαμαρτυρίας, αντίδρασης και απόγνωσης για το ανοίκειο, εχθρικό και απάνθρωπο περιβάλλον των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

 

Την ίδια στιγμή όμως παρατηρούμε και το αντίθετο φαινόμενο. Τα graffiti τα παραγγέλνουν και τα πληρώνουν συχνά διάφοροι ιδιωτικοί φορείς, ακόμη και το υπουργείο Παιδείας, ενώ πληθαίνουν οι αποκαλούμενοι «καλλιτέχνες του δρόμου» που ο ένας μετά τον άλλον κάνουν εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία, νομιμοποιώντας έτσι αυτό που υποτίθεται ότι ήθελαν να καταγγείλουν. Το σύστημα αλέθει και καταβροχθίζει. Εχει την καταπληκτική ικανότητα να απονευρώνει και να στρογγυλεύει κάθε τι ανατρεπτικό και επικίνδυνο. Η ζωγραφική δεν φεύγει εν τέλει από το τελάρο, αλλά πάει μόνο εκεί που τη θέλει ο μαζικός θεατής. Πάει στην ευκολία του. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η τέχνη γενικότερα, μπορούν να φορέσουν ό,τι μανδύα θες – αρκεί να πληρώνονται!

 

Πολλές αφετηρίες

 

Το έργο τέχνης έχει τελικά πολλές αφετηρίες και πολλές εκφάνσεις, και παρ’ όλο που υπάρχει καθ’ εαυτό, δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε ανεξάρτητα από τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο πραγματοποιήθηκε. Γιατί, όπως γράφει ο Μπόρχες: «Το παρόν δεν ακινητοποιείται. Ενα καθαρό παρόν είναι αδιανόητο: θα ‘ταν ανύπαρκτο. Το παρόν περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος του παρελθόντος και ένα μέρος του μέλλοντος».

 

Αυτό δεν προσπαθεί όμως να κάνει ο καλλιτέχνης; Να αιχμαλωτίσει το φευγαλέο παρόν, να «παγώσει» τη στιγμή, το τώρα; Να δώσει τη δική του απάντηση στον στοιχειωμένο κύκλο της ζωής και του θανάτου, να συντροφεύσει την αδυσώπητη μοναξιά του και αυτή η υπαρξιακή αγωνία θα παραμένει πάντοτε ίδια για τον καλλιτέχνη, του παρόντος και του μέλλοντος. Απομονώνει γεγονότα από την καθημερινότητα και τα τονίζει με το δικό του ιδιαίτερο βλέμμα αναδεικνύοντας τις κρυφές πτυχές τους. Γεγονότα που άλλα ξεθωριάζουν και χάνονται για πάντα και άλλα που μόλις τώρα γεννιούνται. Αυτή την ιδιότυπη και παράδοξη συνύπαρξη του χθες και του αύριο που κρυσταλλοποιούνται στο σήμερα αφηγείται η τέχνη.

 

Η καλλιτεχνική δημιουργία αναφέρεται ταυτόχρονα και στις δύο αυτές διαστάσεις, συνδέοντας και αποσυνδέοντας την παράμετρο του χώρου από τον χρόνο. Το καινούργιο, άλλωστε, εμπεριέχει μέσα του το πολύ παλαιό, αλλά την ίδια στιγμή και ψήγματα από αυτό πού δεν έχει υπάρξει ακόμη. Πηγάζει μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη παράδοση, την ανθρώπινη σκέψη. Τις ιδέες εκείνες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Η κρυφή, υποδόρια ενέργεια που τροφοδοτεί την αληθινή δημιουργία άλλωστε, είναι η ανασφάλεια και η αμφιβολία και όχι φυσικά οι επίπλαστες βεβαιότητες. Εκεί, πάνω στο έδαφος της αβεβαιότητας χτίζει κανείς, εκεί στηρίζεται για να δουλέψει, για να συνεχίζεται η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη όσο συνεχίζεται κι αυτή η ίδια η ζωή.