Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΤΑ

Sharing is caring!

ΤΟΠΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΣ


Καλλιόπη Σπανού Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη

Η αυτοδιοίκηση εμφανίζεται στο λόγο των αιρετών αλλά και των πολιτών ως αυτονόητα να ταυτίζεται με τη δημοκρατία. Όσο πιο θετικά αντιμετωπίζει κανείς την τοπική αυτοδιοίκηση τόσο περισσότερο τείνει να κάνει αυτή την ταύτιση. Ωστόσο, ποτέ ο προβληματισμός δεν υπηρετήθηκε από αυτονόητες αλήθειες. Αντίθετα, υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι η αντίληψη αυτή αποτελεί ένα ιδανικό το οποίο στην πράξη δεν επαληθεύεται πάντα.

Το ερώτημα είναι συνεπώς, ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αυτοδιοίκησης που της επιτρέπουν να διεκδικεί μια αμεσότερη σχέση και σύνδεση με τη δημοκρατία. Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι αυτοσκοπός. Μέσω αυτής επιζητείται μια διαφορετική ποιότητα σχέσης με τους πολίτες. Το μέτρο αξιολόγησής της δεν μπορεί συνεπώς να είναι παρά η σχέση της με τους πολίτες.

Δύο a priori χαρακτηριστικά του θεσμού αποτελούν ταυτόχρονα βασικά ζητούμενα σ’ αυτή την κατεύθυνση:

  1.  Ο συλλογικός αυτοκαθορισμός μέσω της ανάδειξης αιρετών εκπροσώπων και
  2. Η εγγύτητα του πολίτη προς την τοπική εξουσία, στην οποία συμβάλλει και το μικρό σχετικά μέγεθος των αυτοδιοικούμενων μονάδων και το είδος αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται, δηλ. οι τοπικές υποθέσεις.

Από δύο αυτά στοιχεία απορρέουν η μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών και η ουσιαστικοποίηση της παρέμβασής τους. Ενισχύονται δε οι προϋποθέσεις καλύτερης επικοινωνίας πολιτών και τοπικής εξουσίας και μεγαλύτερης ανταπόκρισης της δεύτερης στις ανάγκες και τις προσδοκίες των πρώτων. Πέραν όμως από την ιδεατή κατάσταση την οποία περιγράφουν αυτά τα χαρακτηριστικά, η ΤΑ αποτελεί επίσης χώρο πολιτικού ανταγωνισμού και φιλοδοξιών. Σε ποιο βαθμό διατηρούν οι πολίτες τη θέση που θα έπρεπε να έχουν στις προτεραιότητες των αιρετών –πέραν της στιγμής των εκλογών; Ορισμένα στοιχεία από δημοσκόπηση που διεξήγαγε η εταιρία MRB για λογαριασμό του ΙΤΑ είναι ενδεικτικά της αντίφασης που εμφανίζεται στην πράξη ανάμεσα στα ιδανικά που υπηρετεί ο θεσμός της ΤΑ και σε μια πραγματικότητα που αρκετές φορές διαψεύδει τις προσδοκίες.

Με λίγα λόγια, τα ευρήματα της δημοσκόπησης μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: η επιρροή της αυτοδιοίκησης στην πορεία των πραγμάτων υπολείπεται του ρόλου που θα μπορούσε να παίξει. Με μια φράση, τρία στοιχεία προκύπτουν από τη δημοσκόπηση: 1) η ΤΑ δεν επηρεάζει αρκετά, 2) θα έπρεπε να επηρεάζει 3) αλλά οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται αρκετά. Εμφανίζει δηλαδή χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης αν και συγκαταλέγεται μεταξύ των θεσμών που θα έπρεπε να έχουν μεγαλύτερη επιρροή. Σημαντικό επίσης είναι να αναφερθεί η διάχυτη αμφιβολία για τη διαφάνεια με την οποία διαχειρίζεται τους όποιους πόρους διαθέτει (64,6%), πράγμα το οποίο αναπόφευκτα αντανακλάται στον χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης.

Ενώ λοιπόν η συζήτηση για την ΤΑ συχνά επικεντρώνεται σε ζητήματα αρμοδιοτήτων και πόρων που είναι αναμφισβήτητα σημαντικά, πιο κρίσιμο αναδεικνύεται το ζήτημα της αξιοπιστίας της, της εμπιστοσύνης την οποία απολαμβάνει εκ μέρους των πολιτών.

Πώς όμως κερδίζεται η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη;

Η ιδιαιτερότητα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης έγκειται στο γεγονός ότι διοικούνται από όργανα αιρετά, που διαθέτουν άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση. Η νομιμοποίηση αυτή έχει όμως νόημα μόνο σε ένα πλαίσιο σεβασμού των κανόνων που προδιαγράφουν τις αρμοδιότητές της και τους τρόπους ελέγχου τους. Καμιά εξουσία δεν νοείται ως ανέλεγκτη σε μια δημοκρατία.

Από την άλλη πλευρά, η εγγύτητα με την τοπική κοινωνία που συμβάλλει στην καλύτερη αντίληψη των προβλημάτων, εκθέτει τους αιρετούς στις, συχνά αντιφατικές, πιέσεις επιμέρους συμφερόντων. Η ΤΑ είναι όμως εκεί πρώτα απ’ όλα για να εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον της τοπικής κοινότητας που την ανέδειξε. Οφείλει συνεπώς να δείχνει σεβασμό τόσο στον πολίτη όσο και στην αποστολή της. Ο σεβασμός αυτός περνάει από την τήρηση των ουσιαστικών και διαδικαστικών προδιαγραφών της δράσης της. Από το σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών, ακόμη και όταν η τοπική αρχή έχει την ευχέρεια να αποφασίσει κατά την κρίση της.

Στο σημείο αυτό η εμπειρία του Συνηγόρου του Πολίτη μπορεί να αναδείξει περιπτώσεις και συμπεριφορές οι οποίες κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στην ανάπτυξη εμπιστοσύνης και τη διαμόρφωση θετικής εικόνας για την ΤΑ. Θα αναφερθούν στη συνέχεια ενδεικτικά ζητήματα στα οποία φαίνεται ότι ο κακός χειρισμός εκ μέρους του ΟΤΑ κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών σ’ αυτούς και δημιουργεί ένα χάσμα μεταξύ τους το οποίο υπονομεύει τη θεωρητική τους εγγύτητα.

Οφειλές των Ο.Τ.Α προς τρίτους από απαλλοτριώσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις

Το θέμα αυτό έχει απασχολήσει συστηματικά τον Συνήγορο τους Πολίτη και έχει επανειλημμένα καταγραφεί στις ετήσιες εκθέσεις των ετών 2002, 2003 και 2005 και σε Ειδική Έκθεση για τις δεσμεύσεις ιδιοκτησίας το 2005 (Στοιχεία προσβάσιμα στο site  www.synigoros.gr).

Σημαντική κατηγορία υποθέσεων αποτελούν οι δεσμεύσεις ιδιοκτησιών και απαλλοτριώσεις οι οποίες δεν ολοκληρώνονται με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Πρόκειται ειδικότερα για επί μακρόν δέσμευση της ιδιοκτησίας χωρίς κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή παροχή άλλης μορφής αποζημίωσης, διατήρηση της κηρυχθείσας και μη συντελεσθείσας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για διάστημα που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, επανεπιβολή της χωρίς τη συνδρομή των νομίμων υποθέσεων καθώς και για καθυστερήσεις ή για μη καταβολή της αποζημίωσης στους δικαιούχους για διάστημα που υπερβαίνει κάθε έννοια εύλογου χρόνου και μπορεί μάλιστα να ξεπερνά τα δέκα χρόνια. Του θέματος επιλήφθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το 2001.

Η υπέρμετρη δέσμευση των περιουσιακών δικαιωμάτων των πολιτών δικαιολογείται με επίκληση ποικίλων λόγων: εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, προστασία πολιτιστικού περιβάλλοντος, εκτέλεση δημοσίων έργων και προστασία του περιβάλλοντος και κυρίως, οικονομική αδυναμία.

Η μόνιμη επωδός της έλλειψης πόρων λιγότερο απαλλάσσει από τις ευθύνες και περισσότερο φανερώνει κακό προγραμματισμό και έλλειψη σχεδιασμού που απολήγει στην επιβάρυνση των πολιτών με δεσμεύσεις της δυνατότητας απόλαυσης περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Συχνά μάλιστα, το αρχικό ακίνητο έχει πλέον αλλοιωθεί (π.χ. δρόμος), ενώ ο ιδιοκτήτης του δεν έχει λάβει την αποζημίωση και παραμένει για χρόνια όμηρος του δήμου. Με αφορμή την διερεύνηση 800 και πλέον υποθέσεων πολιτών παρατηρείται ότι οι ΟΤΑ συχνά αρνούνται να εκτελέσουν δικαστικές αποφάσεις ή αποφάσεις συλλογικών οργάνων και επιτροπών που ασκούν έλεγχο νομιμότητας στις αποφάσεις τους, καθώς επίσης και να εφαρμόσουν την υφιστάμενη νομοθεσία περί άρσης της απαλλοτρίωσης. Ο Συνήγορος του Πολίτη πολλές φορές, διαμεσολαβεί αναζητώντας λύση και τελικά βοηθώντας και τον ΟΤΑ που ενδιαφέρεται να βρει λύση, όπως σε περίπτωση που προτάθηκε και έγινε εκατέρωθεν αποδεκτή η τμηματική καταβολή ενώ απεφεύχθη πλειστηριασμός ακινήτου του δήμου από τους ενδιαφερομένους.

Μια άλλη διάσταση του προβλήματος των οφειλών των δήμων προς τρίτους είτε για απαλλοτριώσεις είτε για άλλους λόγους (π.χ. διαφόρων ειδών συμβάσεις κυρίως για παροχή υπηρεσιών) είναι ενδεικτική αδιαφορίας και έλλειψης σεβασμού των δικαιωμάτων των πολιτών. Δυο σχετικά πρόσφατοι νόμοι (ν. 3202/2003 αρθ.30, ν.3242/2004 αρθ. 19) παρέχουν στους ΟΤΑ τη δυνατότητα να λάβουν δάνεια με προνομιακούς όρους από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ιδιώτες. Η χορήγηση των δανείων αφορά την εξόφληση συγκεκριμένων ως προς το πρόσωπο των οφειλετών υποχρεώσεων με βάση τις ονομαστικές καταστάσεις που συντάσσει ο Ο.Τ.Α. Έχει όμως παρατηρηθεί ότι, ενώ τα δάνεια χορηγούνται για την εξόφληση τέτοιων υποχρεώσεων, οι σχετικοί πόροι χρησιμοποιούνται για άλλες δραστηριότητες. Στην προκειμένη περίπτωση το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικής αλλά και νομικής τάξεως, εφόσον πρόκειται για προφανή παράνομη διαχείριση.

Η αντιµετώπιση αυτών των μορφών κακοδιοίκησης μπορεί να γίνει µε τον έγκαιρο προγραµµατισµό των δαπανών και τη µη ανάθεση έργων ή επιβολής απαλλοτρίωσης, σε περίπτωση που δεν έχει εγγραφεί το σχετικό κονδύλι.

Οι ΟΤΑ δεσμεύονται από τους βασικούς κανόνες δικαίου που διέπουν τις συναλλαγές και ορίζουν τις υποχρεώσεις των οφειλετών καθώς και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δράση των οργάνων τους. Η απροθυμία αρκετών ΟΤΑ να σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους ως οφειλέτες σε τρίτους –πέραν της ταμειακής αδυναμίας- αιτιολογείται πολλές φορές με το επιχείρημα ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις προκύπτουν από ενέργειες της προηγούμενης δημοτικής αρχής. Η συγκεκριμένη αιτιολογία όμως αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή της συνέχειας που διέπει τη διοικητική δράση και αυτό σε μια ευνομούμενη πολιτεία δεν είναι ανεκτό.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες να επιτύχουν την εξόφληση οφειλών του δημοσίου προς αυτούς συνιστούν αναμφισβήτητα κατάλοιπο άλλων εποχών, στις οποίες η σχέση κράτους-πολιτών είχε αποκλειστικά εξουσιαστικό χαρακτήρα. Η εμπέδωση του κράτους δικαίου αλλά και των δημοκρατικών αξιών ανακαθόρισε τους όρους της σχέσης αυτής.

Ανταποδοτικά Τέλη. Αδικαιολόγητες και αιφνιδιαστικές αυξήσεις (Βλ. Ετήσια Έκθεση 2004)

Μια μεγάλη κατηγορία θεμάτων που απασχολούν τον Συνήγορο του Πολίτη αφορά την επιβολή ανταποδοτικών τελών για την κάλυψη ταµειακών αναγκών χωρίς να υφίσταται ανταποδοτικός χαρακτήρας για τις παρεχόµενες υπηρεσίες. Διάφοροι λόγοι προβάλλονται σχετικά (π.χ. τέλος ρύπανσης, παράτασης ταφής, γάμου, ανάπτυξης περιβάλλοντος, υπηρεσιών ύδρευσης κλπ.), χωρίς όμως να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις ανταποδοτικότητας. Τα ανταποδοτικά πρέπει να πληρούν δύο προϋποθέσεις: αφενός να αποτελούν αντάλλαγμα μιας ειδικής παροχής που προσφέρεται αποκλειστικά στους βαρυνόμενους με αυτά, αφετέρου το ύψος τους να είναι ανάλογο προς το ύψος της αντιπαροχής, της οποίας μπορεί να κάνει χρήση ο πολίτης. Περαιτέρω, ο ειδικός χαρακτήρας των τελών δεν επιτρέπει την επιβολή τους για έργα που αποτελούν νομοθετημένο αντικείμενο των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ, η χρηματοδότηση των οποίων γίνεται από άλλα τακτικά έσοδά τους.

Σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι όροι αυτοί, η επιβολή τελών αποτελεί φορολογία, αρμοδιότητα την οποία μέχρι στιγμής δεν έχει αναλάβει άμεσα η ΤΑ. Επιπλέον όμως, συχνά τα τέλη επιβάλλονται αιφνιδιαστικά, χωρίς ενημέρωση των πολιτών και αναζητούνται μετά από πολλά χρόνια συσσωρευμένες οφειλές.

Συλλογικές υποδομές και αστικό περιβάλλον

Μια άλλη μεγάλη κατηγορία θεμάτων αρμοδιότητας της ΤΑ αφορά την υποβάθμιση της ποιότητας δημοσίων αγαθών και συλλογικών υποδομών. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της υποβάθμισης της ποιότητας του πόσιμου νερού, (Ετήσια Έκθεση 2004), η οποία οφείλεται είτε σε μόλυνση του νερού από μικροβιακό φορτίο προκαλούμενο από ανθρωπογενείς δραστηριότητες (π.χ. γειτνίαση με αποχετευτικούς αγωγούς και απορροφητικούς βόθρους), είτε σε χημική ρύπανση εξαιτίας βιομηχανικών ή αγροτικών δραστηριοτήτων ή σε εισροή θαλάσσιου ύδατος στα υδροφόρα στρώματα λόγω υπεράντλησης, ή ακόμη σε επιβάρυνση της ποιότητας του νερού λόγω πλημμελούς καθαρισμού και συντήρησης των δεξαμενών και του δικτύου ύδρευσης. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, τα δίκτυα έχουν κατασκευαστεί κατά τη δεκαετία ’60 – ’70 με αποτέλεσμα διαρροές και θραύσεις.

Απολύτως συναφές είναι το ζήτημα της ανεπαρκούς παρακολούθησης και ελέγχου της ποιότητας του πόσιμου ύδατος. Ο πλημμελής έλεγχος της ποιότητας του πόσιμου νερού αλλά και ο έλεγχος και η συντήρηση των δικτύων ύδρευσης αποτελούν σοβαρή παράλειψη της διοίκησης, με πιθανές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, οι ενδιαφερόμενοι πολίτες που αναζητούν τη σχετική πληροφορία αντιμετωπίζονται αρνητικά, και δεν τους παρέχεται πρόσβαση σε ένα ζήτημα στο οποίο έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν την πραγματικότητα.

Ένας δήμος είναι στη ουσία οι κοινόχρηστοι χώροι του. Εκεί φαίνεται η μέριμνα για τους δημότες, για την ποιότητα της καθημερινής ζωής. Και ο επισκέπτης ακόμη από αυτό κρίνει πόσο καλός είναι ο δήμος. Η διαχείριση και αξιοποίησή τους ανατίθεται στους ΟΤΑ, αρμοδιότητα που πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο που προδιαγράφεται νομοθετικά από δύο όρους: 1) να μην αναιρείται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τους και 2) και να προάγεται η κοινή ωφέλεια.

Συνήθως όμως οι κοινόχρηστοι χώροι είναι παραμελημένοι σε σημείο που είτε να υποβαθμίζονται ως προς τη χρήση τους είτε και να τη χάνουν τελείως, όταν για παράδειγμα καταλαμβάνονται από διαφόρων ειδών επαγγελματίες, καταστηματάρχες και κατ’ αυτό τον τρόπο ιδιωτικοποιούνται (Ετήσια Έκθεση 2005). Κρίσιμη μεταξύ άλλων επίπτωση της ιδιωτικοποίησης του κοινοχρήστου χώρου είναι ο αποκλεισμός ιδίως οικονομικά ασθενέστερων πολιτών.

Οι κοινόχρηστοι χώροι (πεζοδρόμια, πλατείες κλπ.) αποτελούν βέβαια πηγή εσόδων για τους δήμους. Αυτός είναι ένας βαθύτερος λόγος για τον οποίο οι ΟΤΑ είτε υπερβάλλουν στην παραχώρηση αδειών είτε απέχουν από το συστηματικό έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων για υπερβάσεις της άδειας στις οποίες προχωρούν οι ενδιαφερόμενοι καταστηματάρχες (π.χ. με την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων). Η σύμπτωση συμφερόντων Δήμου και καταστηματαρχών ακυρώνει όμως την προσδοκία και το δικαίωμα κοινής χρήσης των χώρων αυτών, υποβαθμίζοντας το αστικό περιβάλλον. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, άλλοι επιχειρηματίες θίγονται ειδικά, διότι δυσχεραίνεται ή αποκλείεται η πρόσβαση των πελατών τους στο κατάστημά τους.

Άλλες περιπτώσεις αναίρεσης της κοινής χρήσης εμφανίζονται με τη μορφή κατάληψης των χώρων αυτών με αυθαίρετες και παράνομες κατασκευές είτε ιδιωτών (π.χ. σε αιγιαλό) είτε και του ιδίου του δήμου (π.χ. σε πλατείες), τις οποίες ο δήμος αρνείται αμέσως ή εμμέσως να κατεδαφίσει. Οι δικαιολογίες είναι ποικίλες αλλά δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα στο νόμο ενώ προσχηματικά μπορεί να γίνεται επίκληση συναρμοδιοτήτων.

Υποβάθμιση της κοινής χρήσης εμφανίζεται δυστυχώς συστηματικά σε χώρους πρασίνου, πάρκα και παιδικές χαρές, όπου η έλλειψη φροντίδας για καθαριότητα και ασφάλεια δημιουργεί συνθήκες επικίνδυνες για τη χρήση τους ή τουλάχιστον αποθάρρυνσής της. Αξίζει επίσης να  αναφερθεί η κατάσταση πεζοδρομίων και δρόμων, όπου πολύ συχνά η έλλειψη φροντίδας και συντήρησης καταλήγει σε αδυναμία χρήσης τους είτε λόγω κατάληψης από οχήματα είτε λόγω έλλειψης μέριμνας για τη διέλευση πεζών ή οχημάτων (π.χ. διαφημιστικές πινακίδες σε ακατάλληλα και επικίνδυνα σημεία, σε σημεία όπου κρύβουν πινακίδες της τροχαίας κλπ.) ή ακόμη λόγω της επιφάνειάς τους η οποία συχνά προκαλεί και ατυχήματα με πιθανές συνέπειες υλικές ζημιές, σοβαρούς τραυματισμούς ή και θανάτους. Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονηθεί η έλλειψη μέριμνας για την ανεμπόδιστη πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες σε πεζοδρόμια, δρόμους, δημόσια κτίρια κλπ.

Η ανάθεση της διαχείρισης και αξιοποίησης των κοινοχρήστων χώρων δεν είναι μόνο τρόπος προσπορισμού εσόδων αλλά κυρίως τομέας ευθύνης για τη σωστή λειτουργία τους σε σχέση με τον προορισμό τους. Έτσι, για παράδειγμα, οι παιδικές χαρές οφείλουν να διασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για ασφαλές παιχνίδι των παιδιών, τα πεζοδρόμια και οι δρόμοι  την ασφαλή διέλευση πεζών και οχημάτων αντίστοιχα. Χαρακτηριστική όμως περίπτωση ελλιπούς κατανόησης της ευθύνης εκ μέρους των ΟΤΑ είναι η συντήρηση των δρόμων και η αποφυγή προβλημάτων (π.χ. κατάσταση οδοστρώµατος αλλά και του περιβάλλοντος χώρου, όπως ζηµιές από πτώση κλαδιών ή και δέντρων) που μπορεί να δημιουργήσουν κινδύνους για τους διερχόμενους. Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει εκπονήσει σχετικά Ειδική έκθεση (2004) στην οποία επισημαίνει την αντικειμενική ευθύνη των ΟΤΑ για τα προβλήματα του οδοστρώματος και προτείνει εξώδικη συμβιβαστική διαδικασία αποζημίωσης σε περιπτώσεις υλικών ζημιών.

Ζητήματα αστικής και δημοτικής κατάστασης

Η τήρηση αστικής και δημοτικής κατάστασης δεν αποτελεί τοπική υπόθεση αλλά ανατίθεται στους ΟΤΑ από το κράτος και ασκείται για λογαριασμό του, βάσει κανόνων που αυτό θέτει. Στις περιπτώσεις αυτές, το ειδικότερο νομοθετικό πλαίσιο ορίζει τις προϋποθέσεις, διαδικασίες και προθεσμίες, ενώ από τον Κώδικα διοικητικής διαδικασίας οφείλεται τήρηση προθεσμιών και ειδική αιτιολογία σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος. Ωστόσο, και εκεί παρατηρούνται προβλήματα όπως, χαρακτηριστικά στη διαδικασία μεταδημότευσης.

  •  Με λίγα λόγια, ενώ η διαδικασία μεταδημότευσης προδιαγράφεται σαφώς αντιμετωπίζεται κατά το δοκούν από τις δημοτικές αρχές. Η εμπειρία του Συνηγόρου του Πολίτη δείχνει ότι απορρίπτονται αιτήσεις μεταδημότευσης χωρίς αιτιολογία, απαιτούνται αποδεικτικά στοιχεία της μόνιμης κατοικίας, τα οποία όμως δεν προβλέπονται από τη νομοθεσία, ή προβάλλονται προσχηματικές δικαιολογίες για τη μη εξέταση μιας αίτησης μεταδημότευσης κλπ.. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι πολλοί πολίτες, μολονότι πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, αδυνατούν να μεταδημοτεύσουν στον δήμο ή στην κοινότητα όπου πράγματι διαμένουν μόνιμα.  Πρόκειται για μια αδυναμία που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επιζήμια για την ικανότητα αρκετών ελλήνων πολιτών να απολαμβάνουν και να ασκούν κρίσιμα δικαιώματα, η άσκηση των οποίων συναρτάται με την ιδιότητα του δημότη ορισμένου δήμου ή κοινότητας της χώρας. Η αστική και δημοτική κατάσταση των πολιτών επιδρά εξάλλου στην ικανότητά τους να ασκούν πραγματικά τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αντίστοιχα, οι μεταδημοτεύσεις επηρεάζουν τη διαμόρφωση του εκλογικού σώματος των δημοτών και ενδεχομένως τροποποιούν τους τοπικούς συσχετισμούς εκλογικής δύναμης των πολιτικών κομμάτων. Τέλος, τα προβλήματα των μεταδημοτεύσεων λειτουργούν σε βάρος της αστικοδημοτικής αποκατάστασης σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού των ελλήνων Ρομά (τσιγγάνων). Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται μάλιστα και το ζήτημα της διακριτικής μεταχείρισης πολιτών λόγω της φυλετικής, κοινωνικής ή πολιτιστικής διαφοράς τους (π.χ. βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, βεβαίωση μη οφειλής ΤΑΠ σε Ρομά κλπ.).

Ειδικά στην περίπτωση των Ρομά, μείζον ζήτημα που έχει απασχολήσει και τον Συνήγορο του Πολίτη είναι αυτό της εγκατάστασής τους. Η υποχρέωση αντιμετώπισης του προβλήματος διαβίωσης των Ρομά από την πλευρά του Δήμου, απορρέει κατ’ αρχήν από την υποχρέωση των ΟΤΑ να επιδεικνύουν ειδική κοινωνική μέριμνα για τους δημότες που την έχουν ανάγκη (βάσει του ΔΚΚ). Αυτή περιλαμβάνει την εν γένει βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των Ρομά, ιδίως όταν αυτοί διαβιούν, σε συνθήκες κοινωνικής εξαθλίωσης. Παρατηρούνται όμως προβλήματα και παραλείψεις κατά την άσκηση αρμοδιοτήτων των Ο.Τ.Α. και απουσιάζουν πρωτοβουλίες από κοινού με άλλους εμπλεκόμενους δήμους πράγμα που αντανακλά μάλλον την έλλειψη διάθεσης επίλυσης του προβλήματος και την εύκολη λύση μετάθεσής του στα όρια άλλου δήμου.

Η επίλυση του προβλήματος αντιθέτως επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον ενόψει της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων και των ιδίων των Ρομά αλλά και των περιοίκων των οικισμών που ενδεχομένως θίγονται από τη διατήρηση οικισμών υπό συνθήκες που δεν ανταποκρίνονται σε στοιχειώδη πρότυπα υγιεινής και αξιοπρέπειας. Η αδιαφορία όμως συντηρεί και τροφοδοτεί την κοινωνική ένταση που προκαλείται μεταξύ τους.

Ζητήματα διαδικασίας

Μια ομάδα προβλημάτων που διατρέχει τις σχέσεις ΤΑ-πολιτών κατά την εμπειρία του Συνηγόρου του Πολίτη, αφορά διαδικαστικά ζητήματα. Η διαδικασία είναι πολύ συχνά ουσία. Δημιουργεί προβλεψιμότητα και δι’ αυτής διαμορφώνει προϋποθέσεις διασφάλισης δικαιωμάτων. Γι’ αυτό στα σύγχρονα κράτη προδιαγράφονται οι ελάχιστες υποχρεώσεις των οργάνων του κράτους έναντι των πολιτών σε ειδικούς κώδικες ή άλλα νομοθετήματα.

Η ύπαρξη και κυρίως η τήρηση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας αποτελεί έκφραση του κράτους δικαίου αλλά και του σεβασμού προς τον πολίτη, τον οποίο τιμά πέραν των προεκλογικών περιόδων, στις καθημερινές συναλλαγές μαζί του. Η συνειδητοποίηση της σημασίας του ΚΔΔ τόσο από τους αιρετούς όσο και από τους υπαλλήλους των δήμων αποτελεί το μέτρο της ποιότητας της καθημερινής σχέσης τοπικής εξουσίας και πολιτών.

Ζητήματα με σημαντικές διαδικαστικές διαστάσεις για τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων τους, είναι συχνά εκείνα τα οποία διασφαλίζουν τις προϋποθέσεις ίσης πρόσβασης στο πλαίσιο μίας ανταγωνιστικής διαδικασίας. Τέτοια ζητήματα είναι για παράδειγμα οι διαγωνισμοί προσλήψεων και προμηθειών. Για διαφορετικούς λόγους και οι δύο υπάγονται σε αυξημένες απαιτήσεις διαφάνειας. Η μη σωστή τήρηση των διαδικασιών έχει ως  συνέπεια να κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους ΟΤΑ.

Στις προσλήψεις προσωπικού από τους Ο.Τ.Α, ο Συνήγορος του Πολίτη έχει συχνά διαπιστώσει µη εφαρµογή του υφιστάµενου θεσµικού πλαισίου µε χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις τις προσλήψεις στα Κ.Ε.Π., τη μερική απασχόληση, αλλά και τη μη εφαρμογή αποφάσεων του ΑΣΕΠ, όταν αυτό εμπλέκεται.

Σε όλες τις περιπτώσεις που εξέτασε ο Συνήγορος του Πολίτη, οι πολίτες είχαν απευθυνθεί επανειλημμένα προφορικώς και εγγράφως στις αρμόδιες υπηρεσίες και στους αιρετούς είτε για να ζητήσουν ενημέρωση επί του αποτελέσματος, είτε την αιτιολογία της απόφασης, ή ακόμη προκειμένου να ασκήσουν ένσταση ή να καλέσουν το δήμο να συμμορφωθεί προς αποφάσεις δικαστηρίου ή του ΑΣΕΠ, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Παρομοίως, σε ζητήματα διαγωνισμών προμηθειών, ενώ δεν τίθεται ζήτημα ασάφειας των σχετικών διατάξεων, εμφανίζονται συχνά εσκεμμένες παραλείψεις και παραβίασή τους. Διαδικαστικά δικαιώματα όπως αυτό της πρόσβασης σε έγγραφα ή της άσκησης ένστασης καθυστερούν όταν δεν αποθαρρύνονται ή ακυρώνονται, όπως για παράδειγμα όταν η ουσιαστική δικαίωση του προσφεύγοντος προσκρούει στη δηµιουργία τετελεσµένων καταστάσεων που δεν μπορούν να ανατραπούν.

Γενικότερα, τα ζητήματα που θέτει καθαυτή η τήρηση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας είναι ιδιαίτερα σημαντικά και ταυτόχρονα ενδεικτικά του βαθμού σεβασμού των πολιτών εκ μέρους της τοπικής εξουσίας. Από την υποχρέωση πρωτοκόλλησης μέχρι την τήρηση προθεσμιών, την απάντηση εντός της νόμιμης προθεσμίας, την πρόσβαση σε έγγραφα και την αιτιολόγηση των αποφάσεων, η τήρηση του ΚΔΔ εμφανίζεται συχνά προβληματική, στερώντας από τους πολίτες νόμιμα δικαιώματα.

Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα είναι μάλιστα τα προβλήματα που εμφανίζονται πολύ συχνά στην πρόσβαση απλών δημοτών ή ακόμη και δημοτικών συμβούλων (συνήθως της μειοψηφίας) σε έγγραφα και πληροφορίες –ακόμη και σε πρακτικά δημοτικού συμβουλίου στο οποίο μετέχουν!

 Η συγκεκριµένη µορφή κακοδιοίκησης δεν δικαιολογείται σε καµια περίπτωση από το υφιστάµενο θεσµικό πλαίσιο, το οποίο είναι σαφές, ενώ υπάρχει και πληθώρα αποφάσεων δικαστικών και του Ν.Σ.Κ που προσφέρουν σαφή κριτήρια για την εφαρµογή των σχετικών διατάξεων και την ικανοποίηση των δικαιωµάτων των πολιτών και κατά συνέπεια δε δικαιολογείται οποιαδήποτε ολιγωρία από την πλευρά των Ο.Τ.Α.

Ειδικά μάλιστα ως προς τις πληροφορίες που αφορούν το περιβάλλον επιβάλλεται από την σχετική κοινοτική νομοθεσία να παρέχονται σε όλους, χωρίς να προαπαιτείται έννομο συμφέρον, ενώ έχει παρατηρηθεί η δυστοκία δημοτικών αρχών να παράσχουν πρόσβαση σε μελέτες στάθμευσης και σε στοιχεία για το πόσιμο νερό σε κάθε φυσικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Οι προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν με βάση ενδεικτική αναφορά θεμάτων αρμοδιότητας της αυτοδιοίκησης που απασχολούν τον ΣτΠ, στοχεύουν να αναδείξουν τις προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν οι δήμοι και οι (νέοι) αιρετοί τους άρχοντες προκειμένου να ανταποκριθούν επάξια στην εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η εγγύτητα στον πολίτη δεν είναι αυτόματη συνέπεια του χαρακτήρα της αυτοδιοίκησης. Είναι, αντίθετα, το ζητούμενο. Απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια τόσο εκ μέρους του πολιτικού όσο και εκ μέρους του διοικητικού επιπέδου τα οποία τείνουν να λειτουργούν στη δική τους λογική. Οι εύκολες ταυτίσεις μόνο εμπόδιο αποτελούν στην απαιτούμενη επαγρύπνηση

Σε όλα αυτά πάντοτε υπάρχει ένα είδος αντιλόγου με με βασικό επιχείρημα την οικονομική αδυναμία των ΟΤΑ. Πρώτον, αυτό δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση, διότι προβλήματα χρηστής διοίκησης και σεβασμού των δικαιωμάτων των πολιτών εμφανίζονται και σε πεδία που δεν εξαρτώνται από οικονομικούς πόρους. Και όταν όμως ελλείπουν οι πόροι, δεν είναι επιτρεπτό η προσχηματική τους επίκληση χωρίς αναζήτηση λύσης και τελικά η αδιαφορία απέναντι στους πολίτες και τα δικαιώματά τους. Το ίδιο ανεπίτρεπτη είναι η δικαιολογία ότι πρόκειται για δεσμεύσεις της προηγούμενης δημοτικής αρχής, που αντίκειται στη γενική αρχή της συνέχειας τόσο στην κεντρική διοίκηση όσο και στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Οι δημοτικοί άρχοντες πολύ συχνά επικαλούνται την αιρετή τους ιδιότητα για να αποφύγουν περιορισμούς στη δράση τους, οι οποίοι επιβάλλονται από το γεγονός ότι λειτουργούν ταυτόχρονα και ως όργανα της διοίκησης με δέσμια αρμοδιότητα. Συγχέουν δηλαδή τη διακριτική ευχέρεια απόφασης που απολαύουν για ορισμένα θέματα ως αιρετοί αντιπρόσωποι, με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το γεγονός ότι ασκούν κατά παραχώρηση συγκεκριμένες αρμοδιότητες οι οποίες ανήκουν στην αποστολή του κράτους.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νοοτροπίας είναι η μη συμμόρφωση των ΟΤΑ σε δικαστικές αποφάσεις και σε αποφάσεις διοικητικών οργάνων, η μη καταβολή των οφειλών τους προς τρίτους, η μη απάντηση σε αιτήματα των πολιτών και η πλημμελής αιτιολόγηση ή η απουσία οποιασδήποτε αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων που εκδίδουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης και η μη αναγνώριση της ευθύνης από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους. Τέτοιες πρακτικές παραπέμπουν σε άρνηση της βασικής υποχρέωσης των αιρετών οργάνων να λογοδοτούν, που είναι ανεπίτρεπτη για μια δημοκρατία.

Ο Συνήγορος του Πολίτη δεν αγνοεί ότι πολλά από τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν μπορεί να είναι αποτέλεσμα έλλειψης κατανόησης ή άγνοιας της σημασίας ορισμένων θεμάτων και των τρόπων αντιμετώπισής τους. Ένα από τα γνωστά προβλήματα είναι και η ελλιπής ποσοτικά και κυρίως ποιοτικά στελέχωση των υπηρεσιών των ΟΤΑ και βεβαίως η ανεπάρκεια πόρων. Στο σημείο αυτό οι ευθύνες βαρύνουν το κεντρικό κράτος.

Ο Συνήγορος του Πολίτη διαπιστώνει τα προβλήματα λόγω της αποστολής που του έχει ανατεθεί για την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης. Ο ρόλος του όμως δεν είναι απλά ελεγκτικός. Είναι πρακτικά ο μόνος θεσμός που παράλληλα με τον έλεγχο έχει στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης που ασκεί τη δυνατότητα να προτείνει λύσεις, να καλύψει με την τεχνογνωσία του αδυναμίες και να βοηθήσει την αυτοδιοίκηση να βρει νόμιμες λύσεις εφόσον πράγματι το επιθυμεί.

Η σημερινή εκδήλωση στοχεύει να αναδείξει, ίσως και με ελαφρώς επώδυνο τρόπο, το ευρύτατο πεδίο εποικοδομητικής συνεργασίας μεταξύ της αυτοδιοίκησης και του Συνηγόρου του Πολίτη προς όφελος της νομιμότητας, της δημοκρατίας και των πολιτών.